«Προς τι να τον ξυπνήσουμε;»

Βίνσεντ Βαν Γκογκ, «Η ανάσταση του Λαζάρου», Saint Remy De Provence, 1890
Βίνσεντ Βαν Γκογκ, «Η ανάσταση του Λαζάρου», Saint Remy De Provence, 1890


ο Λάζαρος φτωχός σ’ όλες τις περιπτώσεις
Μαφρέδας Σ.Θ. Βήμα Πριν, Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2021

Η συ­ζή­τη­ση για την φύ­ση της ζω­ής πέ­ραν από τον τά­φο εί­ναι αρ­χαία,[1] ατέ­λειω­τη, κου­ρα­στι­κή και πά­ντο­τε υπο­κει­με­νι­κή. Εί­τε με φι­λο­σο­φι­κό πρό­ση­μο, εί­τε με θε­ο­λο­γι­κό, η κα­τά­στα­ση του με­τά του αν­θρώ­που, που παύ­ει να εί­ναι άν­θρω­πος, να εί­ναι δη­λα­δή ύλη ου­σί­ας, κρα­τά­ει μέ­σα στην βι­βλιο­γρα­φία ένα ση­μείο ανά­φλε­ξης· και αυ­τό δεν εί­ναι άλ­λο από την επα­να­φο­ρά του Λα­ζά­ρου.
Το να γρά­ψεις για το υπο­κεί­με­νο Λά­ζα­ρος, χω­ρίς να προ­σκα­λέ­σεις στο γρα­πτό και τον Χρι­στό εί­ναι εκτός από ακα­τόρ­θω­το και άτο­πο. Ο Λά­ζα­ρος εί­ναι η από­λυ­τη τα­ρα­χή της ζω­ής και του θα­νά­του και κύ­ριος υπαί­τιος δεν εί­ναι άλ­λος από τον στε­νό του φί­λο, τον Χρι­στό.
Η ιστο­ρία του Λα­ζά­ρου εί­ναι η με­γα­λύ­τε­ρη όλων στο Ευαγ­γέ­λιο του Ιω­άν­νη και βρί­σκε­ται στο κέ­ντρο του.[2] Συν­δέ­ει για πρώ­τη φο­ρά τον θά­να­το με την ανά­στα­ση. Το Ευαγ­γέ­λιο του Ιω­άν­νη αφη­γεί­ται τα επτά ση­μεία δρά­σης του Ιη­σού, ή αλ­λιώς τα επτά θαύ­μα­τα. Ξε­κι­νά­ει με τη με­τα­μόρ­φω­ση του νε­ρού σε κρα­σί και τε­λειώ­νει με την επα­να­φο­ρά του νε­κρού σε Λά­ζα­ρο. Μπο­ρού­με ωστό­σο να πα­ρα­τη­ρή­σου­με μία φθί­νου­σα πο­ρεία στο Ευαγ­γέ­λιο: ο κό­σμος ολο­έ­να και σο­κά­ρε­ται, ολο­έ­να και χλευά­ζει, τα θαύ­μα­τα φέρ­νουν τα αντί­θε­τα απο­τε­λέ­σμα­τα, οδη­γώ­ντας τον κό­σμο να με­τα­μορ­φω­θεί σε όχλο και να απο­πει­ρα­θεί να λι­θο­βο­λή­σει τον Ιη­σού και τους Μα­θη­τές (προ ολί­γου εζή­τουν οι Ιου­δαί­οι να σε λι­θο­βο­λή­σουν και πά­λιν πη­γαί­νεις εκεί; Ιω­άν­νης, κεφ. ια΄, 8). Χρειά­ζε­ται κά­τι τρα­ντα­χτό για να πι­στέ­ψει ο κό­σμος. Χρειά­ζε­ται τον Λά­ζα­ρο.

Όταν λέ­με Λά­ζα­ρος, εν­νο­ού­με σχε­δόν υπό οποιο­δή­πο­τε πρί­σμα – και αυ­τό το κά­νει εξαι­ρε­τι­κά πε­ρί­πλο­κο – έναν εαυ­τό που τί­θε­ται όχι κα­θαυ­τός, αλ­λά από μία ανώ­τε­ρη δυ­να­μο­ποί­η­ση. Γί­νε­ται αντι­κεί­με­νο θαύ­μα­τος και μά­λι­στα εξαι­ρε­τι­κά ακραί­ου, ανέλ­πι­στου και πα­ρά­δο­ξου[3] θαύ­μα­τος: επι­στρέ­φει με­τά από τέσ­σε­ρις ημέ­ρες νε­κρός στην [ξα­να]ζωή. Στις «πλά­τες» του Λα­ζά­ρου πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε το δρα­μα­τι­κό απο­κο­ρύ­φω­μα του χρι­στια­νι­κού μη­νύ­μα­τος: η ζωή που μέ­χρι τώ­ρα σή­μαι­νε θά­να­τος, από δω και πέ­ρα ση­μαί­νει Ζωή. Ορ­γώ­νει ο κα­θέ­νας τη ζωή του μέ­σα στην ασά­φεια για να σπεί­ρει το ζω­ντα­νό σκο­τά­δι [του], αλ­λά μέ­χρι εδώ, μας λέ­ει το Ευαγ­γέ­λιο του Ιω­άν­νη. Από την αρ­χή του Ευαγ­γε­λί­ου, ο Ιω­άν­νης μας λέ­ει ένα πράγ­μα προ­σε­κτι­κά και έντε­χνα: η αν­θρω­πό­τη­τα πά­σχει, τυ­φλώ­νε­ται, πει­νά­ει, τρι­γυρ­νά αβο­ή­θη­τη, πνευ­μα­τι­κά σπα­σμέ­νη, ετοι­μο­θά­να­τη, βα­ριά άρ­ρω­στη. Με το που ανα­κοι­νώ­νε­ται ότι ο Λά­ζα­ρος πέ­θα­νε, κα­τα­λα­βαί­νου­με ότι ο Ιω­άν­νης με άλ­λα λό­για μας λέ­ει ότι πέ­θα­νε η αν­θρω­πό­τη­τα.[4]
Ο τε­τρα­ή­με­ρος Λά­ζα­ρος έχει μία χρο­νι­κή ση­μειο­γρα­φία πο­λύ ση­μα­ντι­κή, δε­δο­μέ­νου ότι στην εβραϊ­κή σκέ­ψη η ψυ­χή του απο­θα­νό­ντος πι­στεύ­ε­ται πως δεν εγκα­τα­λεί­πει το σώ­μα για τρεις ημέ­ρες. Όμως η τέ­ταρ­τη ημέ­ρα κά­νει τον Λά­ζα­ρο μία ψυ­χή απο­κλει­σμέ­νη και μη ανα­στρέ­ψι­μη· προ­σφέ­ρει αμή­χα­να την αντι-αν­θρώ­πι­νη πε­ποί­θη­ση ενός σί­γου­ρου νε­κρού. Διό­τι:

Δεν ανα­στή­θη­κε ο Λά­ζα­ρος πνέ­ο­ντας τα λοί­σθια από κά­ποια αρ­ρώ­στια, όπως ο δού­λος του εκα­τό­νταρ­χου, ού­τε δό­θη­κε ζωή σε ένα παι­δί που μό­λις εί­χε πε­θά­νει, όπως στην κό­ρη του αρ­χι­συ­νά­γω­γου, ού­τε ση­κώ­θη­κε όρ­θιος από το φέ­ρε­τρο κά­ποιος νε­α­ρός που επρό­κει­το σε τά­φο, όπως στην πό­λη Να­ΐν. Αλ­λά ένας άν­θρω­πος που ήδη εί­χε πε­ρά­σει στην ιστο­ρία και ήταν νε­κρός από και­ρό […][5]

Ο Ωρι­γέ­νης προ­σθέ­τει μία αλ­λη­γο­ρι­κή εξή­γη­ση για­τί έχουν ση­μα­σία οι τέσ­σε­ρις ημέ­ρες: ο τέ­ταρ­τος αριθ­μός, μας λέ­ει, εί­ναι υλι­κός και σω­μα­τι­κός και γι’ αυ­τό βλα­πτι­κός, επει­δή γε­νι­κά τα σώ­μα­τα εί­ναι τέσ­σε­ρα.[6]
Ο Λά­ζα­ρος πρέ­πει να πα­ρα­μεί­νει τέσ­σε­ρις ημέ­ρες στον τά­φο – έναν τά­φο σπη­λιά, κα­θώς η εγ­γύ­τη­τα με τους νε­κρούς ήταν απα­γο­ρευ­τι­κή και έφερ­νε ακα­θαρ­σία στους ζω­ντα­νούς – ού­τως ώστε το θαύ­μα να μην μπο­ρεί πα­ρά να γί­νει πι­στευ­τό, αυ­τή την φο­ρά. Δε­σμευ­μέ­νος με τα ρού­χα και τα αρω­μα­τι­κά του θα­νά­του, θύ­μα της με­ρο­λη­ψί­ας του χρό­νου, με το δυ­σοί­ω­νο στη δυ­σω­δία, επι­στρέ­φει και βρί­σκει τη ζωή εκεί ακρι­βώς που την άφη­σε· επι­στρέ­φει όμως και με τη με­γα­λύ­τε­ρη απελ­πι­σία. Σ’ όλο το Ευαγ­γέ­λιο μι­λά­νε όλα κι όλα πέ­ντε πρό­σω­πα κι ο Λά­ζα­ρος δεν εί­ναι ανά­με­σά τους. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δεν υπάρ­χει ού­τε ένα κεί­με­νο του Λα­ζά­ρου, ού­τε μία φρά­ση του για όλα όσα έζη­σε ακό­μα κι όταν δεν ζού­σε (οι πα­ρα­δό­σεις τον θέ­λουν σκυ­θρω­πό και αγέ­λα­στο κα­τά την πα­ρού­σα ζωή, με την σιω­πή του να σπά­ει μό­νο μία φο­ρά – και μάλ­λον με πι­κρία – όταν εί­δε κά­ποιον να κλέ­βει ένα πή­λι­νο αγ­γείο, σχο­λιά­ζο­ντας: «το ένα χώ­μα κλέ­βει το άλ­λο χώ­μα»), με λί­γα λό­για, θα μπο­ρού­σα να πω ότι επέ­στρε­ψε στη ζωή για να αφα­νι­στεί ολο­σχε­ρώς κά­τω από το βά­ρος του θαύ­μα­τος.
Ο Αντρέ­γιεφ, στο δι­ή­γη­μά του Λά­ζα­ρος,[7] μας πα­ρου­σιά­ζει έναν Λά­ζα­ρο, κα­τά τη γνώ­μη μου, όπως ακρι­βώς θα έπρε­πε να εί­ναι για όλους μας: ένα πλά­σμα τρο­μα­κτι­κό – με πρό­σω­πο σαν μι­σο­τε­λειω­μέ­νο σχέ­διο ζω­γρά­φου, σο­βα­ρός και σιω­πη­λός. Η αφή­γη­ση του Αντρέ­γιεφ προ­κα­λεί μία μό­νι­μη αμη­χα­νία για την εγω­ι­στι­κή πρά­ξη του Ιη­σού. Το με­γα­λύ­τε­ρο θαύ­μα, με τα μά­τια του Ρώ­σου συγ­γρα­φέα, ξα­να­γρά­φε­ται και ανα­νε­ώ­νει τον τρό­μο στον ύψι­στο βαθ­μό. Ο Λά­ζα­ρος επα­νέρ­χε­ται στη ζωή και μα­ζί μ’ αυ­τόν έρ­χε­ται και η από­λυ­τη ανα­τα­ρα­χή της ύπαρ­ξης: ο Λά­ζα­ρος εί­ναι αφύ­σι­κος, σιω­πη­λός, μό­νος και κα­νείς δεν τολ­μά να τον κοι­τά­ξει, ακρι­βώς όπως κι έναν νε­κρό στο χώ­μα.

[…] η ει­κό­να του Λα­ζά­ρου: το πε­λι­δνό πρό­σω­πο του νε­κρού, τα γα­μπριά­τι­κα ρού­χα, τα πο­λυ­τε­λή και ζω­η­ρό­χρω­μα, και το ψυ­χρό βλέμ­μα που στα βά­θη του εί­χε πα­γώ­σει ασά­λευ­τη η φρί­κη.[8]

Ακό­μα και η προ­σευ­χή του Ιη­σού έξω από το μνή­μα, λί­γο πριν φω­νά­ξει τον Λά­ζα­ρο, δεν εί­ναι προς τον πε­θα­μέ­νο, αλ­λά προς όλους όσους πα­ρευ­ρί­σκο­νται στον ίδιο τό­πο (αλ­λά εί­πον με­γα­λο­φώ­νως το Ευ­χα­ρι­στώ, δια να ακού­ση ο λα­ός, που στέ­κε­ται γύ­ρω μου, Ιω­άν­νης ια΄42). Κά­τι δεν επέ­ζη­σε στον Λά­ζα­ρο κα­τά την επι­στρο­φή του.

Ποια όμως εί­ναι η απελ­πι­σία του Λα­ζά­ρου; Ότι πρέ­πει με την επι­στρο­φή του να διορ­θώ­σει το έρ­γο του Χρι­στού. Ο Λά­ζα­ρος ακό­μα και ιδω­μέ­νος υπό το θαύ­μα που εί­ναι, ο ίδιος δεν συ­νι­στά θαύ­μα, για­τί δεν εί­ναι. Κα­τα­πρό­σω­πο τό­σο με τη ζωή όσο και με τον θά­να­το, ο Λά­ζα­ρος τρι­γυρ­νά απο­φα­σι­σμέ­νος αλ­λά απο­συρ­μέ­νος με το βλέμ­μα του τί­πο­τα. Να το γρά­ψω πιο συ­γκε­κρι­μέ­να: ο Λά­ζα­ρος ό,τι εί­ναι, εί­ναι σαν να μην ήταν. Το υπο­κεί­με­νο Λά­ζα­ρος και η ιστο­ρία που δη­μιουρ­γεί­ται πα­ρά τη θέ­λη­ση και γνώ­ση του, συ­νο­δεύ­ε­ται από ένα ερώ­τη­μα: όχι για­τί έπρε­πε να πε­θά­νει, αλ­λά για­τί έπρε­πε να ξα­να­ζή­σει. Κα­λού­μα­στε μέ­σω του Λα­ζά­ρου να δια­μορ­φώ­σου­με τι ση­μαί­νει να εί­σαι πλή­ρως αν­θρώ­πι­νος, να ζεις τη ζωή όπως σου δί­νε­ται, να με­τα­φέ­ρεις το ιε­ρό στο συ­νη­θι­σμέ­νο, να [μην] ζεις.
Το επί­μο­νο ερώ­τη­μα από τι απο­τε­λεί­ται η ταυ­τό­τη­τα του ατό­μου εντός του χρό­νου, εί­ναι θε­ο­λο­γι­κό, φι­λο­σο­φι­κό και επί της ου­σί­ας πρό­βλη­μα ζω­ής και θα­νά­του. Οι απα­ντή­σεις στην συ­γκε­κρι­μέ­νη ερώ­τη­ση κα­θο­ρί­ζουν στο μέ­τρο του δυ­να­τού τις συν­θή­κες υπό τις οποί­ες τα άτο­μα επι­βιώ­νουν ή παύ­ουν να υφί­στα­νται κα­τά τη διάρ­κεια των ατέ­λειω­των δια­δρο­μών· μία τέ­τοια δια­δρο­μή ακο­λού­θη­σε κι ο Λά­ζα­ρος, όπως η φύ­ση που γεν­νιέ­ται, ζει και πε­θαί­νει – μό­νο που για τον Λά­ζα­ρο με­τα­βλή­θη­κε σε δια­δρο­μή που η ζωή οδη­γεί στον θά­να­το κι ο θά­να­τος ο ίδιος τον κα­τρα­κυ­λά ξα­νά στη ζωή. Μία ζωή η οποία δεν εί­ναι δεύ­τε­ρη, αλ­λά η συ­νέ­χι­ση της πρώ­της – δεν εί­ναι ανά­στα­ση, εί­ναι επα­να­φο­ρά. Κι ένα θαύ­μα που δεν εί­ναι ανά­στα­ση νε­κρών, αλ­λά του νε­κρού. Ο Λά­ζα­ρος με­τά τον θά­να­τό του αλ­λά κυ­ρί­ως με­τά την [ξα­νά]ζωή του γί­νε­ται ένα ον ψυ­χο­λο­γι­κό, μία ασώ­μα­τη ψυ­χή που συ­νε­χί­ζει να υπάρ­χει, όσο υπάρ­χει και μία ξύ­λι­νη ει­κό­να. Από ασώ­μα­το και απο­συ­ντι­θέ­με­νο σώ­μα, ο Λά­ζα­ρος κα­λεί­ται να γί­νει εκ νέ­ου εν­σώ­μα­τος.

Ο Νί­κος Κα­ζαν­τζά­κης στον Τε­λευ­ταίο Πει­ρα­σμό εκ­φρά­ζει απρο­κά­λυ­πτα την δυ­σφο­ρία του για την επι­στρο­φή αυ­τού του σώ­μα­τος. Η ει­κο­νο­ποι­ία του εί­ναι απο­κα­λυ­πτι­κή, με την ανά­στα­ση να μην εί­ναι τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο από την συ­ντή­ρη­ση της σή­ψης στον έξω κό­σμο. Εντε­λώς αντι-ιω­αν­νι­κός στον λό­γο του, ο Κα­ζαν­τζά­κης προ­σπα­θεί να μας πα­ρου­σιά­σει τη με­γά­λη τα­ρα­χή που προ­κα­λεί στους πά­ντες, μέ­χρι και στον ίδιο τον Ιη­σού, η ανά­στα­ση του Λα­ζά­ρου:

[…] κι η τα­φό­πε­τρα αγά­λια αγά­λια ση­κώ­νου­νταν· κι εί­δα­με δυο μπρά­τσα κί­τρι­να, κι ύστε­ρα ένα κε­φά­λι πρα­σι­νι­σμέ­νο, ραϊ­σμέ­νο, γε­μά­το χώ­μα­τα· κι ύστε­ρα το σκέ­λε­θρο κορ­μί τυ­λιγ­μέ­νο με το σά­βα­νο… Άπλω­σε το ένα πό­δι, ύστε­ρα το άλ­λο, βγή­κε· ήταν ο Λά­ζα­ρος.[9]

[…] τα πό­δια του, τα μπρά­τσα του, η κοι­λιά του ήταν πρη­σμέ­να, πρα­σι­νι­σμέ­να, σαν τέσ­σε­ρων με­ρών νε­κρός· το πρό­σω­πό του, φου­σκω­μέ­νο, εί­χε ολού­θε ρα­ΐ­σει κι έτρε­χε ένα ασπρο­κί­τρι­νο νε­ρό, που του λέ­ρω­νε το άσπρο σά­βα­νο που φο­ρού­σε ακό­μα· εί­χε κολ­λή­σει απά­νω του και δεν μπο­ρού­σαν να του το βγά­λουν.[10]

Ο Κα­ζαν­τζά­κης εντε­λώς αντί­θε­τος με την ύλη[11], επι­διώ­κει να μας προ­κα­λέ­σει αυ­τήν ακρι­βώς την απο­στρο­φή στο ξα­να­ζω­ντα­νε­μέ­νο σώ­μα και σχο­λιά­ζει το συμ­βάν της επι­στρο­φής και τον θεϊ­κό εμπαιγ­μό στον θά­να­το, μ’ έναν γκρο­τέ­σκο τρό­πο: ο Ιη­σούς ομο­λο­γεί ότι ανέ­στη­σε κα­τά λά­θος τον Λά­ζα­ρο. Επί­σης, και ο κα­ζαν­τζα­κι­κός Λά­ζα­ρος δεν έχει φω­νή:

 — Πώς τα κα­λο­πέ­ρα­σες στον Άδη; τον ρώ­τη­σε· χα­ρά σε σέ­να, Λά­ζα­ρε, ξέ­ρεις τώ­ρα εσύ όλα τα μυ­στι­κά του κά­τω κό­σμου […]
Έσκυ­ψε στο αυ­τί του:
 — Σκου­λη­κά­κια, ε; τί­πο­τα άλ­λο ε; τον ρώ­τη­σε, μι­σό χω­ρα­τεύ­ο­ντας, μι­σό τρέ­μο­ντας.
Πε­ρί­με­νε κά­μπο­ση ώρα, μα ο Λά­ζα­ρος δεν απο­κρί­θη­κε· φούρ­κι­σε ο τυ­φλός, πή­ρε το ρα­βδί του κι έφυ­γε.[12]

Η λο­γο­τε­χνία μας βοη­θά­ει να συμ­φω­νή­σου­με ευ­κο­λό­τε­ρα στην ανυ­παρ­ξία του Λα­ζά­ρου κα­τά την δεύ­τε­ρη του πα­ρου­σία και στην απελ­πι­σία του. Στο Calvary του William Butler Yeats, ο Λά­ζα­ρος τυ­φλώ­νε­ται από το φως της μο­να­ξιάς που δη­μιουρ­γεί το θέ­α­μα του θα­νά­του, μιας και μο­να­δι­κός - αυ­τός μό­νος του εί­δε τον θά­να­το· στρι­φο­γυ­ρί­ζει ανή­συ­χος για πά­ντα σε μια γω­νιά της ζω­ής, εκεί όπου νό­μι­ζε ότι θα ήταν ασφα­λής για πά­ντα. Αντί­στοι­χα στο τρα­γού­δι “Dig, Lazarus, Dig!”, ο Nick Cave φα­ντά­ζε­ται τον Λά­ζα­ρο ατε­λεί­ω­τα και βα­σα­νι­στι­κά αθά­να­το, να πε­ρι­πλα­νιέ­ται άσκο­πα στους δρό­μους της σύγ­χρο­νης Νέ­ας Υόρ­κης.[13] Η «Λαί­δη Λά­ζα­ρος» της Sylvia Plath μυ­ρί­ζει κρε­μα­τό­ριο και αφα­νί­ζε­ται κά­τω από το βά­ρος του επα­να­λαμ­βα­νό­με­νου θαύ­μα­τος· η γνώ­ση ότι πρέ­πει να πε­θά­νει πρώ­τα για να ξα­να­ζή­σει, αφα­νί­ζει και την πα­ρα­μι­κρή πί­στη ότι μπο­ρεί να ελέγ­ξει τη ζωή [και τον θά­να­τό της]. Η Λά­ζα­ρος εί­ναι ένα υπο­κεί­με­νο χω­ρίς ταυ­τό­τη­τα και μέλ­λον, πρω­τα­γω­νί­στρια σε μπουρ­λέσκ, ένα σκου­λη­κια­σμέ­νο θύ­μα βί­ας, που έχει απο­μεί­νει με την γνώ­ση ότι η ζωή με­τά τον θά­να­το εί­ναι ανάλ­γη­τη.

Καραβάτζo: «Η ανάσταση του Λαζάρου» 1609, (380x275εκ.), Περιφερειακό Μουσείο Μεσσήνης (Ιταλία)
Καραβάτζo: «Η ανάσταση του Λαζάρου» 1609, (380x275εκ.), Περιφερειακό Μουσείο Μεσσήνης (Ιταλία)


Πα­ρό­μοια, αν όχι πιο έντο­να, μας κα­λεί και η ζω­γρα­φι­κή να δού­με πραγ­μα­τι­κά τον Λά­ζα­ρο, πέ­ραν από τις αγιο­γρα­φί­ες – που στο κέ­ντρο τους έχουν πά­ντο­τε το θείο πρό­σω­πο. Ο εξαι­ρε­τι­κά δυ­να­μι­κός πί­να­κας του Caravaggio «Η ανά­στα­ση του Λα­ζά­ρου», μας πα­ρου­σιά­ζει κυ­ρί­ως τον Λά­ζα­ρο και δευ­τε­ρευό­ντως όλους τους υπό­λοι­πους. Ο Caravaggio αγνο­ώ­ντας το Ευαγ­γέ­λιο του Ιω­άν­νη και το βρο­ντε­ρό «δεύ­ρο έξω», απει­κο­νί­ζει τον φω­τει­νό αν και άχρω­μο Λά­ζα­ρο ορι­ζό­ντιο να υπο­βα­στά­ζε­ται, προ­οιω­νί­ζο­ντας με τη στά­ση του τη θέ­ση του Ιη­σού με­τά από λί­γες ημέ­ρες. Ακρι­βώς από πί­σω οι Εβραί­οι στρέ­φο­νται ανα­με­τα­ξύ τους για εξή­γη­ση, ενώ πί­σω τους ακρι­βώς μία από­λυ­τη, κά­θε­τη κα­τα­πα­κτή· ένα πε­λώ­ριο σκο­τά­δι, [ακό­μη] ανοι­κτό να πε­ρι­μέ­νει. Ένας πί­να­κας με τα πρό­σω­πά του να μην κοι­τά­ζουν τον Ιη­σού. Κά­τι ανά­λο­γο φαί­νε­ται και στον πί­να­κα του Simon De Vos· εκτός από την Μάρ­θα, την Μα­ρία και τον ίδιο τον Λά­ζα­ρο κα­νέ­νας άλ­λος δεν κοι­τά­ζει τον Ιη­σού και ο ίδιος ο Ιη­σούς φαί­νε­ται να μην κοι­τά­ζει κα­νέ­ναν απο­λύ­τως. Ο Rembrandt εί­ναι ένας ακό­μα ζω­γρά­φος που έχει ασχο­λη­θεί με τον Λά­ζα­ρο. Στον πί­να­κά του «Η ανά­στα­ση του Λα­ζά­ρου», ο Λά­ζα­ρος εί­ναι κά­τι­σχνος και η έκ­πλη­ξη στα πρό­σω­πα των πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νων δύ­σκο­λα με­τα­φρά­ζε­ται σε χα­ρού­με­νο χαι­ρε­τι­σμό, εύ­κο­λα όμως μας έρ­χε­ται στο νου ένα φρι­κώ­δες ξάφ­νια­σμα. Με­τα­γε­νέ­στε­ρα, ο Van Gogh ξα­να-ζω­γρα­φί­ζει τον πί­να­κα του Rembrandt την επο­χή που νο­ση­λεύ­ε­ται στο ψυ­χια­τρι­κό νο­σο­κο­μείο στο Saint Remy στην Προ­βη­γκία και ήταν ένα από τα τε­λευ­ταία του έρ­γα, πριν αυ­το­πυ­ρο­βο­λη­θεί. Ο Van Gogh ζω­γρα­φί­ζο­ντας τον Λά­ζα­ρο, ζω­γρά­φι­σε τον εαυ­τό του. Με έναν Χρι­στό από­ντα, ο Λά­ζα­ρος κεί­με­νος με τα ση­μά­δια του θα­νά­του απά­νω του, κά­τω­χρος, άνευ­ρος, ζα­λι­σμέ­νος και τό­σο χλω­μός που δεν ξε­χω­ρί­ζει από τα σε­ντό­νια. Ο Van Gogh και όλοι οι πα­ρα­πά­νω ζω­γρά­φοι, μας πα­ρου­σιά­ζουν την όψη ενός Λα­ζά­ρου που δεν ανα­στή­θη­κε μό­λις, αλ­λά πρό­κει­ται να ξα­να­πε­θά­νει. Και φυ­σι­κά, στους πί­να­κες, ο Λά­ζα­ρος εί­ναι ακό­μη πιο θα­να­τε­ρά σιω­πη­λός.

Σίμων Ντε Βόος, «Η ανάσταση του Λαζάρου», 1640  (55X76 εκ)
Σίμων Ντε Βόος, «Η ανάσταση του Λαζάρου», 1640 (55X76 εκ)


Τι μπο­ρού­με να συ­μπε­ρά­νου­με από την ολι­κή σιω­πή του Λα­ζά­ρου; Η οποία δεν εί­ναι μό­νο εκ­κω­φα­ντι­κή, αλ­λά και απο­γοη­τευ­τι­κή. Σαν να βου­τά­ει από­το­μα και να σπά­ει η φω­νή στη σκέ­ψη ότι κά­πο­τε θα ξα­να­πε­θά­νει. Τον ίδιο εκνευ­ρι­σμό εκ­φρά­ζει και ο Herbert Mortimer Luckock (The Intermediate State Between Death and Judgment, 1891: 5-6): συ­χνά φα­ντα­ζό­μα­στε τους εαυ­τούς μας να στέ­κο­νται δί­πλα στον ανοι­χτό τά­φο και να ακού­νε με αγω­νία την φω­νή εκεί­νη που κα­λεί τον νε­κρό να εξέλ­θει· κλεί­νου­με όμως το Ευαγ­γέ­λιο με λύ­πη που δεν βρέ­θη­κε ού­τε λέ­ξη, ού­τε συλ­λα­βή από τους νε­κρούς που ξα­να­γύ­ρι­σαν. Αμ­φι­βάλ­λου­με ότι δεν βρέ­θη­κε ού­τε ένας που να μην ζή­τη­σε να απο­κα­λυ­φθεί [ο Λά­ζα­ρος]· σε όλους μοιά­ζει να στρέ­φει το ίδιο βλέμ­μα – το πρό­σω­πό του κλο­νι­σμέ­νο από τα ορά­μα­τα του πα­ρελ­θό­ντος, δεν χα­μο­γέ­λα­σε πο­τέ ξα­νά, το μυ­στι­κό δεν απο­κα­λύ­φθη­κε.

Η με­γα­λύ­τε­ρη από­δει­ξη της δύ­να­μης του Χρι­στού –ο επα­νεμ­φα­νι­ζό­με­νος Λά­ζα­ρος– δεν μί­λη­σε πο­τέ γι’ αυ­τό· δεν μί­λη­σε.
Από την άλ­λη, στην ιστο­ρία του Λα­ζά­ρου, μο­νί­μως ανα­με­τρό­μα­στε με τον Ιω­άν­νη και τον λό­γο του:

ο πι­στεύ­ων εις εμέ, καν απο­θά­νη  ζ ή σ ε τ α ι· και πας ο  ζ ω ν  και πι­στεύ­ων εις εμέ ου μη απο­θά­νη εις τον αιώ­να (Ιω­άν­νης, ια΄26).

Ένας εξαι­ρε­τι­κά πε­ρί­πλο­κος και δύ­στρο­πος στί­χος, που ει­σά­γει την έν­νοια του μέλ­λο­ντος σε κά­τι τό­σο άχρο­νο, όπως εί­ναι η θεϊ­κό­τη­τα και η αιώ­νια ζωή. Το κυ­ριο­λε­κτι­κό και συ­γκε­κρι­μέ­νο στη ζωή και τον θά­να­το του στί­χου· μία γλώσ­σα στρε­βλω­μέ­νη που υπο­βάλ­λε­ται στην εξα­σφά­λι­ση της ζω­ής με Θεό. Δεν μπο­ρεί πα­ρά να μας ξαφ­νιά­σει η ιω­αν­νι­κή δια­τύ­πω­ση ότι ο άν­θρω­πος πι­στεύ­ει στον Θεό που κά­νει και [ξα­να]ζουν οι νε­κροί. Για τον Χρι­στό εμ­φα­νί­ζε­ται ως ον – όχι αυ­τό που εί­ναι, αλ­λά αυ­τό που πι­στεύ­ει στην κλή­ση και εξα­φα­νί­ζε­ται ως μη ον – όχι αυ­τό που δεν εί­ναι, αλ­λά αυ­τό που πι­στεύ­ει ότι μπο­ρεί να στη­ρι­χθεί στη δι­κή του φω­νή. Ο Χρι­στός υπερ­φορ­τί­ζει το Dasein με τη δό­ξα του Θε­ού. Μας κα­λεί να επα­νε­ξε­τά­σου­με τα πράγ­μα­τα όχι αυ­τά κα­θαυ­τά, αλ­λά ανα­φο­ρι­κά και συν­δε­ό­με­να με την κα­λο­σύ­νη του Θε­ού. Ο Ιω­άν­νης μέ­σα από τον λό­γο του μας πα­ρου­σιά­ζει πως όλα τα πράγ­μα­τα (νε­ρό, κρα­σί, ψω­μί, ακό­μη και το σώ­μα) εί­ναι ιε­ρά και ότι ο Χρι­στός ερ­γά­ζε­ται και ανα­δη­μιουρ­γεί τα ίδια στα ίδια πράγ­μα­τα· από άρ­το σε σώ­μα, από την προ­σω­ρι­νό­τη­τα στην ανα­πνοή, από την αρ­ρώ­στια στην ανά­νη­ψη κ.τ.ό.
Το επί­μο­νο θέ­μα του Ιω­άν­νη φαί­νε­ται να εί­ναι το εξής: ο Θε­ός της ζω­ής κα­λεί τον άν­θρω­πο να ξε­φύ­γει από την βα­θιά κουλ­τού­ρα του θα­νά­του και να οδη­γη­θεί προς την πλη­ρό­τη­τα της Ζω­ής. Υπε­ρά­νω βί­ας και υπε­ρά­νω θα­νά­του, κα­λεί τον άν­θρω­πο να ζή­σει τη νέα ζωή της ανά­στα­σης εδώ και τώ­ρα. Η ανά­στα­ση στον λό­γο του Ιω­άν­νη ση­μαί­νει την ελευ­θε­ρία να σπά­σει ο άν­θρω­πος την ομο­φω­νία του θα­νά­του· μία σκέ­ψη που συ­μπλέ­κει με την κιρ­κε­γκω­ρια­νή σκέ­ψη «η τε­λευ­ταία λέ­ξη να μην ανή­κει στον θά­να­το». Ωστό­σο, ο Λά­ζα­ρος εί­ναι όλος – από πά­νω μέ­χρι κά­τω – ένας θά­να­τος. Ή για να το πω πιο σω­στά δε­σμευ­μέ­νος με τον θά­να­το. Ό,τι γί­νε­ται προς τον Λά­ζα­ρο, γί­νε­ται για τον Χρι­στό. Ο Λά­ζα­ρος και η [ξα­νά]ζωή του πε­ρι­στρέ­φο­νται και επι­στρέ­φουν ακρι­βώς όπως η σχέ­ση ότι ο Θε­ός δη­μιούρ­γη­σε τον κό­σμο κι ο κό­σμος επι­στρέ­φει στον Θεό. Επέ­στρε­ψε όμως χω­ρίς το πνεύ­μα – μό­νο σώ­μα, μό­νο ύλη – άδειος, κε­νός από  λ ό γ ο.
Στον Ιω­άν­νη, εί­ναι σχε­δόν ακα­τά­λη­πτη η προ­θυ­μία του Ιη­σού να κα­λο­δε­χτεί τον θά­να­το του φί­λου του Λά­ζα­ρου (εί­ναι φί­λος του· εί­ναι ο μό­νος που τον φω­νά­ζει με το όνο­μά του), για να δεί­ξει την δύ­να­μή του πέ­ραν από τον θά­να­το. Στο Ευαγ­γέ­λιο ακό­μα και η ίδια η ει­κό­να του θαύ­μα­τος εί­ναι πιο κε­ντρι­κή από τον ίδιο τον Λά­ζα­ρο. Ένα μα­νι­φέ­στο του Ιη­σού εί­ναι ο Λά­ζα­ρος.

Ρέμπραντ: «Η ανάσταση του Λαζάρου» (96X81εκ).  περ. 1630-1632 Πινακοθήκη Λος Άντζελες
Ρέμπραντ: «Η ανάσταση του Λαζάρου» (96X81εκ). περ. 1630-1632 Πινακοθήκη Λος Άντζελες


Ο Λά­ζα­ρος εί­ναι πι­στός στον ιω­αν­νι­κό λό­γο και κα­τ’ επέ­κτα­ση πι­στός· χρη­σι­μο­ποιεί τον κό­σμο χω­ρίς να τον χρη­σι­μο­ποιεί· δεν ανή­κει στον κό­σμο πα­ρε­κτός ως αντι­κεί­με­νο θαύ­μα­τος και πί­στης – ή πιο σω­στά απι­στί­ας, γι’ αυ­τό και ασκεί­ται ως συμ­βάν θαύ­μα­τος. Ακό­μα και το όνο­μά του φα­νε­ρώ­νει αυ­τή την στα­θε­ρή στρέ­βλω­ση της γλώσ­σας από τον Ιω­άν­νη: το «Λά­ζα­ρος» προ­έρ­χε­ται από το «El’azar», που ση­μαί­νει «ο Θε­ός τον έχει βοη­θή­σει». Ένα όνο­μα που πλη­σιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο σε μία φρι­κια­στι­κή προ­φη­τεία, πα­ρά σε όνο­μα. Πι­στεύω πως θα έπαυε να απο­τε­λεί πα­ρά­δο­ξο αν το ίδιο το όνο­μα του Λα­ζά­ρου, έπαυε να εί­ναι το άτο­μο που βοη­θεί­ται προ­τού βοη­θη­θεί, αν πιο σω­στά και ει­λι­κρι­νά σή­μαι­νε «αυ­τός που βο­ή­θη­σε τον Θεό».
Το Ευαγ­γέ­λιο του Ιω­άν­νη εν­δε­χο­μέ­νως να οδη­γή­σει τον ανα­γνώ­στη να ανα­ρω­τη­θεί μή­πως εί­ναι ένα ατύ­χη­μα της γλώσ­σας, μία συ­νάρ­τη­ση ίσως της απα­ρά­μιλ­λης ικα­νό­τη­τας του να γεν­νά­ει ασά­φεια, αφή­νο­ντας στο τέ­λος μία ανά­γνω­ση πα­ντο­δύ­να­μη ή απο­λύ­τως δια­στρε­βλω­μέ­νη. Η γλωσ­σι­κή σύγ­χυ­ση εί­ναι πα­ντα­χού πα­ρού­σα: το «ας πά­με μα­ζί του» των Μα­θη­τών, με­τα­τρέ­πε­ται «ας υπά­γω­μεν και ημείς εκεί δια να απο­θά­νω­μεν μα­ζή του» (Ιω­άν­νης, ια΄16). Πα­ρα­κά­τω στο Ευαγ­γέ­λιο, ο Ιω­άν­νης φαί­νε­ται σχε­δόν σαν να θέ­λει να συ­γκρί­νει τις αδερ­φές του Λα­ζά­ρου, την Μα­ρία με την Μάρ­θα. Μάρ­θα, σύμ­φω­να με τον Θε­ο­φά­νη Κε­ρα­μέα, ση­μαί­νει ‘κο­πιώ­σα’, εί­ναι η σάρ­κα, ενώ Μα­ρία που με­τα­φρά­ζε­ται σε ‘Κυ­ρί­α’ εί­ναι το σύμ­βο­λο της ψυ­χής. Όσο για τον Λά­ζα­ρο, δεν μπο­ρεί πα­ρά να ση­μαί­νει τον ίδιο τον νου.[14] Η Μάρ­θα λοι­πόν πρώ­τη τρέ­χει και πρώ­τη δέ­χε­ται τον λό­γο του Ιη­σού για την ανά­στα­ση των νε­κρών (ακό­μη και στους μα­θη­τές του δεν χρη­σι­μο­ποιεί την λέ­ξη ‘ανά­στα­ση’). Η Μάρ­θα σε γε­νι­κές γραμ­μές δέ­χε­ται τον λό­γο του Ιη­σού, αλ­λά δεν τον κα­τά-νο­εί. Ο ‘Υιός του Θε­ού’, αντι­κα­θί­στα­ται από το ζα­λι­σμέ­νο και γε­νι­κό­λο­γο ‘Δά­σκα­λο­ς’. Το ίδιο ακρι­βώς συμ­βαί­νει και στην προη­γού­με­νη ενό­τη­τα, με τους Μα­θη­τές. Υπάρ­χει μία γλωσ­σι­κή ασά­φεια σ’ όλο το κε­φά­λαιο του Ιω­άν­νη. Λέ­ξεις που χρη­σι­μο­ποιού­νται για να αντι­κα­τα­στή­σουν άλ­λες λέ­ξεις: ο Λά­ζα­ρος εί­ναι άρ­ρω­στος, ο Λά­ζα­ρος κοι­μά­ται, ο Λά­ζα­ρος πε­θαί­νει, ο Λά­ζα­ρος πρέ­πει να ξυ­πνή­σει.
Κα­θο­ρί­ζε­ται μία γνω­στι­κι­στι­κή στά­ση απέ­να­ντι στον Λό­γο, μία αλ­λα­γή των συ­γκε­κρι­μέ­νων και μό­νι­μων λέ­ξε­ων, κυ­ρί­ως με­τά την επα­να­φο­ρά του Λα­ζά­ρου. Ολό­κλη­ρος ο σκο­πός των τε­λευ­ταί­ων λέ­ξε­ων, ση­μαί­νει τί­πο­τα λι­γό­τε­ρο από το: η αιώ­νια ζωή συμ­βαί­νει όταν πι­στεύ­εις στον σω­στά κα­τα­νοη­τό Θεό. Ο Ιω­άν­νης επι­βε­βαιώ­νει ότι με­τά το ακραίο αυ­τό θαύ­μα πολ­λοί άν­θρω­ποι πί­στε­ψαν· αυ­τή η πί­στη, όμως, κα­θο­δη­γεί­ται στρε­βλω­μέ­να γλωσ­σι­κά από την συ­γκε­κρι­μέ­νη εμπι­στο­σύ­νη του να μην πε­θαί­νεις πο­τέ. Πα­ρό­λα αυ­τά και εντε­λώς σκλη­ρά (ο Ευαγ­γε­λι­στής θα έπρε­πε να το πε­ρι­μέ­νει ότι μας αφή­νει με την φω­νή του τί­πο­τα), το με­γα­λύ­τε­ρο θαύ­μα, η από­λυ­τη κυ­ριάρ­χη­ση της Ζω­ής απέ­να­ντι στην προ­σω­ρι­νή ζωή και τον θά­να­το – η πρά­ξη που γί­νε­ται στην ακρό­τη­τά της για να πι­στέ­ψει ο άν­θρω­πος εί­ναι και αυ­τή που ξα­να­φέρ­νει τον θά­να­το και μά­λι­στα τον με­γα­λύ­τε­ρο και μαρ­τυ­ρι­κό­τε­ρο: την σταύ­ρω­ση του Χρι­στού (απε­φά­σι­σαν από την ημέ­ραν εκεί­νην όλοι των να τον θα­να­τώ­σουν, Ιω­άν­νης, ια΄53), αλ­λά και την θα­νά­τω­ση του ίδιου του Λα­ζά­ρου (ίνα και τον Λά­ζα­ρον απο­κτεί­νω­σιν, Ιω­άν­νης, ιβ΄10). Πώς σκο­τώ­νε­ται όμως αυ­τός που τό­σο ελά­χι­στα υπάρ­χει; Που ακό­μα και στο σπι­τι­κό δεί­πνο της οι­κο­γέ­νειας του με­τά τον τά­φο, δεν έχει φω­νή για τί­πο­τα· ο Ιω­άν­νης όχι μό­νο κρα­τά τον Λά­ζα­ρο σε αφω­νία, αλ­λά δί­νει φω­νή στο αμέ­σως επό­με­νο ση­μα­ντι­κό πρό­σω­πο του Ευαγ­γε­λί­ου: τον Ιού­δα.[15] Η αφω­νία του Λα­ζά­ρου εί­ναι ακρι­βώς το αντί­θε­το της φω­νής του Εί­ναι. Δί­χως κα­μία αγω­νία πια στη ζωή του (αφού έχει δει μέ­χρι και τον θά­να­το), δεν συ­να­ντά και δεν συ­να­ντιέ­ται πο­τέ με το θαύ­μα των θαυ­μά­των: ότι το ον εί­ναι. Όπως πο­λύ ωραία το λέ­ει ο Jean – Luc Marion: «η ανία ού­τε κου­νά­ει, ού­τε λα­λά­ει, ού­τε βλέ­πει τί­πο­τα. Η ανία δεν εξαι­ρεί τί­πο­τα από το δυ­σμι­κό της βλέμ­μα […] Κα­νέ­να εί­δω­λο δεν υπάρ­χει για την ανία, ού­τε καν το αξε­πέ­ρα­στο θέ­α­μα του δε­δο­μέ­νου όντος».[16] Τε­λι­κά θα­να­τώ­θη­κε ο θά­να­τος στο συμ­βάν του Λα­ζά­ρου; Ο θά­να­τος που δεν μπο­ρεί να θα­να­τώ­σει τον θά­να­το εί­ναι η συ­νεί­δη­ση της μη-ανά­στα­σης, αν λά­βου­με υπό­ψη μας την κιρ­κε­γκω­ρια­νή σκέ­ψη. Τι ακρι­βώς φα­νέ­ρω­σε αυ­τό το θαύ­μα, αν όχι την απελ­πι­σία; Η υγεία της ύπαρ­ξης δεν εί­ναι η αρ­μο­νία της σω­μα­τι­κής υπό­στα­σης, μας λέ­ει ο Κίρ­κε­γκωρ.
Ξα­να­γυρ­νώ­ντας στη λο­γο­τε­χνία και συ­γκε­κρι­μέ­να στον Μέ­γα Ιε­ρο­ε­ξε­τα­στή, ο Ντο­στο­γιέφ­σκι[17] εί­ναι διεισ­δυ­τι­κός και τολ­μη­ρός και τον δια­βά­ζου­με σε σχέ­ση με τον λό­γο επι­στρο­φής του Λα­ζά­ρου:

Συ που ήρθες για να θυσιάσεις τη ζωή Σου για τους ανθρώπους! Αντί να γίνεις κύριος της ελευθερίας του ανθρώπου, του την πολλαπλασίασες μόνον και με τα βάσανα που σ’ αυτή ενυπάρχουν εβάρυνες την ψυχή του εις τον αιώνα τον άπαντα. Ζητούσες την ελεύθερη αγάπη του ανθρώπου για να τον παρασύρεις και να τον δελεάσεις να Σε ακολουθήσει θεληματικά […] Υπάρχουν τρεις δυνάμεις, μόνον τρεις δυνάμεις στη γη, που μπορείς να κάνεις μ’ αυτές να κατανικήσει και να αιχμαλωτίσει για πάντα τη συνείδηση αυτών των αδύνατων ταραχοποιών για τη δική τους την ευτυχία. Αυτές οι δυνάμεις είναι: το θαύμα, το μυστήριο και η εξουσία. (Φ. Ντοστογιέφσκι, Ο Μέγας Ιεροεξεταστής (1879), μτφρ. Α. Αλεξάνδρου, εκδ. Γκοβόστης 2015, σσ. 28-29)


Η επί­δει­ξη της δύ­να­μης αί­ρει την ελεύ­θε­ρη βού­λη­ση της εκλο­γής του αν­θρώ­που (τι απέ­γι­νε άρα­γε το «όστις θέ­λει οπί­σω μου ελ­θείν»; ) και το­πο­θε­τεί την πί­στη ως μία αί­σθη­ση εξα­να­γκα­σμού που γεν­νιέ­ται από το υπο­χρε­ω­τι­κό θαύ­μα. Ο Λά­ζα­ρος ως τρα­γι­κή μορ­φή της ζω­ντα­νής Ζω­ής με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται σε μία υλι­κή και ανα­γκα­στι­κή ορ­γά­νω­ση που υπό­σχε­ται να ελευ­θε­ρώ­σει τον άν­θρω­πο από το βά­ρος του θα­νά­του. Αλ­λά η ζω­ντα­νή Ζωή απαι­τεί και μία πί­στη ζω­ντα­νή. Δεν εί­ναι αυ­τό βα­θιά αντι-αν­θρώ­πι­νο;
Ανα­ρω­τιό­μα­στε για την ιστο­ρία του Λα­ζά­ρου πρω­τί­στως για­τί σκε­φτό­μα­στε πως οι ση­με­ρι­νές αξί­ες και προ­τι­μή­σεις μπο­ρούν να δια­μορ­φώ­σουν την μελ­λο­ντι­κή ει­κό­να. Ο Λά­ζα­ρος δεν εί­ναι ένα χρι­στια­νι­κό ζή­τη­μα – εί­ναι ζή­τη­μα ζω­ής και θα­νά­του, που συ­νο­δεύ­ε­ται με την πρέ­που­σα συ­νει­δη­το­ποί­η­ση μί­ας επο­χής που όχι μό­νο ο άν­θρω­πος, όχι μό­νο η ια­τρι­κή, όχι μό­νο η ηθι­κή και η ελευ­θε­ρία του σώ­μα­τος και της ψυ­χής, αλ­λά η σύγ­χρο­νη ολι­κή ύπαρ­ξη τε­λεί υπό κρί­ση. Σκο­ντά­φτου­με στην ει­κό­να για το με­τά του Λα­ζά­ρου για­τί δεν μπο­ρού­με να απα­ντή­σου­με στις ερω­τή­σεις γι’ αυ­τή την από­λυ­τη πρά­ξη, κι έτσι δε­χό­μα­στε ολο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο ότι η [ξα­να]ζωή του Λα­ζά­ρου τού έκλε­ψε ένα με­γά­λο κομ­μά­τι οντι­κό­τη­τας. Ίσως πε­ρά­σει αρ­κε­τός και­ρός για να δε­χτεί ο άν­θρω­πος ότι ο θά­να­τος δεν κα­τα­στρέ­φε­ται.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: