Larvatus prodeo / ποιητική της απόκρυψης

Larvatus prodeo / ποιητική της απόκρυψης

Κατερίνα Κωστίου, «… ως όνομα ψιλόν. Η συγκρότηση και η λειτουργία του προσωπείου στην ποίηση του Κ.Π. Καβάφη», Νεφέλη 2022

Ευ­τυ­χώς που τα ποι­ή­μα­τα εί­ναι πολ­λές φο­ρές κρυ­πτι­κά· κι έτσι επι­δέ­χο­νται προ­σάρ­μο­σιν εις αυ­τά άλ­λων – συ­να­φών – αι­σθη­μά­των ή αι­σθη­μα­τι­κής κα­τα­στά­σε­ως.
Ση­μεί­ω­μα ΚΑ΄ (11/7/1908) Κ. Π. Κα­βά­φη, Ανέκ­δο­τα ση­μειώ­μα­τα ποι­η­τι­κής και ηθι­κής (επιμ. Γ. Π. Σαβ­βί­δης), Ερ­μής 1983



Η θε­α­τρι­κό­τη­τα εί­ναι ένα από τα αμέ­σως ανα­γνω­ρί­σι­μα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των κα­βα­φι­κών ποι­η­μά­των. Μι­κρά σκη­νι­κά δρά­μα­τα, ορι­σμέ­να και με σα­φείς σκη­νι­κές οδη­γί­ες, πα­ρα­πέ­μπουν ευ­θέ­ως στην τέ­χνη της υπό­κρι­σης, την ηθο­ποι­ία – την υπο­κρι­τι­κή τέ­χνη, την ηθο­ποι­ία εί­χε εντο­πί­σει αρ­κε­τά νω­ρίς (ήδη από το 1932-33) ο Κ.Θ. Δη­μα­ράς ως ένα από τα ισχυ­ρά ερ­μη­νευ­τι­κά κλει­διά στην ποί­η­ση του Αλε­ξαν­δρι­νού. Η μά­σκα, το προ­σω­πείο, η φε­νά­κη, ο ρό­λος γί­νο­νται ηχείο μέ­σα από το οποίο ακού­γε­ται η φω­νή του ποι­η­τή δια­θλα­σμέ­νη, φιλ­τρα­ρι­σμέ­νη, εντέ­χνως αλ­λοιω­μέ­νη ώστε να δί­νει την εντύ­πω­ση ότι μι­λά κά­ποιος άλ­λος και όχι ο ίδιος. Το τέ­χνα­σμα της από­κρυ­ψης, της συ­γκά­λυ­ψης, της έμ­με­σης ομο­λο­γί­ας, ου­σια­στι­κός πυ­ρή­νας της ει­ρω­νεί­ας, γί­νε­ται βα­σι­κό ερ­γα­λείο της κα­βα­φι­κής ποί­η­σης. Ει­ρω­νεία: αλ­λιώς αντί­φρα­ση – ο συ­νο­πτι­κό­τε­ρος ορι­σμός της (λέω κά­τι κι εν­νοώ κά­τι άλ­λο ή ακό­μα και το ακρι­βώς αντί­θε­το εκεί­νου που εν­νοώ)· με αυ­τή την έν­νοια, η ει­ρω­νεία μπο­ρεί να εντα­χθεί στην ευ­ρυ­χω­ρία της αλ­λη-γο­ρί­ας ή της ψευ­δο­λο­γί­ας ή, του­λά­χι­στον, της αμ­φι­ση­μί­ας· πρό­κει­ται για ένα «δι­πλό παι­χνί­δι», ακρο­βα­τι­κή άσκη­ση με­τα­ξύ του αλη­θούς και του ψευ­δούς λό­γου. Ο πα­ρα­πλα­νη­τι­κός, δι­πλό­πα­τος ει­ρω­νι­κός λό­γος βυ­θί­ζει τον απο­δέ­κτη του σε σύγ­χυ­ση, σε αβε­βαιό­τη­τα· η αμ­φι­ση­μία τον ξε­βο­λεύ­ει, κα­θώς βρί­σκε­ται ανα­γκα­σμέ­νος να επι­λέ­ξει, να ρι­σκά­ρει μια προ­σω­πι­κή εκ­δο­χή, δη­λα­δή να εκτι­μή­σει ο ίδιος τα όσα του λέ­γο­νται χω­ρίς να μπο­ρεί να βα­σι­στεί σε ση­μεία-λα­βές της συ­γκε­κρι­μέ­νης δια­τύ­πω­σης που του προ­τεί­νε­ται. Ο ει­ρω­νι­κός λό­γος, προ­βάλ­λο­ντας την αντι­φα­τι­κή λο­γι­κή του, δη­μιουρ­γεί μια επι­κοι­νω­νία υψη­λού κιν­δύ­νου, εί­ναι σι­βυλ­λι­κός, δεν επι­τρέ­πει εύ­κο­λα να κα­τα­νο­ή­σου­με το τι ακρι­βώς ση­μαί­νει το πο­λυ­κω­δι­κό του μή­νυ­μα – εφό­σον (για να θυ­μη­θού­με τον Αρι­στο­τέ­λη και τη ρη­το­ρι­κή του) «τοις ενα­ντί­οις ονό­μα­σι τα πράγ­μα­τα προ­σα­γο­ρεύ­ει». Με αυ­τό λοι­πόν το «στο­χα­στι­κό ψεύ­δος» (ή: πλα­σμα­τι­κή αλή­θεια) στή­νε­ται η ει­ρω­νι­κή στρα­τη­γι­κή που, κα­τά βά­ση εί­ναι μάλ­λον αμυ­ντι­κή πα­ρά επι­θε­τι­κή. Από την άλ­λη, η ει­ρω­νεία τι­μά τη μα­ντι­κή οξυ­δέρ­κεια του συ­νο­μι­λη­τή της, ανα­κη­ρύσ­σο­ντάς τον πραγ­μα­τι­κό εταί­ρο ενός δια­λό­γου. Στο πε­ρί­τε­χνο παι­χνί­δι της αντι­στοι­χεί το εκλε­πτυ­σμέ­νο αυ­τί – έτσι, υφαί­νε­ται με­τα­ξύ εταί­ρων μια μορ­φή συ­νε­νο­χής ή σιω­πη­ρής συ­ναί­νε­σης, κα­μω­μέ­νης από αμοι­βαία εκτί­μη­ση, με σα­φώς αντι­δε­σπο­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα· όποιος κω­φεύ­ει στον ψί­θυ­ρο της ει­ρω­νεί­ας, κα­τα­δι­κά­ζε­ται σε άκαμ­πτο δογ­μα­τι­σμό και σε μα­κά­ρια αμ­βλύ­νοια.
Στο­χα­στι­κός ποι­η­τής και μέ­γας εί­ρων, ο Κα­βά­φης σχε­διά­ζει από νω­ρίς «της τέ­χνης του την πε­ριο­χή», δια­μορ­φώ­νει τις «βου­λές της ποι­ή­σε­ώς του», χα­ράσ­σει το σχή­μα της ποι­η­τι­κής του, τις προ­δια­γρα­φές, τις ρά­γες πά­νω στις οποί­ες θα σύ­ρει τη λο­κο­μο­τί­βα των στί­χων του. Δια­βά­ζου­με, λό­γου χά­ριν στα Ανέκ­δο­τα ση­μειώ­μα­τα ποι­η­τι­κής και ηθι­κής την αμ­φι­βο­λία του για την απο­λυ­τό­τη­τα της αλή­θειας: Υπάρ­χουν Αλή­θεια και Ψεύ­δος άρα­γε; ή υπάρ­χουν μό­νον Νέ­ον και Πα­λαιόν – και το Ψεύ­δος εί­ναι απλώς το γή­ρας της αλη­θεί­ας; (Γ΄ - 16/9/1902). Ή : Τι απα­τη­λό πράγ­μα που εί­ναι η Τέ­χνη όταν θέ­λεις να εφαρ­μό­σεις ει­λι­κρί­νεια (1906). Και στο πιο «θε­ω­ρη­τι­κό» κεί­με­νό του για τον «φι­λο­σο­φι­κό έλεγ­χο» των ποι­η­μά­των του (Philosophical Scrutiny, 1903), στο οποίο ανα­στο­χά­ζε­ται και πά­λι γύ­ρω από το ζή­τη­μα της ει­λι­κρί­νειας στην τέ­χνη, κά­νει λό­γο για την «υπο­θε­τι­κή εμπει­ρία», την «εξ ει­κα­σί­ας» σύλ­λη­ψη κι επι­νό­η­ση. Το ζή­τη­μα αυ­τό, της σχε­τι­κής και όχι από­λυ­της αλή­θειας, της ανει­λι­κρί­νειας της τέ­χνης, απα­σχο­λεί συ­νε­χώς τον ποι­η­τή-ηθο­ποιό και σκη­νο­θέ­τη της γρα­φής του. Η αέ­ναη «διορ­θω­τι­κή ερ­γα­σία» στην οποία υπέ­βαλ­λε τα ποι­ή­μα­τά του, ανα­δια­τάσ­σο­ντάς τα, ανα­μο­χλεύ­ο­ντάς τα, έστω για να κα­θη­λώ­σει τη ρευ­στό­τη­τα της «ει­κα­σί­ας» με ένα κόμ­μα ή μια άνω τε­λεία ή μια παύ­λα, πα­ρα­πέ­μπει στις αλ­λε­πάλ­λη­λες πρό­βες που προη­γού­νται της πα­ρά­στα­σης. Κά­πως έτσι άλ­λω­στε, προ­βά­ρο­ντας διαρ­κώς το ποί­η­μα, με­τα­το­πί­ζο­ντας, ανα­βάλ­λο­ντας συ­νε­χώς την κα­θή­λω­σή του σε ένα ορι­στι­κό και τε­λε­σί­δι­κο νοη­μα­τι­κό πλαί­σιο, λε­πτουρ­γώ­ντας αδιά­κο­πα φί­νες λε­πτο­μέ­ρειες, κα­τα­λή­γει στην εκ­κε­ντρι­κή, ιδιό­τυ­πη και πο­λύ­πλο­κη εκ­δο­τι­κή πρα­κτι­κή του (λυ­τά μο­νό­φυλ­λα, φυλ­λά­δια, «τεύ­χη», αυ­τό­γρα­φα τε­τρά­δια, προ­σω­πι­κές συλ­λο­γές κ.λπ.).

Η Κα­τε­ρί­να Κω­στί­ου, δει­νή με­λε­τή­τρια της ει­ρω­νεί­ας ως συ­στα­τι­κής αρ­χής σε μια ποι­η­τι­κή της ανα­τρο­πής,(Ει­σα­γω­γή στην ποι­η­τι­κή της ανα­τρο­πής. Σά­τι­ρα, ει­ρω­νεία, πα­ρω­δία, χιού­μορ [1995], Νε­φέ­λη 2002) δεν θα μπο­ρού­σε να μη δια­σταυ­ρω­θεί στην ερευ­νη­τι­κή της δια­δρο­μή με τα κα­βα­φι­κά γρα­πτά. Συν­δυά­ζο­ντας τους δισ­σούς λό­γους της σο­φι­στι­κής ει­ρω­νεί­ας με τη δι­προ­σω­πία της μά­σκας, ενερ­γο­ποιεί έναν ευ­έ­λι­κτο μη­χα­νι­σμό ανί­χνευ­σης της κα­βα­φι­κής ποι­η­τι­κό­τη­τας, το προ­σω­πείο. Ερ­γα­λείο δί­κο­πο, κα­θώς το προ­σω­πείο όσο απο­κρύ­πτει ή πα­ρα­πλα­νά, άλ­λο τό­σο απο­κα­λύ­πτει και απο­φε­να­κί­ζει – εξαρ­τά­ται από τους λε­πτούς χει­ρι­σμούς του χρή­στη του. Όπως λέ­ει η ίδια, ο όρος (προ­σω­πείο) έλ­κει την κα­τα­γω­γή του από το κλα­σι­κό δρά­μα: οι dramatis personae δή­λω­ναν κι εξα­κο­λου­θούν να δη­λώ­νουν τους ρό­λους που υπο­δύ­ο­νταν οι ηθο­ποιοί στην αρ­χαιό­τη­τα. Η κρι­τι­κή χρη­σι­μο­ποί­η­σε αρ­χι­κά τον όρο για να δια­κρί­νει τα μέ­ρη ενός ποι­ή­μα­τος που δεν εκ­φέ­ρο­νται από το συγ­γρα­φι­κό εγώ, αλ­λά από τους χα­ρα­κτή­ρες που δη­μιούρ­γη­σε ο συγ­γρα­φέ­ας. Η αρ­χι­κή αυ­τή διά­κρι­ση εξε­λί­χθη­κε ποι­κι­λο­τρό­πως και, στον χώ­ρο της κρι­τι­κής, το προ­σω­πείο θε­ω­ρή­θη­κε ση­μα­ντι­κή συγ­γρα­φι­κή σύμ­βα­ση και κρί­σι­μος οδη­γός ερ­μη­νεί­ας των λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων. […] Το προ­σω­πείο από τον μο­ντερ­νι­σμό κι εξής, έπα­ψε να εί­ναι το «εγώ» ενός πρω­το­πρό­σω­που ποι­ή­μα­τος ή το «alter ego» του συγ­γρα­φέα και με­τα­τρά­πη­κε σε ένα «θραύ­σμα» του κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νου σύγ­χρο­νου αν­θρώ­που, επο­μέ­νως και του συγ­γρα­φι­κού εγώ.

Χα­ρα­κτή­ρες, ήρω­ες, αφη­γη­τές… Από την τρέ­χου­σα σχε­τι­κή ορο­λο­γία η Κω­στί­ου επι­λέ­γει να απο­κα­λέ­σει τα πρό­σω­πα που μι­λούν μέ­σα στο ποι­η­τι­κό κεί­με­νο «προ­σω­πεία», υπο­γραμ­μί­ζο­ντας έτσι και τη δρα­μα­τι­κό­τη­τα της κα­βα­φι­κής γρα­φής, και τη συ­μπε­ρί­λη­ψη στον όρο αυ­τό όλων των ποι­κί­λων αφη­γη­μα­τι­κών δυ­να­το­τή­των, παίρ­νο­ντας συ­νά­μα απο­στά­σεις τό­σο από το φυ­σι­κό και ποι­η­τι­κό εγώ του συγ­γρα­φέα όσο και από τα σκη­νι­κά δρώ­με­να και από τους ρό­λους των ηθο­ποιών του: «Θε­ω­ρώ­ντας τα προ­σω­πεία λει­τουρ­γί­ες του ποι­ή­μα­τος (φο­ρείς ιδε­ών, δεί­κτες θε­μά­των ή μη­χα­νι­σμούς της αφή­γη­σης), λει­τουρ­γί­ες που συ­χνά συ­νυ­πάρ­χουν, χρη­σι­μο­ποιώ τον όρο προ­σω­πείο για όλους τους ρό­λους που απο­τυ­πώ­νο­νται στα κα­βα­φι­κά ποι­ή­μα­τα (εί­τε πρό­κει­ται για φα­ντα­στι­κά εί­τε για ιστο­ρι­κά πρό­σω­πα) και για όλες τις ρη­μα­τι­κές λει­τουρ­γί­ες (εί­τε πρό­κει­ται για αφή­γη­ση εί­τε για δρα­μα­το­ποί­η­ση), αφού όλα τα πρό­σω­πα που κα­τοι­κούν στην ποί­η­ση δεν εί­ναι πα­ρά γλωσ­σι­κές κα­τα­σκευ­ές». (Κ. Κω­στί­ου, …ως όνο­μα ψι­λόν, «Ει­σα­γω­γή», σ. 45.)

Στη συ­νέ­χεια, εντο­πί­ζο­ντας ένα προς ένα τα προ­σω­πεία που φι­λο­τε­χνεί ο Κα­βά­φης στα 154 ποι­ή­μα­τα του «κα­νό­να» του, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τη συ­γκρό­τη­σή τους και την πα­ρου­σία τους (που πυ­κνώ­νει ποι­κι­λο­τρό­πως από το 1918 κι εξής), η Κω­στί­ου κα­τη­γο­ριο­ποιεί τρι­με­ρώς αυ­τό το μα­σκο­φό­ρο πλή­θος, κα­τ’ αρ­χάς ανά­λο­γα με τον ρη­μα­τι­κό τους τύ­πο, το γραμ­μα­τι­κό πρό­σω­πο εκ­φο­ράς του λό­γου (α΄, β΄, γ΄ πρό­σω­πο ενι­κού ή πλη­θυ­ντι­κού), την εστί­α­ση και την ύπαρ­ξη ή μη ταυ­το­τι­κών στοι­χεί­ων των φο­ρέ­ων του λό­γου. Προ­κύ­πτουν έτσι, συν­δυα­στι­κά:

α) Αφη­γη­μα­τι­κά προ­σω­πεία
β) Δρα­μα­τι­κά προ­σω­πεία, και
γ) αφη­γη­μα­τι­κο-δρα­μα­τι­κά προ­σω­πεία

Το αφη­γη­μα­τι­κό προ­σω­πείο, ο φο­ρέ­ας του λό­γου, ο αφη­γη­τής: αντι­λαμ­βά­νε­ται κα­νείς, εί­ναι το απλού­στε­ρο, μο­λο­νό­τι ποι­κίλ­λει ανά­λο­γα με τη συμ­με­το­χή ή μη, την ταύ­τι­ση ή την απο­στα­σιο­ποί­η­ση, π.χ. την απο­ξέ­νω­ση του προ­σω­πεί­ου από πα­λαιό­τε­ρες φά­σεις του εαυ­τού του.

Το δρα­μα­τι­κό προ­σω­πείο, δη­λα­δή το δρων υπο­κεί­με­νο, το οποίο δεν υφί­στα­ται μό­νο του σ’ ένα ποί­η­μα, αφού πρέ­πει απα­ραι­τή­τως να πα­ρου­σιά­ζε­ται από ένα αφη­γη­μα­τι­κό προ­σω­πείο – εί­τε, σε πε­ρί­πτω­ση που αυ­το­πα­ρου­σιά­ζε­ται, με­τα­βάλ­λε­ται σε αφη­γη­μα­τι­κο-δρα­μα­τι­κό προ­σω­πείο.
Αυ­τό το τε­λευ­ταίο (το αφη­γη­μα­τι­κο-δρα­μα­τι­κό προ­σω­πείο) εί­ναι φο­ρέ­ας λό­γου ή σκέ­ψης και συγ­χρό­νως επω­μί­ζε­ται και κά­ποιον ρό­λο.
Η ερ­μη­νεία του ποι­ή­μα­τος επη­ρε­ά­ζε­ται επί­σης από τη διά­κρι­ση ιστο­ρι­κο­φα­νούς ή ιστο­ριο­γε­νούς προ­σω­πεί­ου· τα ταυ­το­τι­κά στοι­χεία του ιστο­ρι­κο­φα­νούς εί­ναι πλα­σμα­τι­κά, υπο­δύ­ο­νται μια ιστο­ρι­κό­τη­τα, άρα μη εντο­πί­σι­μα στον ιστο­ρι­κό χω­ρο­χρό­νο, αλ­λά οιο­νεί πραγ­μα­τι­κά, εφό­σον υπη­ρε­τούν τη δρα­μα­το­ποί­η­ση του θέ­μα­τος και την ιστο­ρι­κή αί­σθη­ση· στο ιστο­ριο­γε­νές προ­σω­πείο, από την άλ­λη, τα ταυ­το­τι­κά στοι­χεία (όνο­μα, ιδιό­τη­τες, αξιώ­μα­τα κ.λπ.) αντι­στοι­χούν σε φυ­σι­κό πρό­σω­πο (π.χ. Ηρώ­δης Ατ­τι­κός). Η διά­κρι­ση, όπως ανα­μέ­νε­ται, εί­ναι λί­αν ση­μα­ντι­κή εφό­σον προ­ϊ­ό­ντος του χρό­νου ο ποι­η­τής εμπνέ­ε­ται όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο από την Ιστο­ρία για να κα­τα­σκευά­σει τα προ­σω­πεία του. Συν­δυα­στι­κά, οι πα­ρα­πά­νω δια­κρί­σεις συν­θέ­τουν έξι κα­τη­γο­ρί­ες προ­σω­πεί­ων (ας μη σας κου­ρά­ζω όμως με τα­ξι­νο­μι­κό ίλιγ­γο), στις οποί­ες πρέ­πει να προ­στε­θούν και τα συλ­λο­γι­κά προ­σω­πεία (π.χ. Αλε­ξαν­δρι­νοί βα­σι­λείς, ή Χρι­στια­νοί, Αντιο­χείς κ.λπ.). Δη­μιουρ­γεί­ται έτσι ένα πο­λυ­φω­νι­κό σύ­μπαν, ένας πο­λύ­βουος κό­σμος, τε­ρά­στιο ηχείο, θαρ­ρείς του μεί­ζο­νος, πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κού ελ­λη­νι­σμού, όπως επι­χεί­ρη­σε να τον εκ­φρά­σει ο Αλε­ξαν­δρι­νός.

Τρια­δι­κό εί­ναι το σχή­μα των προ­σω­πεί­ων, ενταγ­μέ­νων σε ευ­ρεί­ες θε­μα­τι­κές κα­τη­γο­ρί­ες: έρω­τας / τέ­χνη / Ιστο­ρία. Έτσι κα­λου­πώ­νο­νται τα τρία μέ­ρη της πα­ρού­σας με­λέ­της:

Μέ­ρος πρώ­το / Ερω­τι­κά προ­σω­πεία
Μέ­ρος δεύ­τε­ρο / καλ­λι­τε­χνι­κά προ­σω­πεία (ρό­λοι καλ­λι­τε­χνών, ζω­γρά­φων, γλυ­πτών, φι­λό­τε­χνων, ποι­η­τών κ.λπ.)
Μέ­ρος τρί­το / Ιστο­ρι­κά προ­σω­πεία (μέ­σω των οποί­ων περ­νά και πα­γιώ­νε­ται ο φι­λι­στο­ρι­σμός του Κα­βά­φη

Στα ερω­τι­κά κα­βα­φι­κά ποι­ή­μα­τα εί­ναι δρα­στι­κό­τε­ρη η ει­ρω­νι­κή γλώσ­σα, η οποία απο­κα­λύ­πτει απο­σιω­πώ­ντας, υπαι­νίσ­σε­ται, υπο­βάλ­λει, κα­θι­στώ­ντας τον ανα­γνώ­στη κοι­νω­νό μιας μι­σο-κρυμ­μέ­νης, μι­σο-ει­πω­μέ­νης εμπει­ρί­ας. Εί­ναι το κε­φά­λαιο στο οποίο η Κω­στί­ου με­λε­τά τον τρό­πο με τον οποίο η ερω­τι­κή, αι­σθη­σια­κή ποί­η­ση του Κα­βά­φη λει­τουρ­γεί άλ­λο­τε μέ­σω μιας βιω­μα­τι­κής μέ­θε­ξης και άλ­λο­τε μέ­σω μιας οιο­νεί μπρε­χτι­κής απο­στα­σιο­ποί­η­σης, ανά­λο­γα με τη συ­γκρό­τη­ση των προ­σω­πεί­ων. Στα­δια­κά (από το 1917 και εξής, πα­ρα­τη­ρεί η Κω­στί­ου) η αφή­γη­ση απεκ­δύ­ε­ται την αμε­σό­τη­τα της εξο­μο­λό­γη­σης και ανα­τί­θε­ται σε ένα δί­κτυο προ­σω­πεί­ων που ανα­λαμ­βά­νουν να «δεί­ξουν» μέ­σα από τον δι­κό τους λό­γο ή τη δρά­ση τους τη βα­σι­κή ιδέα του ποι­ή­μα­τος, που «πά­ει κι έρ­χε­ται» στοι­χειώ­νο­ντας χώ­ρους δη­μό­σιους, ημι­δη­μό­σιους ή ιδιω­τι­κούς, δη­λω­τι­κούς μιας με­τα­βα­τι­κό­τη­τας ή ρευ­στό­τη­τας. Αυ­τός ο με­τα­βα­τι­κός χώ­ρος με πο­ρώ­δη τα όρια ανά­με­σα στο απο­δε­κτό και το απα­γο­ρευ­μέ­νο, ανα­δει­κνύ­ει το στοι­χείο του φευ­γα­λέ­ου και με­τα­βα­τι­κού της ερω­τι­κής επι­θυ­μί­ας, η οποία υπερ­πη­δά πο­λι­τι­σμι­κούς ή τα­ξι­κούς πε­ριο­ρι­σμούς και απο­κλει­σμούς. Ο ποι­η­τής «δη­μιουρ­γεί ένα προ­σω­πι­κό ερω­τι­κό ποι­η­τι­κό ιδί­ω­μα μέ­σα από το οποίο ανα­δει­κνύ­ει κι εξι­δα­νι­κεύ­ει το αν­δρι­κό κάλ­λος, απο­θε­ώ­νει τον αι­σθη­σια­σμό, εξυ­μνεί την αυ­θε­ντι­κό­τη­τας της ερω­τι­κής έλ­ξης και την αλή­θεια του σώ­μα­τος, στη­λι­τεύ­ει τους συμ­βα­τι­κούς ρό­λους, υπο­νο­μεύ­ει τις κοι­νω­νι­κά προσ­διο­ρι­σμέ­νες ερω­τι­κές ταυ­τό­τη­τες» και όλη τού­τη η ανα­τρε­πτι­κή στά­ση συ­ντε­λεί­ται μέ­σω μιας πο­λύ­τρο­πης ει­ρω­νεί­ας και διά­δρα­σης προ­σω­πεί­ων.

Στα καλ­λι­τε­χνι­κά προ­σω­πεία, ζω­γρά­φοι, γλύ­πτες, χα­ρά­κτες, χρυ­σο­χό­οι, αρ­γυ­ρο­χό­οι, ποι­η­τές, φι­λό­τε­χνοι μι­λούν πε­ρί τέ­χνης, πε­ρί ανα­πα­ρά­στα­σης του κάλ­λους, πε­ρί του ήθους του καλ­λι­τέ­χνη και της σχέ­ση του με την τέ­χνη του. Το προ­σω­πείο γί­νε­ται στα­δια­κά το βα­σι­κό­τε­ρο ερ­γα­λείο του Κα­βά­φη που ανα­δει­κνύ­ει την ει­ρω­νι­κή του γλώσ­σα και την πο­λυ­φω­νία της προ­σω­πι­κής του μυ­θο­λο­γί­ας, κα­θώς μέ­σα από τη ρη­το­ρι­κή και τη δρά­ση των προ­σω­πεί­ων του ανα­πτύσ­σει με­γά­λη κλί­μα­κα τε­χνι­κών. Η συ­γκρό­τη­ση των ποι­κί­λων αυ­τών καλ­λι­τε­χνι­κών προ­σω­πεί­ων και η με­τα­ξύ τους διά­δρα­ση απο­τυ­πώ­νουν την ποι­η­τι­κή δια­δρο­μή του ίδιου του ποι­η­τή σε σπου­δαία ποι­ή­μα­τα ποι­η­τι­κής. Η ποι­η­τι­κή της από­κρυ­ψης, όπως θε­μα­το­ποιεί­ται π.χ, στο ποί­η­μα «Εν τω μη­νί Αθύρ», μνη­μειώ­νει μέ­σα από τις ανα­γνω­στι­κές δυ­σκο­λί­ες, τα χά­σμα­τα και τα κε­νά την ισχύ του θραυ­σμα­τι­κού δρα­μα­τι­κού προ­σω­πεί­ου να δια­τυ­πώ­σει το μέ­γι­στο μέ­σω του ελά­χι­στου. Το ποί­η­μα «Τέ­με­θος, Αντιο­χεύς· 400 μ.Χ.», με ένα δια­δρα­στι­κό παι­χνί­δι πολ­λα­πλών προ­σω­πεί­ων, ατο­μι­κών και συλ­λο­γι­κών (ο πλα­σμα­τι­κός στι­χουρ­γός Τέ­με­θος, ο μυ­η­μέ­νος ανα­γνώ­στης του, ο φα­ντα­στι­κός Εμο­νί­δης – που δα­νεί­ζει το «ψι­λόν» όνο­μά του στον τί­τλο του πα­ρό­ντος βι­βλί­ου – οι «ανί­δε­οι Αντιο­χείς» κ.λπ., συν­θέ­τουν φω­νές και αντι­λά­λους σε ένα λα­βυ­ριν­θώ­δες πλέγ­μα ει­ρω­νεί­ας, όπου ορ­γιά­ζει η από­κρυ­ψη που λει­τουρ­γεί συ­νά­μα και ως απο­κά­λυ­ψη, κα­θώς λέ­γει και κρύ­πτει ταυ­τό­χρο­να. Εύ­στο­χα η Κω­στί­ου πα­ρα­τη­ρεί ότι «το ποί­η­μα δεν αφο­ρά απο­κλει­στι­κά τα καλ­λι­τε­χνι­κά ή ιστο­ρι­κά προ­σω­πεία αλ­λά συ­νι­στά κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο: μια με­τα­ποι­η­τι­κή δια­κή­ρυ­ξη αι­σθη­τι­κών αρ­χών που στε­ρε­ώ­νει το προ­σω­πείο ως το κα­τε­ξο­χήν ερ­γα­λείο της κα­βα­φι­κής ποι­η­τι­κής».

Στη συν­θε­τό­τε­ρη και εκτε­νέ­στε­ρη κα­τη­γο­ρία των ιστο­ρι­κών προ­σω­πεί­ων, ο ανα­γνώ­στης έρ­χε­ται αντι­μέ­τω­πος με ηγε­μό­νες και ηγε­τί­σκους, επώ­νυ­μους και ανώ­νυ­μους αυ­λι­κούς και αυ­λο­κό­λα­κες, απλούς κα­θη­με­ρι­νούς αν­θρώ­πους, κο­μπάρ­σους στο συ­ναρ­πα­στι­κό παι­χνί­δι στην αρέ­να της Ιστο­ρί­ας. Με αφε­τη­ρία κά­ποια ιστο­ρι­κή πη­γή, μια λη­σμο­νη­μέ­νη ή αγνοη­μέ­νη πα­ρά­γρα­φο της Ιστο­ρί­ας, ο ποι­η­τής εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται τις ρωγ­μές, τα κε­νά, τα τυ­φλά ση­μεία των ιστο­ρι­κών κα­τα­γρα­φών και φω­τί­ζει τον πα­ρα­σκη­νια­κό χώ­ρο ή την αθέ­α­τη όψη της Ιστο­ρί­ας, ξη­λώ­νο­ντας την επί­ση­μη, στιλ­βω­μέ­νη εκ­δο­χή της, ανα­δει­κνύ­ο­ντας μέ­σω της «νοη­τι­κής διείσ­δυ­σης στα συ­ναι­σθή­μα­τα τρί­των» δι­λήμ­μα­τα, αντι­φα­τι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές, κρύ­φια κί­νη­τρα και ανο­μο­λό­γη­τες προ­θέ­σεις. Κι­νού­με­νος με άνε­ση στις εκτε­τα­μέ­νες επι­κρά­τειες των ελ­λη­νι­στι­κών βα­σι­λεί­ων ή στους σκο­τει­νούς δια­δρό­μους της βυ­ζα­ντι­νής αυ­το­κρα­το­ρί­ας, ανα­δι­φώ­ντας μαρ­τυ­ρί­ες ιστο­ρι­κών και χρο­νο­γρά­φων, πε­ρι­χα­ράσ­σει τα όρια της δι­κής του ποι­η­τι­κής επι­κρά­τειας, της τέ­χνης του την πε­ριο­χή, ανά­γο­ντας εν τέ­λει τα ιστο­ρι­κά του προ­σω­πεία, μο­λο­νό­τι γειω­μέ­να σε συ­γκε­κρι­μέ­νη στιγ­μή, σε οι­κου­με­νι­κά σύμ­βο­λα.
Προ­φα­νώς και οι τρεις ομα­δο­ποι­η­μέ­νες κα­τη­γο­ρί­ες προ­σω­πεί­ων των ανα­γνω­ρι­σμέ­νων 154 ποι­η­μά­των συν­δέ­ο­νται με­τα­ξύ τους και αρ­κε­τές φο­ρές συ­νυ­πάρ­χουν σε ένα και το αυ­τό ποί­η­μα, υφαί­νο­ντας ένα πυ­κνό δί­κτυο πα­ράλ­λη­λων, τε­μνό­με­νων ή αντι­θε­τι­κών σχέ­σε­ων και συν­θέ­το­ντας μια πο­λυ­φω­νι­κή αν­θρω­πο­γε­ω­γρα­φία, χά­ρη στη δρα­στι­κή αμ­φι­ση­μία της ει­ρω­νεί­ας και χά­ρη στην απα­ρά­μιλ­λη ιστο­ρι­κή αί­σθη­ση και σκη­νο­θε­τι­κή μα­ε­στρία του Κα­βά­φη.

Κι­νού­με­νη, με τη σει­ρά της, με εντυ­πω­σια­κή άνε­ση στο χα­ώ­δες πλέ­ον βι­βλιο­γρα­φι­κό κα­βα­φι­κό δί­κτυο, η Κα­τε­ρί­να Κω­στί­ου δια­βά­ζει και σχο­λιά­ζει υπο­δειγ­μα­τι­κά εκ του σύ­νεγ­γυς τα ποι­ή­μα­τα του κα­βα­φι­κού «κα­νό­να», το­νί­ζο­ντας την κε­ντρι­κή ση­μα­σία του προ­σω­πεί­ου για την κα­τα­νό­η­σή τους και ανά­γο­ντάς το σε κα­τε­ξο­χήν συγ­γρα­φι­κό τέ­χνα­σμα του ποι­η­τή. Οι πλού­σιες υπο­ση­μειώ­σεις της δεν εί­ναι απλώς πα­ρα­πεμ­πτι­κές, αλ­λά δη­λώ­νουν εμπρά­κτως την ισό­τι­μη συ­νο­μι­λία της με τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους κα­βα­φι­στές, υιο­θε­τώ­ντας, διευ­κρι­νί­ζο­ντας πε­ραι­τέ­ρω ή και αναι­ρώ­ντας κά­ποιες από τις από­ψεις τους. Οι πο­λύ­τι­μοι (οκτώ) συ­νο­δευ­τι­κοί πί­να­κες σε ένα Πα­ράρ­τη­μα στο τέ­λος του βι­βλί­ου οπτι­κο­ποιούν τη δια­δρο­μή αυ­τής της έρευ­νας και διευ­κο­λύ­νουν μια «πολ­λα­πλή» (πέ­ραν της γραμ­μι­κής) ανά­γνω­σή της, βά­σει ποι­κί­λων κρι­τη­ρί­ων, ανά­λο­γα με τη στό­χευ­ση του ανα­γνώ­στη: ανα­γρα­φή κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, τί­τλοι των ποι­η­μά­των και προ­σω­πεία σύμ­φω­να με το υιο­θε­τού­με­νο γραμ­μα­τι­κό πρό­σω­πο. Κα­τά­τα­ξη των ποι­η­μά­των σε πέ­ντε ομά­δες με κρι­τή­ριο τον αριθ­μό των προ­σω­πεί­ων που εντο­πί­ζο­νται σε αυ­τά (από ένα έως και πέ­ντε) και ανά­λο­γα με το εί­δος ή τα εί­δη των προ­σω­πεί­ων. Πί­να­κας με θε­μα­τι­κές ενό­τη­τες των ποι­η­μά­των με ερω­τι­κά προ­σω­πεία (π.χ. ερω­τι­κή έντα­ση: ανά­πλα­ση μέ­σω της μνή­μης ή επι­νό­η­ση μέ­σω της φα­ντα­σί­ας / αν­δρι­κό κάλ­λος / ερω­τι­κή έν­δο­ση/εγκρά­τεια). Χρο­νο­λο­γι­κός πί­να­κας γρα­φής και δη­μο­σί­ευ­σης των ποι­η­μά­των με καλ­λι­τε­χνι­κά προ­σω­πεία (Ζω­γρα­φι­κή, γλυ­πτι­κή, ποί­η­ση). Χρο­νο­λο­γι­κός πί­να­κας γρα­φής και δη­μο­σί­ευ­σης των ποι­η­μά­των με ιστο­ρι­κο­φα­νή και ιστο­ριο­γε­νή προ­σω­πεία. Εξαι­ρε­τι­κό βο­ή­θη­μα στον ερευ­νη­τή, αλ­λά και στον υπο­ψια­σμέ­νο ανα­γνώ­στη, το πα­ράρ­τη­μα των πι­νά­κων προ­σφέ­ρε­ται για πολ­λα­πλές ει­σό­δους και συν­δυα­στι­κές πε­ρι­δια­βά­σεις στο σώ­μα των ποι­η­μά­των.

Ει­ρω­νι­κός και θε­α­τρι­κός Κα­βά­φης με έμ­βλη­μα το προ­σω­πείο. Νέο ανα­γνω­στι­κό πρί­σμα, συγ­χρο­νι­σμέ­νο στους μο­ντέρ­νους και με­τα­μο­ντέρ­νους και­ρούς μας, νέ­ος ανα­γνω­στι­κός οδη­γός και χάρ­της για μια ποι­η­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά ανε­ξά­ντλη­τη, απε­ριό­ρι­στη και πά­ντα ανοι­χτή σε ανα­θε­ω­ρή­σεις κι επα­να­προ­σεγ­γί­σεις. Το προ­σω­πείο, πά­ντως, ως ερευ­νη­τι­κός μί­τος στην πα­ρού­σα με­λέ­τη λει­τουρ­γεί ως απο­κα­λυ­πτή­ριο, αφού φα­νε­ρώ­νει πά­μπολ­λες τε­χνι­κές υπό­δυ­σης και ει­ρω­νεί­ας του πα­νούρ­γου και πο­λυ­μή­χα­νου Αλε­ξαν­δρι­νού.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: