Το δίπτυχο φύση-άνθρωπος στον Αντόνιο Βιβάλντι και στον Κώστα Μπουρναζάκη

Το δίπτυχο φύση-άνθρωπος στα συνοδευτικά σονέτα των «Τεσσάρων Εποχών» (Antonio Vivaldi) και τη συλλογή «Μέσα σε Ήλιους και Φεγγάρια» του Κώστα Μπουρναζάκη
Το δίπτυχο φύση-άνθρωπος στον Αντόνιο Βιβάλντι και στον Κώστα Μπουρναζάκη



Ει­σα­γω­γή

H οποια­δή­πο­τε από­πει­ρα σύν­δε­σης ενός Κρη­τι­κού συγ­γρα­φέα με τη μου­σι­κή δεν απο­τε­λεί έκ­πλη­ξη, εφό­σον, κα­τά κά­ποιον τρό­πο, τα μου­σι­κά ακού­σμα­τα του εί­ναι κά­τι σαν δεύ­τε­ρη φύ­ση του από τη στιγ­μή που γεν­νιέ­ται. Η μα­κρο­χρό­νια μου­σι­κή πα­ρά­δο­ση της Κρή­της (βλ. και Κα­βα­κό­που­λος, 2018· Πα­πα­δά­κης, 2002), αλ­λά και η πο­λι­τι­στι­κή διά­δρα­ση της Κρή­της με άλ­λες με­σο­γεια­κές χώ­ρες, όπως η Βε­νε­τία λό­γω και των ιστο­ρι­κο­πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων, ήδη από τις αρ­χές του 13ου αιώ­να (Πο­λί­της, 2001· Βeaton, 1990) την κα­θι­στούν ένα ανοι­κτό και πο­λυ­δύ­να­μο κέ­ντρο πο­λι­τι­σμού μέ­χρι και σή­με­ρα, τον 21ο αιώ­να.
To πα­ρόν άρ­θρο επι­κε­ντρώ­νε­ται σε έναν Κρη­τι­κό ποι­η­τή, με­τα­φρα­στή και με­λε­τη­τή της λο­γο­τε­χνί­ας, τον Κώ­στα Μπουρ­να­ζά­κη (1961-)[1] και έναν από τους πιο φη­μι­σμέ­νους μου­σι­κούς του 18ου αιώ­να τον Antonio Vivaldi (1678–1741). Αφορ­μή για μια τέ­τοια σύν­δε­ση απο­τε­λεί η ομο­λο­γη­μέ­νη αδυ­να­μία του Έλ­λη­να δη­μιουρ­γού για τον Vivaldi και το έρ­γο Οι Τέσ­σε­ρις Επο­χές.[2] Ει­δι­κό­τε­ρα, επι­κε­ντρώ­νε­ται στη σύ­γκρι­ση των σο­νέ­των, (βλ. και Lockey, 2017), μέ­ρος μου­σι­κής σύν­θε­σης των Τεσ­σά­ρων Επο­χών[3] (Οp. 8, 1725) του Vivaldi (Everett, 1996) σε αντι­πα­ρα­βο­λή με ορι­σμέ­να ποι­ή­μα­τα της συλ­λο­γής Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια του Έλ­λη­να ποι­η­τή (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σσ. 31-46). Τα δύο έρ­γα αφο­ρούν στη σχέ­ση του αν­θρώ­που μέ­σα στο φυ­σι­κό κό­σμο, τη θέ­ση του σε αυ­τόν και απα­ντούν στο ερώ­τη­μα γύ­ρω από την ποιό­τη­τα αυ­τής της σχέ­σης, υπεν­θυ­μί­ζο­ντας τη δια­χρο­νι­κό­τη­τα της φύ­σης ως στοι­χείο έμπνευ­σης για τη λο­γο­τε­χνία και ευ­ρύ­τε­ρα την τέ­χνη.
Η επι­λο­γή αυ­τή, εντάσ­σε­ται στο πλαί­σιο της Συ­γκρι­τι­κής Λο­γο­τε­χνί­ας, που ανά­με­σα σε συ­ζη­τή­σεις που έχουν τε­θεί πε­ρί ορι­σμού της (βλ. και Domínguez κ.ά., 2015· βλ. και Saussy (Eπιμ.) 2006), ασχο­λεί­ται με λο­γο­τε­χνι­κά έρ­γα που βρί­σκο­νται εκτός των συ­νό­ρων ενός έθνους ή και δια­φο­ρε­τι­κών γλωσ­σών κα­θώς και τη σχέ­ση με δια­φο­ρε­τι­κά γνω­στι­κά πε­δία όπως η φι­λο­σο­φία ή οι τέ­χνες (ζω­γρα­φι­κή, μου­σι­κή κ.α.) (Hölter, (Eπιμ.), 2024· βλ. και Domínguez κ.ά., 2015· βλ. και Saussy (Eπιμ.) 2006). Να ση­μειω­θεί ότι η ανά­λυ­ση βα­σί­στη­κε στις ερ­μη­νεί­ες των Lockey (2017) και Saavedra (2010) και τις αξιο­ση­μεί­ω­τες πα­ρα­τη­ρή­σεις τους γύ­ρω από τα σο­νέ­τα και τη μου­σι­κή σύν­θε­ση του Ιτα­λού δη­μιουρ­γού.

1.Ιστο­ρι­κές, βιο­γρα­φι­κές και ερ­γο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες ως πρώ­τες εν­δεί­ξεις για τη σύ­γκρι­ση[4]

