Πλέξιμο ιστορίας

Το πυθαγόρειο θεώρημα
Το πυθαγόρειο θεώρημα




Αν απο­φα­σί­σε­τε να πλέ­ξε­τε μια ιστο­ρία, σας χρειά­ζε­ται μαλ­λί. Όταν θα έχε­τε το μαλ­λί, θα πρέ­πει να το γνέ­σε­τε, διό­τι δεν νο­εί­ται πλέ­ξι­μο δί­χως γνέ­σι­μο. Αφού θα το έχε­τε γνέ­σει και θα το έχε­τε κά­νει ένα κου­βά­ρι, θα χρεια­στεί­τε βε­λό­νες του πλε­ξί­μα­τος. Κα­τά κα­νό­να, δύο. Μπο­ρεί­τε όμως να πλέ­ξε­τε με τρεις βε­λό­νες, εί­ναι θέ­μα μα­στο­ριάς. Πολ­λοί μά­στο­ρες εί­ναι γνω­στοί, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ανώ­νυ­μοι. Λί­γοι, με­τρη­μέ­νοι στα δά­χτυ­λα, έπλε­ξαν με τέσ­σε­ρις βε­λό­νες, γε­γο­νός ανά­ξιο απο­ρί­ας, αφού τέσ­σε­ρις βε­λό­νες εί­χαν στη διά­θε­σή τους.

Έτσι και αρ­χί­σε­τε να πλέ­κε­τε, το πλέ­ξι­μο δεν στα­μα­τά­ει, εκτός αν βα­ρε­θεί­τε και αφή­σε­τε ό,τι έχε­τε πλέ­ξει στην άκρη. Πολ­λοί βα­ρέ­θη­καν και εί­ναι γνω­στοί. Πε­ρισ­σό­τε­ροι δεν βα­ρέ­θη­καν να αφή­νουν τα πλε­κτά τους στην άκρη. Μπο­ρεί­τε βε­βαί­ως να ξε­κι­νή­σε­τε ένα άλ­λο πλέ­ξι­μο με το ίδιο κου­βά­ρι μαλ­λί και με τις ίδιες βε­λό­νες. Πολ­λοί δεν απο­χω­ρί­στη­καν το κου­βά­ρι τους, νο­μί­ζο­ντας πως εί­χαν ξε­κι­νή­σει άλ­λο πλέ­ξι­μο, ας ήταν το ίδιο. Πε­ρισ­σό­τε­ροι άλ­λα­ξαν κου­βά­ρι μαλ­λί, ας ήταν εκεί­νο που εί­χαν απο­χω­ρι­στεί. Πά­ντως, αν ξε­κι­νή­σε­τε να πλέ­κε­τε με δύο βε­λό­νες, δεν γί­νε­ται να χρη­σι­μο­ποι­ή­σε­τε τρί­τη βε­λό­να. Η τρί­τη βε­λό­να χρη­σι­μο­ποιεί­ται από την αρ­χή. Ομοί­ως, αν πλέ­κε­τε με τρεις βε­λό­νες, δεν γί­νε­ται να πλέ­ξε­τε με δύο. Το κου­βά­ρι δεν έχει αντίρ­ρη­ση να χρη­σι­μο­ποι­ή­σε­τε δύο ή τρεις βε­λό­νες. Το κου­βά­ρι πρέ­πει να ξέ­ρει ότι φτά­νει για όλο το πλέ­ξι­μο, ώστε να εί­ναι έτοι­μο. Πλέ­κου­με με το κου­βά­ρι που έχου­με. Πολ­λοί πλέ­κουν με δα­νει­κό κου­βά­ρι. Πε­ρισ­σό­τε­ροι πλέ­κουν χω­ρίς κου­βά­ρι.

Εν­νο­εί­ται πως πριν ξε­κι­νή­σε­τε το πλέ­ξι­μο, δεν ξέ­ρε­τε τι θέ­λε­τε να πλέ­ξε­τε, το μαλ­λί ξέ­ρει όμως πως θα το πλέ­ξε­τε. Ξε­φυλ­λί­ζε­τε έναν κα­τά­λο­γο που πε­ρι­λαμ­βά­νει κάλ­τσες, γά­ντια, φου­λά­ρια, που­λό­βερ, ζα­κέ­τες, σε­λι­δο­δεί­κτες, ζώ­νες, μπλού­ζες, πα­τά­κια, χα­λά­κια, σκου­φιά και σκου­φά­κια, πε­τσέ­τες και πε­τσε­τά­κια, κορ­δό­νια πα­που­τσιών, ημε­ρο­λό­για τοί­χου, κορ­νί­ζες και κε­ντή­μα­τα, κα­λύμ­μα­τα κα­να­πέ­δων και κρε­βα­τιών, κου­βέρ­τες και κου­βρε­λί, κα­σκόλ και λοι­πά. Δεν απο­κλεί­ο­νται μάλ­λι­νες φα­νέ­λες, μάλ­λι­νες επι­γο­να­τί­δες, μάλ­λι­να τσα­πρά­ζια και μάλ­λι­νες εμ­βά­δες. Μάλ­λι­να σώ­βρα­κα και μάλ­λι­νες κι­λό­τες δεν εν­δεί­κνυ­νται, επει­δή το μαλ­λί προ­κα­λεί φα­γού­ρα, πα­ρό­λο που εί­ναι γνω­στό ότι το ξύ­σι­μο δεν θε­ρα­πεύ­ει την φα­γού­ρα, που όσο και αν την ορ­γώ­νεις, χα­μέ­νος πά­ει ο κό­πος, ώσπου να εξα­ντλη­θείς και να μεί­νεις ξα­πλω­μέ­νος ανά­σκε­λα, πε­ρι­μέ­νο­ντας το τα­βά­νι να σε πλα­κώ­σει για εξι­λα­σμό των αμαρ­τιών σου.

Με άλ­λα λό­για, αρ­χί­ζε­τε να πλέ­κε­τε με­τά το ξε­φύλ­λι­σμα του κα­τα­λό­γου και όπως σας βγει το πλέ­ξι­μο. Πολ­λοί το πλε­κτό μί­ση­σαν, το πλέ­ξι­μο ου­δείς. Ωστό­σο, άλ­λοι το πλέ­ξι­μο μί­ση­σαν και το πλε­κτό ου­δείς. Δεν γί­νε­ται να μι­σή­σεις το πλέ­ξι­μο και το πλε­κτό μα­ζί. Αν πά­ντως μι­σή­σεις το πλέ­ξι­μο και το πλε­κτό μα­ζί, έκα­νες λά­θος που έπια­σες βε­λό­νες του πλε­ξί­μα­τος στα χέ­ρια σου. Αν αστό­χα­στα έπια­σες βε­λό­νες του πλε­ξί­μα­τος στα χέ­ρια σου, δεν πει­ρά­ζει: πολ­λοί πλα­νή­θη­καν ότι το πλέ­ξι­μο εί­ναι παί­ξι­μο. Πε­ρισ­σό­τε­ροι πλα­νή­θη­καν ότι το παί­ξι­μο εί­ναι πλέ­ξι­μο.

Εν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, πά­ντα πρέ­πει να υπο­λο­γί­ζε­τε πό­σο μαλ­λί σάς χρειά­ζε­ται. Για κα­λό και για κα­κό, επει­δή μπο­ρεί να λο­γα­ριά­σα­τε επι­πο­λαί­ως, ας έχε­τε και μια γά­τα να παί­ζει με το κου­βά­ρι. Ένα κου­βά­ρι, ας πού­με, φτά­νει για να πλέ­ξεις δύο κάλ­τσες αν εί­ναι κο­ντές. Πό­σα κου­βά­ρια χρειά­ζο­νται άρα­γε για να πλέ­ξεις κάλ­τσες ψη­λές, αυ­τές που φτά­νουν δέ­κα πό­ντους πά­νω από τον αστρά­γα­λο; Ο υπο­λο­γι­σμός εί­ναι εύ­κο­λος: αν το δε­ξί πό­δι εί­ναι ίδιο με το αρι­στε­ρό, το τε­τρά­γω­νο της υπο­τει­νού­σης πά­νω ακρι­βώς από τον αστρά­γα­λο εί­ναι ίσο με το άθροι­σμα των δύο άλ­λων πλευ­ρών, όπως λέ­ει το πυ­θα­γό­ρειο θε­ώ­ρη­μα. Με άλ­λα λό­για, κά­ποια στοι­χειώ­δη μα­θη­μα­τι­κά, κά­ποιες ανα­λο­γί­ες χρειά­ζο­νται. Δεν εί­ναι όλες οι κάλ­τσες, επί πα­ρα­δείγ­μα­τι, κάλ­τσες, επει­δή έχουν μά­κρος, φάρ­δος, ύψος, πά­χος.

Με­τά από αυ­τούς τους υπο­λο­γι­σμούς, νέ­ες πα­ρα­δο­χές εί­ναι ανα­γκαί­ες: πού θα κα­θί­σε­τε για να πλέ­ξε­τε; Αν κα­θί­σε­τε σε κα­ρέ­κλα, με­τά πό­ση ώρα θα αρ­χί­σει να πο­νά­ει η μέ­ση σας; Και αν ση­κω­θεί­τε, πό­ση ώρα θα πλέ­κε­τε σε όρ­θια στά­ση; Πρέ­πει να λά­βε­τε υπό­ψη σας πως η γά­τα θα αρ­χί­σει να παί­ζει με το κου­βά­ρι πε­σμέ­νο στο πά­τω­μα, το οποίο θα ξε­τυ­λί­γε­ται όσο εσείς θα πλέ­κε­τε, κα­θι­σμέ­νοι ή όρ­θιοι. Κα­λό λοι­πόν και χρή­σι­μο εί­ναι να κλεί­σε­τε τη γά­τα σε ένα δω­μά­τιο για να μην κυ­νη­γά­ει το κου­βά­ρι. Εντέ­λει, μην αφή­νε­τε πο­τέ το κου­βά­ρι στο πά­τω­μα, ακό­μα και αν δεν έχε­τε γά­τα. Το πλέ­ξι­μο δεν πρέ­πει να τα­ρά­ζει το κου­βά­ρι και το κου­βά­ρι δεν πρέ­πει να τα­ρά­ζει το πλέ­ξι­μο.

Ει­δι­κή πε­ρί­πτω­ση απο­τε­λεί το πλέ­ξι­μο του που­λό­βερ, το οποίο όσο εύ­κο­λα πλέ­κε­ται, άλ­λο τό­σο εύ­κο­λα ξη­λώ­νε­ται. Όπως εί­ναι γνω­στό, εί­ναι εύ­κο­λο να πιά­σεις εκεί­νη την άκρη του που­λό­βερ από την οποία θα αρ­χί­σει το ξή­λω­μα. Αν, κα­κή τύ­χη, εκεί­νη η άκρη κο­πεί, το που­λό­βερ θα μεί­νει μι­σο­ξη­λω­μέ­νο, σε εκεί­νη την θλι­βε­ρή κα­τά­στα­ση που δεν παίρ­νει για­τρειά. Το αξί­ω­μα εί­ναι πως το μι­σό δεν έχει σχέ­ση με το ολό­κλη­ρο και πως το ολό­κλη­ρο δεν σώ­ζε­ται, επει­δή έχει μεί­νει μι­σό. Ας μην σας απα­σχο­λή­σει το έσχα­το κα­κό που συμ­βαί­νει όταν το μαλ­λί ξη­λώ­νε­ται με­μιάς και το ξη­λω­μέ­νο που­λό­βερ εί­ναι ένα κου­βά­ρι για πέ­τα­μα, επει­δή ό,τι εί­ναι για πέ­τα­μα δεν εί­ναι χρή­σι­μο ού­τε για τις γά­τες.

Επει­δή το θέ­μα μας εί­ναι το πλέ­ξι­μο μιας ιστο­ρί­ας, ας ορί­σου­με ότι η ιστο­ρία πλέ­κε­ται από το μαλ­λί ενός που­λό­βερ που έχει ξη­λω­θεί, από ένα κου­βα­ρια­σμέ­νο μαλ­λί που εί­ναι ή δεν εί­ναι για πέ­τα­μα, υπεν­θυ­μί­ζο­ντας ότι το πέ­τα­μα δεν ανα­κα­λεί­ται, αλ­λά ανα­βάλ­λε­ται, ενώ το κου­βά­ρι δεν ανα­βάλ­λε­ται, επει­δή ανα­κα­λεί­ται, επει­δή το κου­βά­ρι εί­ναι πά­ντα και συ­νε­χώς κου­βά­ρι. Το που­λό­βερ αχρη­στεύ­ει το μαλ­λί και όχι το μαλ­λί το που­λό­βερ. Αυ­τό δεν ση­μαί­νει ότι αλ­λά­ζου­με μαλ­λί, αλ­λά­ζου­με όμως που­λό­βερ, επει­δή το μαλ­λί φτιά­χνει το που­λό­βερ και όχι το που­λό­βερ το μαλ­λί. Εί­ναι φα­νε­ρό πως όταν πλέ­κου­με μια ιστο­ρία, ού­τε το μαλ­λί ού­τε το που­λό­βερ μάς εν­δια­φέ­ρουν. Διό­τι χω­ρίς βε­λό­νες πλε­ξί­μα­τος δεν πλέ­κε­ται η ιστο­ρία. Πολ­λοί έβγα­λαν μια πλεγ­μέ­νη ιστο­ρία χω­ρίς βε­λό­νες πλε­ξί­μα­τος. Πε­ρισ­σό­τε­ροι έβγα­λαν τα μά­τια τους, επει­δή νό­μι­ζαν πως οι βε­λό­νες πλε­ξί­μα­τος βγά­ζουν μια πλεγ­μέ­νη ιστο­ρία και έσκυ­βαν για να θαυ­μά­σουν το πλέ­ξι­μο της ιστο­ρί­ας. Για κα­λό και για κα­κό λοι­πόν, ας έχε­τε και μια γά­τα.

Σε αυ­τό το ση­μείο να υπο­γραμ­μί­σου­με ότι όποιος έχει το που­λό­βερ του ή νο­μί­ζει ότι το έχει και δεν το βγά­ζει από πά­νω του, δεν έχει μαλ­λί για πλέ­ξι­μο. Πολ­λοί δεν έβγα­λαν πο­τέ το που­λό­βερ που εί­χαν πλέ­ξει. Πε­ρισ­σό­τε­ροι έπλε­ξαν το ίδιο που­λό­βερ, επει­δή το μαλ­λί πε­ρίσ­σευε. Δεν κα­τά­λα­βαν ότι δεν φο­ράς το ίδιο που­λό­βερ δύο φο­ρές, αφού δεν μπαί­νεις δύο φο­ρές στο ίδιο πο­τά­μι, στο ίδιο νε­ρό, στην ίδια ιστο­ρία. Για κα­λό και για κα­κό, η γά­τα δεν μπαί­νει πο­τέ στο νε­ρό. Και συ­νε­πώς δεν φο­ρά­ει που­λό­βερ.

Το επι­μύ­θιο, αν απο­φα­σί­σε­τε να πλέ­ξε­τε μια ιστο­ρία, εί­ναι να εί­σα­στε έτοι­μοι να την ξη­λώ­σε­τε.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: