Σημειώσεις από το περιβάλλον
[ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ή ΠΕΡΑ ΑΠ᾽ ΑΥΤΗΝ ]

Ετοιμάζονται τα αφιερώματα:


Μίλτος Σαχτούρης
 
(επιμ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου)
Γιώργος Χειμωνάς (επιμ. Ευριπίδης Γαραντούδης)
Γιάννης Πάνου (επιμ. Αριστοτέλης Σαΐνης)
Oδυσσέας Ελύτης
(επιμ. Ιουλίτα Ηλιοπούλου)
Γλώσσα
(επιμ. Χριστόφορος Χαραλαμπάκης)
«1821» (επιμ.  Νικήτας Σινιόσογλου)
Ένας Χάρτης της Κίνας (επιμ. Γιώργος Χουλιάρας)
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (επιμ. Γιώργος Βέης)
Μάτση Χατζηλαζάρου
(επιμ. Χρήστος Δανιήλ - Άντεια Φραντζή)
Νίκος Γκάτσος (επιμ. Αγαθή Δημητρούκα)

Γατόσκυλο




Η Μπέμπα είναι αλανιάρικο γατί. Γατόσκυλο, περηφανεύεται ο Άκης. Κοιμάται στο χαλάκι της εξώπορτας, τρώει φαΐ στο πήλινο κουπάκι. Τα βράδια ανεβαίνει στη ροδιά ψηλά ψηλά, στο κλαδί που δε φτάνουνε οι άλλοι γάτοι. Δίνει ένα σάλτο, ακούγεται το γντουπ, με φόρα κουτουλάει στην τζαμαρία. Παίρνει τη θέση της σαν σφίγγα στο περβάζι, χαζεύει στη μεριά της τηλεόρασης.

— Παρέα θέλει, λέει ο μπαμπάς.

Ο Άκης τη χαϊδεύει από το τζάμι. Η Μπέμπα τρίβεται επάνω στο γυαλί, τεντώνει την πατούσα της σαν μπαλαρίνα.

Δυο χρόνια τώρα είναι η παρέα τους. Νιαουρίζει σαν μωρό, είναι απαιτητική και χαϊδεψιάρα. Ακόμα και η μαμά, που στην αρχή τη φώναζε βρομόγατο, προχθές της φύλαξε την πέτσα από το ψάρι.

Παλιά εξαφανιζόταν και αλήτευε, μα έχει λίγες μέρες που δεν το ξεκουνάει από το χαλάκι. Μόνο όταν βγαίνει ο ήλιος, ορμά και απλώνεται στο καπό του αυτοκινήτου. Κοιμάται εκεί, οι αχτίνες την χτυπάνε κατακέφαλα. Η μαμά ζηλεύει. Πολύ θα ήθελε κι εκείνη να απλωθεί κάτω απ’ τον ήλιο του μεσημεριού κι ας ήταν και σε μία λαμαρίνα. Ξεφυσάει μαλακά μην ακουστεί, πλένει τα πιάτα με καυτό νερό. Τα χέρια της έσκασαν από τα απολυμαντικά κι ίσως τα γάντια να ήταν μία λύση.

20/4/1970


Ο άγιος Τσέλαν
που πήρε τη γλώσσα μαζί του
στην κόλαση

Την έδεσε στο λαιμό του
και πήδηξε στο ποτάμι
Ή δέθηκε στο λαιμό της
και την έσπρωξε

Ποιο απ᾽ τα δυο βαρίδια
αυτός ή αυτή
παρέσυρε
και ποιο παρασύρθηκε;

Εξίσου βρώμικα και κρύα
ήταν τα νερά
Στο ποτάμι συνέχισαν να ρέουν
τα λόγια ακατάσχετα

Άοπλες Δυνάμεις

Φωτ. Νίκος Δήμου


Η παρέλαση έγινε ξανά και φέτος στο Σύνταγμα.
Στρατολόγησαν με το ζόρι κάποιους άρρενες κομπάρσους,
για να παραστήσουν τις «Άοπλες Δυνάμεις»
και τους έντυσαν με ποικιλόχρωμες vintage φορεσιές,
σε διάφορα χρώματα.

Παλιότερα, όταν ζούσα ακόμα,
οι συμμετέχοντες ήταν αληθινοί στρατιώτες.

Τότε, οι νεαροί άντρες αφιέρωναν υποχρεωτικά στην πατρίδα κανά δυό χρόνια από τη ζωή τους κι εκείνη τους μάθαινε να κάνουν πόλεμο –ή στρατιωτικοί– άνθρωποι καριέρας που επαγγέλονταν με ελεύθερη βούληση την προετοιμασία των στρατιωτικών δυνάμεων.

Τότε, ο πόλεμος ήταν απλά ένα ενδεχόμενο. Τώρα, αυτά έχουν αλλάξει. Είμαστε όλοι, άντρες-γυναίκες, επαγγελματίες μισθοφόροι. Εκπαιδευόμαστε από νωρίς να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας και την πατρίδα μας, ενώ ταυτόχρονα εξασφαλίζουμε την τροφή μας.

Μας έχουν εκπαιδεύσει πρώτα να κυνηγάμε και μετά να τρώμε τους εχθρούς μας.

Έτσι απολαμβάνουμε την εθνική μας κυριαρχία,
σε όλα ανεξαιρέτως τα γεύματα.

Η βόλτα




Έχω αφήσει το λουρί στο σπίτι. Δεν μου αρέσει ο ήχος της πλαστικής λαβής όταν κτυπάει στους σκουριασμένους κρουνούς και στα ραγισμένα πεζοδρόμια. Ίσως ραγίζουν ακόμη περισσότερο, μπορεί και να αντηχεί αυτό το περίεργο κροτάλισμα κάτω, στους υπόνομους, να προκαλεί κάθε βράδυ την άλλη πόλη να ανέβει. Δεν το προτιμώ το λουρί, κάποτε πιάνεται στις ρίζες των μισο-ξεθαμμένων ακακιών, και μένω εκεί δαγκώνοντας με μανία να κοπεί.
Νιώθω ελεύθερος απόψε. Είμαι ώρα τώρα κουρνιασμένος εδώ, ξύνω τη φαγούρα μου ενώ κοιτάω τα φευγαλέα φώτα των αμαξιών τους τα ευθυτενή, παρωπίδες που τους προστατεύουν από τον φόβο των πλασμάτων της νύχτας. Σαν εμένα· σαν την λιτοντυμένη γυναίκα, καρφωμένη στη γωνιά, με το φωτισμένο τετράγωνο που γράφει γύρω απ΄ τα μαλλιά της, έτσι όπως κάποτε σκύβει, σχεδόν σε ορθή γωνία πριν ξαναγίνει κολώνα στον τοίχο· σαν τον κουρελιάρη κύριο που λιώνει με κάθε ανατολή, χωνάκι παγωτό που πέταξαν στον χώρο στάθμευσης. Θέλω να πάω να τον γλύψω, μα τρομάζω μη μάθω γι’ αυτόν που τον πέταξε.
Σηκώνομαι διστακτικά να προχωρήσω βαθύτερα στις γειτονιές επάνω στην Αλφάμα. Δεν μου αρέσει που προκαλώ φόβο στους κλεισμένους που κοιτάνε από τα παράθυρα. Όχι επειδή ανησυχώ γι’ αυτούς, δέκα φορές πιο άγριοι είναι από εμένα, το κρύβουν με μολύβια που γράφουν και με μουσικές που παίζουν στα ραδιόφωνα. Δεν μου αρέσει γιατί ο ίδιος εγώ δεν τους ρώτησα τι μαγειρεύουν και δεν ζήτησα φίλεμα για να απομακρυνθώ γρήγορα. Φεύγω πάντα έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν μένω. Αποχωρώ κάθε φορά που με κοιτάνε εκείνα τα μαζεμένα φρύδια, κάθε στάση μου με το πίσω πόδι επάνω είναι για τα μάτια τους ένα μίασμα, μια επίθεση στο λιγδερό κατεστημένο τους.
Φεύγω συνεχώς, ναι, γιατί με κυνηγάει η μυρωδιά. Από μέσα κι απ’ έξω, απ’ τις κουζίνες και τα σκυβαλοδοχεία, κι απ’ τις γλωσσούδες τις εξατμίσεις, ένα μίγμα τόσο αμφιλεγόμενο, τόσο ακατάτακτο, που σε κάνει να θέλεις να τρέξεις μακριά από την πόλη, να βρεις ένα πάρκο έξω, να ξαπλώσεις χάμω και να κλαις για ώρες, να κλαις για όσα άφησες στο σπίτι εκείνο που δεν θες να ξαναπάς, να κλαις για το παιδί που το αλλάξανε και δεν σ’ αγαπάει πια, να κλαις για την πόρνη που σε χάιδεψε σαν πέρναγες και δεν τρόμαξε καθόλου. Να κλάψεις ωσότου δεν θα ακούγεσαι, όταν πια δεν θα έχει απομείνει τίποτα παρά το κουφάρι σου, και στα κιτρινισμένα κόκκαλα, στη θέση του μεδουλιού βλαστήσουν δηλητηριώδη μανιτάρια, να αναδύουν εκείνη την παράξενα ελκυστική μυρωδιά των χαμένων χρόνων που γαύγιζες χαρούμενος για την επανάστασή τους κουνώντας την ουρά, την ώρα που σε κλώτσαγε ο αρχηγός τους.

Δεν θέλω να αγγίξει κανείς τα μανιτάρια, να τα μυρίζονται θέλω οι μοναχικοί περαστικοί, έτσι, για να υποψιάζονται. Θα επιστρέψω σπίτι τώρα. Αρκετή ώρα έμεινα έξω

Αγγελάδες

Καλορίζικο!


Στην Άνοιξη του 2021


αντήχησε ξαφνικά στεντόρεια μια φωνή. Όλοι τινάχτηκαν· γύρισαν να κοιτάξουν προς το μέρος που ήταν στραμμένο το πρόσωπο αυτού που είχε αναφωνήσει.

– Το πρώτο σορτς της Άνοιξης, συνέχισε επεξηγηματικά, θριαμβευτικά και χαρμόσυνα. Παρακολουθούσε με το βλέμμα τα βήματα της νεαρής κοπέλας με το σορτς που προχωρούσε στο πεζοδρόμιο απέναντι από τα παγκάκια στο παρκάκι της τριγωνικής πλατειούλας της γειτονιάς.

Η κοπέλα με το καυτό σορτς άνοιξε βήμα. Συνέχισε ακάθεκτη το δρόμο της. (Λες και) δεν είχε ακούσει τίποτα.



Της γειτονιάς και εγώ, καθισμένος σε ένα παγκάκι. Μεσημεράκι. Για να φάω ένα σουβλάκι. Στον ανοιξιάτικο ήλιο. Τα παγκάκια στον ίσκιο τα είχαν καταλάβει τέσσερεις-πέντε ημιπαππούδες ή απλώς ηλικιωμένοι. Από ένας στο καθένα. Παρέα προφανώς, συγκυριακή ή σταθερή, του αναφωνήσαντος. Δυο εγγονάκια κυκλοφορούσαν αδέσποτα.

Η θυμηδία ήταν διακριτική και γενική. Μόνο ένας από τους παππούδες, πολύ σοβαρός, πήρε το λόγο:

— Πρόσεξε, γιατί μπορεί να βρεθείς μπλεγμένος με αυτά που λες.

(Δεν ξέρω αν ο εν λόγω παππούς ήταν υπερβολικά φοβικός ή αν ήξερε καλά τον αναφωνήσαντα και τον είχε ικανό να υπερβεί τα εσκαμμένα).
Ένα εγγονάκι -τριών τεσσάρων ετών το έκοψα- έκοψε ένα λουλουδάκι.

— Για δες τον, ψάχνει για γκόμενα, είπε άλλος ημιπαππούς, στο ίδιο χαρμόσυνο κλίμα.

— Κάνει πολλή παρέα με ένα κοριτσάκι, είπε ο σοβαρός παππούς (του μπόμπιρα, προφανώς).

— Μη φοβάστε (πήρα κι εγώ τον λόγο, κάπως καθυστερημένα και εκτός φάσεως, για να διασκεδάσω τους φόβους του πολύ σοβαρού παππού) δεν είναι τέτοια αυτή η περίπτωση, τα me too της τηλεόρασης αφορούν άλλες φάσεις, πολύ πιο χοντρές!

Ο σοβαρός παππούς δεν κατάλαβε, δεν με άκουσε ή έκανε πως.
Ο μπόμπιρας με πλησίασε επικίνδυνα και μου έτεινε χαμογελώντας γλυκά το κομμένο λουλουδάκι.

— Βρες καμιά κοπέλα να της το δώσεις, του είπα με χάρη και ευγενικά, όπως δεν αρμόζει σε μικρά παιδιά. Σηκώθηκα απότομα κατσουφιασμένος. Φωτιά στα μπατζάκια μου σκέφτηκα. ( Έχω κάνει μόνο την πρώτη δόση του εμβολίου).

Ο μπόμπιρας απομακρύνθηκε απογοητευμένος
Ο σοβαρός παππούς με κοίταξε εμένα περίλυπος και τον μπόμπιρα φοβισμένος.

(Περίλυπος, γιατί ίσως, εκεί που σκεφτόταν πως θα έμπαινε μια άλλη νότα στην παρέα τους, εγώ την έκανα βιαστικά. Φοβισμένος όμως, γιατί;).


https://www.youtube.com/watch?v=Y70nZIpL5c8

Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι: χωρίς φλας



Τέλη Μαρτίου πέθανε στην Κρακοβία ο Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι (Adam Zagajewski), ένας σπουδαίος Πολωνός ποιητής, ο οποίος είχε γεννηθεί το 1945 στη Λεόπολη (Λβοβ), που με το όνομα Λβιβ ανήκει στην Ουκρανία. Έχοντας ζήσει χρόνια στο Παρίσι, πριν επιστρέψει στην Πολωνία, αναδείχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου δίδασκε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, με τη δημοσίευση μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους του προγενέστερου ποιήματός του «Προσπάθησε να υμνήσεις τον ακρωτηριασμένο κόσμο». Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο με επιλογή ποιημάτων του, σε μεταφράσεις Βασίλη Μαραγκού, Μαθήματα πιάνου (Κοινωνία των Δεκάτων, 2014). Ήμασταν τυχεροί όσοι τον είχαμε γνωρίσει. Στη μνήμη του έχω μεταφράσει το ποίημα (από τα αγγλικά, με ματιές μέσω λεξικών στο πρωτότυπο) «Χωρίς φλας».

Senza flash

(ακούγεται συχνά η εντολή αυτή σε ιταλικά μουσεία)

Χωρίς φλόγα, χωρίς άγρυπνες νύχτες, χωρίς θέρμανση,
χωρίς δάκρυα, χωρίς έντονα πάθη, χωρίς πεποιθήσεις,
και έτσι συνεχίζουμε να ζούμε·
χωρίς φλας.

Ήρεμοι και σταθεροί, υπάκουοι και νυσταγμένοι,
χέρια μαυρισμένα από τις καθημερινές εφημερίδες,
πρόσωπα λιπαρά από την κρέμα·
χωρίς φλας.

Τουρίστες που χαμογελούν με πεντακάθαρα πουκάμισα,
ο Herr Lange & η Miss Fee και ο Monsieur & η Madame Rien,
θα μπουν στο μουσείο ·
χωρίς φλας.


Θα σταθούν μπροστά σε έναν πίνακα του Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα όπου
ο Χριστός, σχεδόν τρελός, βγαίνει από τον τάφο,
ανασταίνεται, ελεύθερος·
χωρίς φλας.

Και ίσως τότε κάτι απρόβλεπτο θα συμβεί:
κρυμμένη σε μαλακό βαμβάκι, μια καρδιά κινείται,
μέσα στη σιωπή, το φλας αναβοσβήνει.