Ο Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης (1961-) απο­τε­λεί μια ιδιαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρου­σα πε­ρί­πτω­ση των νε­ο­ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των και ιδιαί­τε­ρα της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ποί­η­σης του 21ου αιώ­να. Γεν­νη­μέ­νος στην Κρή­τη, το Ηρά­κλειο, στα 1961 γρά­φει ποί­η­ση από τη δε­κα­ε­τία του 1970 κι έπει­τα. Στο πρό­σω­πό του συν­δυά­ζο­νται η βα­θιά γνώ­ση της νε­ο­ελ­λη­νι­κής και ευ­ρω­παϊ­κής λο­γο­τε­χνί­ας, φα­νε­ρή στις φι­λο­λο­γι­κές του με­λέ­τες. Συ­νέ­βα­λε ση­μα­ντι­κά στην επι­μέ­λεια και δη­μο­σί­ευ­ση πολ­λών έρ­γων του Άγ­γε­λου Σι­κε­λια­νού, κει­μέ­νων των Π. Πρε­βε­λά­κη, Στ. Αλε­ξί­ου, Ζ. Λο­ρεν­τζά­του, Γ. Μα­νου­σά­κη αλ­λά δια­θέ­τει μια εξί­σου αξιο­ση­μεί­ω­τη με­τα­φρα­στι­κή πα­ρα­γω­γή σε συγ­γρα­φείς όπως οι J. Keats, W.B. Yeats, W.​H.​Auden, S. T. Coleridge κ.ά. (βλ. και Κο­πι­δά­κης, 2021· Καρ­τσά­κης, 2021· Κα­ψε­τά­κης, 2022· Παπ­πάς, 2022· Εκ­δό­σεις Ίκα­ρος, Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης, 2024)
Η πρό­σφα­τα δη­μο­σιευ­μέ­νη συλ­λο­γή του Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020), κα­θρε­φτί­ζει τις πνευ­μα­τι­κές ανη­συ­χί­ες ενός αν­θρώ­που εξοι­κειω­μέ­νου με τη με­λέ­τη της λο­γο­τε­χνί­ας. Στη βι­βλιο­γρα­φία ή δι­κτυο­γρα­φία (ως επί το πλεί­στον) γύ­ρω από αυ­τόν και το έρ­γο του πα­ρα­τη­ρού­με να εντο­πί­ζε­ται συ­σχέ­τι­ση με νε­ο­έλ­λη­νες ποι­η­τές κυ­ρί­ως με τον Οδυσ­σέα Eλύ­τη (Καρ­τσά­κης, 2021· Κα­ψε­τά­κης 2022· Κο­πι­δά­κης, 2021) ή και εμπνεύ­σεις αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κές (Κο­πι­δά­κης, 2021, σσ.1-27). Οπωσ­δή­πο­τε δεν εί­ναι χω­ρίς ση­μα­σία, για τους ορί­ζο­ντες της δη­μιουρ­γί­ας του, ότι αγα­πά την ξέ­νη λο­γο­τε­χνία και συγ­γρα­φείς όπως τους: F.​G.​Lorca, E. Montale, G. Ungaretti, Α. Rimbaud, St-J. Perse κ.ά. Ωστό­σο, ο Μπουρ­να­ζά­κης ως άξιος συ­νε­χι­στής της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρά­δο­σης και των με­γά­λων ποι­η­τών της (Καρ­τσά­κης, 2021·Κα­ψε­τά­κης, 2022) εί­ναι ένας ποι­η­τής της Με­σο­γεί­ου (βλ. και Παπ­πάς, 2022· Καρ­τσά­κης, 2021· Χλω­πτσιού­δης, 2021). Εν τέ­λει, η ποί­η­σή του, με τις λί­γες ως τώ­ρα ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές που έχουν εκ­δο­θεί,[5] έρ­χε­ται να κά­νει τον «αφα­νή» ήρωα που γρά­φει φι­λο­λο­γι­κές με­λέ­τες και επι­με­λεί­ται κεί­με­να άλ­λων, έναν «πρω­τα­γω­νι­στή».
Λε­πτο­με­ρέ­στε­ρα η συ­γκε­κρι­μέ­νη συλ­λο­γή, σύμ­φω­να με πα­ρα­τη­ρή­σεις και συ­μπε­ρά­σμα­τα μέ­σα από συ­νο­μι­λί­ες και συ­νε­ντεύ­ξεις του ποι­η­τή στρέ­φε­ται ως προς το επί­κε­ντρο των ποι­η­τι­κών του ανα­ζη­τή­σε­ων, στην πο­λυ­διά­στα­τη θέ­ση της φύ­σης και τη δια­λε­κτι­κή σχέ­ση της με τον άν­θρω­πο, δη­λα­δή το «πώς στέ­κε­ται ο άν­θρω­πος απέ­να­ντι στη φύ­ση»[6] κα­θώς «η φύ­ση δί­νει στον ψυ­χι­σμό το στοι­χείο της διάρ­κειας, της ομορ­φιάς».[7] Η φύ­ση ει­δι­κό­τε­ρα του ελ­λη­νι­κού το­πί­ου που απο­τε­λεί έναν χώ­ρο όπου εντάσ­σε­ται η ει­κο­νο­ποι­ία του, μια ει­κο­νο­ποι­ία συν­δε­δε­μέ­νη με το μυ­στή­ριο του φω­τός, όπως επι­ση­μαί­νει και ο Παπ­πάς (2022), απο­τε­λεί απόρ­ροια της επί­γνω­σης ότι ο φυ­σι­κός κό­σμος «κα­τέ­χει πά­ντα μια μορ­φή ιε­ρό­τη­τας».[8] Σε συ­νέ­ντευ­ξή του επε­ξη­γεί πε­ραι­τέ­ρω τη ση­μα­σία της από­πει­ρας αυ­τής: «Στα ποι­ή­μα­τά μου η φύ­ση εμπε­ριέ­χει μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα συ­νύ­παρ­ξης ψυ­χι­κών, υλι­κών, ρυθ­μι­κών και φα­ντα­σια­κών ή ονει­ρι­κών στοι­χεί­ων, που οι αι­σθή­σεις έχουν εν­σω­μα­τώ­σει στη δι­κή τους επι­κρά­τεια». (Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια του Κώ­στα Μπουρ­να­ζά­κη, 2023, παρ. 6).[9]
Η στρο­φή αυ­τή εξη­γεί­ται ίσως και από τη μά­ταιη προ­σπά­θεια να ανα­ζη­τη­θεί η ποιό­τη­τα ζω­ής σε αστι­κούς χώ­ρους. Όπως ομο­λο­γεί, πά­ντα η ζωή κο­ντά στο φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον, θα έρ­χε­ται σε αντί­θε­ση «με τη ζωή του αν­θρώ­που των πό­λε­ων, που δί­νει στα πράγ­μα­τα μια ημε­ρο­μη­νία λή­ξε­ως, κά­τι που οδη­γεί σε μια μα­ταιό­τη­τα, ενώ η κο­σμι­κή διά­στα­ση εξα­κο­λου­θεί να μας πα­ρα­πέ­μπει στην αιω­νιό­τη­τα»[10] το­νί­ζο­ντας ότι «το καί­ριο εί­ναι η όρα­ση που θα “δια­βά­σει” τον κό­σμο, ακό­μη και ένα λου­λού­δι, επί πα­ρα­δείγ­μα­τι, κά­τι τό­σο απλό, με αφε­τη­ρία τη ρί­ζα και το χώ­μα, εάν το δού­με στις άλ­λες δια­στά­σεις του, με τα χρώ­μα­τά του και ό,τι το απο­τε­λεί, κα­τα­λή­γου­με σε στο αντί­κρι­σμα ενός θαύ­μα­τος».[11] Η διε­ρεύ­νη­ση του φυ­σι­κού κό­σμου έρ­χε­ται ως επι­τα­κτι­κή βα­θύ­τε­ρη ανά­γκη, κα­θώς όπως λέ­ει: «πρέ­πει ολο­ζω­ής να οδη­γού­μα­στε σε μια νέα ανα­ζή­τη­ση του οι­κεί­ου, σε μια βα­θύ­τε­ρη “ανά­γνω­ση” της ζω­ής».[12]
Έτσι η συλ­λο­γή Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020) δια­φέ­ρει από τα Πρό­σω­πα και δο­κι­μα­σί­ες (Μπουρ­να­ζά­κης, 2016), όπου επι­διώ­κει να απο­τυ­πώ­σει «το πέ­ρα­σμα του χρό­νου και των πο­λι­τι­σμών, τη δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τα των κοι­νω­νιών και της κουλ­τού­ρας τους»[13] και εκεί «ο δη­μιουρ­γός παίρ­νει τη θέ­ση ποι­κί­λων συ­νει­δή­σε­ων, τα πρό­σω­πα των ποι­η­μά­των περ­νούν δο­κι­μα­σί­ες που δια­δρα­μα­τί­ζο­νται και πε­ραιώ­νο­νται μέ­σω της γλώσ­σας».[14]
Οι συν­θέ­σεις της συλ­λο­γής Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020) δεν πε­ριο­ρί­ζο­νται μό­νο στην Κρή­τη, αλ­λά στη φύ­ση του νη­σιώ­τι­κου το­πί­ου γε­νι­κό­τε­ρα. Η πα­ρου­σία της ωστό­σο δεν πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται: η Κρή­τη και το πορ­τραί­το της,[15] το το­πίο της, ο πο­λι­τι­σμός της, έχει και εκεί­νη παί­ξει ρό­λο (χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές εν­δεί­ξεις σε όλη τη συλ­λο­γή, εί­ναι και τα ποι­ή­μα­τα «Πορ­φυ­ρω­μέ­νος Ίκα­ρος» [Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σσ. 47-58] με ανα­φο­ρά στην Κνω­σό, πε­ριο­χές όπως Με­ρα­μπέ­λο, ο νο­μός Λα­σι­θί­ου ή τέ­λος ο Μπά­λος) και ο ίδιος ανα­ζη­τά «το θαύ­μα της φύ­σης των Χα­νί­ων» (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020).[16] Ευ­ρύ­τε­ρα πά­ντως, η έμ­φα­ση δί­νε­ται στην λε­πτο­με­ρή και πλα­τιά πε­ρι­γρα­φή ενός φυ­σι­κού και κο­σμι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος που απο­κα­λύ­πτει η ελ­λη­νι­κή νη­σιώ­τι­κη το­πο­γρα­φία πέ­ρα από αυ­τήν.
Ο πλού­τος του φυ­σι­κού κό­σμου και κα­τ’ επέ­κτα­ση των επο­χών δί­νει το έναυ­σμα για τη σύ­γκρι­ση με τα σο­νέ­τα. Πα­ράλ­λη­λα όμως και ως προς τη δο­μή, στην ενό­τη­τα (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σσ. 31-45) που απο­τε­λεί­ται από έντε­κα ποι­ή­μα­τα γραμ­μέ­να σε ελεύ­θε­ρο στί­χο, κυ­ριαρ­χεί η αί­σθη­ση ενός συ­νε­χό­με­νου τα­ξι­διού ή αλ­λιώς συ­νε­χό­με­νων αλ­λα­γών στον χώ­ρο και τον χρό­νο (με τη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ανα­φο­ρά στα συ­μπα­ντι­κά στοι­χεία του ήλιου και του φεγ­γα­ριού) και στις τέσ­σε­ρις επο­χές του χρό­νου. Κα­θώς δεν φαί­νε­ται να πα­ρου­σιά­ζουν μια νοη­μα­τι­κή συ­νέ­χεια όπως άλ­λα της συλ­λο­γής (π.χ. «Με την ανά­σα των άστρων 1», «Με την ανά­σα των άστρων 2» κλπ. Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σσ.15-17, «Κα­λει­δο­σκό­πιο 1», «Κα­λει­δο­σκό­πιο 2» Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σσ. 25-28, «Εν­νιά θα­λασ­σι­νές με­τα­μορ­φώ­σεις», Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σσ. 59-72 κ.ά.) ται­ριά­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο με τα σο­νέ­τα τα οποία μπο­ρούν να στα­θούν και αυ­τό­νο­μα (Lockey, 2017· Everett,1996).
Το γέν­νη­μα των σο­νέ­των που συ­νο­δεύ­ουν το ξέ­νο μου­σι­κό έρ­γο, απο­τε­λεί μια θαυ­μα­στή πρω­το­πο­ρια­κή δη­μιουρ­γία. Με αυ­τά απο­κα­λύ­πτε­ται η μου­σι­κή ιδιο­φυία του Ιτα­λού μου­σι­κού, γεν­νη­μέ­νου στη Βε­νε­τία, με­γα­λουρ­γώ­ντας κα­τά το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του βί­ου κά­τω από συν­θή­κες οι­κο­νο­μι­κής ανέ­χειας, αλ­λά και δια­μέ­νο­ντας σε μια πό­λη σε με­γά­λη πο­λι­τι­σμι­κή ακ­μή (Heller, 1997· Fish, 2015· Talbot, 1978). Το έρ­γο του ξέ­νου δη­μιουρ­γού, εντάσ­σε­ται σε μια έκρη­ξη καλ­λι­τε­χνι­κών αρι­στουρ­γη­μά­των, όπως ζω­γρα­φι­κών ή θε­α­τρι­κών αλ­λά και αρ­χι­τε­κτο­νι­κών του 18ου αιώ­να και αντι­με­τω­πί­ζε­ται ως πρω­το­πό­ρο, δη­λα­δή ση­μα­ντι­κό, όχι μό­νο ως προς τη συμ­βο­λή του στην πα­ρά­δο­ση αλ­λά και ως ένα έρ­γο το οποίο έπαι­ξε ρό­λο στην ενί­σχυ­ση μο­ντέρ­νων πρα­κτι­κών για το Ευ­ρω­παϊ­κό πλαί­σιο (Talbot, 1978).
Ο «κοκ­κι­νο­μά­λης ιε­ρέ­ας» (Kolneder, 1970, σ. 7· Heller, 1997, σ. 40) όπως απο­κα­λού­νταν λό­γω του χρώ­μα­τος των μαλ­λιών του, χει­ρο­το­νή­θη­κε εφη­μέ­ριος, αλ­λά υπήρ­ξε πο­λυ­πράγ­μων κα­θώς ασχο­λή­θη­κε με τη σύν­θε­ση και τη δι­δα­χή προ­σφέ­ρο­ντας τις υπη­ρε­σί­ες του κυ­ρί­ως ως δά­σκα­λος στο βιο­λί στο ορ­φα­νο­τρο­φείο κο­ρι­τσιών «Ospedale della Pietà» (Kolneder, 1970· Mamy, 2011· Saavedra, 2010· Selfridge-Field (Ed.), 1995).
Ο δη­μιουρ­γός των κον­τσέρ­των με τί­τλο Οι Τέσ­σε­ρις Επο­χές (Οp. 8, 1725) απο­τε­λεί μια ιδιαί­τε­ρα αξιο­ση­μεί­ω­τη πε­ρί­πτω­ση μου­σι­κού για τη μπα­ρόκ μου­σι­κή με εμ­βέ­λεια δια­χρο­νι­κή (Selfridge-Field (Ed.), 1995· Lockey, 2017· Pryer, 2004· Lockey, 2013· Everett, 1996). Ο Vivaldi πα­ρέ­δω­σε ένα πλού­σιο σε ποι­κι­λία έρ­γο, με μου­σι­κές συν­θέ­σεις όπως όπε­ρες, σο­νά­τες, κον­τσέρ­τα κα­θώς και θρη­σκευ­τι­κή μου­σι­κή που ακό­μη και στις μέ­ρες μας, γί­νε­ται προ­σπά­θεια συ­ντή­ρη­σης και διά­δο­σής τους (Fondazione Giorgio Cini Onlus, Italian Antonio Vivaldi Institute χ.η.·Saavedra, 2010).
Τα σο­νέ­τα του Vivaldi, ανή­κουν στην επο­χή του Μπα­ρόκ, όπου η σύν­θε­ση των κον­τσέρ­των ήταν πο­λύ δη­μο­φι­λής, ωστό­σο αυ­τά των Τεσ­σά­ρων επο­χών απο­τε­λούν μία από τις λα­μπρό­τε­ρες εν­δεί­ξεις (History of Baroque Music in Brief, 1985). Κά­θε σο­νέ­το απο­τε­λεί­ται από τρία μέ­ρη με εναλ­λασ­σό­με­νους ρυθ­μούς από γρή­γο­ρο σε αρ­γό και πά­λι γρή­γο­ρο (Οι 4 επο­χές του Βι­βλάλ­ντι, 2020· Lockey, 2017· Australian Chamber Orchestra (ΑCΟ) The poems that inspired Vivaldi's Four Seasons , 2024) και αυ­τά μα­ζί με τη μου­σι­κή σύν­θε­ση ως σύ­νο­λο εντάσ­σο­νται στο εί­δος της προ­γραμ­μα­τι­κής μου­σι­κής, δη­λα­δή μου­σι­κή που ση­μείο εκ­κί­νη­σης εί­ναι το αφη­γη­μα­τι­κό στοι­χείο (Australian Chamber Orchestra (ΑCΟ) The poems that inspired Vivaldi's Four Seasons, 2024, παρ. 6· Selfridge- Field (Eπιμ.), 1995).
Να πού­με τέ­λος, ότι υπάρ­χει συ­ζή­τη­ση στη βι­βλιο­γρα­φία σχε­τι­κά με τον συγ­γρα­φέα αυ­τών των σο­νέ­των (Lockey, 2017· Selfridge-Field (Eπιμ.), 1995· Everett, 1996) αλ­λά και με τη χρο­νο­λο­γία δη­μο­σί­ευ­σής τους, που το­πο­θε­τεί­ται γύ­ρω στο 1725 ενώ η δη­μιουρ­γία τους χρο­νο­λο­γεί­ται γύ­ρω στο 1720 (Lockey, 2017· Selfridge- Field (Eπιμ.), 1995). Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, εφό­σον συν­δέ­ο­νται με τη μου­σι­κή σύν­θε­ση του Ιτα­λού μου­σι­κού, δεν μπο­ρού­με πα­ρά να ανα­φε­ρό­μα­στε σε αυ­τά συ­σχε­τί­ζο­ντάς τα με εκεί­νον (Lockey, 2017· Selfridge- Field (Eπιμ.), 1995) και τις Τέσ­σε­ρις Επο­χές (Op. 8, 1725), τασ­σό­με­νοι υπέρ της άπο­ψης του Lockey (2017) ότι αφε­νός το σο­νέ­το σαν εί­δος ποί­η­σης γεν­νιέ­ται από την αν­θρώ­πι­νη φω­νή και συν­δέ­ε­ται έμ­με­σα με τη μου­σι­κό­τη­τα (Regan,2019) και αφε­τέ­ρου ότι όποιος και να έγρα­ψε τα σο­νέ­τα δεν παύ­ουν να συν­δέ­ο­νται στε­νά με τον Vivaldi, ο οποί­ος φρό­ντι­σε να προ­σεγ­γί­σει τις «δια­φο­ρε­τι­κές επο­χια­κές ει­κό­νες με μία συ­νέ­πεια με­θό­δου, όπου ξε­χω­ρι­στές ιδέ­ες απο­δει­κνύ­ε­ται ότι αλ­λη­λο­συ­μπλη­ρώ­νο­νται» (Lockey, 2017· Everett, 1996, σ. 67).

2.Ο λυ­ρι­σμός, η μου­σι­κό­τη­τα και το Αρ­κα­δι­κό στοι­χείο ως εφαλ­τή­ρια σύ­γκρι­σης.

Τα ποι­ή­μα­τα των Τεσ­σά­ρων επο­χών (Κυ­ρια­κού [μτ­φρ], 2020), έρ­χο­νται να «συ­νο­δοι­πο­ρή­σουν» με ένα μέ­ρος των ποι­η­μά­των του Έλ­λη­να δη­μιουρ­γού και να ται­ριά­ξουν τα στοι­χεία που έχουν επι­ση­μαν­θεί από την κρι­τι­κή για το έρ­γο του, την έμ­φα­ση δη­λα­δή στην ει­κο­νο­ποι­η­τι­κή δύ­να­μη της ποί­η­σης του, τον έντο­νο λυ­ρι­σμό του (Κα­ψε­τά­κης, 2022· Παπ­πάς, 2022· Μι­χε­λο­γιαν­νά­κη-Κα­ρα­βε­λά­κη, 2021· Καρ­τσά­κης, 2021· Χλω­πτσιού­δης, 2021) τη «λυ­ρι­κή, ει­κο­νι­στι­κή και μου­σι­κή αφή­γη­ση» όπως επι­ση­μαί­νει ο Κα­ψε­τά­κης (Κα­ψε­τά­κης, 2022 σ. 7) και τη μου­σι­κό­τη­τά της (Κα­ψε­τά­κης, 2022· Καρ­τσά­κης, 2021). Αυ­τά τα στοι­χεία δί­νουν το πρώ­το έναυ­σμα για σύ­γκρι­ση.
Ει­δι­κό­τε­ρα η δη­μιουρ­γία του Vivaldi, συν­δυά­ζει τη δυ­να­τή ηχη­τι­κή εμπει­ρία με μια ζω­ντα­νή ει­κο­νο­ποι­ία (Lockey, 2017). Τα κον­τσέρ­τα, με την πα­ρου­σία μου­σι­κών ορ­γά­νων που απο­δί­δουν ηχη­τι­κά τα φυ­σι­κά στοι­χεία, όπως το νε­ρό, τη σφο­δρή κα­ται­γί­δα κ.α. (Οι 4 επο­χές του Βι­βάλ­ντι, 2020· Selfridge-Field (Eπιμ.), 1995), με­τα­δί­δουν όχι μό­νο μια απλή πε­ρι­γρα­φή των επο­χών του χρό­νου αλ­λά τις «φυ­σι­κές και με­τα­φυ­σι­κές εμπει­ρί­ες που εμ­φα­νί­ζο­νται όσο γυ­ρί­ζει η Γη και ο και­ρός στρο­βι­λί­ζε­ται γύ­ρω της» (Australian Chamber Orchestra (ΑCΟ) The poems that inspired Vivaldi's Four Seasons, 2024, παρ. 3) Το δί­δυ­μο μου­σι­κή-ποί­η­ση εξυ­πη­ρε­τεί τον μου­σι­κό, έτσι ώστε να απο­δώ­σει κα­λύ­τε­ρα το στό­χο για τον οποί­ον έχει γρα­φτεί η μου­σι­κή του (Australian Chamber Orchestra (ΑCΟ) The poems that inspired Vivaldi's Four Seasons, 2024) Ο Vivaldi, με τα σο­νέ­τα, έφε­ρε μια ρη­ξι­κέ­λευ­θη αλ­λα­γή στις μέ­χρι τό­τε συμ­βά­σεις των μου­σι­κών εκτε­λέ­σε­ων (Lockey, 2017) με την έν­νοια ότι η σύλ­λη­ψή του υπο­βάλ­λει με μου­σι­κό τρό­πο πράγ­μα­τα τα οποία ανή­κουν έξω από τον μου­σι­κό χώ­ρο, λ.χ. οι φυ­σι­κοί ήχοι, έδι­νε το έναυ­σμα στην κι­νη­το­ποί­η­ση της φα­ντα­σί­ας (Lockey, 2017). Με εφαλ­τή­ριο την αγά­πη του για τη φύ­ση η οποία τον κι­νεί προ­κει­μέ­νου να δη­μιουρ­γή­σει (Saavedra, 2010) και συμ­φω­νώ­ντας με το στό­χο των σο­νέ­των, που δί­νουν έμ­φα­ση στις και­ρι­κές συν­θή­κες και την επί­πτω­ση τους στον άν­θρω­πο (Lockey, 2017) απο­τε­λεί μια δια­χρο­νι­κή πα­ρα­κα­τα­θή­κη.
Ένα δεύ­τε­ρο κοι­νό στοι­χείο, εί­ναι και το Αρ­κα­δι­κό στοι­χείο στον Μπουρ­να­ζά­κη (Καρ­τσά­κης, 2021· Χλω­πτσιού­δης, 2021) που πα­ρα­τη­ρεί­ται σε κά­ποιο βαθ­μό και στα σο­νέ­τα (Lockey, 2017) εντασ­σό­με­να στην ιτα­λι­κή πο­λι­τι­στι­κή κί­νη­ση της επο­χής, λό­γω και της ώθη­σης που δό­θη­κε την Accademia degli Arcadi της Ρώ­μης (Accademia dell’Arcadia. Presentazione, 2022 · Dixon, 2016· Lockey, 2117).[17] Η πα­ρου­σία της Ακα­δη­μί­ας την επο­χή εκεί­νη, εκ­προ­σω­πού­σε ση­μα­ντι­κές ανα­νε­ω­τι­κές τά­σεις σε αντι­δια­στο­λή με το Μπα­ρόκ και με έμ­φα­ση στην υψη­λή αι­σθη­τι­κή (Smith, 2019). Γε­νι­κό­τε­ρα το Αρ­κα­δι­κό το­πίο υπήρ­ξε ήδη από την αρ­χαιό­τη­τα, ένα φυ­σι­κό το­πίο που ρί­ζες έχει σε συγ­γρα­φείς όπως ο Θε­ό­κρι­τος και ο Βιρ­γί­λιος (Ruff, 2015) και η Αρ­κα­δία εκ­προ­σω­πού­σε έναν ιδε­α­τό τό­πο να ζει κα­νείς με αν­θρώ­πους απλούς, όπως βο­σκούς εναρ­μο­νι­σμέ­νους με τη γα­λή­νη και την ομορ­φιά του, γε­μά­το ποι­με­νι­κές με­λω­δί­ες ή την πα­ρου­σία του Πά­να, του μυ­θι­κού θε­ού (Ruff, 2015).
Κα­τά τον Lockey (2017) τα σο­νέ­τα που εκ­φρά­ζουν το Αρ­κα­δι­κό καλ­λι­τε­χνι­κό γού­στο σε κά­ποιο βαθ­μό, ενταγ­μέ­να μέ­σα στο κον­τσέρ­το, εκ­φρά­ζουν ταυ­τό­χρο­να και μια πρω­το­πο­ρια­κή ιτα­λι­κή αι­σθη­τι­κή (Lockey, 2017) ενώ πα­ράλ­λη­λα έχου­με να κά­νου­με με μια και­νο­το­μία των χα­ρα­κτή­ρων, οι οποί­οι δεν προσ­διο­ρί­ζο­νται πα­ρά από τον τρό­πο που ενερ­γούν απέ­να­ντι στη φύ­ση και όχι από την όποια μυ­θο­λο­γι­κή ή οι­κο­γε­νεια­κή τους κα­τα­γω­γή (Lockey, 2017). Η εν­σω­μά­τω­ση όλων των πα­ρα­πά­νω εξυ­πη­ρε­τεί τον Έλ­λη­να δη­μιουρ­γό, προ­κει­μέ­νου να κα­τα­σκευά­σει κά­τι σαν ποι­η­τι­κή ου­το­πία ή ένα χώ­ρο στον οποίο η φύ­ση έχει τη δύ­να­μη να εκ­φρά­σει το πε­δίο όπου τα αν­θρώ­πι­να βιώ­μα­τα έρ­χο­νται σε βα­θιά επα­φή με το κο­σμι­κό σύ­μπαν (Μι­χε­λο­γιαν­νά­κη-Κα­ρα­βε­λά­κη, 2021).


3. Συ­γκρι­τι­κή ανά­λυ­ση πε­ριε­χο­μέ­νου των σο­νέ­των των «Τεσ­σά­ρων επο­χών» και των ποι­η­μά­των της ενό­τη­τας «Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια» (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σσ.31-45): ει­σα­γω­γι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις

Αν και εντο­πί­ζου­με αρ­κε­τές ανα­λο­γί­ες, τα σο­νέ­τα ωστό­σο πα­ρου­σιά­ζουν μια βα­σι­κή δια­φο­ρά: η έκ­φρα­σή τους δεν εί­ναι τό­σο εξε­ζη­τη­μέ­νη, σε αντί­θε­ση με του Μπουρ­να­ζά­κη που, κα­θώς ανα­φέ­ρει ο ίδιος, μέ­λη­μά του εί­ναι «η δια­χρο­νι­κή πο­ρεία της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας».[18] Έτσι βρί­σκο­νται σε αντι­δια­στο­λή με τις πε­ρί­τε­χνες και πυ­κνές εκ­φρα­στι­κές από­πει­ρες του Έλ­λη­να συγ­γρα­φέα, τη γλώσ­σα που τολ­μά ιδιαί­τε­ρους συν­δυα­σμούς λέ­ξε­ων λο­γί­ων αλ­λά και της κοι­νής λα­λιάς με απώ­τε­ρο σκο­πό τη σύν­δε­ση με όλο το φά­σμα της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας (Καρ­τσά­κης, 2021· Παπ­πάς, 2022· Χλω­πτσιού­δης, 2021).[19]
H συλ­λο­γή Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020), θέ­λει να απο­κα­λύ­ψει το πώς η φύ­ση αντα­να­κλά­ται στον φυ­σι­κό κό­σμο του ποι­η­τή, με στό­χο την ανα­κά­λυ­ψη της ομορ­φιάς που το­πο­θε­τεί­ται στο με­τα­ξύ της μυ­στι­κι­στι­κής πλευ­ράς της φύ­σης και την αιώ­νια δύ­να­μη της γλώσ­σας αλ­λά και του μυ­στη­ρί­ου του όντος με συμ­μά­χους το μυ­θι­κό και ιστο­ρι­κό στοι­χείο (Καρ­τσά­κης, 2021· Παπ­πάς, 2022) Έτσι ως γνή­σιος Κρη­τι­κός, λα­μπρύ­νει με τις πε­ρι­γρα­φές του το πλού­σιο νη­σιώ­τι­κο το­πίο, και ευ­ρύ­τε­ρα την απο­κά­λυ­ψη μιας «θεί­ας» Φύ­σης, απόρ­ροια του εν­δια­φέ­ρο­ντός του για τη γλωσ­σι­κή έκ­φρα­ση (Παπ­πάς, 2022· Μι­χε­λο­γιαν­νά­κη-Κα­ρα­βε­λά­κη, 2021· Χλω­πτσιού­δης, 2021· Καρ­τσά­κης, 2021). Οι ποι­η­τι­κές δη­μιουρ­γί­ες που συ­νο­δεύ­ουν τις Τέσ­σε­ρις Επο­χές (Κυ­ρια­κού, [μτ­φρ], 2020), η γλώσ­σα τους, μέ­σα στη δε­ξιο­τε­χνι­κή μου­σι­κή σκια­γρά­φη­ση των επο­χών έχουν έναν πιο συν­θη­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα (Australian Chamber Orchestra (ΑCΟ) The poems that inspired Vivaldi's Four Seasons, 2024).

3.α. Η προ­τε­ραιό­τη­τα στη φύ­ση και η πα­ντο­δυ­να­μία της: ανα­λο­γί­ες και απο­κλί­σεις

Ο Vivaldi, πέ­ρα από την πε­ρι­χα­ρά­κω­ση σε μια ει­κό­να Αρ­κα­δι­κή, αυ­τό που ήθε­λε να δεί­ξει ήταν επι­πλέ­ον, η τε­ρά­στια δύ­να­μη του φυ­σι­κού χώ­ρου, που δεν έχει λο­γι­κές εξη­γή­σεις (Lockey, 2017). Πιο ει­δι­κά, τα φυ­σι­κά στοι­χεία έρ­χο­νται σε αντί­θε­ση με τις βα­σι­κές αν­θρώ­πι­νες ανά­γκες (Lockey, 2107). Στα σο­νέ­τα, υπάρ­χει πλή­θος ανα­φο­ρών στη φύ­ση, το φυ­τι­κό κό­σμο και ζω­ι­κό (βλ. και Saavedra, 2010) η οποία δί­νε­ται με μια ευ­φά­ντα­στη ποι­κι­λία.
Για πα­ρά­δειγ­μα η ανα­φο­ρά στα λι­βά­δια στο σο­νέ­το «Άνοι­ξη» (Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020) και με­λω­δί­ες των που­λιών που ακό­μη και με­τά την έντο­νη κα­ται­γί­δα δεν στα­μα­τούν να ηχούν (βλ. και Saavedra, 2010):

(Allegro)

Ήρ­θε ξα­νά η Άνοι­ξη!
Τα που­λιά γιορ­τά­ζουν τον ερ­χο­μό της με χα­ρού­με­να
Τρα­γού­δια
[…]
Κα­ται­γί­δες, προ­άγ­γε­λοι της Άνοι­ξης, βρυ­χώ­νται,

[…]
Σε αν­θό­σπαρ­το λι­βά­δι, με τα φυλ­λώ­δη κλα­διά να θρο­ΐ­ζουν
απα­λά πά­νω του, κοι­μά­ται ο βο­σκός, με το πι­στό του σκύ­λο πλάι.

(«Άνοι­ξη», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

Στο «Κα­λο­καί­ρι» (Κυ­ρια­κού, [μτ­φρ.], 2020) καρ­δε­ρί­νες και τρυ­γό­νια μα­γεύ­ουν με τις με­λω­δί­ες τους, ενώ αντί­θε­τα η πα­ρου­σία ζω­υ­φί­ων και οι έντο­νες βρο­χο­πτώ­σεις, δια­λύ­ουν τις σο­δειές (βλ. και Saavedra, 2010).

Τη σιω­πή σπά­ει η φω­νή ενός κού­κου
και ύστε­ρα έρ­χο­νται τρυ­γό­νια και καρ­δε­ρί­νες με ένα γλυ­κό
τρα­γού­δι.

             («Κα­λο­καί­ρι», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

Η βρο­χή και ο άνε­μος παί­ζουν κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο κα­θώς πα­ρεμ­βαί­νουν και αλ­λά­ζουν την ει­κό­να του το­πί­ου, με τη σφο­δρή τους πα­ρου­σία (βλ. και Saavedra, 2010).:

Απα­λές δρο­σιές ανέ­μου ανα­δύ­ο­νται, αλ­λά ο απει­λη­τι­κός
βο­ριάς τις απο­μα­κρύ­νει βί­αια.
                         («Κα­λο­καί­ρι», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

Ή ακό­μη:

Το χιό­νι πέ­φτει και ο αέ­ρας
ουρ­λιά­ζει με μα­νία, κα­θώς επι­τί­θε­ται στους οδοι­πό­ρους
που τρέ­χουν για να ζε­στα­θούν,
ενώ τα δό­ντια τους χτυ­πούν από το κρύο.

(Largo)
Ξε­κου­ρά­ζο­νται τώ­ρα ευ­τυ­χι­σμέ­νοι δί­πλα στο τζά­κι,
ενώ η βρο­χή πέ­φτει βα­ριά πά­νω σε όσους βρί­σκο­νται έξω.

                         («Χει­μώ­νας», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

Στα ποι­ή­μα­τα του Μπουρ­να­ζά­κη, υπάρ­χει μια ανα­λο­γία με την ενορ­χή­στρω­ση των Τεσ­σά­ρων επο­χών, όπου ει­κό­νες-ζω­γρα­φιές ανα­δύ­ουν έντο­να συ­ναι­σθή­μα­τα (Everett, 1996). Στα ποι­ή­μα­τα της ενό­τη­τας «Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια» (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σσ. 31-45), πα­ρα­τη­ρού­με μια λε­πτο­με­ρή πε­ρι­γρα­φή της πα­ντο­δυ­να­μί­ας του φυ­σι­κού και ζω­ι­κού βα­σι­λεί­ου με σπο­ρα­δι­κό­τε­ρες ανα­φο­ρές σε και­ρι­κές αλ­λα­γές. Έτσι τα «τζι­τζί­κια», τα «πε­τρο­χε­λί­δο­να», το «τρια­ντά­φυλ­λο», οι «πυ­γο­λα­μπί­δες», τα «άλο­γα», οι «ανε­μώ­νες», οι «κα­ταρ­ρά­χτες», η «πορ­το­κα­λιά» (σσ. 31-45) ή ο αέ­ρας και τα που­λιά, γί­νο­νται εκ­φρα­στές ψυ­χι­κών κα­τα­στά­σε­ων, εγ­γρά­φο­νται στον αν­θρώ­πι­νο ψυ­χι­σμό. Βλέ­που­με στί­χους όπως:

ο δι­ψα­σμέ­νος άνε­μος σκιρ­τά
κι έρ­χε­ται πά­λι και μι­λά­ει
μες στη σιω­πή, τη νο­σταλ­γία […]
                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 7, σ. 40)

ή και:

φυ­σά­ει στο βλέμ­μα μια αγκα­λιά φω­νών από που­λιά που δεν τα βλέ­πεις
                        
(Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 8, σ. 41).

Η επο­χή του Φθι­νο­πώ­ρου, με τα «κί­τρι­να φύλ­λα του», (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 7, σ. 40), έρ­χε­ται με την πα­ρου­σία του αέ­ρα να φέ­ρει μια ψυ­χι­κή γα­λή­νη:

σ’ όλους τους όρ­μους της ψυ­χής,
στα πε­ρι­βό­λια με τα δέ­ντρα της αγά­πης!
                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 7, σ. 40)

Ευ­ρύ­τε­ρα οι επο­χές, όπως το κα­λο­καί­ρι, που χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται από τους ήχους των εντό­μων σε αντί­θε­ση με την ησυ­χία του φυ­σι­κού το­πί­ου:

Κα­τά­με­στος ανέν­δο­τα τζι­τζί­κια
και γύ­ρω χρυ­σο­γά­λα­νη ερη­μιά·
τρε­λά πε­τρο­χε­λί­δο­να
θε­ρί­ζουν αστα­μά­τη­τα
τις ξέ­νοια­στες φω­νές της γης
[…]
                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 2, σ. 34)

Η βρο­χή από την άλ­λη, πε­ρι­γρά­φε­ται με επί­ση­μο ύφος και όχι απει­λη­τι­κή όπως στα σο­νέ­τα. Εί­ναι το στοι­χείο που κα­τα­κτά τα πά­ντα μέ­σα στην πα­ντο­δυ­να­μία του:

Από το μέ­νος της ου­ρά­νιας καρ­διάς κι η θαρ­ρε­τή νε­ρο­πο­ντή θα κοκ­κι­νί­σει
                        (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ.8, σ. 41)

Στους τε­λευ­ταί­ους στί­χους όταν η βρο­χή τε­λειώ­νει, η ει­κό­να γε­μί­ζει με το φεγ­γά­ρι που πά­λι θα εμ­φα­νι­στεί να φω­τί­σει τα δέ­ντρα:

κι η αρ­χαία νύ­χτα της βρο­χής επι­νο­εί μπρο­στά μας μια μαγ­γα­νεία ομορ­φιάς:
του φεγ­γα­ριού το δί­καιο ει­δύλ­λιο με τις κρο­κά­τες λε­μο­νιές
                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 8, σ. 41).

Το γνή­σιο νη­σιώ­τι­κο στοι­χείο ξε­χω­ρί­ζει και εδώ, με τη θά­λασ­σα, η οποία ση­μα­το­δο­τεί την κα­λο­και­ρι­νή επο­χή, ενώ η πε­ρι­πλά­νη­ση του ποι­η­τή στον θα­λάσ­σιο χώ­ρο, του ανοί­γει προ­ο­πτι­κές μιας βα­θύ­τε­ρης αυ­το­γνω­σί­ας:

Ολόι­δια με πυρ­κα­γιά η θά­λασ­σα
[…] το πρώ­το κα­λο­καί­ρι πε­ρι­μέ­νει […]
φτά­νει για κά­θε πί­κρα ένα πέ­λα­γο
και ξε­λο­γιά­ζει τη φω­νή του στον που­νέ­ντε
(Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 1, σ.33)

Πα­ρα­κο­λου­θού­με επι­πλέ­ον, τη με­τα­μόρ­φω­ση των κα­τε­ξο­χήν κα­λο­και­ρι­νών συμ­βό­λων όπως: δελ­φί­νια, ήλιος, το με­ση­μέ­ρι, το χρυ­σό χρώ­μα (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 1, σ. 33), θέ­λο­ντας ο ποι­η­τής να δεί­ξει την ανε­με­λιά και το αί­σθη­μα γα­λή­νης και χα­λά­ρω­σης που προ­σφέ­ρει η επο­χή:

και τα δελ­φί­νια ανη­φο­ρί­ζουν σ’ ατέρ­μο­νους παιά­νες ήλιων
της θύ­μη­σης
[…] ήλιων αχόρ­τα­γων για ήλιους […]
με την καρ­διά τους να ανα­τέλ­λει στο πιο με­γά­λο με­ση­μέ­ρι
πα­ρά­τολ­μη κι ολό­χρυ­ση, γυ­μνή μες στην καρ­διά μου
                        (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 1, σ. 33)

Αν και τα στοι­χεία της φύ­σης βρί­σκο­νται σε μια δυ­να­μι­κή αλ­λη­λε­πί­δρα­ση με τον άν­θρω­πο και στα δύο έρ­γα, οι με­τα­μορ­φώ­σεις του το­πί­ου στα ποι­ή­μα­τα του Έλ­λη­να ποι­η­τή, εί­ναι επι­πλέ­ον πα­ρά­γω­γα των ποι­η­τι­κών ανη­συ­χιών του δη­μιουρ­γού προ­κει­μέ­νου να κα­τα­σκευά­σει ένα όσο το δυ­να­τόν πιο άρ­τιο καλ­λι­τε­χνι­κό απο­τέ­λε­σμα. Έτσι, εκ­δη­λώ­νο­νται ως πρά­ξεις του ίδιου του ποι­η­τή, ο οποί­ος σχε­διά­ζει και εξε­ρευ­νά τις φυ­σι­κές διερ­γα­σί­ες και υπο­νο­ώ­ντας τις δια­στά­σεις που αυ­τές παίρ­νουν μέ­σα του ή μέ­σα στην αν­θρώ­πι­νη φύ­ση εν γέ­νει, προ­σω­πο­ποιώ­ντας κα­τά κά­ποιον τρό­πο τον φυ­σι­κό κό­σμο:

ο εξα­ντλη­μέ­νος χεί­μαρ­ρος ξυ­πνά­ει με βε­ντά­λιες αυ­το­κρά­το­ρα,
φυ­σά­ει στο βλέμ­μα μια αγκα­λιά φω­νών από που­λιά που δεν τα βλέ­πεις
                        
(Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 8, σ. 41)

Κα­θρέ­φτες φλό­γας κι ονεί­ρων
στα μά­τια ξε­κού­ρα­στων σπι­τιών
στο δρό­μο που ανε­βαί­νει σα­στι­σμέ­νος
μες τα αναμ­μέ­να πεύ­κα, τις συ­κιές, τους αθα­νά­τους

                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 10, σ. 43)

Η μέ­ρι­μνά του για την ποι­η­τι­κή γρα­φή τον ωθεί σε μια προ­σπά­θεια πει­ρα­μα­τι­ζό­με­νος να βά­λει την ίδια τη φύ­ση να παί­ξει τον ρό­λο του δη­μιουρ­γού, αντι­κα­θι­στώ­ντας τον. Ο φυ­σι­κός κό­σμος και η κο­ντι­νή πα­ρα­τή­ρη­σή του, απο­τε­λεί έναν ανοι­κτό δη­μιουρ­γι­κό «καμ­βά»: (βλ. και Παπ­πάς, 2022· Κα­ψε­τά­κης,2022 )

λα­ξεύ­ουν σκλώ­πες το σκο­τά­δι
ανά­στα­τες πυ­γο­λα­μπί­δες
τρα­βάν τα πέ­πλα και σκορ­πά­νε
τις δί­χως μοί­ρα ζω­γρα­φιές
που αφή­νει γύ­ρω το φεγ­γά­ρι

                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 5, σελ. 37)

Από τα πα­ρα­πά­νω, συ­μπε­ραί­νου­με ότι η πλού­σια φυ­σι­κή το­πο­γρα­φία του Έλ­λη­να ποι­η­τή, αντλεί από την κλα­σι­κή πε­ρι­γρα­φή των επο­χών του χρό­νου και των και­ρι­κών συν­θη­κών προ­κει­μέ­νου να ενι­σχύ­σει την ει­κο­νο­ποι­ία του γύ­ρω από τη φύ­ση μέ­σο σύν­θε­σης μιας ποί­η­σης υμνη­τι­κής και εκ­θεια­στι­κής. Στα σο­νέ­τα, η λε­πτο­με­ρής απο­τύ­πω­ση των φυ­σι­κών στοι­χεί­ων, έχει μια ρε­α­λι­στι­κό­τε­ρη στό­χευ­ση, τη φύ­ση έτσι όπως εί­ναι και φαί­νε­ται στις πραγ­μα­τι­κές της δη­λα­δή δια­στά­σεις.


                        3.β. Ανα­λο­γί­ες στους χα­ρα­κτή­ρες στα σο­νέ­τα του μου­σι­κού έρ­γου των «Τεσ­σά­ρων επο­χών» και στα ποι­ή­μα­τα της ενό­τη­τας «Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια»

Και στα τέσ­σε­ρα σο­νέ­τα, ο λα­ός, ο κό­σμος της υπαί­θρου εί­ναι αυ­τός που κυ­ριαρ­χεί μα­ζί με τις απλές του συ­νή­θειες, υφι­στά­με­νος τις αλ­λα­γές του και­ρού και των επο­χών (βλ. και Lockey, 2017). Όλα τα πρό­σω­πα που πε­ρι­γρά­φο­νται εί­ναι οι απλοί, κα­θη­με­ρι­νοί άν­θρω­ποι με τις δρα­στη­ριό­τη­τές τους (βλ. και Saavedra, 2010). Οι αν­θρώ­πι­νοι αυ­τοί τύ­ποι διαν­θί­ζουν και τις Tέσ­σε­ρις Eπο­χές. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στο σο­νέ­το «Άνοι­ξη» (Κυ­ρια­κού, [μτ­φρ.], 2020), ο τα­πει­νός βο­σκός βρί­σκε­ται σε γα­λή­νια ανά­παυ­ση με τον σκύ­λο του μέ­σα στο κα­τα­πρά­σι­νο λι­βά­δι, ενώ στο τρί­το μέ­ρος βρί­σκε­ται ενω­μέ­νος με τις Νύμ­φες, (βλ. και Saavedra, 2010). Την επο­χή του κα­λο­και­ριού αντί­στοι­χα, στο αντί­στοι­χο σο­νέ­το («Κα­λο­καί­ρι», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020) οι άν­δρες υφί­στα­νται την υπερ­βο­λι­κή ζέ­στη, ενώ ο ποι­μέ­νας πε­ρι­μέ­νει με δέ­ος και φό­βο τη σφο­δρή επέ­λα­ση του και­ρού (Saavedra, 2010):

Μέ­σα στην ασί­γα­στη κά­ψα του κα­λο­και­ρι­νού ήλιου
οι άντρες και τα κο­πά­δια τους έχουν απο­κά­μει.
[…]
Ο ποι­μέ­νας τρέ­μει στην ανοι­χτω­σιά, φο­βού­με­νος
το τι μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει μία βί­αιη κα­ται­γί­δα.

                         («Κα­λο­καί­ρι», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

Στο σο­νέ­το «Φθι­νό­πω­ρο» (Κυ­ρια­κού, [μτ­φρ.], 2020) οι αγρό­τες γιορ­τά­ζουν την καρ­πο­φο­ρία και έτσι η με­τά­βα­ση από το κα­λο­καί­ρι ξε­κι­νά με μια νό­τα αι­σιο­δο­ξί­ας (Saavedra, 2010):

Με χο­ρούς και τρα­γού­δια γιορ­τά­ζουν οι αγρό­τες το τέ­λος του θε­ρι­σμού.
Το νέ­κταρ του Βάκ­χου ρέ­ει άφθο­νο
και πολ­λοί βρί­σκουν ανα­κού­φι­ση σε έναν ύπνο βα­θύ.
                        
(«Φθι­νό­πω­ρο», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

Οι κυ­νη­γοί βρί­σκο­νται σε εγρή­γορ­ση ξε­κι­νώ­ντας τις δύ­σκο­λες ανα­με­τρή­σεις με τα θη­ρά­μα­τα τους (Saavedra, 2010)

Οι κυ­νη­γοί ξε­κι­νούν την αυ­γή, πα­νέ­τοι­μοι,
με κέ­ρα­τα, όπλα και σκυ­λιά.
(«Φθι­νό­πω­ρο», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

Τέ­λος το σο­νέ­το του «Χει­μώ­να» (Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020) πα­ρου­σιά­ζει τους οδοι­πό­ρους οι οποί­οι προ­σπα­θούν να προ­στα­τευ­τούν από τις δύ­σκο­λες και­ρι­κές συν­θή­κες (βλ. και Saavedra, 2010):

(Allegro)

Βα­δί­ζου­με αρ­γά και προ­σε­χτι­κά στο πα­γω­μέ­νο μο­νο­πά­τι,
από φό­βο μη γλι­στρή­σου­με.
Μία βια­στι­κή κί­νη­ση και πέ­φτου­με κά­τω.
Ση­κω­θεί­τε!
Με ελα­φρά βή­μα­τα προ­χω­ρή­στε πριν ο πά­γος σπά­σει.
Νιώ­θου­με τους πα­γω­μέ­νους βο­ριά­δες να ει­σβάλ­λουν βί­αια
στο σπί­τι, αν και έχου­με κλει­δώ­σει και αμπα­ρώ­σει κά­θε πόρ­τα.
Έτσι εί­ναι ο Χει­μώ­νας, αλ­λά και πό­σες οι χα­ρές που μας προ­σφέ­ρει…
                        
(«Χει­μώ­νας» Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

Ανά­με­σα στους στί­χους των ποι­η­μά­των του Μπουρ­να­ζά­κη, πα­ρε­λαύ­νουν πα­ρό­μοιοι αν­θρώ­πι­νοι τύ­ποι που τώ­ρα όμως δεν υφί­στα­νται μό­νο τις επι­πτώ­σεις του φυ­σι­κού χώ­ρου αλ­λά δια­μορ­φώ­νο­νται έντο­να και από το πο­λι­τι­στι­κό στοι­χείο. Έτσι τα πρό­σω­πα που εύ­κο­λα συν­δέ­ο­νται με τους κα­τοί­κους ενός νη­σιού, της επαρ­χί­ας ευ­ρύ­τε­ρα, απλοί άν­θρω­ποι της βιο­πά­λης, εμ­φα­νί­ζο­νται ως απο­δέ­κτες της χρι­στια­νι­κής χά­ρης, μέ­ρος της ελ­λη­νι­κής πα­ρά­δο­σης, ευ­λο­γού­νται και εξα­γιά­ζο­νται από τις ευ­ερ­γε­τι­κές ιδιό­τη­τες της μι­κρής εκ­κλη­σί­ας, χτι­σμέ­νης μέ­σα στη φύ­ση (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 4, σ. 36). Η ει­κό­να στο τέ­ταρ­το ποί­η­μα της ενό­τη­τας (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σ. 36), πλαι­σιώ­νε­ται από ένα ξω­κλή­σι πά­νω σε από­κρη­μνο μέ­ρος μέ­σα σε ένα αν­θι­σμέ­νο, σχε­δόν εξα­για­σμέ­νο το­πίο, όπου και εντάσ­σο­νται οι άν­θρω­ποι της βιο­πά­λης:

Ερη­μο­κλή­σι από­γκρε­μο […]
στην ευ­φρο­σύ­νη μυ­ριά­δων ανε­μώ­νων […]
Όσοι πο­θή­σαν το φω­σφο­ρι­σμό μιας χά­ρης,
τ’ ορ­μή­νε­μα μιας προ­σμο­νής,
βο­σκοί το πε­ρισ­σό­τε­ρο ή ναυ­τι­κοί,
ή κι οδοι­πό­ροι σε βα­ριά μπου­μπου­νη­τά,
σε ήλιους Ιου­λί­ου ή Αυ­γού­στου,
δε­χτή­καν στην ατέρ­μο­νη σι­γή σου
κά­ποιο προ­μή­νυ­μα μι­κρό, πο­νε­τι­κό […]
                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 4, σ. 36).

Εδώ απο­κα­λύ­πτε­ται η θαυ­μα­τουρ­γή ιδιό­τη­τα του ερη­μοκ­κλη­σιού για τους αν­θρώ­πους αυ­τούς, μέ­σα σε μια κα­λο­και­ρι­νή ατμό­σφαι­ρα.
Επι­πλέ­ον, στο αμέ­σως επό­με­νο ποί­η­μα, (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 5, σσ. 37-38), δια­κρί­νου­με πρό­σω­πα που εκ­προ­σω­πούν τη μου­σι­κή, το τρα­γού­δι και το χο­ρό με έμ­με­σες ανα­φο­ρές στην πα­ρά­δο­ση. Στο με­τα­βα­τι­κό στά­διο από τη μέ­ρα στη νύ­χτα, ο ποι­η­τής απο­μο­νώ­νει μια σχε­δόν ορα­μα­τι­κή στιγ­μή. Από το νυ­χτε­ρι­νό το­πίο:

Ώρες αντι­φεγ­γί­ζει εκα­τό­φυλ­λο
το χτυ­πο­κάρ­δι της με­γά­λης νύ­χτας
                        
(Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 5, σ. 37)

μέ­χρι την επό­με­νη μέ­ρα («στην ανταρ­σία της χα­ράς,/στο πρώ­το ανέ­βα­σμα της μέ­ρας», (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 5, σ. 38) πε­ρι­γρά­φε­ται μια κοι­νω­νία σε κα­τά­στα­ση ευ­φο­ρί­ας, με κα­θο­λι­κή συμ­με­το­χή σε κά­ποια γιορ­τή της χρι­στια­νο­σύ­νης (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 5, σσ. 37-38), με μορ­φές μου­σι­κών και καλ­λι­τε­χνών να συμ­με­τέ­χουν και να ξε­χω­ρί­ζουν ανά­με­σα σε όλο το πλή­θος:

πα­νη­γυ­ριώ­τες
πε­ζοί πολ­λοί, κα­βα­λα­ραί­οι,
σι­μά γυ­ναί­κες και παι­διά […]
λυ­ρά­ρη­δες απο­στα­μέ­νοι
και μου­σκε­μέ­νοι χο­ρευ­τές […]
πί­σω απ’ τους φι­λιω­μέ­νους λό­φους
γα­βγί­σμα­τα που κοκ­κι­νί­ζουν
κρα­τάν ασύ­νο­ρο τον κό­σμο […]
                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 5, σ. 37)

Να ση­μειω­θεί ότι η έν­νοια του τρα­γου­διού και της μου­σι­κής, της με­λω­δί­ας, εί­ναι διά­χυ­τη και στα σο­νέ­τα με λί­γες ανα­φο­ρές στις αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κές μυ­θι­κές μορ­φές των Νυμ­φών και του Βάκ­χου, συ­νη­θι­σμέ­νο για την τέ­χνη του 18ου αιώ­να (Lockey, 2017). Το μυ­θι­κό στοι­χείο στον Μπουρ­να­ζά­κη υπάρ­χει, όπως και στα σο­νέ­τα, σε με­τρη­μέ­νες ανα­φο­ρές (π.χ. «της χθε­σι­νής ζω­ής τα μα­κρι­νά μυ­στή­ρια […] φο­ρά­ει φτε­ρά τις ευω­διές αση­μω­τής Νε­ράι­δας», Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 9, σ. 42), κα­θώς για μια ακό­μη φο­ρά η αγά­πη του ποι­η­τή για τη μου­σι­κή και την ιδιό­τη­τά της να προ­σφέ­ρει γα­λή­νη και ισορ­ρο­πία στην αν­θρώ­πι­νη ύπαρ­ξη, δί­νε­ται με την ει­κό­να των χα­ρα­κτή­ρων που την αντι­προ­σω­πεύ­ουν και αντι­κα­θι­στά την όποια εξω­πραγ­μα­τι­κή συν­θή­κη.

Στο ποί­η­μα αρ. 10 της ενό­τη­τας, βλέ­που­με ότι η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο εκεί­νη που προ­βάλ­λε­ται και στην οποία οι άν­θρω­ποι λει­τουρ­γούν:

οι μου­σι­κοί της φα­ντα­σί­ας κα­τευ­θύ­νουν φι­λιω­μέ­νοι
ελι­κω­τούς ανέ­μους στην απέ­ρα­ντη αμ­μου­διά —
ώρες πο­λέ­μου και ει­ρή­νης, ώρες της άχνης, της φουρ­τού­νας

                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 10, σ. 43).

Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά, στα σο­νέ­τα, οι χα­ρα­κτή­ρες αλ­λη­λε­πι­δρούν με τη φύ­ση στο βαθ­μό που η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή, όσο αλ­λά­ζουν οι επο­χές και η δυ­να­μι­κή των φυ­σι­κών στοι­χεί­ων, τους βοη­θά να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σουν τον αντί­κτυ­πο που αυ­τό έχει για την ίδια τους την επι­βί­ω­ση. Οι χα­ρα­κτή­ρες στον Μπουρ­να­ζά­κη, εκτι­μούν τη φυ­σι­κή ζωή ως άρ­ρη­κτα δε­μέ­νη με την πο­λι­τι­στι­κή ζωή, ως στοι­χείο έμπνευ­σης επά­νω στο οποίο οι­κο­δο­μεί­ται η κουλ­τού­ρα τους.

                        3.γ. Ο φυ­σι­κός κό­σμος συ­να­ντά τον αν­θρώ­πι­νο: η φύ­ση ως κι­νη­τή­ριος δύ­να­μη συ­ναι­σθη­μά­των

Και στα δύο έρ­γα, στό­χο δεν απο­τε­λεί απλώς η πε­ρι­γρα­φι­κή απο­τύ­πω­ση του φυ­σι­κού κό­σμου ή των αν­θρώ­πων που ζουν σε αυ­τόν, αλ­λά και η επί­δρα­ση στα αν­θρώ­πι­να συ­ναι­σθή­μα­τα. Έτσι οι πε­ρι­γρα­φές έχουν σκο­πό να απο­δώ­σουν τό­σο το συ­ναί­σθη­μα της αγαλ­λί­α­σης-ευ­τυ­χί­ας όσο και το αντί­θε­το, μια απαι­σιό­δο­ξη ή έστω ελα­φρά με­λαγ­χο­λι­κή διά­θε­ση. Κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των σο­νέ­των εί­ναι η απο­τύ­πω­ση της συ­ναι­σθη­μα­τι­κής επί­δρα­σης που έχουν οι επο­χές στον άν­θρω­πο ξε­περ­νώ­ντας την απλή πε­ρι­γρα­φή των εναλ­λα­γών του φυ­σι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος (Lockey, 2017).
Τα σο­νέ­τα, όπως έχει ει­πω­θεί, χτί­ζο­νται επά­νω σε απρό­σμε­νες αντι­θέ­σεις: από τις δύ­σκο­λες και­ρι­κές συν­θή­κες που καλ­λιερ­γούν το άγ­χος και την αγω­νία στην ψυ­χή των αν­θρώ­πων, στο ξά­στε­ρο και φω­τει­νό πε­δίο της αγαλ­λί­α­σης που τε­λι­κά πα­ρου­σιά­ζουν μέ­σα τους οι επο­χές (Lockey, 2017). Ει­δι­κό­τε­ρα, οι αντι­θέ­σεις στις επο­χές των σο­νέ­των, όπως στο «Κα­λο­καί­ρι», (Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020) όπου έντο­νες δυ­σά­ρε­στες κα­ται­γί­δες, δη­μιουρ­γούν ανα­τα­ρά­ξεις στον εσω­τε­ρι­κό κό­σμο του αν­θρώ­που, ανα­τρέ­πουν έτσι τις μέ­χρι τό­τε συν­δέ­σεις μιας τέ­τοιας επο­χής με κά­τι το αι­σιό­δο­ξο (Lockey, 2017). Ωστό­σο, αυ­τή η αντί­θε­ση στις επο­χές, έχει εξι­σορ­ρο­πη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, με αρ­κε­τά ισχυ­ρή δό­ση ρε­α­λι­σμού (Lockey, 2017).

                        3.γ.1. Αι­σιο­δο­ξία-ευ­φο­ρία: ο άν­θρω­πος σε συμ­φω­νία με τη φύ­ση

Και στα δύο έρ­γα, κυ­ριαρ­χεί μια εορ­τα­στι­κή ατμό­σφαι­ρα, η οποία απο­κα­λύ­πτει μια θε­τι­κή στά­ση ζω­ής. Ξε­κι­νώ­ντας από τον Vivaldi, πέ­ραν του χει­μώ­να, όλοι συμ­με­τέ­χουν στον εορ­τα­σμό της έλευ­σης των επο­χών (άν­θρω­ποι αλ­λά και ζώα), ενώ η αί­σθη­ση της γιορ­τής εί­ναι εμ­φα­νής σε όλες τις επο­χές (ακό­μη και στο σο­νέ­το «Χει­μώ­νας», ο στί­χος «πό­σες οι χα­ρές που μας προ­σφέ­ρει» εκ­φρά­ζει μια αι­σιό­δο­ξη διά­θε­ση, (Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020) Ο πα­γα­νι­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας της γιορ­τής και η έντα­ξη μυ­θι­κών μορ­φών, δί­νουν ένα πε­ρισ­σό­τε­ρο εκ­στα­τι­κό τό­νο στις τρεις από τις τέσ­σε­ρις επο­χές. Πα­ρα­κο­λου­θού­με τώ­ρα τους στί­χους των σο­νέ­των υπό αυ­τήν την οπτι­κή:

(Allegro)

Ήρ­θε ξα­νά η Άνοι­ξη!
Τα που­λιά γιορ­τά­ζουν τον ερ­χο­μό της με χα­ρού­με­να
τρα­γού­δια και το αγέ­ρι χαϊ­δεύ­ει απα­λά το μουρ­μού­ρι­σμα
των ρυα­κιών.[…]

(Allegro)
Υπό τους γιορ­τι­νούς ήχους του άσκαυ­λου, οι Νύμ­φες και οι
βο­σκοί χο­ρεύ­ουν κά­τω από το λα­μπε­ρό θό­λο της Άνοι­ξης.
                        
(«Ανοι­ξη», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

και ύστε­ρα έρ­χο­νται τρυ­γό­νια και καρ­δε­ρί­νες με ένα γλυ­κό
τρα­γού­δι.
                        
(«Κα­λο­καί­ρι», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

(Allegro)

Με χο­ρούς και τρα­γού­δια γιορ­τά­ζουν οι αγρό­τες το τέ­λος του θε­ρι­σμού.
Το νέ­κταρ του Βάκ­χου ρέ­ει άφθο­νο

                         («Φθι­νό­πω­ρο», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

Πα­ράλ­λη­λα η γιορ­τή και ο μυ­στη­ρια­κός της χα­ρα­κτή­ρας, ο εκ­στα­σια­σμός, η θε­τι­κή διά­θε­ση ευ­ρύ­τε­ρα, στον Μπουρ­να­ζά­κη, πλαι­σιώ­νε­ται από μια τε­λε­τουρ­γία που απλώ­νε­ται στις επο­χές με επί­κε­ντρο την ανά­πτυ­ξη, τη γο­νι­μό­τη­τα και την άν­θη­ση του φυ­σι­κού κό­σμου. Ιδιαί­τε­ρα στο ποί­η­μα αρ. 10, έχου­με μια ορ­για­στι­κή πε­ρι­γρα­φή των στοι­χεί­ων που απαρ­τί­ζουν το κα­λο­καί­ρι:

στο δρό­μο που ανε­βαί­νει σα­στι­σμέ­νος […]
και συ­να­ντά­ει σα χρη­σμούς στον πρώ­το λό­φο
τα μυ­στι­κά των αμπε­λιών να λά­μπουν ξέ­νοια­στα […]
Δεν εί­ναι τώ­ρα μια στιγ­μή να μη σκιρ­τά κα­λή γιορ­τή
                        
(Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 10, σ.43-44)

Αυ­τό το αί­σθη­μα ανά­τα­σης δεν λεί­πει και από την εμπει­ρία της φθι­νο­πω­ρι­νής επο­χής. Στο ποί­η­μα αρ. 7 βλέ­που­με την αβί­α­στη και ευ­χά­ρι­στη αλ­λα­γή από επο­χή σε επο­χή:

Κί­τρι­να φύλ­λα δί­χως βά­ρος
περ­νούν γορ­γά το άβα­το της αρ­μυ­ρής κα­λο­και­ριάς,
χο­ρεύ­ουν αδο­κί­μα­στα κο­σμή­μα­τα
στην έλ­ξη μιας γιορ­τής που δεν τε­λειώ­νει·
                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 7, σ. 40)

Αυ­τή η θε­τι­κό­τη­τα και η αι­σιο­δο­ξία εί­ναι εμ­φα­νής και στο τε­λευ­ταίο ποί­η­μα της ενό­τη­τας, στο «Ήλιος ο πορ­το­κα­λής», (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 11, σ. 45) με την ει­κό­να του πλοια­ρί­ου να τα­ξι­δεύ­ει ανά­με­σα σε έναν «χο­ρό δια­μα­ντι­κών» (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 11, σ. 45)

Οι τε­λευ­ταί­οι στί­χοι του ποι­ή­μα­τος αρ. 7, κλεί­νουν με τη δια­βε­βαί­ω­ση ότι ο ήλιος και το φεγ­γά­ρι θα γί­νουν φο­ρείς κα­λών ει­δή­σε­ων:

όσα θα ’ρ­θούν, θά ’χουν το μο­σχο­βό­λη­μα
μιας αρ­μο­νί­ας χει­ρα­φε­τη­μέ­νων ήλιων,
τ’α­νεί­δω­τα πε­ρά­σμα­τα πα­ρα­μυ­θί­σιων φεγ­γα­ριών,
σί­γου­ρα νέ­ων ερ­χο­μών κι άφθο­νων άλ­λων συ­να­ντή­σε­ων.
                        
(Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 7, σ. 40).

Η αι­σιο­δο­ξία, η θε­τι­κή απο­δο­χή κυ­ριαρ­χούν του αρ­νη­τι­κού συ­ναι­σθή­μα­τος κα­τά κα­νό­να, σε αντί­θε­ση με τα σο­νέ­τα όπου οι αντι­θέ­σεις εί­ναι πιο πυ­κνές μέ­σα σε κά­θε επο­χή. Το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο στον Μπουρ­να­ζά­κη, εί­ναι στο επί­κε­ντρο και «τα­ξι­δεύ­ει» σε ένα τα­ξί­δι που μάλ­λον θα έχει ευ­τυ­χή κα­τά­λη­ξη, εί­τε νο­ε­ρά εί­τε με τον νου και την καρ­διά του, πα­ρα­τη­ρώ­ντας και κα­τα­γρά­φο­ντας τις διαρ­κείς αλ­λα­γές του κο­σμι­κού και υπερ­κό­σμιου χώ­ρου.
Σε μια παν­δαι­σία χρω­μά­των, ει­κό­νων (ακου­στι­κών, ηχη­τι­κών κλπ.) ο Μπουρ­να­ζά­κης «ενορ­χη­στρώ­νει» τα ποι­ή­μα­τα αυ­τά σαν ένας μα­έ­στρος που θέ­λει να συ­ντο­νι­στεί με το σύ­μπαν, ένα σύ­μπαν που υπα­κού­ει στην τά­ση για ρυθ­μι­κή αρ­μο­νία και ισορ­ρο­πία. Βλέ­που­με στί­χους όπως:

Ει­κό­νι­σμα το σώ­μα τα­ξι­δεύ­ει
ηδύ­πνοα, ολό­δρο­σα, σο­φά και φι­λιω­μέ­να […]
                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 7, σ. 40)

Περ­νώ­ντας με φουρ­τού­να το μπου­γά­ζι
από τον πρώ­το κά­βο που σι­μώ­σα­με σε εί­δα
κα­τά­λευ­κο στους βρά­χους τρια­ντά­φυλ­λο
γα­λή­νια με­ρι­διά­να της ελ­πί­δας.
                        
(Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 4, σ. 36)

Άλ­λο­τε πα­ρα­τη­ρεί τις ζυ­μώ­σεις και τις ενέρ­γειές τους (Καρ­τσά­κης 2021· Μι­χε­λο­γιαν­νά­κη-Κα­ρα­βε­λά­κη) ενώ εντάσ­σε­ται μέ­σα σε αυ­τό:

Κρα­τώ­ντας την ανά­σα μου στα χεί­λη της καρ­διάς μου
ακούω τ’ ανη­φό­ρι­σμα της άνοι­ξης που έρ­χε­ται

                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 6, σ. 39)

Ο ποι­η­τής πα­ρα­δέ­χε­ται τη λα­μπρό­τη­τα, τον μυ­στη­ρια­κό χα­ρα­κτή­ρα και το με­γα­λείο του φυ­σι­κού σύ­μπα­ντος:

Κα­θρέ­φτες φλό­γας και ονεί­ρων
στα μά­τια των ξε­κού­ρα­στων σπι­τιών,
στο δρό­μο που ανε­βαί­νει σα­στι­σμέ­νος
με τα αναμ­μέ­να πεύ­κα, τις συ­κιές, τους αθα­νά­τους,
και συ­να­ντά­ει σα χρη­σμούς στον πρώ­το λό­φο
[…]
                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 10, σ. 43)

Απώ­τε­ρος στό­χος, να εξε­λι­χθεί γνω­στι­κά και πνευ­μα­τι­κά και κα­τ’ επέ­κτα­ση να κα­τορ­θώ­σει όσο το δυ­να­τόν την συγ­γρα­φή της κα­λής ποί­η­σης:

και γύ­ρω χρυ­σο­γά­λα­νη ερη­μιά· […]
για τους ξυ­πό­λη­τους κορ­μούς
λα­μπά­δια­σμα ολό­τρε­μο, βα­θύ, ξε­θε­ω­μέ­νο —
πη­γαί­νω τώ­ρα πιο κο­ντά και μέ­νω.
                        
(Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 2., σ. 34).

Και στα δύο, ο εκ­στα­σια­σμός και η ευ­φο­ρία που προ­κα­λεί η θέ­α­ση του φυ­σι­κού κό­σμου ή ευ­ρύ­τε­ρα του κο­σμι­κού σύ­μπα­ντος, απο­τε­λεί έν­δει­ξη της ανα­γκαιό­τη­τάς του για τον άν­θρω­πο, κα­τα­δει­κνύ­ει την πο­λύ­τι­μη και ευ­ερ­γε­τι­κή συμ­βο­λή του για την δια­τή­ρη­ση της ελ­πί­δας για την ίδια τη ζωή.


                        3.γ.2. Η διά­στα­ση του πέν­θους και του φό­βου μέ­σα στο φυ­σι­κό σύ­μπαν

Αντί­θε­τα όμως στα σο­νέ­τα, πα­ρα­τη­ρού­με μια γιορ­τι­νή και εορ­τα­στι­κή ατμό­σφαι­ρα που δια­κό­πτε­ται όπως έχει ει­πω­θεί, από από­το­μες αλ­λα­γές στον και­ρό και δη­μιουρ­γεί έντο­να αρ­νη­τι­κά συ­ναι­σθή­μα­τα (Lockey, 2017). Για πα­ρά­δειγ­μα οι στί­χοι:

Κα­ται­γί­δες, προ­άγ­γε­λοι της Άνοι­ξης, βρυ­χώ­νται.
                         («Άνοι­ξη», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020),

(Adagio)

Τα κου­ρα­σμέ­να μέ­λη του ξυ­πνούν βί­αια,
από το φό­βο της λάμ­ψης μιας αστρα­πής και του­βρυ­χηθ­μού ενός κε­ραυ­νού,
ενώ σμή­νη από κου­νού­πια και μύ­γες βουί­ζουν τρι­γύ­ρω τρο­μαγ­μέ­να.

                         («Κα­λο­καί­ρι», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

(Allegro non troppo)

Πα­γω­νιά και ανα­τρι­χί­λα! Το χιό­νι πέ­φτει και ο αέ­ρας
ουρ­λιά­ζει με μα­νία, κα­θώς επι­τί­θε­ται στους οδοι­πό­ρου­ςπου τρέ­χουν για να ζε­στα­θούν,
ενώ τα δό­ντια τους χτυ­πούν από το κρύο.

                         («Χει­μώ­νας», Κυ­ρια­κού [μτ­φρ.], 2020)

Αντί­στοι­χα στον Μπουρ­να­ζά­κη, η άλ­λη πλευ­ρά, της υπαρ­ξια­κής ανη­συ­χί­ας, εκ­φρά­ζε­ται μέ­σω του συμ­βό­λου του φεγ­γα­ριού. Στο ποί­η­μα αρ. 3 (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σ.35), το δί­στι­χο «ασέ­λη­νη ξε­κί­νη­σε η πί­κρα μου/και τώ­ρα έχει γε­μί­σει το φεγ­γά­ρι» (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σ.35), το απαι­σιό­δο­ξο αί­σθη­μα περ­νά στην ψυ­χή του ποι­η­τή, συν­δε­ό­με­νο με το φεγ­γά­ρι, στο οποίο κα­τα­λή­γει η θλί­ψη του. Η πα­ρου­σία του αγκα­λιά­ζει το αί­σθη­μα απο­γο­ή­τευ­σης που νιώ­θει και αφή­νει ανοι­κτό το ερώ­τη­μα, εάν το φεγ­γά­ρι, με τη λάμ­ψη του θα του απα­λύ­νει τον πό­νο.

Στο ποί­η­μα αρ. 6 (Μπουρ­να­ζά­κης 2020, σ. 39) αντί­στοι­χα της ενό­τη­τας, πα­ρα­τη­ρού­με να σκια­γρα­φεί­ται η άνοι­ξη με αγω­νία και με μια ει­κό­να- σύμ­βο­λο της θνη­τό­τη­τας, η οποία συ­νο­δεύ­ε­ται από ένα βα­θύ­τε­ρο ακό­μη αί­σθη­μα θλί­ψης και πέν­θους:

Επά­νω στ’ άμορ­φο των τά­φων, στ’ απλό­χε­ρο της αμ­μου­διάς,
μ’ ένα πριό­νι το φεγ­γά­ρι χα­ρί­ζει σε­ντε­φέ­νιο βά­θος […]
Κι αυ­τές οι μύ­ριες ανε­μώ­νες της άγριας χω­μα­τέ­νιας έκρη­ξης
τρα­βάν το πέν­θος απ’ τις πέ­τρες κι αγκα­λια­σμέ­νες προ­χω­ράν.
                        
(Μπουρ­να­ζά­κης 2020, ποί­η­μα αρ. 6. σ. 39)

Μο­λο­νό­τι εί­ναι άνοι­ξη και όλα αν­θί­ζουν σε μια τέ­τοια επο­χή, ο ποι­η­τής επι­λέ­γει να εντά­ξει την αν­θρώ­πι­νη δια­δι­κα­σία του πέν­θους, δί­νο­ντας έτσι την ει­κό­να του θα­νά­του μέ­σα σε ένα πιο «πα­ρή­γο­ρο» πλαί­σιο. Αν και η φύ­ση εί­ναι ολάν­θι­στη, το ποί­η­μα πε­ρι­γρά­φει μια με­λαγ­χο­λι­κή ατμό­σφαι­ρα. Η ει­κό­να του φεγ­γα­ριού που φω­τί­ζει τους τά­φους στέ­κε­ται ως σύμ­βο­λο υπέρ­βα­σης του θα­νά­του και πα­ντού απλώ­νε­ται ένα πέν­θος το οποίο κα­τα­σι­γά­ζουν τα λου­λού­δια.
Όπως ήδη ει­πώ­θη­κε και όπως υπο­δη­λώ­νει και ο τί­τλος «Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια» (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σσ. 31-45), οι αντι­θέ­σεις σε ό,τι αφο­ρά τα συ­ναι­σθή­μα­τα στην ενό­τη­τα υπάρ­χουν κι εδώ, μό­νο που δεν εντάσ­σο­νται απο­κλει­στι­κά μέ­σα στο πλαί­σιο του κύ­κλου των επο­χών του χρό­νου ή των και­ρι­κών συν­θη­κών, αλ­λά σε μια σφαι­ρι­κό­τε­ρη συ­νει­δη­το­ποί­η­ση της επα­φής με το θαύ­μα του σύ­μπα­ντος. Εδώ εί­ναι κυ­ρί­αρ­χος ο ρό­λος του ποι­η­τή ως η περ­σό­να που απο­πει­ρά­ται τη μύ­η­ση σε ένα εσω­τε­ρι­κό­τε­ρο επί­πε­δο, όπου οι ψυ­χι­κές δια­κυ­μάν­σεις παί­ζουν έναν ρό­λο αρ­κε­τά κα­θο­ρι­στι­κό. Τε­λι­κός του σκο­πός εί­ναι πα­ρα­τη­ρώ­ντας τον κό­σμο που τον πε­ρι­βάλ­λει να απο­κα­λύ­ψει αυ­τό που δεν εί­ναι ορα­τό (Μι­χε­λο­γιαν­νά­κη-Κα­ρα­βε­λά­κη, 2021· Καρ­τσά­κης, 2021· Παπ­πάς, 2022). Και τα δύο έρ­γα, το­νί­ζουν την πιο σκο­τει­νή πλευ­ρά της φύ­σης και την επί­δρα­σή της στον άν­θρω­πο. Στα σο­νέ­τα, αυ­τό πα­ρου­σιά­ζε­ται με τη μα­νία και την αντί­στα­ση των και­ρι­κών φαι­νο­μέ­νων, τις ακραί­ες εκ­δη­λώ­σεις τους, ενώ στον Μπουρ­να­ζά­κη ο ποι­η­τής συν­δέ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο τη δι­κή του απαι­σιό­δο­ξη διά­θε­ση με τα φυ­σι­κά στοι­χεία, υπο­δη­λώ­νο­ντας μια πιο με­λαγ­χο­λι­κή διά­θε­ση.


                        3.γ.3. Κα­τα­κλεί­δα – Συ­μπε­ρά­σμα­τα

Εκ­κι­νώ­ντας από τους χα­ρα­κτή­ρες και την το­πο­θέ­τη­ση ή σχέ­ση τους με το φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον, τη διε­ρεύ­νη­ση της λει­τουρ­γί­ας της φύ­σης για τον άν­θρω­πο και τον ψυ­χι­σμό του, τα έρ­γα αυ­τά απο­τε­λούν πα­ρα­δείγ­μα­τα ανά­δει­ξής της σε ύψι­στο αξια­κό αγα­θό. Η σχέ­ση αν­θρώ­που-φύ­σης σε αυ­τά, εί­ναι μια σχέ­ση συ­νε­χούς διά­δρα­σης και αλ­λη­λε­πί­δρα­σης. Στό­χος επί­σης φαί­νε­ται πως εί­ναι: μέ­σα από την αλ­λη­λε­πί­δρα­ση, η ολο­έ­να με­γα­λύ­τε­ρη συ­νει­δη­το­ποί­η­ση των ψυ­χι­κών και νοη­τι­κών του δυ­νά­με­ων, με απώ­τε­ρο στό­χο την αυ­το­γνω­σία του. Στα ποι­ή­μα­τα του Έλ­λη­να ποι­η­τή ανα­φέ­ρε­ται επι­πλέ­ον ο δη­μιουρ­γι­κός ρό­λος του ποι­η­τή που την πα­ρα­τη­ρεί και την «ανα­πλά­θει» με τον νου του. Ο δη­μιουρ­γός της ποί­η­σης, ανα­με­τρώ­με­νος με τις εσώ­τε­ρες πα­ρορ­μή­σεις, επι­θυ­μί­ες και ανά­γκες του δεν επι­θυ­μεί απλώς όπως γί­νε­ται στα σο­νέ­τα, να πα­ρου­σιά­σει την κα­τα­λυ­τι­κή δύ­να­μη των φυ­σι­κών συν­θη­κών, αλ­λά ελ­πί­ζει μέ­σω της διε­ρεύ­νη­σής της να κα­τα­κτή­σει ένα σύν­θε­το όρα­μα σε συμ­φω­νία με τον κό­σμο που τον πε­ρι­βάλ­λει, έτσι ώστε να επι­τευ­χθεί η ποι­η­τι­κή αρ­τιό­τη­τα:

Και μέ­νω όλος σύμ­φω­νος με τού­το το ει­ρη­νι­κό πο­λύ
(όλο της Μοί­ρας δώ­ρη­μα)
                        
(Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 7, σελ. 40)

Τε­λι­κά, από αυ­τό το «απέ­ρα­ντο» του Ungaretti (σ. 31)[20] έναν άλ­λο Ιτα­λό, ο Έλ­λη­νας ποι­η­τής κα­τα­φέρ­νει να πε­ρι­πλα­νη­θεί με τη φα­ντα­σία του σε κά­θε πτυ­χή αυ­τού του απεί­ρου της φυ­σι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, συν­δέ­ο­ντας με αυ­τήν τη δι­κή του την ποι­η­τι­κή. Οι προ­βλη­μα­τι­σμοί, οι ανη­συ­χί­ες αλ­λά και η έκ­στα­ση ή πτώ­ση που αι­σθά­νε­ται ο ίδιος μπρο­στά στη θέα του φυ­σι­κού το­πί­ου, του δί­νει τη δυ­να­τό­τη­τα μιας δια­φω­τι­στι­κής έμπνευ­σης για τη δι­κή του ποί­η­ση:

Προ­σά­ναμ­μα μια λέ­ξη που δε λέ­γε­ται—
Μα όχι ρέμ­βη, όχι δί­ψα, σπί­θα, ή με­τέ­ω­ρο ·
Κά­τι απρο­σμέ­τρη­το υπάρ­χει […]
και φέρ­νει διά­φα­νο το θάμ­βος μέ­σα μου…
                        
(Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 2, σελ. 34)

Εν τέ­λει, ο ποι­η­τής απο­δε­χό­με­νος τον φυ­σι­κό κό­σμο, απο­τε­λώ­ντας μέ­ρος του, πι­στεύ­ει σε μια ανα­γέν­νη­ση της γρα­φής του:

ναι, όλα, όλα που ξύ­πνη­σαν κι εί­ναι:
γρά­φουν με μια αστρα­πή του νου
τ’ ανά­στη­μα τ’ αέ­ρι­νο μιας νέ­ας ευ­τυ­χί­ας.

                         (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, ποί­η­μα αρ. 9, σελ. 42)


Επί­λο­γος

Η πα­ρα­πά­νω ανά­λυ­ση αι­σιο­δο­ξεί να απο­τε­λέ­σει ένα εφαλ­τή­ριο στις έρευ­νες γύ­ρω από το έρ­γο του Κώ­στα Μπουρ­να­ζά­κη δί­νο­ντας μια πε­ριε­κτι­κή ει­κό­να των ανα­λο­γιών που πε­ριέ­χουν ποι­ή­μα­τά του με τα σο­νέ­τα της μου­σι­κής σύν­θε­σης Τέσ­σε­ρις Eπο­χές του Antonio Vidaldi. Το βά­ρος δό­θη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο στο ποι­η­τι­κό αυ­τό εί­δος και τη σύν­δε­ση του με ορι­σμέ­να ποι­ή­μα­τα της συλ­λο­γής Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια (Μπουρ­να­ζά­κης, 2020, σσ. 31-45). Έχο­ντας υπ’ όψιν τον χρό­νο και τό­πο που γρά­φτη­καν, η σύ­ντο­μη κει­με­νι­κή ανά­λυ­ση με έμ­φα­ση στο πε­ριε­χό­με­νό τους, σκό­πευε στον εντο­πι­σμό κυ­ρί­ως των ομοιο­τή­των των δύο έρ­γων σε ό,τι αφο­ρά τη σχέ­ση αν­θρώ­που-φύ­σης. Απώ­τε­ρος στό­χος ει­δι­κό­τε­ρα στα ποι­ή­μα­τα του Μπουρ­να­ζά­κη εί­ναι να κα­τα­δει­χθεί η ψυ­χι­κή πε­ρι­πέ­τεια του ποι­η­τι­κού όντος προ­κει­μέ­νου να επι­τε­λέ­σει όσο το δυ­να­τόν πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κά, το ποι­η­τι­κό του κα­θή­κον. Η σύν­δε­ση του νε­ο­ελ­λη­νι­κού έρ­γου με την ξέ­νη ποί­η­ση αλ­λά κα­τά προ­έ­κτα­ση και τη μου­σι­κή που την πλαι­σιώ­νει, δί­νει αφορ­μή όχι μό­νο να κα­τα­νο­ή­σου­με βα­θύ­τε­ρα το έρ­γο του αλ­λά και να το απο­λαύ­σου­με. Ιδιαί­τε­ρα δε η πα­ρου­σία του σε μια επο­χή όπως η ση­με­ρι­νή, όπου η φύ­ση βρί­σκε­ται υπό κα­θε­στώς κρί­σης. Η ανά­γνω­ση των σο­νέ­των και των ποι­η­μά­των του Μπουρ­να­ζά­κη, μας φέρ­νει σε επα­φή με την αθώα πλευ­ρά μας, θυ­μί­ζο­ντάς μας πως κο­ντά στη φύ­ση εί­ναι πιο εύ­κο­λο η αθω­ό­τη­τά μας αυ­τή να κερ­δί­σει μια άχρο­νη ποιό­τη­τα.



ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙ­ΚΕΣ ΑΝΑ­ΦΟ­ΡΕΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ
Beaton, R. (1996) Ει­σα­γω­γή στη Νε­ό­τε­ρη Ελ­λη­νι­κή Λο­γο­τε­χνία. Ποί­η­ση και Πε­ζο­γρα­φία, 1821-1992, Ε. Ζουρ­γού και Μ. Σπα­νά­κη (μτ­φρ.). Νε­φέ­λη
Εκ­δό­σεις Ίκα­ρος, Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης, (2024). Ανα­κτή­θη­κε στις 26/02/2024 από: https://​ika​rosb​ooks.​gr/​authors/​bou​rnaz​akis
Κα­βα­κό­που­λος, Π. (2018). Τρα­γού­δι, μου­σι­κή & χο­ρός στην Κρή­τη. Iν­στι­τού­το Έρευ­νας Mου­σι­κής & Aκου­στι­κής (IEMA)
Κα­ρα­θα­νά­ση, Α. (2020). «Για τη συλ­λο­γή του Κώ­στα Μπουρ­να­ζά­κη “Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια”». Φρέ­αρ στο δια­δί­κτυο. Ανα­κτή­θη­κε στις 24/2/2024 από: https://​frear.​gr/?​p=29636
Καρ­τσά­κης, Α. (2021). «Ζουν πα­ντο­τι­νά οι πη­γές της καρ­διάς». Ο ανα­γνώ­στης Ανα­κτή­θη­κε στις 24/02/2024 από: https://​www.​oan​agno​stis.​gr/​zoyn-​pan​toti​na-​oi-​piges-​tis-​kardias-​toy-​antoni-​kar​tsak​i/
Κα­ψε­τά­κης, Λ. (2022,Ια­νουά­ριος-Ιού­νιος) «“Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια” μια ποί­η­ση ανα­δρο­μι­κή (ποι­ή­μα­τα επι­στρο­φής ή “πά­νω νε­ρά”)», περ. Νέα Ευ­θύ­νη, 56-57, σσ . 176-181.
Κο­πι­δά­κης Μ.Ζ. (2021, Απρί­λιος). «Με­λέ­τη. Μνή­μη. Αοι­δή. Σχό­λιο στον “Ήλιο τον πορ­το­κα­λή” του Κώ­στα Μπουρ­να­ζά­κη» Χάρ­της (28). Ανα­κτή­θη­κε στις 24/02/2024 από: https://​www.​har​tism​ag.​gr/​hartis-​28/​dokimio/​meleth-​mnhmh-​aoidh
Κρα­τι­κή Ορ­χή­στρα Θεσ­σα­λο­νί­κης, (2020, Ιού­λιος 20) Οι 4 επο­χές του Βι­βάλ­ντι. (με την υπο­στή­ρι­ξη του Δή­μου Θεσ­σα­λο­νί­κης). Διεύ­θυν­ση ορ­χή­στρας Τσό­κα­νου Ζ., διεύ­θυν­ση ορ­χή­στρας/βιο­λί Πα­πά­νας Σ., επιμ. εντύ­που-κεί­με­να Κυ­ρια­κού Ν., κειμ-με­τά­φρα­ση σο­νέ­των Κυ­ρια­κού Ν. Ανα­κτή­θη­κε στις 24/2/2024 από: https://​www.​tsso.​gr/​inst/​tsso_​6/​gallery %CE%88%CE%BD%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%2020%CE%B9%CE%BF%CF%85%CE%BB20_%CE%9F%CE%B9%204%20%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AD%CF%82%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BD%CF%84%CE%B9.​pdf
Μι­χε­λο­γιαν­νά­κη-Κα­ρα­βε­λά­κη, Α. (2021). «Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης: “Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια”». Diastixo. Ανα­κτή­θη­κε στις 24/02/2024 από: https://​dia​stix​o.​gr/​kri​tike​s/​poihsh/​16076-​ilious-​fegaria
Μπουρ­να­ζά­κης, Κ. (1997). Αρ­χι­πέ­λα­γος. Ίκα­ρος
Μπουρ­να­ζά­κης, Κ. (2016). Πρό­σω­πα και δο­κι­μα­σί­ες. Ίκα­ρος
Μπουρ­να­ζά­κης, Κ. (2020). Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια, Ίκα­ρος
Πα­πα­δά­κης, Μ. (2002). Η Ιστο­ρία της Κρη­τι­κής Μου­σι­κής στον Ει­κο­στό Αιώ­να .Ζή­τη
Παπ­πάς, Σ. Ν. (2022). «Μια ποι­η­τι­κή συ­νεί­δη­ση στο φως της Με­σο­γεί­ου». Νέ­ον Πλα­νό­διον. Ανα­κτή­θη­κε στις 24/02/2024 από: https://​neo​plan​odio​n.​gr/​2022/​01/​14/​mia-​poi​etik​e-​syn​eide​se/
Πο­λί­της, Λ. (2001). Ιστο­ρία της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας, (ΙΑ΄εκδ., 1η εκδ. 1978), ΜΙΕΤ
Συ­ντα­κτι­κή ομά­δα ExtremeWays.Gr (συ­νέ­ντευ­ξη με τον Κ. Μπουρ­να­ζά­κη 30/01/2023) Μέ­σα σε Ήλιους και Φεγ­γά­ρια του Κώ­στα Μπουρ­να­ζά­κη Ανα­κτή­θη­κε 05/04/2024 από: https://​www.​ext​reme​ways.​gr/​mesa-​se-​ilious-​kai-​feg​gari​a-​kostas-​bou​rnaz​akis-​ikaros/
Χλω­πτσιού­δης, Δ. (2021). «Η νέα αι­σθη­τι­κή πρό­τα­ση του Κώ­στα Μπουρ­να­ζά­κη»– Κρι­τι­κή από τον Δή­μο Χλω­πτσιού­δη. Βιό­το­πος Πο­λι­τι­σμού. Culture Book. Ανα­κτή­θη­κε στις 24/02/2024 από: https://​cul​ture​book.​gr/​kritiki-​par​ousi​asi/​h-​nea-​ais​thit​iki-​tou-​kosta-​bou​rnou​zaki-​kritiki-​apo-​ton-​dimo-​chl​opts​ioud​i/

ΞΕΝΕΣ

Australian Chamber Orchestra (ΑCΟ) The poems that inspired Vivaldi's Four Seasons (2024) Ανα­κτή­θη­κε στις 25/02/2024 από: https://​www.​aco.​com.​au/​news/​2023-​feb​ruar​y/​the-​poems-​that-​ins​pire​d-​vivaldi-​four-​seasons
Dixon, S. M. (2006). Between the Real and the Ideal: The Accademia degli Arcadi and Its Garden in Eighteenth-Century Rome. Newark: University of Delaware Press.
Domínguez, C., Saussy, H., & Villanueva, D. (2015). Introducing comparative literature: New trends and applications. Routledge.
Everett, P. (1996). Vivaldi: The Four Seasons and Other Concertos, Op. 8. Cambridge University Press
Fish, M. D. (2015). «Discovering the Rediscovery of Antonio Vivaldi». Choral Journal, 55(10), σσ.18-31.
Fondazione Giorgio Cini Onlus. Italian Antonio Vivaldi Institute (χ.η.) Ανα­κτή­θη­κε στις 18/2/2024 από: https://​www.​cini.​it/​en/​ins​titu​tes-​and-​centres/​antonio-​vivaldi
Heller, K. (1997). Antonio Vivaldi: The Red Priest of Venice. (1991, 1η έκδ.
) Amadeus Press
«History of Baroque Music in Brief». (1985). Music Educators Journal, 71(5), σσ.37–41. https://​doi.​org/​10.​2307/​3396428
Hölter, A. H. (Ed.). (2024). The Languages of World Literature. The Many Languages of Comparative Literature Collected Papers of the 21st Congress of the ICLA. The Languages of World Literature. vol.​1.​Walter de Gruyter GmbH
Kolneder, W. (1970). Antonio Vivaldi: his life and work. Univ. of California Press.
Lockey N. (2017). «Αntonio Vivaldi and the Sublime Seasons: Sonority and Texture as Expressive Devices In Early Eighteenth-Century Italian Music». Eighteenth-Century Music 14/2, σσ. 265-283. doi:10.1017/S1478570617000070
Mamy, S. (2011). Antonio Vivaldi. Fayard.
Martin, D. M. (2017). «Ecological restoration should be redefined for the twenty‐first century». Restoration Ecology, 25(5), σσ. 668-673.
Pryer, Anthony J. (2004). «Vivaldi's Four Seasons and the Globalization of Musical Taste». In: Musicology and Globalization: International Congress in Shizuoka. Shizuoka, Japan 2-4 November, 2002. [full version of the truncated form published in Musicology and Globalization: Proceedings of the International Congress in Shizuoka, 2002 (Tokyo: Academia Musica Ltd, 2004), σσ.180-184.]
Regan, S. (2019). The sonnet. Oxford University Press.
Ruff, A. R. (2015). Arcadian Visions: Pastoral Influences on Poetry, Painting and the Design of Landscape. Oxbow Books. https://​doi.​org/​10.​2307/​j.​ctt​1970​4rw

Saavedra, Á. (2010). «Antonio Vivaldi and the “Four Seasons” explained». Revista Vinculando, 8(2). Ανα­κτή­θη­κε στις 15/05/2024 από: https://​vin​cula​ndo.​org/​en/​antonio_​vivaldi_​the_​four_​seasons_​exp​lain​ed.​html#​vcite
Saussy, H. (Eπιμ.). (2006). Comparative literature in an age of globalization. Τhe Johns Hopkins University Press.
Smith, A. O. (2019). Dreaming with Open Eyes: Opera, Aesthetics, and Perception in Arcadian Rome. Univ. of California Press.
Talbot, M. (1978). Vivaldi’s Venice. The Musical Times, 119(1622), σσ. 314–319. https://​doi.​org/​10.​2307/​958343

Vivaldi, A. (1995). “The Four Seasons” and Other Violin Concertos in Full Score: Opus 8, Complete. Selfridge Field E. (Eκδ.).Dover Publications Inc.
Accademia dell’Arcadia PRESENTAZIONE (2022) Ανα­κτή­θη­κε στις 25/2/2024 από: https://​www.​acc​adem​iade​llar​cadi​a.​it/​pre​sent​azio​ne/


 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: