Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών {Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος}

LΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 50. Οι αφροδισιάζουσες.
Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών {Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος}



ΑΠώς συμπεριφέρονται τα πόδια των γυναικών όταν τελούν τον οργασμό ή οδεύουν προς αυτόν; Η παλαιότερη κινηματογραφική ένδειξη κρύβεται στο τρίπλευρο μαυρόασπρης τηλεόρασης, ελληνικής ταινίας και κυριακάτικου μεσημεριού ως μια αποκάλυψη που τότε με είχε αναστατώσει με την σπανιότητα της σκηνής αλλά και το ίδιο της το νόημα. Ένας άντρας με στρατιωτική στολή έτρεχε σ’ έναν δρόμο ανάμεσα σε ψηλά δέντρα και μόλις είδε ένα ποτάμι έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε για να ξεπλύνει τον πόλεμο και στις δυο όχθες της κυριολεξίας και της μεταφοράς – αναμφίβολα ο Λιποτάκτης του τίτλου. Καθώς ντυνόταν, άκουσε τα αργά, ξυπόλητα βήματα μιας νεαρής γυναίκας, που το είχε ήδη δει, εμφανώς αναστατωμένη από την θέα του γυμνού σώματος. Στάθηκε πίσω του, δέχτηκε το γέρμα του κεφαλιού του στα μπούτια της και σήκωσε για λίγο το τραχύ φόρεμα, προτού τρέξει μακριά.
Ο άντρας βρήκε καταφύγιο σ’ ένα απομονωμένο αγροτικό σπίτι, όπου ζούσε η ωραία Ερμίνα με τον σύζυγό της και η οποία όταν τον ανακάλυψε πρόθυμα δέχτηκε να τον έκρυψε στο ανώγειο του στάβλου. Η γυναίκα διέθετε την απλούστερη δυνατή ομορφιά, ενδυόταν μια μπλούζα και μια φούστα και ήταν ξυπόλητη, κοινώς πλήρως σαγηνευτική για όλους εμάς τους βλαστούς μιας εποχής όπου το ντύσιμο των γυναικών ντύνονταν όλο και πιο περίπλοκο. Τον καλημέριζε κάθε πρωί με χαμόγελο και ενδιαφέρθηκε για την ιστορία του. Σύντομα έγινε εμφανές ότι υπέφερε από τον αγροίκο σύζυγό της, που ερχόταν από τα κτήματα και χιμούσε στο φαγητό, ενώ αμέσως μετά έσπευδε να κοιμηθεί, αφήνοντάς την ανέγγιχτη και μόνη. Κάθε προσπάθειά της έπεφτε στο κενό ενώ το σώμα της κόχλαζε από επιθυμία. Ο μουσαφίρης του ανωγείου άκουσε και μια σχετική, απελπισμένη παράκληση προς τον άντρα της κι αυτό πιθανώς του έδωσε τα απαιτούμενα ηθικά ελαφρυντικά.
Ένα βράδυ τον υποδέχτηκε ξαπλωμένη· είχε τα πόδια της γυμνά ως πάνω κι ένα βλέμμα συνώνυμο της αναμονής. Εκείνος ρίχτηκε πάνω της για να εκτονωθεί και μετά έγειρε να κοιμηθεί. Τότε η κάμερα κατέβηκε στα πόδια του κρεβατιού και πλησίασε κατά μέτωπο τα ένα της πέλμα, που πρώτα αργοσάλευε κι ύστερα τεντώθηκε ελαφρά προς τα πάνω, για να ζητήσει από τα κάγκελα του κρεβατιού ένα χάδι, όσο ψυχρό κι αν ήταν, μαρτυρώντας την ανεξέλεγκτη πια επιθυμία που αναζητούσε διέξοδο. Ήταν μια σκηνή πρωτοφανής στην κινηματογραφία και θα παρέμενε σπάνια ως σήμερα: μια ωραιότατη πατούσα ως καιόμενη βάτος της λαγνείας σ’ ένα κατάδικό της κάδρο.
Η νεαρότερη και ελεύθερη ξαδέλφη της Ερμίνας, εκείνη που είχε πρώτη γοητευτεί από τον λιποτάκτη, σύντομα τον αγκάλιασε κι αυτή στα ζεστά άχυρα του υπερώου και αποκάλυψε και αυτή τα πέλματά της αλλά σε ακριβώς αντίθετα συμφραζόμενα: μπλεγμένα με τα δικά του, είχαν μόλις ολοκληρώσει τον έρωτα, ενώ, λίγο παραπάνω, οι νεόκοποι εραστές αντάλλαζαν τις κλασικές φρούδες υποσχέσεις. Ο δίπολος εραστής δεν αρκέστηκε στον λιμένα της Ερμίνας αλλά ήταν εμφανές ότι η απόλαυση της εν ειρήνη ελευθερίας δεν μπορούσε να υπολογίζει σε οιοδήποτε είδος δεσμού. Η δεύτερη αυτή γυναίκα δεν ήταν γυμνόποδη μόνο στους αγρούς και τα παράσπιτα, αλλά και όταν πήγε στο μεγάλο «αστικό» σπίτι της τοπικής μάγισσας, ώστε να δέσει τον έρωτά της με τα μέσα που η θεολογία αρνείται. Όμως τα πόδια των δυο γυναικών δεν είχαν γυμνωθεί αυτονόητα, σύμφωνα με τα δεδομένα συγκεκριμένων τόπων και εποχών, αλλά και εμφανίζονταν ως φωνήεντα εκφραστικότατα της πάντα ετοιμοπόλεμου έρωτα, ή έστω της προτεινόμενης τριγωνομετρίας του. Μακριά από την φρίκη του πολέμου, οι τρεις εραστές γιόρταζαν την ένωσή τους σε μια άκρη του κόσμου, ευτυχείς με τα ελάχιστα. Μόνο ο έρωτας και η αγάπη που πάντα αυτός υπόσχεται μπορούσαν να ακυρώσουν μίση και αντιπαλότητες, ως μια έμπρακτη εφαρμογή του συνθήματος κάντε έρωτα, όχι πόλεμο, που την εποχή της ταινίας βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Βέβαια υπήρχε πολύς δρόμος ακόμα μέχρι την εξίσου προβαλλόμενη τότε ερωτική ελευθερία, εφόσον ο μόνος που συναινούσε στο μοίρασμα ήταν ο φυγάς· όταν οι δυο ξαδέρφες ανακάλυψαν την απατηλή αποκλειστικότητά τους, κυλίστηκαν σε πάλη στα λασπόνερα, προς επαλήθευση των στερεότυπων.
Φυσικά η ιστορία δεν ήταν δυνατόν να λήξει με τους πανηγυρικούς του έρωτα και την καταδίκη του πολέμου, ούτε θα επιτρεπόταν ένας λιποτάκτης να συνεχίσει να ζει, πόσο μάλλον όταν βεβήλωσε και την ιερή συζυγική σχέση. Η δεύτερη γυναίκα ενημέρωσε τον σύζυγο ο οποίος ξυλοφόρτωσε την άπιστή του και ειδοποίησε κάποιους στρατιώτες πως εκεί τριγύρω βρίσκεται ο δραπέτης τους. Ο αποχαιρετισμός των εραστών έγινε βεβιασμένα, πάνω στο κρεβάτι όπου κανείς τους δεν χάρηκε τον έρωτα. Το τελευταίο που είδε ο λιποτάκτης ήταν τα ψηλά δέντρα από πάνω του, στον δρόμο που τον είχε οδηγήσει προς την ελευθερία.
Στους τίτλους αρχής, υπό μια έξοχη μουσική, τα πρόσωπα της ταινίας εμφανίζονται και με το αρνητικό του φιλμ, αλλά και ως κομμάτια ενός παζλ που συμπεριλαμβάνει κομμάτια και από τα δυο είδη. Με τον τρόπο αυτό οι γυναίκες φαίνονται αφενός όμορφες και ταυτόχρονα τρομακτικές, και αφετέρου ως θραύσματα ενός σπασμένου καθρέφτη, όπως η ζωή που ραγίζει όταν τολμήσει να φύγει από τον δοτό δρόμο, επιβεβαιώνοντας τα υλικά από τα οποία είμαστε κατασκευασμένοι ― γυαλί και φιλμ δυο όψεων.

Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) 9 Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970)

 

 

ΒΗ αντίστοιχη ένδειξη στην κινηματογραφία της «πραγματικής» ζωής καταγράφηκε σε κάμπινγκ όπου είχα την σπάνια τύχη να βρεθώ μπροστά σε μια από τις προσφιλέστερες κατασκηνωτικές σκηνές: τα πόδια που προεξέχουν από την σκηνή. Ήταν προχωρημένο μεσημέρι όταν εντόπισα ένα ζευγάρι ποδιών με λευκοβαμμένα νύχια να προεξέχουν από ένα μικρό πορτοκαλί αντίσκηνο. Ιδανική η περίσταση: μπορούσα να τα μελετήσω χωρίς να με καταλάβει κανείς (ελπίζω ούτε εκείνα) αλλά κυρίως επειδή έτσι «σκέτα» τα πόδια δεν κυριαρχούσαν μόνο στο κάδρο του ματιού αλλά και σε μια «σκηνή» που έμοιαζε θεατρική, με τις κουρτίνες να κρύβουν το υπόλοιπο σώμα.
Εκείνη την φορά όμως τα πόδια δεν έμεναν ακίνητα, όπως συνέβαινε συνήθως όταν η εσώκλειστη ένοικος ξεκουραζόταν, αλλά κινούνταν κάπως ανήσυχα. Σύντομα κατάλαβα πως υπήρχε κι άλλος στην σκηνή, και κάτι δίφυλοι ψίθυροι μαζί με υπόκωφα χαχανητά μαρτυρούσαν τι επρόκειτο να συμβεί. Εκείνος βρισκόταν ολόκληρος πίσω από τις κουίντες και μάλλον ετοιμαζόταν να αναλάβει εργολαβικά την μονομερή ικανοποίηση της γυναίκας με τα ωραία πόδια τα οποία μάλιστα είχαν πάρει θέση, δηλαδή ακινησία. Ακολούθησε μια περίοδος σιωπής – προφανώς οι εν αγνοία τους ηθοποιοί προετοιμάζονταν για ρόλους δράσης και αντίδρασης, κι εγώ κρατούσα την αναπνοή μου, προσεκτικός, μην τρίξει ούτε πευκοβελόνα.
Κι ύστερα μου χαρίστηκε ένα σπάνιο ιδιωτικό θέαμα. Η περιποιούμενη κινούσε ελαφρά τα δάχτυλά της, που προφανώς συμμετείχαν στην απόλαυση με τον δικό τους τρόπο. Αλλά η κορύφωση του έργου που διέπραττε ο ενορχηστρωτής και κατ’ ευχή απορροφητήρας των εκκρίσεών της και εκείνου που παρακολουθούσα εγώ αλλάζοντας κάθε τόσο θέσεις, παίρνοντας τελικά εκείνη που κοιτούσε ευθεία μπροστά, πίσω από ένα πεύκο, ήρθε ένα τέταρτο αργότερα: τα πόδια της άρχισαν να σαλεύουν όλο και περισσότερο, καταλήγοντας σ’ ένα πλήρες τέντωμα των δαχτύλων, που κράτησε μισό ολόκληρο λεπτό. Άραγε συμμετείχαν στο ξέσπασμα ή απλώς ακολουθούσαν μια αυτόματη ανάδραση του σώματος;
Επιτέλους γνώριζα από πρώτο μάτι τι συμβαίνει στα πόδια της γυναίκας όταν περιχύνει το γλυκύρευστο σιρόπι της· ή έστω σε κάποιες φορές της· ή έστω σε κάποιες γυναίκες· ή έστω σε μια και μοναδική: ανοίγουν σαν βεντάλια, ανοίγονται σαν υποδοχείς. Μετά την δωδεκάδελτη επιγραφή της Γόρτυνας, που είχα την προηγούμενη ημέρα δει στον εκεί αρχαιολογικό χώρο, ένα από τα παλαιότερα αρχαιοελληνικά νομοθετήματα αλλά και ένα πραγματικά πρωτοφανές κείμενο του πέμπτου π.Χ. αιώνα, όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών, οι δέκα ανοιχτοί δέλτοι των ποδιών μιας άγνωστης γυναίκας – που ακριβώς έτσι ανείδωτη, εκπροσωπούσε όλες τις γυναίκες του κόσμου, έγραφαν την δική τους πρόσκαιρη μα τόσο αιώνια επιγραφή του οργασμού τους. Πολύ αργότερα θα διάβαζα σε κάποιο περιοδικό ότι πράγματι κατά την στιγμή του οργασμού τα δάχτυλα μπορεί για διάφορους ενδιαφέροντες λόγους να τεντώνονται. Με αυτό τον τρόπο η βίωσή του είναι εντονότερη – ή έτσι απλώς μαρτυρείται η έντονη βίωσή του. Θα μπορούσαν βέβαια εκείνες οι ανοιχτές πατούσες να με μούντζωναν που είχα σταθεί μάρτυρας εν μέρει αυτόπτης και αυτήκοος, πάντως παρών σε μια ιδιαζόντως προσωπική στιγμή. Αλλά δεν υπήρχε κανένα ηθικό θέμα: ως τυχαίος περαστικός δεν είδα παρά δυο ξέχειλα πόδια στην χωμάτινη δημοσιά ενός κάμπινγκ. Τι θέα όμως που χάνουν οι εραστές!

{ Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται }

Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970) Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970)

 

 




Η ταινία: Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970).
Οι γυναίκες: Φράνκα Παρίζι, (γεν. 1933) μετονομασμένη στους τίτλους ως Ρένα Βάλλη, μεταγλωττισμένη στην φωνή), Αλεξάνδρα (Κυριακάκη). Η γυναίκα του κάμπινγκ: Άγνωστη.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: