Από τους τελευταίους αναγεννησιακούς ανθρώπους του καιρού μας

Ο Π.Θ. (1976)
Ο Π.Θ. (1976)

Κοι­τά­ζο­ντας τον Πά­νο στο φέ­ρε­τρo το με­ση­μέ­ρι της Δευ­τέ­ρας 18 Φε­βρουα­ρί­ου 2025, μου ήρ­θε αυ­θόρ­μη­τα στο νου ο στί­χος του Mallarmé tel quen lui même enfin l’ éternité le change από το ποί­η­μα «Le tombeau d’ Edgar Poe». Αυ­τός που ήταν τό­σα πολ­λά, απέ­κτη­σε μπρο­στά στην αιω­νιό­τη­τα την ορι­στι­κή του υπό­στα­ση κι έγι­νε επι­τέ­λους ο εαυ­τός του, σκέ­φτη­κα. O Π.Θ. υπήρ­ξε από τους τε­λευ­ταί­ους ανα­γεν­νη­σια­κούς αν­θρώ­πους του και­ρού μας, αρ­χι­τέ­κτο­νας, αρ­χαιο­γνώ­στης, ανα­στη­λω­τής, λά­τρης της ιστο­ρι­κής το­πο­γρα­φί­ας, πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τής, ηθο­ποιός, σκη­νο­θέ­της, πε­ρι­η­γη­τής, εξε­ρευ­νη­τής, ζω­γρά­φος, σκι­τσο­γρά­φος. Μό­νο δη­μό­σιος υπάλ­λη­λος δεν μπο­ρού­σε να ήταν, αν και έγι­νε κι αυ­τό για πέ­ντε χρό­νια, από το 1980 ως το 1985 νο­μί­ζω.

Γνω­ρι­στή­κα­με στην Αγία Σο­φία το 1980, όταν εκεί­νος εί­χε προ­σλη­φθεί από το Υπουρ­γείο Πο­λι­τι­σμού ως υπεύ­θυ­νος μιας ομά­δας αρ­χι­τε­κτό­νων, που ανέ­λα­βαν την απο­τύ­πω­ση του τραυ­μα­τι­σμέ­νου από το σει­σμό του 1978 μνη­μεί­ου, για την προ­ε­τοι­μα­σία της με­λέ­της στε­ρέ­ω­σης. Σ' εμέ­να και στον Σω­τή­ρη Κίσ­σα ανα­τέ­θη­κε από την Εφο­ρεία η ανα­σκα­φή των υπε­ρώ­ων και η διε­ξα­γω­γή το­μών στο δά­πε­δο και τον πε­ρι­βάλ­λο­ντα χώ­ρο της. Δεν σχε­δί­α­ζε, τρι­γυρ­νού­σε εξε­ρευ­νώ­ντας κά­θε τοί­χο και πεσ­σό και μας έδει­χνε εν­θου­σια­σμέ­νος μυ­στι­κές γω­νιές και πε­ρά­σμα­τα. Μια μέ­ρα ανα­κά­λυ­ψε μια στε­νή, κρυ­φή σκά­λα που οδη­γού­σε από τα υπε­ρώα στον τρού­λο και μας ανέ­βα­σε. Το με­τα­πτυ­χια­κό του με τί­τλο Πί­να­κας το­πω­νυ­μί­ων του αγιο­ρεί­τι­κου πα­ρα­γω­γι­κού χώ­ρου προσ­διό­ρι­ζε το εν­δια­φέ­ρον του για την ιστο­ρι­κή το­πο­γρα­φία του Βυ­ζα­ντί­ου, πε­δίο σπά­νιο για έναν αρ­χι­τέ­κτο­να. Πα­ρα­τη­ρού­σε τα σκάμ­μα­τα κα­τε­βά­ζο­ντας πλή­θος τολ­μη­ρές ιδέ­ες, που μας εντυ­πω­σί­α­ζαν. Ωστό­σο, το τι λέ­ει αυ­τός, που σκε­φτό­μα­σταν, έκρυ­βε πά­ντο­τε μιαν ευ­φά­ντα­στη επι­στη­μο­νι­κή σκέ­ψη.

Ήμα­σταν μια τρι­με­λής ομά­δα, που ξάφ­νια­ζε με τις από­ψεις και τις γνώ­σεις της το ιε­ρα­τείο του να­ού, όταν μα­ζευό­μα­σταν στο διά­λειμ­μα στο μι­κρό γρα­φείο της εκ­κλη­σί­ας και συ­ζη­τού­σα­με για τον Συ­με­ών Θεσ­σα­λο­νί­κης και τις λει­τουρ­γί­ες στην Αγία Σο­φία, προ­σπα­θώ­ντας να εντο­πί­σου­με το «στα­σί­διον» ή τον «μά­κρω­να». Ο αεί­μνη­στος προϊ­στά­με­νος του να­ού π. Κων­στα­ντί­νος Βαμ­βί­νης, ένας ιε­ρω­μέ­νος γε­μά­τος αγά­πη, έγι­νε φί­λος μας. Απο­λάμ­βα­νε τις συ­ζη­τή­σεις μας και κά­ποιες φο­ρές πη­γαί­να­με πα­ρέα για ψα­ρά­κι στο Αγ­γε­λο­χώ­ρι.

Όταν το 1981 ο Πά­νος με­τα­κι­νή­θη­κε στα γρα­φεία της Ρο­τό­ντας, η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση και ο συγ­χρω­τι­σμός του με την υπό­λοι­πη ομά­δα των αρ­χαιο­λό­γων της πά­λαι πο­τέ 9ης Εφο­ρεί­ας Βυ­ζα­ντι­νών Αρ­χαιο­τή­των, με προ­ε­ξάρ­χο­ντα ένα πρό­ω­ρα χα­μέ­νο τα­λέ­ντο, τον Θα­νά­ση Πα­πα­ζώ­το, τον έστρε­ψαν σχε­δόν απο­κλει­στι­κά στην ενα­σχό­λη­ση με τα θέ­μα­τα της ιστο­ρι­κής το­πο­γρα­φί­ας, που τον γο­ή­τευαν. Συμ­με­τεί­χε στα τρία πρώ­τα Συ­μπό­σια της Χρι­στια­νι­κής Αρ­χαιο­λο­γι­κής Εται­ρεί­ας στην Αθή­να (1981-1983), προ­τεί­νο­ντας την ταύ­τι­ση των βυ­ζα­ντι­νών το­πω­νυ­μί­ων του Αλ­μυ­ρού και της Χό­στια­νης, απο­κα­θι­στώ­ντας το κτη­μα­το­λό­γιο του λαι­μού τής χερ­σο­νή­σου του Άθω, προσ­διο­ρί­ζο­ντας τη θέ­ση του Πα­λαιό­κα­στρου της Ιε­ρισ­σού και συν­δέ­ο­ντας την αση­μέ­νια λει­ψα­νο­θή­κη του Μου­σεί­ου Βυ­ζα­ντι­νού Πο­λι­τι­σμού από τη Νέα Ηρά­κλεια με τη Μο­νή Λα­τό­μου. Η εμ­φά­νι­σή του εκεί ήταν προ­κλη­τι­κή. Κόκ­κι­νες κάλ­τσες, πέ­δι­λα, στρα­τιω­τι­κή φόρ­μα πα­ραλ­λα­γής, πρά­σι­νο που­κά­μι­σο, τυρ­κουάζ πα­πι­γιόν και άσπρο σα­κά­κι. Στο 1ο Συ­νέ­δριο Οι αρ­χαιο­λό­γοι μι­λούν για την Πιε­ρία πα­ρου­σί­α­σε στο Δί­ον το 1984 την το­πο­γρα­φι­κή εξε­ρεύ­νη­ση της Βό­ρειας Πιε­ρί­ας, με οδη­γό κά­τι σπά­νιους βρε­τα­νι­κούς χάρ­τες που εί­χε ξε­τρυ­πώ­σει ίσως κα­τά τη δια­μο­νή του στο York. Το 1985 συμ­με­τεί­χε στο στή­σι­μο της Έκ­θε­σης της Εφο­ρεί­ας στον Λευ­κό Πύρ­γο.

Η επο­χή εκεί­νη ήταν η πιο ευ­τυ­χι­σμέ­νη επαγ­γελ­μα­τι­κά πε­ρί­ο­δος της ζω­ής μου. Μο­λο­νό­τι σχε­δόν όλοι περ­νού­σα­με φά­ση αδιέ­ξο­δων ερώ­των και διά­λυ­σης της προ­σω­πι­κής μας ζω­ής, το δη­μιουρ­γι­κό κι ευ­χά­ρι­στο επαγ­γελ­μα­τι­κό πε­ρι­βάλ­λον και ο κα­θη­με­ρι­νός συγ­χρω­τι­σμός με υπέ­ρο­χους αν­θρώ­πους, ήταν αντί­δο­το στη θλί­ψη μας. Κά­θε πρωί κά­να­με ομα­δι­κή ψυ­χο­θε­ρα­πεία αλ­λη­λο­ε­ξο­μο­λο­γού­με­νοι. Ο Πά­νος με αυ­το­σαρ­κα­σμό μας έλε­γε ξε­καρ­δι­στι­κές ιστο­ρί­ες για τον τραυ­λι­σμό του, που απέ­δι­δε στην πί­ε­ση του δά­σκα­λου πα­τέ­ρα του να γρά­φει με το δε­ξί, ενώ ήταν αρι­στε­ρό­χει­ρας. Τε­λι­κά, μπο­ρού­σε να χρη­σι­μο­ποιεί εξ ίσου και τα δύο χέ­ρια. Λί­γο πριν πα­ραι­τη­θεί εμ­φα­νί­στη­κε στο γρα­φείο αβρά­κω­τος, φο­ρώ­ντας μό­νο αθλη­τι­κή φόρ­μα. Όταν τον ρω­τή­σα­με για­τί, εί­πε ότι τον τσί­μπη­σε μέ­λισ­σα.

Το 1981 έχρι­σε τον εαυ­τό του δού­κα Βλα­χο­ρυγ­χί­νων με το ψευ­δώ­νυ­μο Για­γκού­ζος Το­κα­τλί­δης, ονό­μα­σε τον Κίσ­σα Γκί­κα Μπί­νο και έδω­σε σε μέ­να την προ­σω­νυ­μία Πε­πι­νία Μαρ­κιω­νίς, αρ­χό­ντισ­σα Βο­δο­νί­τσης. Αλ­λη­λο­γρα­φού­σα­με οι τρεις μας σε με­σαιω­νι­κή διά­λε­κτο σχο­λιά­ζο­ντας τα προ­σω­πι­κά μας. Φύ­λα­ξα στορ­γι­κά σε χω­ρι­στό φά­κε­λο εκεί­να τα γράμ­μα­τα. Ανά­με­σά τους στί­χοι πο­λι­τι­κοί και ένας ποι­η­τι­κός έπαι­νος, μί­μη­ση στι­χουρ­γή­μα­τος του 15ου αιώ­να, τον οποίο κα­τα­χω­ρώ (φωτ. 1), αλ­λά κι ένα πο­λύ­τι­μο δω­ρη­τή­ριο έγ­γρα­φο. Πρό­κει­ται για επι­στο­λή που μου επέ­δω­σε τον Απρί­λιο του 1981 σε άψο­γη με­σαιω­νι­κή γλώσ­σα, στην οποία μου πα­ρα­χω­ρεί κα­τά τον τρό­πο των βυ­ζα­ντι­νών αυ­το­κρα­τό­ρων το ευ­ρι­σκό­με­νο κο­ντά σε «δί­καια», (ιδιο­κτη­σία) της Μο­νής Χορ­τα­ΐ­του αγρό­κτη­μα Κο­λου­μπάρ­δια­νη, με οι­κή­μα­τα, ερ­γα­στή­ρια και πα­ροί­κους (φωτ. 2). Επί­σης οί­κη­μα στο κέ­ντρο της Θεσ­σα­λο­νί­κης στη γει­το­νία της Αγί­ας Πε­λα­γί­ας, που αντι­στοι­χεί στη ση­με­ρι­νή πε­ριο­χή της Αγί­ας Σο­φί­ας. Η Πε­πι­νία Μαρ­κιω­νίς, που ανέ­κα­θεν νό­μι­ζε ότι δεν έχει απή­χη­ση στο άλ­λο φύ­λο, δεν αντι­λή­φθη­κε ότι οι δω­ρε­ές και οι επαι­νε­τι­κοί στί­χοι ήταν έμ­με­ση ερω­τι­κή εξο­μο­λό­γη­ση μιας τρυ­φε­ρής ψυ­χής. Το κα­τά­λα­βε όταν ξα­να­διά­βα­σε τις επι­στο­λές χρό­νια με­τά. Και έκλαυ­σεν πι­κρώς.

Φωτ. 1
Φωτ. 1
Φωτ. 2
Φωτ. 2
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: