Σημειώσεις από το περιβάλλον
[
ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ή ΠΕΡΑ ΑΠ᾽ ΑΥΤΗΝ ]

2021

Ευχαριστούμε τους συνεργάτες, τους αναγνώστες, τους χορηγούς και τον εκδοτικό κόσμο  και ευχόμαστε————————————
Κ Α Λ Η   Χ Ρ Ο Ν Ι Α

————————————

Για τα επόμενα τεύχη του Χάρτη, ετοιμάζονται τα αφιερώματα:


Κύπρος
(επιμ. Θεοδόσης Πυλαρινός)
Μαρία Κυρτζάκη
(επιμ. Γιώργος Βέης-Αθηνά Βογιατζόγλου)
Μίλτος Σαχτούρης (επιμ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου)
Γιώργος Χειμωνάς (επιμ. Ευριπίδης Γαραντούδης)
Σάμιουελ Μπέκετ (επιμ. Βασίλης Παπαγεωργίου)
Γλώσσα
(επιμ. Χριστόφορος Χαραλαμπάκης)
«1821» (επιμ.  Νικήτας Σινιόσογλου)
/ Φ.Δ. Δρακονταειδής, Γιάννης Ευσταθιάδης, Μανόλης Κορρές κ.ά.
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (επιμ. Γιώργος Βέης)


1821-2021


Με αφορμή την επέτειο των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση σε κάθε τεύχος αυτής της χρονιάς θα δημοσιεύονται διάφορα σχετικά κείμενα (από την οπτική του «Χάρτη») με αποκορύφωμα το ειδικό αφιέρωμα «1821» (επιμ. Νικήτα Σινιόσογλου) που θα αναρτηθεί το φθινόπωρο.
Στο παρόν τεύχος, ξεκινάμε με το «Πέντε» του Φ. Δ. Δρακονταειδή, με το τελευταίο ποίημα του Λόρδου Μπάιρον (μτφρ. Δημήτρη Κοσμόπουλου) στη στήλη των »Μεταφράσεων» καθώς και μ’ ένα κείμενο του Βαγγέλη Λιβιεράτου στις «Κλίμακες», για τη χαρτογραφική μέριμνα του Καποδίστρια.

    Πέντε


    Ο Πέτρος Νικόλαος Δάρβαρις ζούσε στην Βιέννη, όπου ήταν γνωστός ως Πεντάδας, εξηγώντας στο αδιάφορο ακροατήριό του της ταβέρνας Reichenberger Beisl, γνωστότερης ως ταβέρνας των Ελλήνων, την σημασία του αριθμού πέντε, ο οποίος περιλαμβάνει τον πρώτο άρτιο και τον πρώτο περιττό αριθμό, είναι το κέντρο της δεκάδας, τα πέντε καθολικά στοιχεία του παντός, δηλαδή γη, νερό, αέρας, φωτιά, αιθέρας, έχει πέντε σχήματα, δηλαδή το τετράεδο, εξάεδρο, οκτάεδρο, δωδεκάεδρο και εικοσάεδρο, η πεντάδα αποκαλείται αφιλονεικία, επειδή συνέθεσε και συμφιλίωσε το άρτιο και το περιττό, πέντε τα δάχτυλα των χεριών και πέντε των ποδιών, πέντε οι ήπειροι ως τότε. Και εμπιστευτικώς ψιθύριζε, τόσο όσο να μην ακούγεται, πως οι Γραικοί δεν έπρεπε να κηρύξουν την επανάσταση το 1821, αλλά το 1824, όπου το άθροισμα των αριθμών είναι δεκαπέντε, τρεις φορές –η Αγία Τριάδα– ο αριθμός πέντε.
    Κανείς δεν θυμόταν ωστόσο ότι τον Ιανουάριο του 1820 είχε ξεκινήσει την μετάφραση ποιημάτων από την συλλογή Ειδύλλια του σπουδαίου γερμανόφωνου Ελβετού ποιητή Σάλομον Γκέσνερ. Σκόπευε να έχει τυπωμένο το αποτέλεσμα του μόχθου του τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους για την ικανοποίηση προσωπικών ονείρων και φιλοδοξιών, αλλά ο τυπογράφος Νταβίντοβιτς καθυστερούσε με διάφορες δικαιολογίες να προχωρήσει στην εκτύπωση του εκατόν τριάντα δύο σελίδων μεταφραστικού άθλου, εφόσον το σύνολο της συμφωνηθείσας δια λόγου δαπάνης καθυστερούσε να πληρωθεί προκαταβολικά εκ μέρους του Πέτρου Νικολάου. Εντέλει, τα πρώτα πέντε αντίτυπα παραδόθηκαν στις 25 Μαρτίου 1821 και τα υπόλοιπα πέντε μέρες αργότερα.
    Το πρώτο αντίτυπο με την αφιέρωση «Μη με λησμόνει» έφτασε αυθημερόν στα χέρια της δεσποινίδας Χλόης Κ. στην εξοχή και πέντε μέρες αργότερα, ο αμαξάς της παρέδωσε στον Πέτρο Νικόλαο επιστολή σφραγισμένη με βουλοκέρι, το περιεχόμενο της οποίας έχει μείνει στις δέλτους της Ιστορίας και έχει ως εξής: «Κύριέ μου, πώς ημπορείτε να μένητε εις την πόλιν, τώρα όπου αγγίζει η άνοιξις; Άραγε δεν θέλετε να ιδήτε πώς ανθούν τα δένδρα και πώς ωραϊζονται τα λιβάδια; Ελάτε λοιπόν προς ημάς εις την εξοχήν διότι θέλετε ιδεί την άνοιξιν και εμένα. Αν δεν έλθητε, πολύ θέλω κακιώσει εναντίον σας, αν και είμαι πλέον μισοκακιωμένη. Η Κυρία *** μοι είπεν ότι εσυγγράψατε εν Πόνημα επιγραφόμενον Δάφνις, και εγώ, Κύριέ μου μυστικώτατε, να μην ηξεύρω τίποτε περί τούτου; Όμως εσείς είδετε ότι το τελευταίον σας τραγώδιον με ήρεσε καθ' υπερβολήν, διότι το τραγωδώ συνεχώς. Αν και απηλπισμένη, λέγει η Κυρία ***, όμως τραγωδώ πάντοτε το αυτό, ως ο κόσσυφος. Νεωστί φεγγούσης της σελήνης το ετραγωδούσα εις το λιβάδι και ήμουν εις άκρον χαρούμενη δι' αυτό. Τότε άρχισε το αηδόνι να λαλήση και εγώ έπρεπε να σιωπήσω, όσον και αν ακούω μετά χαράς την εαυτήν μου να τραγωδώ. Ελάτε δια την ερχομένην Πέμπτην χωρίς άλλο, εγώ θέλω σας προσμείνει προς το εσπέρας εις την κληματαριάν. Αλλά φέρατε μαζύ σας και τον Δάφνιν, αλλέως εφ' όλης μου της ζωής δεν θέλω είσαι πλέον η φιληνάδα σας". Υπογραφή: Χλόη.


    ΠΗΓΗ:
    Κ. Γ. Κασίνη, Βιβλιογραφία μεταφράσεων της ξένης λογοτεχνίας, ΙΘ'-Κ' αι. τόμος πρώτος, 1801-1900, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα, 2006, λήμμα 132.

    Kαλλαντάλλων

    του Άγγελου



    Στις ελληνικές καλένδες τα κάλαντα. Τουλάχιστον δεν χτυπούν τα κουδούνια. Από τα ξημερώματα, καθώς η μία συμμορία παιδιών προσπαθεί να ξεπεράσει σε λύτρα την άλλη. Δεν πρόκειται για παραγγελίες, που προπληρώνεις και ακολουθεί το άσμα της παραλαβής. Πρόκειται για εκβιασμούς φθόγγων, που βιάζεσαι να πληρώσεις μήπως σταματήσουν.
    Αυτά θα λέγαμε γελώντας με φίλους, αν μπορούσαμε να βρεθούμε. Οι νεκροί όμως αποφεύγουν τις συνευρέσεις. Ακόμη και χωρίς περιοριστικά μέτρα. Αλλά και αν ζούσαν, τι μπορείς να πεις όταν δεν ακούς ή δεν ακούγεσαι; Ανήκουστες εικασίες αποτελούν οι ευχές και τα κάλαντα.
    Μα δεν αγαπάτε τα παιδιά, ρωτούν οι παιδόφιλοι. Μα δεν αγαπάτε τη μουσική, ρωτούν οι άμουσοι. Μα δεν αγαπάτε τις παραδόσεις, ρωτούν όσοι έχουν παραδοθεί.
    Έτσι συνεχίζεται το τραγούδι στο ντουζ. Καθένας και ένα παιδί μέσα του. Καθένας το βιολί του. Καθένας και η δική του παράδοση. Καθένας και η δόση του.
    Ευτυχώς στην κατάστασή μας κανείς δεν ακούει τίποτε. Θα ήταν αδύνατον τους ήχους να καλύψει το νερό, γιατί έχει κοπεί.

    «Εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσείς το τσιγαράκι σας»

    Είχα βάλει το 6 στο κινητό και την ταυτότητα στην τσέπη, μη τύχει και πέσω πάνω σε μπάτσους και βρισκόμουν στην Ολύμπου, όταν σκέφτηκα να πάω προς το «λημέρι» για να πάρω take away κοτόπουλο στα κάρβουνα.
    Με το που έφτασα στη γωνία ακούω τον Νώντα να με φωνάζει «έλα στην παρέα μας». Καθόταν στα σκαλάκια μιας πολυκατοικίας μαζί μ’ έναν συνταξιούχο καθηγητή της Φιλοσοφίας, φίλοι χρόνια τώρα. Κρατούσαν στο χέρι το κυπελάκι του καφέ και κάπνιζαν. Πάω κοντά τους και τους λέω «ρε κουφάλες είστε απίστευτοι… ένας νευρολόγος κι ένας φιλόσοφος κάθονται στα σκαλάκια και κάνουν τσιγάρο με τη μάσκα στο πηγούνι».
    Ο Νώντας γελάει, μου δίνει τσιγάρο, το ανάβω κι αρχίζουμε μια συζήτηση που βεβαίως, καταλήγει στα γνωστά αδιέξοδα της πανδημίας. Με ρωτάει ο φιλόσοφος αν γράφω τίποτα μ’ αυτή την κατάσταση, κι απαντώ ότι είμαι σε διάσταση με την έμπνευση και δεν πρόκειται να της πληρώνω διατροφή ενώ τρέχει με άλλους κι αρχίζουμε να θυμόμαστε, διάφορους γνωστούς που πλήρωναν διατροφές κι ύστερα καταλήξαμε σε παρομοιώσεις, μέχρι που τους είπα, πως μπορεί να γράψω κάτι και για αυτούς, που κάθονται στα σκαλάκια, κάτι σαν σύντομες ιστορίες κι αρχίζει αμέσως ένας τίτλο-πόλεμος μεταξύ μας. Είπα στον Νώντα ότι θα βάλω τίτλο «νευρικοί στο παγκάκι» κι αυτός μου απάντησε να βάλω κάτι πιο σουρεαλιστικό, ή πιο ακραίο, όπως «χέστηκα για τις αγωνίες σας». Ο φιλόσοφος απάντησε πως οι αγωνίες είναι γενικώς για χέσιμο και καλύτερος τίτλος θα ήταν «οι αγωνίες στις γωνίες», αφού είμαστε στη γωνία Ολύμπου και Ιασωνίδου, κι εγώ του λέω, πως δεν είναι ωραίοι οι ομοιοκατάληκτοι τίτλοι, γιατί φανερώνουν μια ευκολία, όταν ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα της πολυκατοικίας πάνω από τα σκαλάκια και βγαίνει μία ηλικιωμένη κυρία που κρατάει ένα κομψό μπαστούνι στο ένα χέρι και στο άλλο ένα μικρούλικο μαύρο σκυλάκι. Η κυρία, γύρω στα ογδόντα, φοράει μια μαύρη μάσκα. Μας κοιτάζει θυμωμένα και μας απευθύνεται με αυστηρό ύφος φωνάζοντας «σα δε ντρέπεστε, μεγάλοι άνθρωποι να καπνίζετε με τις μάσκες στο πηγούνι… εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσείς το τσιγαράκι σας».

    Ο Νώντας, της απαντάει ευγενικά, πως έχει απόλυτο δίκαιο και σε μένα λέει, να βάλω αυτόν τον τίτλο, που είπε μόλις η κυρία, ενώ το μαύρο χαριτωμένο σκυλάκι της μας γαβγίζει νευριασμένο.

    ’21: 2 + 1 = 3

    Επίκαιρο σκίτσο που μας έστειλε η Μεξικανή Andrea Arroyo


    Η τρίτη χρονιά της ηλεκτρονικής μετεμψύχωσης του περιοδικού Χάρτης άρχεται την 1η Ιανουαρίου του σωτηρίου (για όσους θα γλιτώσουν από τον μεταλλασσόμενο και πολυγενή ιό) έτους 2021, διακόσια χρόνια μετά τον μαζικό εμβολιασμό με επαναστατικές αντιλήψεις πληθυσμών, που με ελληνοφρένεια ήθελαν να αντικαταστήσουν την επικρατούσα οθωμανία.
    Επρόκειτο επίσης για έναν αγώνα για την ανεξαρτησία των ελληνικών γραμμάτων, που συνεχίζεται. Η ανεξαρτησία δεν ισοδυναμεί με εσωστρέφεια, ομφαλοσκόπηση –ούτε καν για αναδέλφους που συστρέφονται με τον ομφαλό των Δελφών– και κλειστά μάτια και τσίνορα, αλλά με μια επιθυμία ασύνορης απεξάρτησης, που ταυτόχρονα θα δοκιμάζει να ρυθμίσει την εξάρτηση των λιγότερο ισχυρών από τις επιθυμίες τους.
    Ο πολιτισμός συνιστά επίσης μια εκδοχή κατανάλωσης, η οποία όμως είναι ασύμφορο να συνεχίζεται, αν δεν συνδυαστεί με παραγωγή. Στις υπεραγορές, στα μίνι μάρκετ και στις λαϊκές του πνεύματος περιέρχονται προς ανταλλαγή –με κολλαριστά ηλεκτρόνια, όταν εκλείπουν τα νομίσματα επί χάρτου– προϊόντα, οπώρες και άλλα ψώνια που κάποιοι μαθαίνουν να καλλιεργούν ή να παρασκευάζουν.
    Το ότι 1 και 1 κάνουν 2 όλοι λένε ότι το γνωρίζουν, ακόμη και αν δεν το εφαρμόζουν. Πιο κρίσιμο όμως συχνά αποδεικνύεται το ότι 2 + 1 = 3, ο τρίτος χρόνος, το τρίτο βιβλίο, το τρίγωνο του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα, το τρίτο στεφάνι, το τριμερές των μονοδοξιών, η απλή μέθοδος των τριών σε ζευγάρια με ένα παιδί, οι τρεις μάγοι με τα δώρα, οι τρεις μάγισσες στον Μάκβεθ, η τριαδικότητα στον Βοκάκιο, ο τριτογενής τομέας των υπηρεσιών, οι τρεις σειρήνες του νερού, του έρωτα και του θανάτου, τα τρία κεφάλια της Λερναίας Ύδρας και άλλων νήσων, όταν έρχεται και τριτώνει το κακό, όπως και το καλό.
    Τρία άλογα ένας άνθρωπος, λέει ένα τραγούδι των Απεννίνων. Πολλαπλάσιος του 3 παραμένει ο αριθμός του Θηρίου στην Αποκάλυψη. Σε αστική τραγωδία οδηγεί η αποκάλυψη ιψενικού τριγώνου. Τρεις αδελφές διεκδικούν τον Τσέχωφ. Την Τρία πολιορκούν οι ανορθόγραφοι. Με πεσσούς του Πεσσόα τριχοτομούνται συγγραφικά τηλεπαίγνια, διαφορογραφημένα ως εξής: Big Rather (Μάλλον μεγάλος, όχι αδελφός), Serv-ivor (Η γραφή στην υπηρεσία της επιβίωσης) και GNTP (Ο επόμενος ποιητής ή πεζογράφος). Εξακολουθεί να ισχύει ο νόμος των τριών στις αφηγήσεις.
    Λέγεται ότι τα πάντα έχουν αρχή, μέση και τέλος, αν και όχι πάντοτε με αυτή τη σειρά.