Σημειώσεις από το δρόμο για το τέλος του κόσμου

Σύνθεση: Θ. Οικονόμου
Σύνθεση: Θ. Οικονόμου
Με αφορμή το τραγούδι «I love you till the end of the world» του Nick Cave



(Σημειώσεις από το δρόμο για το τέλος του κόσμου ή πώς η αδυναμία κατανόησης της αλληλουχίας των γεγονότων μπορεί να σε οδηγήσει σε μια ζωή όπου όλα μοιάζουν να είναι προσχεδιασμένα, αν και δεν είναι, ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται, και πώς αυτό συνδέεται με την απουσία αντικειμενικού νοήματος, αλλά και με την ακαταμάχητη ανάγκη μας να το εφεύρουμε — γιατί χωρίς αυτό, τι άλλο απομένει;)

Αυτό που πρέπει να καταλάβει κανείς πρώτα —πριν από τις φλόγες, πριν από την έκρηξη, πριν από το πώς κατέληξα πίσω από το τιμόνι ενός αυτοκινήτου που δε θυμάμαι καν να έχω κλέψει (αλλά προφανώς είχα, αφού ποιος άλλος θα το είχε βάλει σε τέταρτη και θα είχε πατήσει το γκάζι σαν να προσπαθούσε να απομακρυνθεί από την ίδια την πραγματικότητα, η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι πολύ πιο επίμονη απ’ όσο νομίζουμε;)— είναι το εξής:

Η αλληλουχία των γεγονότων, όπως την κατανοούμε στις αναμνήσεις μας, είναι στην πραγματικότητα μια κατασκευή που επιβάλλουμε εκ των υστέρων για να δημιουργήσουμε την ψευδαίσθηση αιτίας και αποτελέσματος. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι ο χρόνος είναι μια γραμμική διαδικασία, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για μια παραμορφωμένη ψευδαίσθηση μνήμης και αντίληψης, στην οποία το μυαλό μας ανακατεύει κομμάτια πληροφοριών για να παράγει μια ιστορία που έχει εσωτερική συνοχή, ακόμα κι αν αυτή η συνοχή δεν υπήρξε ποτέ.

Δηλαδή, το γεγονός ότι η πόλη καιγόταν και ότι οδηγούσα σαν μανιακός δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είχα κάποια σαφή κατανόηση του πώς κατέληξα εκεί. Μπορεί να θυμάμαι την αρχή, μπορεί να θυμάμαι το τέλος, αλλά το ενδιάμεσο είναι μια διακεκομμένη ακολουθία από στιγμιαίες αποφάσεις, οι οποίες, όταν προσπαθώ να τις ανασυνθέσω, μοιάζουν περισσότερο με αυτοσχέδιες πινελιές σε έναν πίνακα που έχει ήδη ολοκληρωθεί.

Πράγμα που σημαίνει ότι αυτό που πραγματικά αναρωτιέμαι εδώ —δηλαδή, αν όντως είχα προσευχηθεί σε εκείνη ή αν απλά το φαντάστηκα μέσα στη σύγχυση, και πώς, αν όντως το έκανα, αυτό καθορίζει το αν είμαι ο ήρωας ή ο ηττημένος αυτής της ιστορίας— είναι αδύνατο να απαντηθεί χωρίς να καταφύγω στο ψέμα της ανακατασκευασμένης αιτιότητας.

Αλλά ας γυρίσουμε στην έκρηξη.

Όχι, πριν από την έκρηξη.

Ας γυρίσουμε στο ξενοδοχείο.

Περίμενε, πριν από το ξενοδοχείο.

Ας γυρίσουμε στην απόφαση να ανέβω τα σκαλιά.

Εκείνη τη στιγμή, στο διάδρομο του τρίτου ορόφου, όπου το χαλί ήταν ήδη παλιό και μουχλιασμένο και η ταπετσαρία ξεφλουδισμένη, και όπου οι θόρυβοι των ανθρώπων που διασκέδαζαν στο ισόγειο έφταναν σε μένα σαν από έναν άλλο κόσμο, στάθηκα μπροστά στην πόρτα και σκέφτηκα, για μια φευγαλέα στιγμή, πως όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι ένα όνειρο. Ή τουλάχιστον, πως αν δεν ήταν, τότε σίγουρα κάποιος —ίσως ένα μέλλον εγώ, ίσως ένας αόρατος αφηγητής— θα επιχειρούσε να βρει κάποια αλληλουχία, κάποιο σχέδιο, κάποια λογική που να τα δένει όλα μαζί.

Και εδώ είναι το πραγματικό ερώτημα:

Τι ακριβώς σημαίνει να «κάνεις μια επιλογή;»

Γιατί αν υποθέσουμε ότι το σύμπαν είναι ένας χαοτικός μηχανισμός όπου το καθετί συμβαίνει με βάση τυχαίες διακυμάνσεις της ύλης και της ενέργειας, τότε το γεγονός ότι ανέβηκα εκείνα τα σκαλιά ήταν απλά το αποτέλεσμα μιας απειροελάχιστης αλυσίδας προηγούμενων γεγονότων που κανείς —ούτε εγώ— δεν είχε πραγματικά τον έλεγχο.

Αλλά αν το δούμε αλλιώς — αν υποθέσουμε πως υπήρχε κάποια εσωτερική δυναμική που με ώθησε προς αυτή τη στιγμή, κάποια απροσδιόριστη, σχεδόν υπερβατική ανάγκη να πω αυτό που έπρεπε να ειπωθεί, να δω αυτό που έπρεπε να δω, να πάρω αυτή την απόφαση που καθόρισε το μέλλον μου (και ίσως το τέλος μου) — τότε τι διαχωρίζει αυτή τη στιγμή από οποιαδήποτε άλλη;

Τι την κάνει ξεχωριστή;

Τι σημαίνει «μοίρα» αν δεν είναι παρά μια εκ των υστέρων αναγνώριση της αναπόφευκτης αλληλουχίας των γεγονότων που μας έφεραν εδώ;

Πράγμα που μας φέρνει πίσω σε εκείνη.

(Ή, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, στην ιδέα της. Στην ιδέα του τι σημαίνει κάποιος να σε περιμένει, σε ένα συγκεκριμένο μέρος, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, φορώντας ένα συγκεκριμένο χρώμα.)

Η οποία, φυσικά, μπορεί να είναι αληθινή ή μπορεί να είναι απλά μια επινόηση.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει τρόπος να το ξέρεις εκ των προτέρων.

Ο μόνος τρόπος να το καταλάβεις είναι να συνεχίσεις να οδηγείς προς αυτήν.

Ακόμα κι αν η πόλη πίσω σου καίγεται.

Ακόμα κι αν ο σκύλος του τυφλού πωλητή είναι ήδη νεκρός και τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει.

Ακόμα κι αν η βροχή στο παρμπρίζ μοιάζει περισσότερο με ένα οπτικό εφέ παρά με ένα φυσικό φαινόμενο.

Ακόμα κι αν, βαθιά μέσα σου, αρχίζεις να υποψιάζεσαι ότι το «τέλος του κόσμου» είναι απλά μια φράση που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε τη στιγμή που συνειδητοποιούμε πως ποτέ δεν υπήρχε κάποιο σχέδιο.

Αλλά οδηγείς έτσι κι αλλιώς.

Γιατί ίσως —μόνο ίσως— να υπάρχει κάτι πέρα από αυτό.

Ή ίσως απλά επειδή δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: