
Επέστρεφα στη Θεσσαλονίκη τότε μετά από καιρό. Από τα φοιτητικά μου χρόνια.
Και στο πρώτο μου βράδυ εκεί ξεκίνησα για το «Santé», να το ξαναδώ.
(Τώρα πια δεν θυμάμαι αν κατευθύνθηκα στο «Santé» της Μητροπόλεως ή πήγα πια στο νέο, στη Δραγούμη).
Με υποδέχτηκε, βέβαια, ο Γιώργος της Αριάνας, ο Κίκης, με χαρά μεγάλη. Δεν ξέρω και πώς λίγη ώρα μετά βρισκόμουνα σε ταξί μέσα με τον άλλο αιώνιο της νύχτας τους, τον Ηρακλή, να πηγαίνουμε κατά ’κει που τραγουδούσε ο Παπάζογλου. Ο Νίκος. Κάπου προς την Όλγας.
Δεν ξέρω πάλι πώς μετά, με τον Νίκο οι δυο μας πια, βρεθήκαμε στο «Φλου», στο άλλο ακόμα τότε αιώνιό τους μέρος. Εκεί τον φωτογράφησα να χαμογελάει.
Κι οι τρεις τους νομίζω εκείνη τη νύχτα σαν να ’χαν δει σ’ εμένα και τα δικά τους πρώιμα κι ανέμελα χρόνια, κι, ενώ δεν είχαμε παλιά κάνει και τόση μεταξύ μας παρέα, όπως κι εγώ, μαζί θέλαμε, θέλανε να ’μαστε.
Σαν παλιοί πολεμιστές μόνο. Σαν τίποτα από όσα είχαμε πια στη ζωή μας ο καθένας πετύχει.
( Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ Στιγμές )