«Είναι φέτες αυτές που ‘κοψες; Που κάθε κομμάτι είναι ίσα με μισό δάχτυλο; Λεπτές θα τις κόβεις κοπέλα μου. Λεπτές σαν τσιγαρόχαρτα. Δύο ευρώ το κιλό κάνουν τα κολοκυθάκια. Που τώρα θέλουμε πενήντα κιλά για να γεμίσουμε το ταψί. Χουβαρνταλίκια στην κουζίνα σου και στην τσέπη σου. Όχι στο δικό μου το φαΐ. Τ’ ακούς;», είπε στην Αγγέλα η ξανθιά με το κατακόκκινο νύχι. Ύστερα χάιδεψε έναν τετράπαχο γκρίζο γάτο που ρορόνιζε στα πόδια της κι έτσι όπως ήταν χυμένη στην καρέκλα, πήρε ένα χασαπομάχαιρο κι άρχισε να πελεκάει τα κολοκύθια. Τα ‘κοψε σε πάχος ενός χιλιοστού και τα ‘κανε να μοιάζουνε μ’ εκείνα τα χάρτινα φαναράκια-ακορντεόν που κράταγαν παλιά τα παιδιά στους Επιταφίους. Μετά, τα έβαλε με τάξη στο ταψί, από πάνω αράδιασε πατάτες κυδωνάτες που ήταν πιο φτηνές και με ένα πιο κοφτερό μαχαίρι ξεκίνησε να τεμαχίζει κάτι κατάσκληρα καρότα Ολλανδίας που είχε αγοράσει με τριάντα λεπτά το κιλό στο κλείσιμο της λαϊκής.
Η ξανθιά με το κατακόκκινο νύχι, Ρίτα για τους πελάτες, είχε το μαγαζί «Πιρούνι και Μαχαίρι» κοντά στο αστυνομικό τμήμα της Καλλιδρομίου. Έφτιαχνε μαγειρευτό φαγητό, σούπες, λαδερά, κατσαρόλας, φουρνιστά, χωριάτικες πίτες, κρέατα της ώρας και για επιδόρπιο κέρναγε πάντα ένα κομμάτι καζάν ντιπί σε μέγεθος σπιρτόκουτου. «Η συνταγή είναι από την Πολίτισσα γιαγιά μου», έλεγε κορδωμένη στους μπάτσους κι ας καταγόταν από το Βλάσι Καρδίτσας, πάππου προς πάππου. Κάπνιζε πάντα μπροστά απ’ την ανοιχτή πόρτα του ψυγείου που φύλαγε τα αλλαντικά. «Το σύγκλινο είναι παραγωγής μας, καπνισμένο σε ξύλο οξιάς και αρωματισμένο με τσιμένι και γλυκιά πάπρικα», έλεγε με νάζι. Εξίμισι ευρώ είχαν τα πιάτα ημέρας και εφτά ευρώ τα σπέσιαλ. Τσιγκουνευόταν το λάδι, το αλάτι, τα υλικά, το ψήσιμο, το βράσιμο. Αφού τέλειωνε με τα φαγητά, καθόταν μπροστά απ’ την ταμειακή, με τον γάτο στα πόδια της, τον κύριο Κλάους, μάζευε την είσπραξη, πέρναγε τα χαρτονομίσματα απ’ το κούτελο και ύστερα τα έχωνε σ’ ένα πράσινο ξεφτισμένο πουγκί που έκρυβε στο σουτιέν.
Παιδιά, άντρα, ή αδέρφια δεν είχε, μόνο αυτόν τον γάτο που κοιμόταν στο μαγαζί. Η Αγγέλα ποτέ δεν τη ρώτησε γιατί τον φώναζε έτσι. Δεν τόλμαγε. Κάθε μέρα έτρεχε πέρα δώθε, σερβίριζε, καθάριζε, έλεγε αναλυτικά το μενού και τις τιμές μέχρι να αποφασίσει ο πελάτης, κράταγε τις μερίδες για τους αργοπορημένους, ετοίμαζε τα πακέτα για τα ντελίβερι κι ύστερα έμπαινε στο καμαράκι κι έπιανε να καθαρίζει κατσαρόλες, τηγάνια και κουτάλες. Στα φαγητά δε μπλεκόταν. Δεν την άφηνε η Ρίτα γιατί ήταν σπάταλη, τεμπέλα και δεν πόναγε τον ξένο κόπο. Έτσι της έλεγε. Κι όταν η Αγγέλα έκανε καμιά ζημιά ή αργούσε κανένα δεκάλεπτο, η Ρίτα τής έκοβε λεφτά απ’ το μεροκάματο. Πότε 2 ευρώ, πότε 5 ευρώ, πότε όλο το τριαντάευρο. Ανάσα δεν έπαιρνε η Αγγέλα. Μόνο καμιά φορά εκεί που γέμιζε το αλουμινένιο ταψάκι του πελάτη, έπεφτε το μάτι της στα πορσελάνινα πιάτα πάνω στον τοίχο, αυτά με τα ροζ τριαντάφυλλα, τις βοσκοπούλες, τους βιολιστές, τις ασιατικές τίγρεις και τα πουλιά Μαγαδασκάρης. Η Ρίτα την έβλεπε, «Αγγέλα» φώναζε, τα πιάτα κουνιόντουσαν πέρα-δώθε κι ύστερα σιγά-σιγά ησύχαζαν, σαν να ερχόταν το τέλος του κόσμου.
H Αγγέλα σήμερα έκλεινε στο «Πιρούνι και Μαχαίρι», είκοσι έξι μέρες, τρεις ώρες, δεκαεπτά λεπτά και κάτι δευτερόλεπτα. Πήρε τη λεκάνη με τα καρότα που είχε κόψει η αφεντικίνα της κι άρχισε να τα πετάει μέσα στο ταψί. Τα ‘ριχνε με δύναμη, λες και το ταψί κάπου είχε φταίξει. Άλλοτε οι ροδέλες έβρισκαν τον στόχο κι άλλοτε χύνονταν απ’ έξω. Πάνω στον πάγκο, στους τενεκέδες με τα λάδια, στα πλαστικά με τη μαγιονέζα, μέσα στην ψωμιέρα, κάτω στο πάτωμα. Ένα μεγάλο κομμάτι καρότου που το εσωτερικό του έμοιαζε με κορμό ενός υπεραιωνόβιου πορτοκαλί πεύκου, βρήκε στο κεφάλι τον κύριο Κλάους που εκείνη την ώρα μάσαγε μια θεόρατη σαρδέλα Καλλονής. Ο γάτος έβγαλε ένα παράξενο «κκκχχχ» σαν οχιά που ετοιμάζεται να επιτεθεί, κύρτωσε τη σπονδυλική στήλη, σήκωσε το τρίχωμα, στάθηκε απέναντι από το αριστερό πόδι της Αγγέλας και χίμηξε. Γρατζουνούσε, κούναγε την ουρά, έμπηγε βαθιά τα δόντια στο κρέας, έκανε συνέχεια αυτό το «κκκχχχ» και κοίταγε την Αγγέλα με κάτι μάτια άγρια που εκείνη, καιρό μετά, θα ορκιζόταν πως τους έλειπαν οι κόρες. Όταν κάπως κατάφερε να ελευθερώσει το πόδι της, έριξε μια γερή κλωτσιά στον κύριο Κλάους κι εκείνος βρέθηκε πάνω σ’ ένα ξύλινο καφάσι με ντομάτες. Μέσα στο μαγαζί ακουγόταν μόνο το μονότονο κλαψούρισμα του γάτου. Η Ρίτα που τόση ώρα στεκόταν στην είσοδο του μαγαζιού και μίλαγε με έναν προμηθευτή φέτας από τον Άγιο Στέφανο, έτρεξε αλαφιασμένη στην κουζίνα, πήρε το ζώο αγκαλιά, το φίλησε στον λαιμό και χωρίς να κοιτάει πουθενά είπε, «για πρώτη και τελευταία φορά». Έπειτα έβγαλε από τη βιτρίνα ένα μεγάλο λαβράκι σαβόρο που το ‘χε κρατημένο για τον διοικητή του αστυνομικού τμήματος, το έβαλε σ’ ένα πήλινο πιατάκι με ανάγλυφα πουλιά και το ακούμπησε στο πάτωμα.
Από εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που η Ρίτα πήγαινε να ψωνίσει για το μαγαζί, να φτιάξει νύχια ή να βάψει τα μαλλιά της, η Αγγέλα ξεμονάχιαζε τον γάτο στο καμαράκι. Πότε του ‘βαζε ένα καλό κομμάτι τυρί που έκλεβε απ’ το ψυγείο, πότε κανένα μεγάλο ψαροκέφαλο που άφηνε ο πελάτης στο πιάτο, πότε καμιά σιτεμένη μπριζόλα, πότε τα περισσεύματα από το καζάν ντιπί. Κρυβόταν πίσω από το ψυγείο κι όταν ο κύριος Κλάους πλησίαζε το φαγητό, η Αγγέλα του πέταγε τα κρεμμύδια που ‘χαν για το στιφάδο. Στο κεφάλι, στα πλευρά, στο μουσούδι. Το ζώο νιαούριζε δυνατά, κατέβαζε τα αυτιά και τίναζε τα πόδια, χωρίς να σταματάει το μάσημα. Την υπόλοιπη μέρα, όποτε την έβλεπε, κρυβόταν πίσω απ’ τα πόδια της Ρίτας ή χωνόταν μέσα στο καφάσι με τις ντομάτες, όμως κι εκεί η Αγγέλα τον έβρισκε και τον ψέκαζε στα μάτια με το σπρέι λαδιού. Ο γάτος λίγο λίγο τυφλωνόταν κι όσο τυφλωνόταν, τόσο γρατζούνιζε. Τα ξύλινα τραπέζια, την πράσινη πόρτα έξω απ’ το καμαράκι, την κουπαστή της σκάλας που οδηγούσε στις τουαλέτες, τη φρουτοθήκη από ταρτάν, τον μαρμάρινο πάγκο, ένα παλιό έπιπλο αντίκα που έκρυβαν τις χαρτοπετσέτες και τα καθαριστικά, μέχρι και μια αποξηραμένη κολοκύθα με ζωγραφισμένα τσαμπιά που είχε φέρει η Ρίτα από κάποια παλιά γιορτή κρασιού.
Ένα μεσημέρι, το κέντρο ήταν κλειστό και στο αστυνομικό τμήμα της Καλλιδρομίου είχαν μείνει μόνο ο φρουρός κι ο αξιωματικός υπηρεσίας. Λίγο πιο ‘κει, στο «Πιρούνι και Μαχαίρι», οι υδρατμοί κύλαγαν ρυθμικά πίσω απ’ το τζάμι της βιτρίνας. Σ’ έναν μαυροπίνακα απέναντι από την είσοδο, έγραφε το μενού με φωσφοριζέ μαρκαδόρο. Αρνί με πατάτες, φακές, γιουβαρλάκια, ογκρατέν και γλυκό σαλάμι. Η ώρα περνούσε, η Αγγέλα γυάλιζε τα κουτάλια με ένα πανί ποτισμένο στο ξύδι και μέτραγε τις στραβωμένες λαβές, ενώ η Ρίτα με τον γάτο αγκαλιά, λαγοκοιμόταν μπροστά στην ταμειακή. Κατά τις πέντε το απόγευμα, άνοιξε η πόρτα, μπήκε ένας αναμαλλιασμένος μπάτσος με σκισμένο μανίκι, αγόρασε δυο μερίδες παστίτσιο, «και για τον συνάδελφο» είπε, χάιδεψε τον κύριο Κλάους, ο γάτος τον γρατζούνισε, πλήρωσε την Ρίτα που πέρασε κρυφά τα δεκατέσσερα ευρώ από το κούτελο και μετά τα ‘χωσε στο βελούδινο πουγκί, έριξε μια λάγνα ματιά στην Αγγέλα κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα. Τα πορσελάνινα πιάτα στον τοίχο αναπήδησαν ελαφρά κι ύστερα ακούμπησαν στον τοίχο. Καθώς ο άντρας ξεμάκραινε, το σκισμένο μανίκι της στολής του έχασκε σαν στόμα από μπλε πιράνγχας.
«Τι θα τα κάνουμε τόσα φαγητά;», ρώτησε η Ρίτα που δεν περίμενε απάντηση. Το αρνί θα το ‘κανε κρεατόπιτα, τις φακές φακόρυζο, το ογκρατέν φρουτάλια Άνδρου και τα γιουβαρλάκια θα τα ‘δινε στην Αγγέλα. Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα και μπήκε στο καμαράκι. Ο γάτος έτρεξε πίσω της με τα μάτια μισόκλειστα. Αφού έπεσε πάνω σε μια νταμιτζάνα λάδι, βρήκε στα ψαχτά τα πόδια της αφεντικίνας του κι άρχισε να τρίβεται με μανία. Η Ρίτα πήρε απ’ το ράφι μια σουπιέρα με αποσπώμενο καπάκι, αναποδογύρισε μέσα το ταψί με τα γιουβαρλάκια κι έφτυσε τρεις ροχάλες παχιές σαν κρέμα. «Μου ‘χει πετύχει και το αυγολέμονο», είπε καθώς έδινε στην Αγγέλα την κλειστή σουπιέρα. Ο γάτος που τώρα είχε ανέβει στο περβάζι, κάπως μαγικά, τέντωσε τα μπροστινά πόδια, έγλειψε τα μουστάκια του και βυθίστηκε στον ύπνο. Η Ρίτα πήρε απ’ το έπιπλο αντίκα μια φλις κουβερτούλα, τον σκέπασε κι έφυγε χωρίς να πει κουβέντα. Η Αγγέλα κοίταξε το ρολόι. Ήτανε έξι παρά δέκα. Αφού πέρασε μ’ ένα φτερό τον πάγκο, έβγαλε μια ξύλινη κουτάλα από εκείνες που ανακατεύουν τον χαλβά και σημάδεψε τον κύριο Κλάους στο κεφάλι. Μετά έσβησε το φως, κλείδωσε δυο φορές κι έστριψε τρέχοντας προς την Ιπποκράτους.
«Να πεις στην Ρίτα πως κάνει τα καλύτερα γιουβαρλάκια. Το βράδυ ξαγρύπνησα και τα ‘φαγα», είπε ο άντρας της καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι. Η Αγγέλα άλλαξε πλευρό, τεντώθηκε λίγο, έκλεισε το ξυπνητήρι πριν αρχίσει να χτυπάει και μπήκε στο μπάνιο. Στο λεωφορείο, κάθισε στη γαλαρία, ανάμεσα σε μια γριά με τσεμπέρι και πλαστικές παντόφλες κι έναν χοντρό που μύριζε ξεραμένη βροχή. Γύρναγε συνέχεια το κεφάλι της προς το μέρος της γριάς. Σχεδόν κόλλαγε τη μύτη πάνω στα μαλλιά της. Θυμόταν τη μάνα της. Κατέβηκε στην Ακαδημίας κι άρχισε να ανηφορίζει την Ασκληπιού. Μπροστά απ’ το πνευματικό κέντρο του δήμου ένα πρεζάκι τρύπαγε τον λαιμό του και λίγο πιο ‘κει, καμιά εικοσαριά προσκοπάκια με ροζ μάγουλα τραγούδαγαν τον ύμνο τους. «Παγωμένοι απ’ το χιόνι κι απ’ τον ήλιο μελαμψοί, τραγουδάμε τον σκοπό μας χαρωποί». Η Αγγέλα φόρεσε χιαστί την τσάντα, κούμπωσε το μπουφάν μέχρι πάνω, μέτρησε τα ψιλά για κουλούρι και προχώρησε. Τα φώτα του μαγαζιού ήταν αναμμένα κι η πόρτα ορθάνοιχτη. Κοντοστάθηκε λίγο και μπήκε. Η αφεντικίνα της ήταν γονατισμένη μπροστά σ’ έναν μεγάλο κουβά με μπακαλιάρο που ξαρμύριζαν αποβραδίς και κρατιόταν απ’ το χείλος του. Το σώμα του κυρίου Κλάους έπλεε απαλά πάνω στο νερό. Τα μάτια του ήταν μισόκλειστα. Σαν παιδί που κάνει τον πεθαμένο μέσα σε καλοκαιρινή θάλασσα. Η Αγγέλα κοίταξε έξω. Ένα μικρό ακανόνιστο κομμάτι ουρανού αιωρούνταν ανάμεσα στις απέναντι πολυκατοικίες. Είχε το χρώμα του παλιού μώλωπα. Θα ‘ρχόταν βροχή. Σίγουρα θα ‘ρχόταν βροχή.