«Μην πουλάς ό,τι δεν έχει αξία. Μ’ αυτό θα αγοράσεις όσην Αξία θελήσεις ν’ αποκτήσεις», είπε ο Έμπορος του Κάποτε
Porte de Clignancourt: Τα παλαιοπωλεία
Των Κληρονόμων η επίμονη απαίτηση:
Σε βιτρίνες προς πώληση να εκτεθούν.
Με τις επουσιώδεις αψηλάφητες χαράξεις.
Αποτιμηθέντα από χέρια έμπειρα,
που σήκωσαν στο φως
τον αδιαίρετο εαυτό τους.
Η πάλη της συμφέρουσας τιμής:
Δεν είναι δα κάποια πορσελάνη αξίας ― Και τούτη η κάρτα ποιον εικονίζει ― Οι καρέκλες έχουν τις φθορές τους ― Μελανοδοχεία ποιος θέλει πια ― Έπεσε το παρελθόν από το ράφι-Μην αγγίζεις.
Αφέθηκαν αβούλως
στις αμετάθετες ιστορικές πρωτοτυπίες.
«Παρατυπίες», είπε ο Συλλέκτης.
Ο Κληρονόμος ψέλλισε
το δυσκίνητο «απεταξάμην».
Και τα παλιά, οι παγερές υπόνοιες
του νέου Χώρου κατακλείναν.
Του νέου Ιδιοκτήτη,
που μ' όση μέριμνα
το αναιμικό τους φάσμα κι αν γυαλίσει,
Συνένοχος θα μένει
στην αδιαφανή της εκποιήσεως υπόθεση.
Barbès-Rochechouart: Οι ύποπτοι
Άργησες. Ανάλαβε υπηρεσία.
Είπαν τη Barbès κακόφημη.
Από τα συχνάσματα του υποκόσμου.
Μπλεγμένοι σε συναλλαγές αδιάγνωστες:
Από τσέπη σε τσέπη-Από βλέμμα σε βλέμμα.
Ένα λοξό κοίταγμα στο πλάι ―Το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα τα τελευταία ― Συνθηματικό γέλιο της κυρίας ― Λίγο βήχει ― Το κόλπο να τελειώνει ― Μας βλέπουν ― Μπαίνει ο ένας στο μετρό ― Μένει ο άλλος.
Εκ της δυσκολίας των επιφανών εξαντλημένοι.
Απέσυραν το χρήμα κι αξίες εγχαρτωμένες
με ρήτρες «ουχί εις διαταγήν».
Είδος με είδος.
Πού ακούστηκε στο Ημίφως να ραγίζει το Συμφέρον.
Ανταλλαγή τετμτημένων δυνάμεων:
Από χέρι σε χέρι ― Από σώμα σε σώμα.
Είχαν εθιστεί στα άδυτα.
Τα πλησιόχωρα
στις αδιασάλευτες όχθες
του νόθου κενού της επιθυμίας.
Σαν μυριζόταν κέρδη,
μαραζώναν στο λεπτό.
Μην σβήσουν απ' τον μολυσμό τους,
ο πόνος και το πάθος
Είπα να φύγω.
Μα είχα ήδη ταχθεί.
Στους ασύμφορους λογαριασμούς
του υποκόσμου και την κάπνα του.
Marché d’ Aligre: Οι έμποροι
Στοιχείο ή στοιχειό,
της επιβολής το ασύστατο βάθεμα.
Οι πάγκοι σε οριζόντια διάταξη,
κι οι στοίβες με το ίδιο μοτίβο:
Διαγωνίως κι εναλλάξ.
Η διασπορά των αποκρύψεων
είχε μια γκρίζα υπεροχή.
Από πάνω το γερό, κι από κάτω
της συνδιατριβής η αλγεινή ευφορία.
Το παζάρι:
Δύο γαλλικά φράγκα ― Τι θέλει ο κύριος ― Μισή τιμή ― Πλεονέκτες όλοι ― Καλύτερα να πεταχτούν ― Θα σε καταγγείλω ― Δε φοβάμαι την απέλαση ― Χάλασε η ζυγαριά σου ― Εμποδίζει το καλάθι.
Αν την παραμέληση δεν μηχανευτεί,
στο δέον το στενό, αν δεν την φτάσει,
έμπορος δεν λογίζεται.
Δεν έχει νόμους της αγοράς η επινόηση.
Σε μιαν απάτη αισθαντική στηρίχθηκε,
η θεσπέσια της βοής της εφεύρεση.
Δεν έχει σημασία τι θα πουληθεί.
Τι θ' αγοραστεί.
Μόνον τους παίκτες να ελκύσει,
στο δούναι της συνθήκης,
και το λαβείν της επιφάσεως.
Αυτή είναι η επιτυχία της,
στους υπαίθριους πάγκους
της φθίνουσας τυχαιότητας.