Η ποίηση αξιώνει «την προσοχή της Ανώτατης Ακαδημαϊκής Βαθμίδας», δεν είμαι ποιητής.
Η ποίηση έχει «φύλο», δεν είμαι ποιητής.
Ο ποιητής απαγγέλει στον ηλεκτρικό του Πειραιά· παίρνω μετρό, δεν είμαι ποιητής.
Ο ποιητής χωρίζει σε στίχους λίστες ψώνια· γράφω τα ψώνια κατά μήκος, δεν είμαι ποιητής.
Ο ποιητής απαθανατίζεται εν ώρα ποιητικής σύλληψης· φύσει φωτοαγενής, δεν είμαι ποιητής.
Ο ποιητής συχνάζει σε λογοτεχνικά στέκια· πάω όπου με βγάλει, δεν είμαι ποιητής.
«Η ποιητική έχει κανόνες», δεν είμαι ποιητής.
«Η γλώσσα του ποιητή αισθηματική»· η γλώσσα μου συναισθηματική, δεν είμαι ποιητής.
Η Ποίηση είναι «ψηλή, ξανθιά και Γερμανίδα»· μελαχρινή, βαλκάνια, δεν είμαι ποιητής.
«Ο ποιητής έχει λαγνεία για ζωή»· κακώσεις, τενοντίτιδα δεν είμαι ποιητής.
«Με τα λόγια (γίνεται)»· ― όχι, με πράξεις. Δεν είμαι ποιητής.
Ο ποιητής με ακαδημαϊκό μεταφραστή μπαμπά· πατέρας επαρχιακός μάχιμος δικηγόρος, δεν είμαι ποιητής.
Ο ποιητής διάγει «καλλιτεχνικό βίο»· χτυπώ εργατώρες, δεν είμαι ποιητής.
Ο ποιητής δίνει παρόν· μην μ’ ενοχλεί κανείς, δεν είμαι ποιητής.
Ο ποιητής διοργανώνει σεμινάρια δημιουργικής γραφής· δεν θα μυήσω στην τέχνη μου τον κόσμο, δεν είμαι ποιητής.
Τον ποιητή διαβάζουν φίλοι· η ποίησή μου άφαντη, δεν είμαι ποιητής.
«Τον ποιητή θρέφει η στοργή του κόσμου»· με τρέφει η μετάφραση και το επιχειρείν, δεν είμαι ποιητής.
Ο ποιητής στοχάζεται τα Μεγαλειώδη· τέλος του μήνα να σκέφτομαι τον ΦΠΑ, δεν είμαι ποιητής.
«Ποίηση-ουρλιαχτό»· σκάστε, θέλω να κοιμηθώ, δεν είμαι ποιητής.
Ο ποιητής έχει τη βεβαιότητα πως είναι ποιητής· όχι, δεν είμαι ποιητής.