Όντεν: Μετάλογος στον «Μαγικό αυλό»

Michael Mathias Prechtl (1926-2003)
Michael Mathias Prechtl (1926-2003)
(Στίχοι που γράφτηκαν για τον εορτασμό των 200 χρόνων από τη γέννηση του Μότσαρτ, το 1956. Για να τους πει ο τραγουδιστής που παίζει τον ρόλο του Σαράστρο.)

Ρι­λάξ, μα­έ­στρο μου λοι­πόν,
και άσε κά­τω το μπα­τόν:
Μό­νο οι γε­ρο­πα­ρά­ξε­νοι θα κα­τσου­φιά­σουν
Αν δια­τά­ξεις για τον Πρί­γκι­πα
ανα­στο­λή των δο­κι­μα­σιών,
ώστε να πει ο Σα­ρά­στρο τον Με­τά­λο­γον αυ­τόν,
Φόρ­μα από μας κα­θ' όλα απο­δε­κτή,
αν και τί­πο­τα δεν πρό­βλε­ψαν
ο Αρι­στο­τέ­λης ή ο Μπουα­λό γι' αυ­τή.
Κά­θε σύγ­χρο­νος ακρο­α­τής τη βρί­σκει ορ­θή,
διό­τι δεν ανα­μέ­νου­με πα­ρά τη δια­κο­πή
αφό­του εγεν­νή­θη η νέα θε­ό­της,
που ονο­μά­ζου­με Έμ­μι­σθο Εκ­φω­νη­τή,
και που με πρό­ζα κουά­ζι Οσια­νι­κή
τους ερα­στές δια­κό­πτει
την ορ­χή­στρα πε­τσο­κό­φτει
για να μας πει τον χο­ρη­γό
και τί σπου­δαία μάρ­κα εί­ναι αυ­τή.
Όχι ότι έχω να δια­φη­μί­σω κά­ποιο προ­ϊ­όν
που τρώ­γε­ται που πί­νε­ται ή που ρού­χο γί­νε­ται·
η τέ­χνη ού­τε κο­μπό­δε­μα ού­τε σκου­πί­δια γί­νε­ται:
εγώ ήρ­θα εδώ τον ύμνο του Μο­ζάρ να δια­λα­λή­σω
μα όχι και να τον που­λή­σω,
αυ­τόν που εγεν­νή­θη­κε στον κό­σμο αυ­τό
τον άγριο και οδυ­νη­ρό
στο Σάλτσ­μπουργκ δια­κό­σια χρό­νια προ,
όταν οι βα­σι­λείς ήσαν πολ­λοί
κι οι μη­χα­νές μία ή δύο το πο­λύ
και σπά­νια συ­να­ντού­σες έναν νε­ω­τε­ρι­σμό-
τον ανοι­χτό αθεϊ­σμό.
(Για κά­ποιον που σή­με­ρα στη Νέα Υόρ­κη μέ­νει
με δί­χως υπη­ρέ­τη τις επι­θυ­μί­ες του να προ­φταί­νει
δεν φαί­νε­ται πο­λι­τι­κά ορ­θό
η ιδιο­φυία με την κε­φα­λή ασκε­πή
να στέ­κε­ται κλα­ρί­νο
μπρο­στά στον Αρ­χιε­πί­σκο­πο εκεί­νο:
άλ­λο αν ο Μό­τσαρτ δεν χρειά­στη­κε πο­τέ
το κρε­βά­τι του να στρώ­σει
ή την μπου­γά­δα του ν' απλώ­σει.)

Του Αν­θρώ­που όπως και της Μου­σι­κής η ιστο­ρία
δεν ακο­λου­θεί του κά­βου­ρα πο­ρεία,
και δεν υπάρ­χει αυ­τός που να μπο­ρεί να θυ­μη­θεί
τί επί Φρα­γκί­σκου αρ­χι­δου­κός
πε­ριε­λάμ­βα­νε το χρυ­σω­ρυ­χείο του ωτός
ενός που ενώ τον Αυ­λό εί­χε γνω­ρί­σει
το Δα­χτυ­λί­δι δεν του εί­χε ακό­μα ομι­λή­σει:
Κά­θε επο­χή έχει τον τρό­πο της
με την ακου­στι­κή.
Ο Μό­τσαρτ των πα­τέ­ρων μας
ήταν πε­τα­χτού­λης, ρο­κο­κό, γλυ­κού­λης,
μα τού ΄λει­πε το με­γα­λείο το φο­βε­ρό,
ένας βιεν­νέ­ζος ιτα­λός· μα τού­το
έχει με­τα­βλη­θεί
αφό­του οι μου­σι­κο­κρι­τι­κοί εμά­θα­νε
τί πα να πει να έχεις «αλ­λο­τριω­θεί»·
Τώ­ρα ανά­με­σα στους Γερ­μα­νούς έχει κα­τα­τα­χτεί,
ένα Γκάιστ που έγρα­φε τη μου­σι­κή από Αν­γκστ,
και απο­λαύ­ει στα φε­στι­βάλ τα διε­θνή
ιδί­ου ανα­στή­μα­τος με κά­θε Δω­δε­κά­φθογ­γο παι­δί·
Σε κροί­σους και σε κού­κλους
το ίδιο δέ­ος προ­κα­λεί,
κι εκεί­να ακό­μα τα Ντι­βερ­τι­μέ­ντα που έγρα­ψε
να παί­ζο­νται κα­θώς κρο­τούν φελ­λοί
κι ο οί­νος ρέ­ει,
ο μι­λόρ­δος με θό­ρυ­βο μα­σά
κι η Μι­λέ­δη με θό­ρυ­βο μι­λά,
ακού­γο­νται μέ­σα σε θρη­σκευ­τι­κή σιω­πή
με την παρ­τι­τού­ρα στα γό­να­τα ανοι­χτή,
σαν κουαρ­τέ­το γραμ­μέ­νο απ' το πιο κου­φό
από τα τρία Μπι.
Και τί ακο­λου­θεί; Ου­δείς μπο­ρεί να φα­ντα­στεί αν
Σε αί­θου­σες συ­ναυ­λιών, με­τά δια­κό­σια έτη,
Όταν μο­τσάρ­τεια κύ­μα­τα ηχη­τι­κά
θ’ ανα­τα­ρά­ζουν τον αέ­ρα δρα­στι­κά,
των ει­δη­μό­νων τα δά­κρυα θα τρέ­χου­νε καυ­τά,
ού­τε να πει πό­σο ψη­λά ο τό­νος ο ορ­χη­στρι­κός θα ανε­βεί,
και πό­σοι τό­νοι θα απαρ­τί­ζουν τη σει­ρά,
ού­τε με ποία ρυθ­μι­κή αγω­γή
την επι­φά­νεια της σε­λή­νης
μι­λιού­νια πό­δια θα με­τρά­νε ρυθ­μι­κά,
η φόρ­μα της Σουί­τας για πιά­νο με­τα-Ατο­μι­κό
πώς θα έχει προ­ε­τοι­μα­στεί από έναν Κέιτζ συ­γκαι­ρι­νό.
Κά­θε συν­θέ­της όπε­ρας μπο­ρεί να ενο­χλη­θεί
Από τη δυ­σφο­ρία που με­τα­γε­νε­στέ­ρως το κεί­με­νό του προ­κα­λεί :
Ως και του μα­θη­τού­δι του Μα­κό­λεϊ σή­με­ρα ξέ­ρει κα­λά
Τί θα’ λε­γαν ο Ρό­μπερτ Γκρέι­βς ή η Μάρ­γκα­ρετ Μιντ
Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά
Για των φύ­λων τη δια­πλο­κή στο έρ­γο αυ­τό
Που γρά­φτη­κε σε κεί­νον τον σκο­τει­νό βαρ­βα­ρι­κό και­ρό
Προ­τού η της Επο­χής Χαλ­κού Μη­τριαρ­χία
Δώ­σει τη θέ­ση της στη Σύγ­χρο­νη Μα­μο­κρα­τία.
Μα πού εί­ναι οι Ρω­μαί­οι πα­τε­ρά­δες και κεί­νη τους η θε­ω­ρία,
Πού μα πού, εκ­φρά­ζει ο κύ­ριος Μί­τι απο­ρία,
Λο­ξο­κοι­τώ­ντας προς τη ζω­τι­κή συμ­βία
Που με χεί­λια σφιγ­μέ­να και φρύ­δια σου­φρω­μέ­να
Πε­ρι­φρο­νεί και απο­στρέ­φε­ται τη ρω­μαϊ­κή άπο­ψη
Για τη γυ­ναι­κεία παι­δεία.
Στα Χί­λια-εν­νια­κό­σια-πε­νη­ντα­έ­ξι
Μας φαί­νε­ται η Βα­σί­λισ­σα
Πρύ­τα­νης απο­τε­λε­σμα­τι­κός κι ακρι­βο­πλη­ρω­μέ­νος
(που όπως ξέ­ρου­με διευ­θύ­νει το Κο­λέ­γιο ορι­σμέ­νως),
ο Σα­ρά­στρο, που αντέ­χε­ται επει­δή ξέ­ρει πολ­λά,
μα­θή­μα­τα πα­ρα­δί­δει Ιστο­ρί­ας και άλ­λα,
για πράγ­μα­τα αρ­χαία και μυ­θι­κά
στο Μπριν Μορ, το Βα­σάρ, το Μπέ­νινγ­κτον, το Σμιθ
και άλ­λα κο­λέ­για εκλε­κτά·
η Πα­μί­να για το Τάιμ επαγ­γελ­μα­τι­κά ερευ­νά
ώστε το Πι έιτς Ντί του να πά­ρει ο Τα­μί­νο
που αρ­ρε­νω­πή σο­φία κα­τά πως θέ­λει κα­τα­κτά
ενώ αλ­λά­ζει πά­νες και το πλύ­σι­μο των πιά­των ξε­πε­τά·
η Πα­πα­γκέ­να η γλυ­κιά σαν βρει σχό­λη και και­ρό για ανε­με­λιά
στο ρα­διό­φω­νο του Μό­τσαρτ όπε­ρες ακού­ει στα πε­τα­χτά,
Ενώ ο Πα­πα­γκέ­νο, θλι­βε­ρό κι όμως αλη­θι­νό,
Από το γκλό­κεν­σπιλ σα­φώς το τζούκ­μποξ προ­τι­μά,
Και πώς – πράγ­μα στο πα­ρελ­θόν απλό-
Πει­στι­κά θα πα­ρα­στή­σου­με κα­κούρ­γο δη­μο­κρα­τι­κό;
Ο Μο­νό­στα­τος κα­κούρ­γος πρέ­πει να φα­νεί
Χω­ρίς θρη­σκεία, επάγ­γελ­μα ή εθνι­κή κα­τα­γω­γή.
Έρ­γο που δια­κό­σια τό­σα χρό­νια τώ­ρα ζει,
Δια­θέ­τει σί­γου­ρα αντο­χή,
Κι οι όπε­ρες, μα το θεό, πρέ­πει ν’ αντέ­ξου­νε πολ­λά:
Ό,τι η με­γα­λο­φυ­ΐα δη­μιουρ­γεί, η μα­ταιό­δο­ξη μι­κρό­τη­τα το κα­ταρ­γεί.
Και τί πέ­φτει πο­λύ για τη δι­κή τους αντο­χή;
Η Ντί­βα που φιο­ρι­τού­ρες και κο­ρό­νες επι­νο­εί
Που απ’ τον γε­ρο­ξε­κού­τη το συν­θέ­τη δεν έχου­νε γρα­φτεί,
Ο πα­ρα­παι­νε­μέ­νος πλη­κτι­κός μα­έ­στρος Χι
Που την παρ­τι­τού­ρα πε­τσο­κό­φτει και αλ­λά­ζει τον αδό­ξα­στο στη ρυθ­μι­κή αγω­γή,
Ο σκη­νο­θέ­της Ψι που μ’ ευ­φυ­ΐα ευ­ρε­σι­τε­χνι­κή
Τους άθλιους τρα­γου­δι­στές το­πο­θε­τεί στο λάκ­κο της ορ­χή­στρας
Ενώ βά­ζει χο­ρευ­τές να τους μι­μού­νται στη σκη­νή,
Ο Σκη­νο­γρά­φος Φι που σε υπε­ρω­κε­ά­νιο το έρ­γο επι­βι­βά­ζει
Ενώ σορτς στα κο­ρί­τσια και ναυ­τι­κά κα­πέ­λα στους άντρες βά­ζει·
Αλ­λά η Με­γα­λο­φυ­ΐα θριαμ­βεύ­ει κό­ντρα σε όλες τις ανα­πο­διές,
Και υπερ­πη­δά εμπό­διο με­γα­λύ­τε­ρο από όλες αυ­τές—,
Τη με­τά­φρα­ση σε αλα­μπουρ­νέ­ζι­κα οπε­ρα­τι­κά
(οι Αγ­γλί­δες μας σο­πρά­νο κα­τα­δι­κά­ζο­νται σε λαγ­γε­μέ­νη ηδυ­πά­θεια
για­τί οι τε­νό­ροι μας πρέ­πει να κρύ­βου­νε τη νευ­ρο­πά­θεια
Καλ­μά­ρει τα φρα­γκι­κά, ανα­ζω­ο­γο­νεί τα ελ­λη­νι­κά:
Η Με­γα­λο­φυ­ΐα ξε­περ­νά κά­θε –ισμό, ακό­μα και τον
Πιο σι­κά­το κα­θω­σπρε­πι­σμό.
Εμείς που τί­πο­τα δεν γνω­ρί­ζου­με ―πράγ­μα φυ­σι­κό―
Για κα­θε­τί μελ­λο­ντι­κό, μπο­ρού­με
Του­λά­χι­στον να προ­φη­τέ­ψου­με πως
Εί­τε ζουν σε με­τέ­ω­ρα κου­τιά από πλα­στι­κό,
Εφαρ­μό­ζουν τον γά­μο τον ομα­δι­κό και τρέ­φο­νται από κά­ποιον σω­λη­να­γω­γό,
Με κόμ­μω­ση απί­θα­νη και με ρού­χο όσο που παίρ­νει παρ­δα­λό,
Τα πλή­θη θα στρι­μώ­χνο­νται το δυο χι­λιά­δες εκα­τόν πε­νη­ντα­ο­χτώ
Και θα πλη­ρώ­νουν με νό­μι­σμα όσο που παίρ­νει εξω­τι­κό,
Ν’ ακού­σουν το Σα­ρά­στρο μέ­σα απ’ τα γέ­νια του ν’ αφή­νει κε­ραυ­νό,
Οι γνώ­στες θα νεύ­ουν μ’ ευ­χα­ρί­στη­ση κά­θε φο­ρά που θα σο­νά­ρει
Κα­θα­ρό το φα ψη­λό που αντη­χεί στην άρια την ξα­κου­στή που τρα­γου­δά­ει
Εκεί­νο το βα­σι­λι­κό νυ­κτό­βιο θη­λυ­κό,
Και κά­ποιο αλ­λό­κο­το πλά­σμα από το Μπρονξ
Θ’ αφή­νει ενε­ούς τους τύ­πους της Παρκ Άβε­νιου
Παί­ζο­ντας στα δά­χτυ­λα όλους τους Κέ­χελ αριθ­μούς.
Πό­σο λοι­πόν φα­ντά­ζει ται­ρια­στό να γιορ­τά­ζου­με τα γεν­νη­τού­ρια
Ενός που στη φτω­χή μας γη κα­νέ­να δεν έκα­νε κα­κό,
Αρι­στουρ­γή­μα­τα έγρα­φε με το κι­λό
Τρε­λαί­νο­νταν με την ξα­δέρ­φη του χιού­μορ λου­τρού ν’ ασκεί,
Και τον κή­δε­ψαν φτω­χό μες στη βρο­χή,
Και τον όμοιό του κα­νείς μας δεν θα ξα­να­δεί:
Πό­σο πρέ­πον ει­σέ­τι να συγ­χω­ρού­με·
Όπως κι ο Μό­τσαρτ, αν ήταν ζω­ντα­νός, κα­λό­γνω­μα
τη σκιά του Σα­λιέ­ρι ας θυ­μη­θού­με,
που τον εί­πα­νε φο­νιά και τα έρ­γα του άπαι­χτα
τ’ αφή­σαν στη σκιά,
κι ού­τε σαν παι­νεύ­ου­με τους νε­κρούς, πρέ­πει να ξε­χνού­με
πως δό­ξα τω θεώ ο Στρα­βίν­σκι εί­ναι ακό­μα εδώ.
Μπά­στα! Μα­έ­στρο, κά­νε τα που­λά­κια σου να κε­λαη­δή­σουν!
Σε όλες τις καρ­διές, όπως σε αυ­τό εδώ το φι­νά­λε, η Λο­γι­κή
Κι η Αγά­πη με στε­φά­νια ας στο­λι­στούν λα­μπρά
Και πά­λι δί­καια ας κυ­βερ­νή­σουν.



Μοτσαρτία 1034

1956: Ένα αλ­λό­κο­το αντικεί­με­νο (κα­θώς πρό­κει­ται για κεί­με­νο) προ­σα­στε­ρώ­νε­ται στο λι­θό­στρω­το της Μο­τσαρ­τί­ας 1034 – του μι­κρο­α­στε­ροει­δή που ανα­κα­λύ­φθη­κε το 1924 από Ρώ­σο αστρο­νό­μο και βα­φτί­στη­κε προς τι­μήν του Β. Α. Μό­τσαρτ. Ένας λό­γος με­τά τον λό­γο, ένας «Με­τά­λο­γος στον “Μα­γι­κό Αυ­λό”». Γέν­νη­μα της ανα­πό­δρα­στης πα­ρα­ξέ­νω­σης (απο­στα­σιο­ποί­η­σης ή όπως) που αδελ­φο­ποιεί Γ.Χ. Όντεν και Μπέρ­τολτ Μπρε­χτ εμ­φυ­τεύ­ο­ντας τον κρι­τι­κό δαί­μο­να στο ποι­η­τι­κό μά­γευ­μα των δυο ποι­η­τών, στο πρώ­το μι­σό του ει­κο­στού αιώ­να, όταν ο ενα­γκα­λι­σμός ποί­η­σης και αλή­θειας, με­τά τό­σους πο­λέ­μους, με­τά τό­ση φρί­κη, με­τά τό­σες σα­τα­νι­κές ωραιο-ποι­ή­σεις κα­τα­στρο­φών από τους χι­τλε­ρι­κούς («Νύ­χτα και Ομί­χλη», μια επι­χεί­ρη­ση βιο­λο­γι­κής-φυ­λε­τι­κής εξό­ντω­σης· «Σο­νά­τα του σε­λη­νό­φω­τος» ο εξο­ντω­τι­κός παν­σέ­λη­νος βομ­βαρ­δι­σμός του Κό­βε­ντρι ή «Επι­χεί­ρη­ση εα­ρι­νή αύ­ρα» ή «Επι­χεί­ρη­ση θα­λασ­σι­νός αφρός» κ.ο.κ.) γί­νε­ται όλο και πιο θα­νά­σι­μος και για τις δυο, με το κοι­νό της αλή­θειας κα­τα­τρο­μο­κρα­τη­μέ­νο, και της ποί­η­σης πε­ρί­που εξου­δε­τε­ρω­μέ­νο. («Εσκεμ­μέ­να απο­φεύ­γω το εί­δος της οπτι­κής κα­λο­λο­γί­ας που δεν ρι­ζώ­νει στο γλωσ­σι­κό βί­ω­μα» γρά­φει ο προ­βλη­μα­τι­σμέ­νος ως ποι­η­τής Όντεν το 1964.)

1956: Γιορ­τά­ζο­νται τα 200 χρό­νια από τη γέν­νη­ση του Β.Α. Μό­τσαρτ (1756-1791) και στο πλαί­σιο της γιορ­τής ο Γ.Χ. Όντεν που βρι­σκό­ταν στην Αμε­ρι­κή και ήδη από το 1948 δή­λω­νε «εθι­σμέ­νος στην όπε­ρα», απο­δί­δο­ντας τον εθι­σμό στον συ­νερ­γά­τη και εταί­ρο του Τσέ­στερ Κάλ­μαν (αυ­το­προσ­διο­ρί­ζο­νταν οι δυο τους ως εν γέ­νει μία και μο­να­δι­κή «εται­ρι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα») , ανέ­λα­βε με τη συ­νερ­γα­σία του Κάλ­μαν τη με­τά­φρα­ση του λι­μπρέ­του του Εμά­νου­ελ Σι­κα­νέ­ντερ (1751-1812) για την όπε­ρα «Ο Μα­γι­κός Αυ­λός» (1791) και για λο­γα­ρια­σμό του Θέ­α­τρου Όπε­ρας του αμε­ρι­κά­νι­κου τη­λε­ο­πτι­κού δι­κτύ­ου NBC. Ήταν μια τη­λε­ο­πτι­κή πα­ρα­γω­γή που προ­κά­λε­σε την αί­σθη­ση «ενός από τα ωραιό­τε­ρα πράγ­μα­τα που προ­έ­κυ­ψαν από την τη­λε­ο­πτι­κή βιο­μη­χα­νία». Οι Όντεν-Κάλ­μαν δεν άφη­σαν την ασφα­λώς λα­μπρή δρα­μα­τουρ­γία του ευ­φυούς και πε­πει­ρα­μέ­νου θε­α­τράν­θρω­που (συ­νο­μί­λη­κου, τέ­κτο­να, και στε­νού συ­νερ­γά­τη του Μό­τσαρτ), Σι­κα­νέ­ντερ, σε ησυ­χία. Ή μάλ­λον της εξα­σφά­λι­σαν ένα ελι­ξί­ριο που ανα­και­νί­ζει τον ηθι­κό πυ­ρή­να της ου­το­πι­κής πα­ρα­μυ­θι­κής φα­ντα­σμα­γο­ρί­ας ώστε τα μη­νύ­μα­τά του να αντέ­ξουν στις σκλη­ρές δο­κι­μα­σί­ες του ει­κο­στού και των αιώ­νων που θα ακο­λου­θή­σουν: ένα Προ­οί­μιο, ένας Με­τά­λο­γος και ένα Υστε­ρό­γρα­φο, όλα πρω­τό­τυ­πα ποι­η­τι­κά γρα­φτά σε «ύφος κου­βε­ντια­στό» και διό­λου με την «πα­λιά ρη­το­ρι­κή με­γα­λο­πρέ­πεια» ει­σφέ­ρουν πα­ράλ­λη­λα στον άχρο­νο νε­ραϊ­δό­το­πο του πα­ρα­μυ­θιού του Σι­κα­νέ­ντερ έναν δεύ­τε­ρον, κα­το­πτρι­κό νε­ραϊ­δό­το­πο δρά­σης φαι­νο­με­νι­κά εκτός χρό­νου και ιστο­ρί­ας αλ­λά ου­σια­στι­κά πα­κτω­μέ­νο οδυ­νη­ρά στην καρ­διά του πα­ρό­ντος. Όπου χα­ρα­κτή­ρες όπως ο Σα­ρά­στρο ή η Βα­σί­λισ­σα της Νύ­χτας ανα­λαμ­βά­νουν να διε­ρευ­νή­σουν ζη­τή­μα­τα όπως «ο Μό­τσαρτ στον ει­κο­στό αιώ­να», «Μό­τσαρτ ο σύγ­χρο­νός μας», ή η με­τα­φρα­στι­κή εγκυ­ρό­τη­τα, η ηθι­κή ακε­ραιό­τη­τα, η λε­κτι­κή απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της με­τα­φρα­στι­κής εται­ρι­κής προ­σω­πι­κό­τη­τας Όντεν – Κάλ­μαν.

Ο «Αυ­λός» δεν εί­ναι η μό­νη μο­τσάρ­τεια εμπλο­κή των Όντεν – Κάλ­μαν. Με­τέ­φρα­σαν μα­ζί και τον «Ντον Τζο­βά­νι» (1960). Όπως και τα «Εφτά θα­νά­σι­μα αμαρ­τή­μα­τα» (1958) και την «Άνο­δο και πτώ­ση της πό­λης του Μα­χα­γκό­νι» (1960) του Μπερτ Μπρε­χτ για τα έρ­γα του Κουρτ Βάιλ, ή τον «Αρ­χι­φαν­φα­ρό­νο, βα­σι­λιά των τρε­λών» (1965) από το λι­μπρέ­το του Κάρ­λο Γκολ­ντό­νι για την όπε­ρα του Καρλ Ντί­τερς φον Ντί­τερσ­ντορφ. Ο Όντεν υπήρ­ξε ο πιο πα­θια­σμέ­νος με τη μου­σι­κή ποι­η­τής του 20ού αιώ­να. Την πε­ρί­ο­δο 1948 – 1972 συ­νέ­γρα­ψε με τον Κάλ­μαν τα λι­μπρέ­τα για 4 όπε­ρες: την «Προ­κο­πή του Ρε­μά­λη» (The Rakes Progress, 1948) του Ίγκορ Στρα­βίν­σκι, την «Ελε­γεία για νε­α­ρούς ερα­στές» (1961) και τις «Βα­σα­ρί­δες» (1966, ελεύ­θε­ρη από­δο­ση των «Βακ­χών» του Ευ­ρι­πί­δη) του Χανς Βέρ­νερ Χέν­τσε, το «Αγά­πης αγώ­νας άγο­νος» (1971-1973, από τον Σέξ­πιρ) για τον Νι­κό­λα Να­μπό­κοφ. Στην συλ­λο­γι­κή έκ­δο­ση των ποι­η­μά­των του Όντεν το 1945, το τρί­το μέ­ρος εί­ναι «38 τρα­γού­δια και άλ­λα μου­σι­κά κομ­μά­τια» όπου συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται τα ποι­ή­μα­τα που με­λο­ποί­η­σε ο Μπέν­τζα­μιν Μπρί­τεν στον κύ­κλο «Σ’αυ­τό το νη­σί» (1938), το «Τρα­γού­δι για τη γιορ­τή της Αγί­ας Και­κι­λί­ας» (1941) και άριες από τη «χο­ρω­δια­κή οπε­ρέ­τα» «Πολ Μπά­νιαν» (1941). Με τον Μπρί­τεν συ­νερ­γά­στη­κε στε­νά σε μου­σι­κή για τον κι­νη­μα­το­γρά­φο, το ρα­διό­φω­νο και το θέ­α­τρο, για τον «συμ­φω­νι­κό κύ­κλο» «Οι κυ­νη­γοί πρό­γο­νοί μας» (1936) και τα συ­νο­λι­κά οχτώ «Τρα­γού­δια του κα­μπα­ρέ» για την Χέ­ντλι Άντερ­σον (δε­κα­ε­τί­ες 1930 και 1940). Στα ποι­ή­μα­τα που έγρα­ψε με σκο­πό να με­λο­ποι­η­θούν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται η «Ελε­γεία για τον J.F.K.» (1964) του Ίγκορ Στρα­βίν­σκι, «Οι Δώ­δε­κα» (1965) του Γουί­λιαμ Γουόλ­τον, αλ­λά και δυο με­τα­φρά­σεις για τα «Ερη­μι­τι­κά τρα­γού­δια» (1953) του Σά­μιου­ελ Μπάρ­μπερ. Όντεν και Κάλ­μαν επι­με­λή­θη­καν τα ποι­η­τι­κά κεί­με­να ενός «Ελι­σα­βε­τια­νού αν­θο­λό­γιου τρα­γου­διών» (αρ­χές της δε­κε­τί­ας του 1950) όπου την μου­σι­κή επι­μέ­λεια εί­χε ο θερ­μός συ­νή­γο­ρος της με­σαιω­νι­κής και ανα­γεν­νη­σια­κής μου­σι­κής Νώε Γκρίν­μπεργκ (1919-1966). Για τον Γκρίν­μπεργκ ο Όντεν έγρα­ψε τα αφη­γη­μα­τι­κά μέ­ρη της θε­α­τρι­κής εκ­δο­χής του «Λει­τουρ­γι­κού δρά­μα­τος του Δα­νι­ήλ» (1957) που εκεί­νος εί­χε επι­με­λη­θεί μου­σι­κά. Στην πρό­χει­ρη αυ­τή ανα­φο­ρά θα πρέ­πει να συ­μπε­ρι­λη­φθούν τα λι­μπρέ­τα του Όντεν από τον Αί­σω­πο, για τις τρεις ηθο­πλα­στι­κές σκη­νι­κές «Αλ­λη­γο­ρί­ες» (Moralitäten,1967) του Χέν­τσε. Κο­ντά σε αυ­τά και διά­φο­ρα σχέ­δια (όπως για μια ακό­μα όπε­ρα με συν­θέ­τη τον Στρα­βίν­σκι) που δεν ευο­δώ­θη­καν. Πε­ρί­που εκα­τό ποι­η­τι­κά κεί­με­να του Όντεν έχουν με­λο­ποι­η­θεί από πολ­λούς συν­θέ­τες και ο αριθ­μός των με­λο­ποι­ή­σε­ων φτά­νει τις 170. Η ποί­η­σή του έδω­σε έμπνευ­ση και σε ορ­χη­στρι­κά έρ­γα όπως το «Nones» (Η Ενά­τη κα­νο­νι­κή ώρα, 1954, από το «Horae canonicae») του Λου­τσά­νο Μπέ­ριο ή η Δεύ­τε­ρη Συμ­φω­νία του Λέ­ναρντ Μπέρν­σταϊν, (1949, Η επο­χή του άγ­χους).

Ο Όντεν υπη­ρέ­τη­σε τη μου­σι­κή και με τον δο­κι­μια­κό λό­γο. Ένα ση­μα­ντι­κό σώ­μα δο­κι­μια­κό με θέ­μα μου­σι­κό βρί­σκε­ται στη συλ­λο­γή δο­κι­μί­ων «Το χέ­ρι του βα­φιά και άλ­λα δο­κί­μια» (1962): «Ση­μειώ­σεις για τη μου­σι­κή και την όπε­ρα», «Κα­βα­λε­ρία και Πα­λιά­τσοι», «Με­τα­φρά­ζο­ντας οπε­ρα­τι­κά λι­μπρέ­τα» (σε συ­νερ­γα­σία με τον Κάλ­μαν), «Η μου­σι­κή στον Σέξ­πιρ». Αλ­λού, «Ιδιο­φυ­ΐα και τζέ­ντλε­μαν» (οι επι­στο­λές του Βέρ­ντι), «Γά­μος αλη­θι­νός ψυ­χών» (η αλ­λη­λο­γρα­φία Ρί­χαρντ Στρά­ους – Χόφ­μαν­σταλ), «Φό­ρος τι­μής» (στον Ίγκορ Στρα­βίν­σκι) κ.ά.

Στον «Με­τά­λο­γο στον “Μα­γι­κό Αυ­λό”», όπου «τα κα­λα­μπού­ρια βα­ραί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο από τον φό­ρο τι­μής στον Μό­τσαρτ» (κα­τά τον σχο­λια­στή της ποί­η­σης του Όντεν, Τζον Φού­λερ), στην έκ­δο­ση Απά­ντων των ποι­η­μά­των του 1991, εφαρ­μό­ζε­ται τυ­πο­γρα­φι­κός πλα­για­σμός κυ­ρί­ων ονο­μά­των προ­σώ­πων, τό­πων και όρων, που δεν θα δια­νο­ού­νταν κα­νείς πως συ­νέ­βη χω­ρίς την έγκρι­ση του ποι­η­τή ή του εκτε­λε­στή της λο­γο­τε­χνι­κής δια­θή­κης του Όντεν και επι­με­λη­τή της έκ­δο­σης, Έντουαρντ Μέ­ντελ­σον. Ακο­λου­θεί­ται και στην εδώ με­τά­φρα­ση για­τί θε­ω­ρή­θη­κε ου­σιώ­δες στοι­χείο του ποι­η­τι­κού πα­ρα­ξε­νί­σμα­τος στο οποίο ο «Με­τά­λο­γος» έστω ως ανα­κου­φι­στι­κή πα­ρέκ­βα­ση απο­σκο­πεί (ο Φού­λερ θε­ω­ρεί τον “Με­τά­λο­γο” «κου­φι­στι­κό δο­μι­κό στοι­χείο, με­τά την πρώ­τη πρά­ξη της όπε­ρας, κα­τά το πρό­τυ­πο των αυ­γού­στειων επι­λό­γων»). Στην «πι­κρό­χο­λη, μο­νό­χρω­μη, χα­μη­λό­φω­νη, μου­ντή, ει­ρω­νι­κή, κου­βε­ντια­στή γλώσ­σα» του «Με­τά­λο­γου», τη μό­νη σή­με­ρα απο­δε­κτή εκ­δο­χή δη­μό­σιου λό­γου, όπως ο Όντεν και με στί­χους και με πρό­ζα δεν έπα­ψε να το ξε­κα­θα­ρί­ζει με κά­θε ευ­και­ρία, τα πλα­για­σμέ­να ονό­μα­τα λει­τουρ­γούν ως πο­λυ­δύ­να­μοι οδο­δεί­κτες. Σαν τις κι­νού­με­νες φω­τει­νές επι­γρα­φές πλη­ρο­φο­ρούν αθό­ρυ­βα πλην επι­τα­κτι­κά τους έστω σε βα­θείς βυ­θι­σμέ­νους φι­λο­σο­φι­κούς προ­βλη­μα­τι­σμούς πε­ρα­στι­κούς για τη θερ­μο­κρα­σία, την ώρα, τους τη­λε­φω­νι­κούς αριθ­μούς σος , το κα­λύ­τε­ρο κο­ντι­νό εστια­τό­ριο, τα δια­νυ­κτε­ρεύ­ο­ντα φαρ­μα­κεία προ­σα­να­το­λί­ζο­ντας τον ανα­γνώ­στη στην χρο­νο­το­πο­γρα­φία μα και στην εφη­με­ρό­τη­τα μιας ποι­η­τι­κής αντι-δρά­σης που δεν δι­στά­ζει να θυ­σιά­σει την αμι­γή ηδο­νή της ποι­η­τι­κής τέρ­ψης στην γυ­μνή αλή­θεια ενός εί­δους ευ­ρε­τη­ρια­σμού της εφη­με­ρό­τη­τας των αν­θρώ­πι­νων αξιών— για να δια­κη­ρύ­ξει εν κα­τα­κλεί­δι την ανα­γκαιό­τη­τα ενός θριάμ­βου των πιο κοι­νό­το­πων από αυ­τές, της Λο­γι­κής και της Αγά­πης.

Nota bene: η ψη­φια­κή πο­λυα­γω­γι­μό­τη­τα της πλη­ρο­φο­ρί­ας αλ­λά και η Βι­κι­παί­δεια έχουν σχε­δόν κα­ταρ­γή­σει την ανά­γκη εγκυ­κλο­παι­δι­κού χα­ρα­κτή­ρα υπο­ση­μειώ­σε­ων για τα κα­τ’ εκτί­μη­ση άγνω­στα πρό­σω­πα ή πράγ­μα­τα του­λά­χι­στον του «Με­τα­λό­γου» αυ­τού. Και μου φαί­νε­ται πως μια διευ­κρί­νι­ση μό­νο εί­ναι ανα­γκαίο να γε­νεί: από τις 6 Απρι­λί­ου του 1971 ο Ίγκορ Στρα­βίν­σκι δεν εί­ναι πια μα­ζί μας.


ΗΧΗΤΙΚΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ:

O Ρε­νέ Γιά­κο­μπς μι­λά­ει για την κα­τα­σκευή του «Μα­γι­κού Αυ­λού» του Μό­τσαρτ

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: