Μια εκ του σύνεγγυς ανάγνωση του ποιήματος «Τώρα να φέρω κερί, Σάββα Παύλου» του Δ. Κοσμόπουλου

Στον Θ. και στην Α. για την εν­συ­ναί­σθη­ση

Ο Δη­μή­τρης Κο­σμό­που­λος (γένν. 1964) έχει εκ­δώ­σει έως τώ­ρα έντε­κα ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές: Λα­το­μείο (2002), Του νε­κρού αδελ­φού (2003), Που­λιά της νύ­χτας (2005), Ανά­στα­σις του Αν­δρέα Ταρ­κόφ­σκι (2008), Βρα­χύ χρο­νι­κό (2009), Κρού­σμα (2011), Κρυ­πτό­λε­ξο (2013), Κα­τό­πιν εορ­τής (2014), Θέ­ρι­στρον (2018), Πε­ντά­ση­μον (2020· πρό­κει­ται για συ­νέκ­δο­ση με άλ­λους τέσ­σε­ρις ποι­η­τές) και Pixels (2020).
Ορι­σμέ­να από τα ποι­ή­μα­τα των πα­ρα­πά­νω συλ­λο­γών αρύ­ο­νται τη θε­μα­τι­κή τους από γε­γο­νό­τα, πρό­σω­πα ή κα­τα­στά­σεις που σχε­τί­ζο­νται, εί­τε εξ ολο­κλή­ρου εί­τε εν μέ­ρει, με την πα­λιό­τε­ρη, τη σύγ­χρο­νη αλ­λά και την εντε­λώς πρό­σφα­τη ιστο­ρία της Κύ­πρου, με την οποία ο Δ. Κο­σμό­που­λος δια­τη­ρεί εδώ και δε­κα­ε­τί­ες πο­λύ στε­νές σχέ­σεις.
Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να: στο ποί­η­μα «Ο Κύ­πρου Κυ­πρια­νός της 9ης Ιου­λί­ου 1821 στην Πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος του 2005» (Βρα­χύ χρο­νι­κό, σ. 67) τα εμ­φα­νι­σια­κά και συ­μπε­ρι­φο­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ενός ρα­κο­συλ­λέ­κτη οδη­γούν τη σκέ­ψη του ποι­η­τή στον εθνο­μάρ­τυ­ρα αρ­χιε­πί­σκο­πο, σε ένα σκη­νι­κό όπου το ηρω­ι­κό πα­ρελ­θόν (1821) και το αντι­η­ρω­ι­κό πα­ρόν (2005) συμ­φύ­ρο­νται με τρό­πο απρό­σμε­νο και πρω­τό­τυ­πο: ο ρα­κο­συλ­λέ­κτης ανα­σύ­ρει από τον κά­δο απορ­ριμ­μά­των «ένα πλα­στι­κό πο­τή­ρι των Μα­κντό­ναλτς με απο­μει­νά­ρι κό­κα-κό­λας», κα­θώς και «ένα υπό­λοι­πο κα­φέ κι ένα χυ­μό πορ­το­κα­λιού», τα πί­νει και σταυ­ρο­κο­πιέ­ται (όπως, αντι­στι­κτι­κά, και ένας κλη­ρι­κός κα­τα­λύ­ει ό,τι έχει απο­μεί­νει από τη Θεία Κοι­νω­νία;)· στη «Λε­πτο­μέ­ρεια» (Του νε­κρού αδελ­φού, σ. 78), όπου η διά­χυ­τη ακου­στι­κή ει­κό­να συ­νο­στε­ώ­νει τους εσω­τε­ρι­κούς αρ­μούς του ποι­ή­μα­τος, ο Γρη­γό­ρης Αυ­ξε­ντί­ου, ίσως ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος ήρω­ας της τρι­σχι­λιε­τούς ελ­λη­νι­κής ιστο­ρί­ας της με­γα­λο­νή­σου, εξα­γιά­ζε­ται με θα­λασ­σι­νό νε­ρό που βγή­κε από μια λυ­σιώ­τι­κη πέ­τρα (ας ανα­φερ­θεί εδώ ότι το ποί­η­μα αυ­τό φαί­νε­ται να συ­νο­μι­λεί με ομό­θε­μα ποί­η­μα­τα του Κώ­στα Μό­ντη)· στο «View point, Δε­ρύ­νεια, †21.7.2017» (Θέ­ρι­στρον, σ. 35) ο ποι­η­τής, συ­ντε­τριμ­μέ­νος, με­τα­φέ­ρει στο χαρ­τί τις εντυ­πώ­σεις που απο­κό­μι­σε, όταν αντί­κρι­σε από μα­κριά την πε­ρί­κλει­στη πό­λη της Αμ­μο­χώ­στου, και κα­τα­γρά­φει τα λό­για ενός γέ­ρο­ντα πρό­σφυ­γα, ο οποί­ος, «με πα­γω­μέ­να μά­τια», του εί­πε ότι «’γώ ’μαι μέ­σα ’πού το Βα­ρώ­σι».
Στο σύ­ντο­μο αυ­τό ερ­μη­νευ­τι­κό ση­μεί­ω­μά μας θα εστιά­σου­με το εν­δια­φέ­ρον μας σε ένα άλ­λο «κυ­πρια­κό» ποί­η­μα του Δ. Κο­σμό­που­λου, το οποίο εί­ναι αφιε­ρω­μέ­νο στον φι­λό­λο­γο και λο­γο­τέ­χνη, και έναν από τους κα­τε­ξο­χήν με­λε­τη­τές τού Γ. Σε­φέ­ρη, Σάβ­βα Παύ­λου. Ο Σ. Παύ­λου, γνω­στός και με το ψευ­δώ­νυ­μο Ερυ­θρο­τερ­μιν­θεύς, γεν­νή­θη­κε το 1951 στη Λευ­κω­σία και πέ­θα­νε τον Απρί­λιο του 2016 ύστε­ρα από μά­χη με τον καρ­κί­νο. Πα­ρα­θέ­του­με ολό­κλη­ρο το ποί­η­μα:

O Σάββας Παύλου
O Σάββας Παύλου

Τώρα να φέρω κερί, Σάββα Παύλου

†6.4.2016

«Είδα τον ουρανό σιδερένιο», είπες,
«μες στις αχυροθημωνιές ανοίγαν τρύπες,
στόματα του θανάτου, ρουφήχτρες της ψυχής.
Στον ύπνο δεν χωρούν σχέδια ανακωχής,

»των phantoms η κοιλιά ακόμη χύνει κόλαση».
Είχες δεξιά τον Όμηρο και την Γραφή.
Και την φωνή σου γάργαρη, για να ταφεί
το άδικο που σου θόλωνε την όραση.

Παραδίδεσαι τάφω, σκότει κατοικίζεσαι,
άνθη κι αρώματα πουλιών υφαίνουν τον Απρίλη.
Μ’ ελληνικούς φθόγγους φωτός, που μου ’χες στείλει

Άντρας της αφοβιάς, το βλέμμα σου καντήλι,
ασβέστωσε τον κήπο του θανάτου κι άκουσέ με:
Με τους συντρόφους, στο Τραπέζι της Χαράς περίμενέ με.


Το ποί­η­μα συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στην ενό­τη­τα «Τα κό­μι­στρα» της συλ­λο­γής Θέ­ρι­στρον (σ. 21), μιας συλ­λο­γής η οποία, σύμ­φω­να με τον Ευ­ρι­πί­δη Γα­ρα­ντού­δη, «αγ­γί­ζει την αιχ­μή της ποι­η­τι­κής ωρι­μό­τη­τας» του Δ. Κο­σμό­που­λου, και η οποία, όπως ο ίδιος ο ποι­η­τής δή­λω­σε σε συ­νέ­ντευ­ξή του, «γρά­φτη­κε σε συν­θή­κες πυ­ρε­τι­κής έντα­σης», επει­δή «μια πε­ρι­πέ­τεια της υγεί­ας μου κα­τα­θρυμ­μά­τι­σε όλα τα δε­δο­μέ­νως αυ­το­νό­η­τα του βί­ου».
Στην ίδια ενό­τη­τα πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται, επί­σης, τα ποι­ή­μα­τα «Ρι­ζί­τι­κο», «Ι. Σκο­πός του χω­μα­τό­δρο­μου», «ΙΙ. Φυ­τό ου­ρά­νιο», «Τρία ποι­ή­μα­τα για τον Γιάν­νη Κο­ντό» και «16η Μαρ­τί­ου 2015 μ.Χ., 6.00 μ.μ.». Στα «Κό­μι­στρα», λέ­ξη που «πα­ρα­πέ­μπει στα οφει­λό­με­να κό­μι­στρα για τον διά­πλου του Αχέ­ρο­ντα, κό­μι­στρα πνευ­μα­τι­κής συ­γκο­μι­δής για έναν επι­κεί­με­νο θά­να­το» (Α. Ε. Φλω­ρά­κης), ο ποι­η­τής, εκτός από τον Σ. Παύ­λου, συν­δια­λέ­γε­ται και με τους με­τα­στά­ντες Ηλία Λά­γιο (1958-2005), Δη­μή­τρη Μη­τρο­πά­νο (1948-2012), Γιάν­νη Κο­ντό (1943-2015) και Βαγ­γέ­λη Για­κου­μά­κη (1995-2015).
Απ’ όσο γνω­ρί­ζου­με, μνεία ή σύ­ντο­μα σχό­λια στο ποί­η­μα που εί­ναι αφιε­ρω­μέ­νο στον Σ. Παύ­λου έκα­ναν, σε βι­βλιο­κρι­τι­κές τους για το Θέ­ρι­στρον, οι Ευρ. Γα­ρα­ντού­δης, Δ. Κό­κο­ρης, Α. Α. Στέ­φος, Α. Κορ­δάς, Ν. Σα­ρα­ντά­κος (πα­ρα­θέ­τει ολό­κλη­ρο το ποί­η­μα), Α. Ε. Φλω­ρά­κης, Α. Αφε­ντου­λί­δου (πα­ρα­θέ­τει τους τρεις κα­τα­λη­κτή­ριους στί­χους), Α. Μα­κρυ­δη­μή­τρης, Ε. Αυ­δί­κος (φρο­νεί ότι οι στ. 6-8 σχη­μα­τί­ζουν «το κέ­λυ­φος της προ­γραμ­μα­τι­κής αρ­χής του Κο­σμό­που­λου, ο οποί­ος «προ­σφεύ­γει σε δυο πα­ρα­δό­σεις, που συ­γκρο­τούν τους βα­σι­κούς άξο­νες της ποι­η­τι­κής του υπό­στα­σης. Από τη μια με­ριά εί­ναι η χρι­στια­νι­κή πα­ρά­δο­ση και για τον λό­γο αυ­τό αξιο­ποιεί τα κεί­με­να των Γρα­φών. Κι από την άλ­λη εί­ναι η λό­για κο­σμι­κή πα­ρά­δο­ση, η οποία στον προει­ρη­μέ­νο στί­χο απο­δί­δε­ται με την ανα­φο­ρά στον Όμη­ρο»), Β. Μα­κρυ­δή­μας, Α. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου («[Ο Δ. Κο­σμό­που­λος] συ­νο­μι­λεί, βλέ­πει –θα έλε­γα– τον Σάβ­βα Παύ­λου. Τον πο­θεί. Στο “Τρα­πέ­ζι της Χα­ράς”, αυ­τόν που οπλί­στη­κε με τον Όμη­ρο και την Αγία Γρα­φή για να δώ­σει αγώ­νες»), Γ. Στρού­μπας («Ο θά­να­τος του Σάβ­βα Παύ­λου μή­να Απρί­λιο επι­φέ­ρει την αντι­πα­ρα­βο­λή με το με­γα­λο­βδο­μα­διά­τι­κο πά­θος του Ιη­σού, με τον οδυρ­μό του Επι­τα­φί­ου [“Πα­ρα­δί­δε­σαι τά­φω, σκό­τει κα­τοι­κί­ζε­σαι”]»), Δ. Χλω­πτσιού­δης, Π. Νι­κο­λά­ου (πα­ρα­θέ­τει τους στ. 1-5) και Χ. Ψαρ­ράς (επι­ση­μαί­νει ότι το συ­γκε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα, όπως και ορι­σμέ­να άλ­λα, αρ­χί­ζει «ακτι­νο­γρα­φώ­ντας τον θά­να­το» και ολο­κλη­ρώ­νε­ται «με απει­κο­νί­σεις της ανά­στα­σης στην κυ­ριο­λε­κτι­κή της ση­μα­σία, αυ­τήν της επα­να­φο­ράς του νε­κρού στη ζωή»).

Το ποί­η­μα «Τώ­ρα να φέ­ρω κε­ρί, Σάβ­βα Παύ­λου» ανή­κει ασφα­λώς στην κα­τη­γο­ρία των σο­νέ­των, μο­λο­νό­τι μορ­φι­κά και με­τρι­κά δεν έχει τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­τι­κά ενός συ­νη­θι­σμέ­νου σο­νέ­του. Οι απο­κλί­σεις αυ­τές εί­ναι σκό­πι­μες και εντάσ­σο­νται μέ­σα στη γε­νι­κό­τε­ρη φι­λο­σο­φία του ποι­η­τή, ο οποί­ος, όσον αφο­ρά τη σύν­θε­ση ενός επι­και­ρο­ποι­η­μέ­νου σο­νέ­του, συ­νε­χί­ζει, κα­τά τους Γ. Βαρ­θα­λί­τη και Δ. Κό­κο­ρη, το έρ­γο των Η. Λά­γιου, Μ. Γκα­νά και Ν. Βα­γε­νά. Ο Δ. Κο­σμό­που­λος «δεν ακο­λου­θεί αυ­στη­ρά τις επι­τα­γές του πα­ρα­δο­σια­κού σο­νέ­του, όπως ο κα­νό­νας των δε­κα­τεσ­σά­ρων στί­χων και της ισο­συλ­λα­βί­ας, ενώ τη­ρεί πο­λύ πιο πι­στά τα ομοιο­κα­τα­λη­κτι­κά σχή­μα­τα του σο­νέ­του. Αυ­τή η τά­ση, αφε­νός να ανα­κα­λεί το πα­ρα­δο­σια­κό σο­νέ­το και αφε­τέ­ρου να μην το (ανα)δη­μιουρ­γεί εντε­λώς πι­στά, συγ­χρο­νί­ζε­ται με εκεί­νη την επι­λο­γή και άλ­λων σύγ­χρο­νων ποι­η­τών το σο­νέ­το να γρά­φε­ται στις μέ­ρες μας αφο­μοιώ­νο­ντας τη μα­κρά εμπει­ρία της ελευ­θε­ρό­στι­χης ποί­η­σης» (Ευρ. Γα­ρα­ντού­δης). Στο υπό πα­ρου­σί­α­ση ποί­η­μα ο Δ. Κο­σμό­που­λος, πα­ρά τις συ­νει­δη­τές εκτρο­πές, οι οποί­ες επιρ­ρων­νύ­ουν τις δια­πι­στώ­σεις του Ευρ. Γα­ρα­ντού­δη, ακο­λου­θεί τον κα­νό­να των 14 στί­χων και φαί­νε­ται να εφαρ­μό­ζει μία από τις βα­σι­κές αρ­χές του πα­ρα­δο­σια­κού σο­νέ­του, σύμ­φω­να με την οποία το κε­ντρι­κό νό­η­μα το­πο­θε­τεί­ται στους τε­λευ­ταί­ους στί­χους.
Το ελε­γεια­κό/θρη­νη­τι­κό αυ­τό σο­νέ­το, το οποίο γρά­φτη­κε ανή­με­ρα του θα­νά­του του Σ. Παύ­λου (προ­φο­ρι­κή μαρ­τυ­ρία του Δ. Κο­σμό­που­λου), αρ­θρώ­νε­ται σε τέσ­σε­ρα στρο­φι­κά σύ­νο­λα, δύο τε­τρά­στι­χα (στ. 1-4, 5-8) και δύο τρί­στι­χα (στ. 9-11, 12-14). Οι στί­χοι εκτεί­νο­νται σε 12 (στ. 1, 4, 6-8), 13 (στ. 2-3, 11-12), 14 (στ. 5, 9), 15 (στ. 10, 13) και 17 (στ. 14) συλ­λα­βές και ομοιο­κα­τα­λη­κτούν ως εξής: ααββ, γδδγ, εζζ, ζηη (σε ορι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις η ομοιο­κα­τα­λη­ξία εί­ναι ιδιαί­τε­ρα εύ­στο­χη: «εί­πες» - «τρύ­πες», «Γρα­φή» - «τα­φεί», «Απρί­λη» - «στεί­λει» - «κα­ντή­λι»). Το μέ­τρο εί­ναι ιαμ­βι­κό (βλ., π.χ., τον –σο­λω­μι­κών κα­τα­βο­λών– στί­χο «άν­θη κι αρώ­μα­τα που­λιών υφαί­νουν τον Απρί­λη»), ενώ η δια­σά­λευ­ση της ιαμ­βι­κής περ­πα­τη­σιάς πα­ρα­τη­ρεί­ται κυ­ρί­ως στον στ. 1, κα­θώς και στο ανα­παι­στι­κό αρ­χί­νη­μα του στ. 9.
Ήδη από τον τί­τλο του ποι­ή­μα­τος ο προ­σε­κτι­κός ανα­γνώ­στης αρ­χί­ζει να αντι­λαμ­βά­νε­ται τη φι­λι­κή σχέ­ση του ποι­η­τή με τον Σ. Παύ­λου. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η πρώ­τη λέ­ξη του τί­τλου («Τώ­ρα»), καί­τοι απλή και κα­θη­με­ρι­νή, απο­κτά μια ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σιο­λο­γι­κή από­χρω­ση, μέ­σα από την οποία ανα­δει­κνύ­ε­ται μια οι­κειό­τη­τα που εί­ναι ακρι­βώς η από­το­κος μιας τέ­τοιας αδελ­φι­κής φι­λί­ας: «Τώ­ρα […], Σάβ­βα Παύ­λου», δη­λα­δή «πε­ρί­με­νε»/«στά­σου», μέ­χρι να «φέ­ρω ένα [αναμ­μέ­νο] κε­ρί». Κα­τά τη γνώ­μη μας, το κε­ρί επι­τε­λεί τρι­πλό ρό­λο: πρώ­τα λει­τουρ­γεί μνη­μον(ευτ)ικά· έπει­τα υπο­δη­λώ­νει τη βα­θιά θρη­σκευ­τι­κή πί­στη τό­σο του Σ. Παύ­λου όσο και του ποι­η­τή· και, τέ­λος, ρί­χνει λί­γο φως στα σπη­λαιώ­δη βά­θη της πεν­θού­σας ψυ­χής του ποι­η­τή, δηλ. στο σκη­νι­κό του ποι­ή­μα­τος (εξ ου, ίσως, και η συ­νειρ­μι­κή πα­ρου­σία της λέ­ξης «εί­δα» στον πρώ­το στί­χο του ποι­ή­μα­τος), έτσι ώστε να τε­θούν σε λει­τουρ­γία οι μη­χα­νι­σμοί της υπο­βο­λής και της εν­συ­ναί­σθη­σης.
Η εναρ­κτή­ρια πρό­τα­ση «Εί­δα τον ου­ρα­νό σι­δε­ρέ­νιο» πε­ρι­κλεί­ει, σύμ­φω­να με προ­φο­ρι­κή μαρ­τυ­ρία του Δ. Κο­σμό­που­λου, αυ­τού­σια λό­για του Σ. Παύ­λου, τα οποία απο­τε­λούν τον συ­μπυ­κνω­τή­ρα των (εμπό­λε­μων) εμπει­ριών του από την τουρ­κι­κή ει­σβο­λή του 1974 και, συ­να­κό­λου­θα, της αγω­νί­ας του για το μέλ­λον του νη­σιού. Πά­ντως, ο σι­δε­ρέ­νιος ου­ρα­νός φαί­νε­ται να θυ­μί­ζει και ένα κεί­με­νο του Σ. Παύ­λου για τον βομ­βαρ­δι­σμό της Τηλ­λυ­ρί­ας από τα τουρ­κι­κά αε­ρο­πλά­να το 1964. Στο κεί­με­νό του εκεί­νο ο Σ. Παύ­λου πα­ρα­θέ­τει ένα από­σπα­σμα από το πε­ριο­δι­κό Νέα Επο­χή: «Εξή­ντα τέσ­σε­ρα αε­ρο­πλά­να, επί τρεις μέ­ρες έρι­χναν με πρω­το­φα­νή αγριό­τη­τα φω­τιά και σί­δε­ρο και πε­τρέ­λαιο στην πο­λύ­πα­θη πε­ριο­χή [της Τηλ­λυ­ρί­ας]» (Εκεί στις ομπρέ­λες…, σ. 129).
Επί­σης, η ανα­φο­ρά στα τουρ­κι­κά «phantoms», και γε­νι­κό­τε­ρα στην τουρ­κι­κή ει­σβο­λή, φαί­νε­ται να κρυ­σταλ­λώ­νει τις ανα­μνή­σεις του Δ. Κο­σμό­που­λου, όπως αυ­τές δια­μορ­φώ­θη­καν από τις συ­ζη­τή­σεις του με τον Κύ­πριο φι­λό­λο­γο. Προς επίρ­ρω­ση της επι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­ας μας πα­ρα­θέ­του­με, στο ση­μείο αυ­τό, ένα εύ­γλωτ­το από­σπα­σμα από το ιστο­λό­γιο του αεί­μνη­στου Σ. Παύ­λου:

Την προηγούμενη μέρα με είχε βγάλει στο ραδιόφωνο ο Δημήτρης Κοσμόπουλος. Ήθελε μαρτυρίες στην εκπομπή του για το 1974, 30 ακριβώς χρόνια από τότε. Όταν έφτασα στη σκηνή του νοσοκομείου, όταν ανάφερα ότι είδα τους τραυματίες και νεκρούς του πολέμου, λύγισα σε λυγμούς, δυσκολεύτηκα να συνεχίσω. Ο Κοσμόπουλος με ρώτησε αν έπρεπε να διακόψει την εκπομπή, ρίχνοντας μουσική. Πρώτη φορά μιλούσα για τις μνήμες του καλοκαιριού αυτού. Πάντοτε σε όλες τις εκπομπές που βγήκα μίλησα για το Κυπριακό και για τόσα άλλα θέματα με αποφασιστικότητα και ηρεμία. Λυγμοί και κλάματα μου φαίνονταν πάντα απωθητικά, γι’ αυτό και νευρίασα με τον εαυτό μου, για την εικόνα που παρουσίασα, για τον ήχο που έδινα. (https://savvaspavlou.wordpress.com/2015/08/05/3192/)

Προ­χω­ρώ­ντας ένα βή­μα πα­ρα­πέ­ρα, θα προ­σθέ­τα­με ότι στα λό­για του Σ. Παύ­λου, όπως αυ­τά πα­ρα­τί­θε­νται στους πρώ­τους πέ­ντε στί­χους του ποι­ή­μα­τος (με εξαί­ρε­ση, βέ­βαια, το κα­βα­φι­κό «εί­πες» του πρώ­του στί­χου), επι­συ­νά­πτο­νται, μα­ε­στρι­κά δο­σμέ­νες, και φρά­σεις όπου από πί­σω ακού­γε­ται η φω­νή του Γ. Σε­φέ­ρη. Έτσι, φρά­σεις όπως «στό­μα­τα του θα­νά­του», «ρου­φή­χτρες της ψυ­χής» και «των phantoms η κοι­λιά ακό­μη χύ­νει κό­λα­ση», οι οποί­ες πε­ρι­γρά­φουν φρι­κια­στι­κές σκη­νές του πο­λέ­μου, θυ­μί­ζουν ανά­λο­γους στί­χους από τη σε­φε­ρι­κή «Ελέ­νη» (εν­δε­χο­μέ­νως και από τη σε­φε­ρι­κή «Σα­λα­μί­να της Κύ­προς»).
Εί­ναι σα­φές ότι το βιω­μα­τι­κό στοι­χείο απο­τε­λεί ένα από τα βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ποι­ή­μα­τος. Η γνω­ρι­μία του ποι­η­τή με τον Σ. Παύ­λου υπήρ­ξε πο­λύ­χρο­νη (από το 1991 κ.ε.), βα­θιά και σχε­δόν κα­θη­με­ρι­νή (στην τε­λευ­ταία τη­λε­φω­νι­κή επι­κοι­νω­νία τους, μά­λι­στα, ο Σ. Παύ­λου, δύο μό­λις μέ­ρες πριν από τον θά­να­τό του, εί­πε στον Δ. Κο­σμό­που­λο τα εξής: «Δη­μή­τρη, έστρε­ψα έναν κου­βά αί­μα. Φεύ­γω» [προ­φο­ρι­κή μαρ­τυ­ρία του Δ. Κο­σμό­που­λου]). Συ­νε­πώς, το ότι ο Σ. Παύ­λου εί­χε σαν φυ­λα­χτά­ρι, π.χ., τον Όμη­ρο και την Αγία Γρα­φή απο­τε­λεί αδιαμ­φι­σβή­τη­τη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, η οποία, έτσι κι αλ­λιώς, επι­βε­βαιώ­νε­ται και από δη­μο­σιεύ­μα­τα του Κύ­πριου φι­λο­λό­γου (βλ., π.χ., Εκεί στις ομπρέ­λες…, σ. 41 και 368, αντί­στοι­χα). Το βιω­μα­τι­κό στοι­χείο ισχύ­ει ασφα­λώς και στην πρό­κρι­ση της λέ­ξε­ως «γάρ­γα­ρη», η οποία απο­μνη­μειώ­νει ποι­η­τι­κά, εν­δε­χο­μέ­νως και πα­ρη­χη­τι­κά, τη δια­πε­ρα­στι­κή και στε­ντό­ρεια φω­νή του Σ. Παύ­λου.
Όπως εύ­κο­λα μπο­ρεί να δια­πι­στώ­σει κα­νείς, το ποί­η­μα ξε­κι­νά με έντα­ση, ανη­συ­χία και νευ­ρι­κό­τη­τα, αφού στους πρώ­τους στί­χους του κυ­ριαρ­χούν σκη­νές από τον πό­λε­μο του 1974. Στη συ­νέ­χεια, όμως, η κα­τά­στα­ση αρ­χί­ζει σι­γά σι­γά να απο­κλι­μα­κώ­νε­ται, με απο­τέ­λε­σμα από τον σι­δε­ρέ­νιο ου­ρα­νό του πρώ­του στί­χου να κα­τα­λή­γου­με στο Τρα­πέ­ζι της Χα­ράς (και της επα­να­σύν­δε­σης) του τε­λευ­ταί­ου στί­χου (ο Π. Βου­του­ρής, σχο­λιά­ζο­ντας το συ­γκε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα σε εκ­δή­λω­ση του Ομί­λου Λο­γο­τε­χνί­ας και Κρι­τι­κής στη Λευ­κω­σία [17.9.2020], πα­ρα­τή­ρη­σε ότι οι πρώ­τοι 8 στί­χοι οριο­θε­τούν την επί­γεια ζωή και οι 6 τε­λευ­ταί­οι τη με­τα­θα­νά­τια ζωή). Ο τε­λευ­ταί­ος αυ­τός στί­χος εί­ναι ο εκτε­νέ­στε­ρος του ποι­ή­μα­τος (17 συλ­λα­βές), ίσως επει­δή ο ποι­η­τής θέ­λη­σε να συ­μπε­ρι­λά­βει σε αυ­τόν όλη την ου­σία των προη­γού­με­νων στί­χων, αλ­λά και να πα­ρα­τεί­νει την επι­κοι­νω­νία με τον φί­λο του.
Επί­σης, αξί­ζει να ανα­φερ­θεί ότι το συ­γκε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα, το οποίο μπο­ρεί να πα­ρα­βλη­θεί με τα τρία πα­λα­μι­κά δε­κα­τε­τρά­στι­χα με τί­τλο «Κα­λυ­ψώ Κ. Κα­τσί­μπα­λη», και ει­δι­κό­τε­ρα με τον κα­τα­λη­κτή­ριο στί­χο «Πού πας πιο πέ­ρα; Ο ου­ρα­νός σου εδώ» του τρί­του δε­κα­τε­τρά­στι­χου (Π. Βου­του­ρής), αν και απο­τε­λεί έναν έμ­με­τρο θρή­νο για τον θά­να­το ενός σπου­δαί­ου αν­θρώ­που των γραμ­μά­των και του πο­λι­τι­σμού, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σφύ­ζει από ζωή, όχι μό­νο επει­δή η πα­ρου­σία του εκλι­πό­ντος εί­ναι, τε­λι­κά, ολο­ζώ­ντα­νη ή επει­δή οι ακου­στι­κές (από τους βομ­βα­ρι­σμούς των τουρ­κι­κών αε­ρο­πλά­νων, τη γάρ­γα­ρη φω­νή του Σ. Παύ­λου, τις συ­ζη­τή­σεις στο Τρα­πέ­ζι της Χα­ράς) και οσφρη­τι­κές (από τις ευ­χά­ρι­στες μυ­ρω­διές των λου­λου­διών) ει­κό­νες εί­ναι τό­σο έντο­νες ή επει­δή η χρή­ση του β΄ ενι­κού προ­σώ­που προσ­δί­δει στο ποί­η­μα θε­α­τρι­κό­τη­τα, αλ­λά και επει­δή στους 12 από τους 14 στί­χους του κυ­ριαρ­χούν 15 ρή­μα­τα, τα οποία κα­τα­φέρ­νουν να ενερ­γο­ποι­ή­σουν τις αι­σθή­σεις και να απο­μα­κρύ­νουν τον πέ­πλο του θα­νά­του.

Κα­τα­λη­κτι­κά: Δεν ξέ­ρω αν θα ήταν υπερ­βο­λή να υπο­στη­ρί­ξει κα­νείς ότι ο Σ. Παύ­λου ήταν, για τον Δ. Κο­σμό­που­λο, ο σε­φε­ρι­κός Άγ­γε­λος, αλ­λά, επι­χει­ρώ­ντας μια συ­νο­πτι­κή απο­τί­μη­ση, θα λέ­γα­με ότι ο Μεσ­σή­νιος ποι­η­τής κα­τά­φε­ρε να συν­θέ­σει ένα σο­νέ­το, το οποίο δεν απέ­χει κα­θό­λου από την ιδιο­συ­γκρα­σία, τις δια­θέ­σεις και τις επι­θυ­μί­ες του φί­λου του, όπως αυ­τές δια­φαί­νο­νται στο συ­γκλο­νι­στι­κό δι­ή­γη­μά του «Η κη­δεία μου»: «Όταν πε­θά­νω, δεν θέ­λω κα­νέ­να τη­λε­ο­πτι­κό συ­νερ­γείο και φω­το­γρά­φο, δεν θέ­λω κα­τα­θέ­σεις στε­φά­νων ή αναγ­γε­λία ποιοι κα­τέ­θε­σαν στε­φά­νι. Η νε­κρώ­σι­μος ακο­λου­θία της Ορ­θο­δό­ξου ημών Εκ­κλη­σί­ας αρ­κεί» (Εκεί στις ομπρέ­λες…, σ. 368).

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: