Φωτογραφικό οδοιπορικό στο Μέτσοβο

«Το Μέτσοβο είναι τόπος και φύτρα επιφανών ανδρών και η παράδοση της ευεργεσίας δεν σταματάει στα λαμπρά εκείνα ονόματα, αλλά συνεχίζεται και σήμερα από σεμνούς ανθρώπους, που το αριθμητικό σύνολο των μεγάλων και μικρών ευεργετών και δωρητών του αγγίζει τις έξι εκατοντάδες, ανάμεσά τους και πολλές γυναίκες. Είναι άνθρωποι αγνοί, που αγαπούν τον τόπο τους, τιμούν τους προγόνους τους και σέβονται την παράδοση σε όλες τις μορφές της» (Κώστας Μπαλάφας, Μέτσοβο, Ίδρυμα Ε. Αβέρωφ-Τοσίτσα 2024, σ. 16). Με αυτά τα λόγια μεταξύ άλλων, σκιαγραφεί τον χαρακτήρα των ευεργετών της περιοχής το 2005, οπότε και εκδίδεται για πρώτη φορά το λεύκωμα-φόρος τιμής στον αγαπημένο του τόπο, το ομώνυμο κεφαλοχώρι της Πίνδου, ο Κώστας Μπαλάφας (1920-2011), ο φωτογράφος που εξύμνησε το ρομαντικής ομορφιάς τοπίο του Μετσόβου και την αυθεντικότητα των ανθρώπων του μέσα από τον άδολα καλλιτεχνικό φακό του. Στην ευρύτερη κατηγορία των ευεργετών θα μπορούσαμε να κατατάξουμε και εκείνον, αν και γεννημένος σε μικρό ορεινό χωριό της Άρτας, με την ακαταπόνητη καλλιτεχνική και ευλαβική αφοσίωση στον τόπο και τους ανθρώπους του μέσα από την ευρέως φάσματος και υψηλής αισθητικής φωτογραφική προσφορά του.

Κ. Μπαλάφας, «Η μικρή μαθήτρια»
Κ. Μπαλάφας, «Η μικρή μαθήτρια»



Το Ίδρυμα Ε. Αβέρωφ-Τοσίτσα, με τη φροντίδα της προέδρου του Τατιάνας Αβέρωφ-Ιωάννου, έλαβε την πρωτοβουλία και επανέκδωσε το 2024 το από καιρό εξαντλημένο αυτό λεύκωμα-τεκμήριο της βαθιάς αγάπης ενός από τους τρεις επιφανέστερους φωτογράφους της γενιάς του (μαζί με τους Σπύρο Μελετζή και Τάκη Τλούπα) για τον τόπο του. Στην Πινακοθήκη Ευάγγελου Αβέρωφ, άλλωστε, φιλοξενείται τα τελευταία έτη και μόνιμη έκθεση φωτογραφιών του Κ. Μπαλάφα (όταν δεν μεσολαβούν οι περιοδικές εκθέσεις του Μουσείου για σύγχρονους καλλιτέχνες), με τον περιεκτικό τίτλο: «Το Μέτσοβο που χάνεται». Τα χαρακτηριστικά, κυρίως για το στέρεο και ταυτόχρονα συναισθηματικά πλήρες ύφος τους, φωτογραφικά κλισέ του Μπαλάφα συγκροτούν με ευχέρεια μια δωρική και μεστή αφήγηση, χωρίς περιττές ρητορείες και περιφραστικά σχήματα, αποδίδοντας με τρυφερότητα και ευθύτητα την ηρωική καθημερινότητα του ψυχωμένου Μετσοβίτη, τη συνδεδεμένη άρρηκτα με την παράδοση και ενταγμένη στο κινηματογραφικό σκηνικό που ολοκληρώνει τη σύνθεση στο φόντο (όταν το τοπίο δεν αποτελεί το κυρίως θέμα), ένα θεαματικό σκηνικό που προσφέρεται αφειδώς από το μοναδικού φυσικού κάλλους περιβάλλον της περιοχής. Όπως θα υπογραμμίσει η Τατιάνα Αφέρωφ-Ιωάννου: «Είναι η ίδια αυτή συγκίνηση και η ψυχή του καλλιτέχνη που προσδίδουν στις φωτογραφίες του τη δύναμη που καθηλώνει τον θεατή – όχι μόνο τον Έλληνα που ταυτίζεται λίγο-πολύ με τις εικόνες της πατρίδας του, αλλά και τον κάθε άνθρωπο απ’ όπου κι αν προέρχεται, αφού η μοίρα του να είσαι άνθρωπος ξεπερνάει τα στενά όρια μιας χώρας» (από τον χαιρετισμό της ίδιας στο λεύκωμα).

Κ. Μπαλάφας, «Γέροντες συνομιλούν»
Κ. Μπαλάφας, «Γέροντες συνομιλούν»

Οι ανθρώπινες αγέρωχες φιγούρες του Μπαλάφα δεν επιζητούν την τοποθέτησή τους στο κάδρο. Αντιθέτως, αποτελούν ισότιμο μέρος του αυθεντικού σκηνικού που τους περιβάλλει, είτε αυτό είναι τα μαστορικά φτιαγμένα καλντερίμια και τα παραδοσιακά σπίτια του ιστορικής σημασίας και κομβικής θέσης χωριού του Μετσόβου, είτε οι κατάφυτες ή συχνά χιονισμένες γειτονικές κορυφογραμμές της ηρωικής Πίνδου, και η συνταύτιση των ανθρώπων με το περιβάλλον αυτό υπογραμμίζεται από τον τρόπο που αγκαλιάζουν και εκπροσωπούν με τη στάση και τον τρόπο ζωής τους και οι ίδιοι την παράδοσή τους, ό,τι δηλαδή τους κληροδότησαν οι πρόγονοί τους, με τον ίδιο τρόπο θα έλεγε κανείς που αγαπούν και σέβονται και τη φύση με το αδάμαστο μεγαλείο της. Η ανθρώπινη δημιουργία και η φυσική ομορφιά εντάσσονται έτσι σε έναν άρρηκτο κύκλο αρμονικής συνύπαρξης. Ο Μπαλάφας με το βαθιάς εντιμότητας και αθόρυβο έργο του, που ήρθε στην επιφάνεια μόλις τη δεκαετία του 1990, έχει καταφέρει να γίνει κυριολεκτικά αναπόσπαστο μέρος της συλλογικής μνήμης των Μετσοβιτών – και ο ίδιος, άλλωστε, υπήρξε παιδί φτωχής οικογένειας με πολύ δύσκολη ζωή, ειδικά στα χρόνια της Αντίστασης στην οποία έλαβε ενεργό μέρος – καθώς φωτογραφίες του συναντάει κανείς εύκολα ακόμη και σήμερα στο Μέτσοβο, κυρίως στα καφενεία και τις παραδοσιακές ταβέρνες, γεγονός που υποδηλώνει ότι πράγματι μίλησε με την τέχνη του στην ψυχή του απλού κόσμου που φωτογράφισε, αυτού του κόσμου του μόχθου και της βιοπάλης, δίχως άλλο. Την εμμονική του τάση να αναζητάει τις πιο αντιπροσωπευτικές ανθρώπινες εκφράσεις και να αναδεικνύει τις πιο επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες στην πιο απλή τους και ταυτόχρονα ουσιαστική τους διάσταση μπορούμε να την επιβεβαιώσουμε και από τα λόγια του ίδιου του Μπαλάφα, όταν τοποθετεί το έργο του δίπλα στο έργο των άλλων δύο μεγάλων φωτογράφων της γενιάς του: «…Ο ένας συμπληρώνει τον άλλον. Ο Μελετζής ενθουσιάστηκε με τη θρησκευτικότητα των ανθρώπων. Ο Τλούπας με τον φυσικό χώρο και τ’ αγιορείτικα κτίσματα. Εγώ προσπάθησα να δώσω έμφαση στην ανθρώπινη υπόσταση…» (αναφέρεται στο Κώστας Μπουμπουρής, Ο Κώστας Μπαλάφας και η Ελλάδα του, Αθήνα 2010, σ. 28). Και όπως εύστοχα γράφτηκε στην παρουσίαση της πρώτης έκδοσης του λευκώματος: «Ανθρωποκεντρικής ταυτότητας φωτογράφος ο Μπαλάφας, από την αφετηρία του, δεν μεροληπτεί σε ηλικίες» (Μάρη Θεοδοσοπούλου, «Στο επίκεντρο της Πίνδου. Το τοπίο της Ηπείρου και ο αφοσιωμένος φωτογράφος», Το Βήμα, 18/12/2005, σ. 52).
Το δεύτερο συστατικό της φωτογραφικής ταυτότητας του Μπαλάφα, μετά τον ανθρωποκεντρισμό του, είναι η ολόψυχη και βιωματικά έντονη σύνδεσή του με τον τόπο. Σε αυτό το στοιχείο θα σταθούμε κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά. Η Μαρία Καραβία έχει τονίσει σε παλιότερο αφιέρωμα στον φωτογράφο («Επτά Ημέρες» – Καθημερινή, τ. ΙΑ’, «Έλληνες Φωτογράφοι», 1996, σ. 110) αυτή την «εσωτερική διάσταση που την κουβαλάει μέσα του ο φωτογράφος, απλά, πιο απλά κι από το σακίδιο του αντάρτη, με την μπαλωμένη αλλαξιά και την παλιά “Ρομπότ”. Ασυναίσθητα, όπως κουβαλάμε τις καταβολές μας». Η διάσταση αυτή που τον συνδέει με τρόπο σταθερό και συνυφασμένο με τον τόπο του, με εκείνον τον αδάμαστο και γεμάτο ηρωισμό τρόπο που τον υπερασπίστηκαν τα παλικάρια της Αντίστασης στον αγώνα που ακολούθησε κατά πόδας και εκείνος και κατέγραψε με άμεσο κίνδυνο της ζωής του. Ο ίδιος θα πει για τους αγωνιστές της δεκαετίας του ’40: «Εσείς οι νεώτεροι δεν μπορείτε να καταλάβετε τι αγώνας ήταν αυτός. Ούτε εμείς να σας το μεταδώσουμε. Ο χάρος δεν τους ήθελε. Τόσο παλικάρια ήταν» (ό.π., σ. 98). Αυτή τη γη ο Μπαλάφας τη βλέπει με τον φακό του μέσα από το αίμα που πότισε το χώμα στην Αντίσταση. Η θυσία αυτή έχει την ίδια αξία θα έλεγε κανείς για τον Μπαλάφα με την ακαταπόνητη εργασία των ανθρώπων της βιοπάλης, όπως εκείνων των μανάδων της Πίνδου που διασχίζουν ορεινά και χιονισμένα τοπία με τα παιδιά τους αγκαλιά, που όταν έχαναν τη μια αγελάδα που είχαν δεν μπορούσαν να ζήσουν τα παιδιά τους και η αξία αυτής της κτήσης μεταφραζόταν στην καθημερινή επιβίωση μιας πολύτεκνης οικογένειας. Αυτοί οι άνθρωποι του μόχθου που έχτισαν τα παραδοσιακά σπίτια του Μετσόβου, και τις θαυμαστές εκκλησίες του με τα υπέροχα τέμπλα, του οποίου η παραδοσιακή αρχιτεκτονική συνεχίζει χωρίς να την διαταράσσει, σε μια καταφανή συνταύτιση, τη γραμμή της φύσης. Αλίμονο, εδώ και δεκαετίες η τουριστική ανάπτυξη του χωριού έχει δημιουργήσει σε πολλά σημεία ένα αρχιτεκτονικό κομφούζιο, ανάλογο των αστικών τοπίων που έχουμε συνηθίσει οι κάτοικοι της Αθήνας (βλ. την αναφορά στην άμορφη χαώδη μάζα των νέων αστικών γειτονιών του Μετσόβου στο αφιέρωμα της Καθημερινής στο Μέτσοβο, στις 20/11/1994, σ. 19). Το καλαίσθητο αυτό λεύκωμα, πάντως, έντονα νοσταλγικό καθώς είναι, δείχνει να αντιστέκεται σε αυτή την πραγματικότητα και μας προτείνει με καθαρότητα και επιμονή ένα Μέτσοβο της μνήμης και της ανάμνησης, που δεν επιτρέπει στον εαυτό του να επισκιαστεί από τον χρόνο και τις κακουχίες, αν και η ελπίδα για μια διατήρηση της αυθεντικής ομορφιάς του, όπως θα την ήθελε ο Μπαλάφας, ασθενεί ολοένα. Όπως τονίζει ο ίδιος ο δημιουργός σε ένα άλλο λεύκωμά του για την Ήπειρο, την εικόνα της οποίας μας δίνει με κάθε μια από τις ποιητικές φωτογραφικές λήψεις του, μια πρόταση ενδεικτική: «Η ματωμένη και περήφανη, ποτισμένη με αίμα και ιδρώτα για αξιοπρέπεια και προκοπή. Μ’ ένα λαό λες και από τη μοίρα του γεννήθηκε για αγώνες» (Κώστας Μπαλάφας, Ήπειρος, Μουσείο Μπενάκη 2003, σ. 10).

Κ. Μπαλάφας, «Στέγες βλάχικων σπιτιών»
Κ. Μπαλάφας, «Στέγες βλάχικων σπιτιών»
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: