Ι. Πρωινός ήλιος
Κάθε πρωί πριν σηκωθεί
Πιάνει τις αχτίδες
Στεφάνι τις μπλέκει
Ένα με τα μαλλιά της
‘Υστερα αργά σηκώνεται
Πετάει τα ρούχα της νύχτας
Μυρίζει απ’ το παράθυρο μέρα
Κάθε πρωί ίδια σκέψη
Δίλημμα πρωινό
Προαποφασισμένο
Ι. Πρωινός ήλιος
Κάθε πρωί πριν σηκωθεί
Πιάνει τις αχτίδες
Στεφάνι τις μπλέκει
Ένα με τα μαλλιά της
‘Υστερα αργά σηκώνεται
Πετάει τα ρούχα της νύχτας
Μυρίζει απ’ το παράθυρο μέρα
Κάθε πρωί ίδια σκέψη
Δίλημμα πρωινό
Προαποφασισμένο
ΙΙ. Γαλάζιο βράδυ
ορμητικά εισέρχεται
από παράθυρο ανοιχτό
τόσο έχει ταυτιστεί η νύχτα
με τις βαθιές περιπλανήσεις
σε δρόμους τρομαχτικά έρημους
υπόκωφη φασαρία
μυρίζει σίδηρο και μπίρα
μια αίσθηση ελευθερίας ένοχης
παρατηρώ τους συνοδοιπόρους μου
παρατημένα σκυλιά αλυχτούν
όσο περνάει η ώρα
τα πρόσωπά μας γίνονται ένα
ουρλιαχτό βράδυ αντανακλά
βάθος θαλάσσιο
ΙΙΙ. Δύση σιδηροδρόμου
έρεβος που καταφτάνει
με τη γαλάζια του σαγήνη
όλο υποσχέσεις ―
τρένο ακίνητο αγναντεύει
χαλαρώνουν οι ράγες
μηχανοδηγός τις στήνει
εκεί που βγαίνει κίτρινο
περιμένει
Θα πλημμυρίσει ο κόσμος
λυκανθρώπους τον Αύγουστο
υπομονή ―
μετριούνται οι ώρες
οι μικρές μια αιωνιότητα
οι άλλες οι κοινές
ολόκληρο ηλιόλουστο μεσημέρι
αλλαγή ώρας
ξημέρωμα δραπέτης
εξάλειψε τη μέρα
δίσκος χρυσός σε λούπα
στοιχίζουν οι μεταβολές τροχιάς
Ο μηχανοδηχός γέρνει το κεφάλι
για μια στιγμή
―μια στιγμή δεν ήταν;―
δύση που σέρνει κουρασμένα κορμιά
αποκαμωμένα πνεύματα
ύπνος γλυκός
σώπασε
―για μια στιγμή μονάχα
ξαποσταίνω στον ώμο σου―
ησυχία ανελέητη
σύμβαση τεμαχισμού της μέρας
Πότε σκοτείνιασε πάλι;