Η γυναίκα που είχε περισσότερα μωρά από αυτό

Μετάφραση: Ευγενία Βάγια
Ο Ουάλας Στίβενς
Ο Ουάλας Στίβενς


____________

Ο Wallace Stevens (1879-1955) ήταν ένας από τους με­γα­λύ­τε­ρους Αμε­ρι­κα­νούς ποι­η­τές του μο­ντερ­νι­σμού. Μο­να­δι­κός στι­λί­στας, δη­μιούρ­γη­σε μια ποί­η­ση πλού­σια, αι­σθη­σια­κή και ει­κο­νο­ποι­η­τι­κή, ωστό­σο αφη­ρη­μέ­νη και λό­για. Θα μπο­ρού­σε να ισχυ­ρι­στεί κα­νείς ότι έκα­νε γλώσ­σα τη μου­σι­κή της σκέ­ψης του. Οι ανα­ζη­τή­σεις του, αι­σθη­τι­κές και κυ­ρί­ως φι­λο­σο­φι­κές εί­χαν σαν στό­χο την κα­τα­νό­η­ση της φύ­σης της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, θε­ω­ρώ­ντας ότι μό­νο μέ­σα από την τέ­χνη και ει­δι­κά την ποί­η­ση μπο­ρεί η αν­θρω­πό­τη­τα να δει τον κό­σμο και την ύπαρ­ξη όπως πραγ­μα­τι­κά εί­ναι. Πα­ρά το συ­χνά απαι­τη­τι­κό λε­ξι­λό­γιο του δια­νο­ού­με­νου, από τα ποι­ή­μα­τά του δεν λεί­πει το χιού­μορ και η ελα­φρό­τη­τα, μια ξαφ­νι­κή προ­φο­ρι­κό­τη­τα, ένα παι­χνί­δι στον τί­τλο, ή ακό­μα και ένας στί­χος χω­ρίς νό­η­μα, απλά για την χα­ρά της γλώσ­σας.
Ο Stevens εμ­φά­νι­ζε προς τα έξω έναν συ­ντη­ρη­τι­κό και επι­φυ­λα­κτι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Γι’ αυ­τό και απέ­φευ­γε επι­με­λώς τα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία. Πί­σω από την αι­σθη­σια­κή μου­σι­κή των λέ­ξε­ών του, πα­ρέ­με­νε ψυ­χρός και σε από­στα­ση από το ποί­η­μα, ένας θε­ός που δεν μπο­ρεί να γί­νει αντι­λη­πτός. Εξάλ­λου η ζωή του δεν εί­χε τί­πο­τα το ποι­η­τι­κό. Κα­τα­φέρ­νο­ντας να δια­χω­ρί­σει συ­στη­μα­τι­κά την ποί­η­ση από την ερ­γα­σία, έκα­νε κα­ριέ­ρα σαν δι­κη­γό­ρος σε ασφα­λι­στι­κή δί­νο­ντας προ­τε­ραιό­τη­τα στα χρή­μα­τα και τις ανέ­σεις που του πα­ρεί­χαν. Τό­σο η κοι­νω­νι­κή όσο και η οι­κο­γε­νεια­κή του ζωή ήταν συρ­ρι­κνω­μέ­νες. Έχει κα­νείς την εντύ­πω­ση ότι η αλη­θι­νή ζωή του βρί­σκε­ται κυ­ρί­ως μέ­σα στην ποί­η­σή του. «Ζού­με μέ­σα στο μυα­λό», έγρα­ψε στο ημε­ρο­λό­γιό του, «Μια ποι­η­τι­κή θε­ω­ρία εί­ναι μια θε­ω­ρία ζω­ής.Ύψι­στη αξία εί­ναι η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα».

Το ποί­η­μα «The Woman That Had More Babies Than That» γρά­φτη­κε το 1939 και πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συλ­λο­γή «Opus Posthumous: Poems, Plays, Prose»


Σύνθεση: Θ. Οικονόμου
Σύνθεση: Θ. Οικονόμου



                    Ι



Ένας ακρο­βά­της πά­νω στην κό­ψη της θά­λασ­σας

Πα­ρα­τη­ρού­σε τα κύ­μα­τα, να ση­κώ­νο­νται και να φου­σκώ­νουν

Και η πρώ­τη σει­ρά να απλώ­νε­ται στην πα­ρα­λία· ξα­νά, 

Να ση­κώ­νο­νται και να φου­σκώ­νουν, να προ­ε­τοι­μά­ζο­νται 

Και η πρώ­τη σει­ρά να αφρί­ζει πά­νω στην άμ­μο· ξα­νά,

Να ση­κώ­νο­νται και να φου­σκώ­νουν, η πρώ­τη σει­ρά να λά­μπει, 

Σαν τη φού­στα μιας χο­ρεύ­τριας, που στρο­βι­λί­ζε­ται και πέ­φτει. 

Αυ­τό επα­να­λαμ­βα­νό­ταν μέ­ρα τη μέ­ρα. Τα κύ­μα­τα 

Ήταν μη­χα­νι­κά, μυώ­δη. Δεν άλ­λα­ζαν πο­τέ, 

Δεν στα­μα­τού­σαν πο­τέ, μια επα­νά­λη­ψη που επα­να­λαμ­βα­νό­ταν 

συ­νε­χώς — Υπάρ­χει μια γυ­ναί­κα που εί­χε 

Πε­ρισ­σό­τε­ρα μω­ρά απ’ αυ­τό. Ο τρο­χός που απλά πε­ρι­στρέ­φε­ται

Επι­στρέ­φει και επι­στρέ­φει, κα­τά μή­κος της στε­γνής, αλα­τώ­δους ακτής. 

Υπάρ­χει μια μη­τέ­ρα που τα παι­διά της χρειά­ζο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρα από αυ­τό. 

Δεν εί­ναι η μη­τέ­ρα των το­πί­ων αλ­λά εκεί­νων 

Που επι­ζη­τούν την επα­νά­λη­ψη στην ακτή,

Αφου­γκρά­ζο­νται ολό­κλη­ρη τη θά­λασ­σα για έναν ήχο 

Λί­γο-πο­λύ, ασκη­τι­κά χορ­τά­τοι 

Από τό­νους φι­λι­κούς. Ο ακρο­βά­της πα­ρα­τη­ρού­σε 

Την συ­μπα­ντι­κή μη­χα­νή. Εκεί αντι­λή­φθη­κε 

Την ανά­γκη για μια υπό­θε­ση, μια μου­σι­κή αε­νά­ως σε κί­νη­ση.




                        ΙΙ



Berceuse, υπε­ρα­τλα­ντι­κό. Τα παι­διά εί­ναι άν­θρω­ποι, γέ­ροι,

Που, όταν σκέ­φτο­νται και μι­λούν για τον κα­θαυ­τό άν­θρω­πο,

Για το βου­η­τό του κα­θαυ­τού αν­θρώ­που, το σύ­νο­λο του ήχου

Της θά­λασ­σας, την κα­θαυ­τή βουή της θά­λασ­σας

Εί­ναι γέ­ροι που γεν­νή­θη­καν από μια μη­τρι­κή φω­νή

Παι­διά και γέ­ροι και φι­λό­σο­φοι,

Κε­φά­λια άτρι­χα με της μα­μάς τους τη φω­νή ακό­μα στα αυ­τιά τους.

Ο εαυ­τός εί­ναι μια σκή­τη γε­μά­τη ήχους επα­νερ­χό­με­νους στη μνή­μη

Και ήχους μέ­χρι τώ­ρα ξε­χα­σμέ­νους, όπως η φω­νή της,

Που την επι­στρέ­φουν ως άγνω­στη. Ο εαυ­τός

Ανι­χνεύ­ει τον ήχο μιας φω­νής που δι­πλα­σιά­ζει την δι­κή του,

Στις ει­κό­νες της επι­θυ­μί­ας, στις ομι­λού­σες μορ­φές,

Στις ιδέ­ες που του έρ­χο­νται με τη μορ­φή της ομι­λί­ας.

Οι γέ­ροι, οι φι­λό­σο­φοι, εί­ναι στοι­χειω­μέ­νοι από αυ­τή

Τη μη­τρι­κή φω­νή, την εξή­γη­ση μέ­σα στη νύ­χτα.

Εί­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο από εξαρ­τή­μα­τα της συ­μπα­ντι­κής μη­χα­νής.

Η ανά­γκη τους για μο­να­ξιά: αυ­τή εί­ναι η ανά­γκη,
Η επι­θυ­μία, για το πυ­ρε­τώ­δες να­νού­ρι­σμα. 



                        ΙΙΙ


Εάν το κε­φά­λι της 

Στε­κό­ταν σε μια μαρ­μά­ρι­νη πλα­τεία, ψη­λό και κρύο·

Αν τα μά­τια της ήταν σχι­σμές που μέ­σα τους έχτι­ζαν τα σπουρ­γί­τια· 

Αν ήταν κου­φή απ’ το γρα­σί­δι που ‘χει βου­λώ­σει τα αυ­τιά της ―

Αλ­λά υπάρ­χει κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο από ένα μαρ­μά­ρι­νο, ογκώ­δες κε­φά­λι. 

Βρί­σκε­ται στην κα­λο­και­ρι­νή νύ­χτα που τρι­ζο­βο­λά­ει, 

Στη μυ­ρω­διά της πό­λης, δί­πλα σε ένα πα­ρά­θυ­ρο, δί­πλα σε 

Μια λά­μπα, μια μέ­ρα της εβδο­μά­δας, την επο­χή πριν την άνοι­ξη, 

Ένα στιλ βα­δί­σμα­τος, κί­τρι­να φρού­τα, ένα σπί­τι, 

Ένας δρό­μος. Έχει κε­φά­λι υπερ­φυ­σι­κό. 

Στα χεί­λη της οι γνω­στές λέ­ξεις γί­νο­νται λέ­ξεις 

Μιας ανύ­ψω­σης, και ελι­ξί­ριο του πα­ντός.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: