Σύνοψη[1]
Στην παρούσα μελέτη, επιχειρήσαμε να εστιάσουμε το ερευνητικό ενδιαφέρον στο πεδίο της Φουκοϊκής «οριακότητας»[2] και συγκεκριμένα στο φάσμα του μη κανονικού που σχετίζεται με την «παρεκκλίνουσα» σεξουαλικότητα και φέρει ως αποτέλεσμα πράξεις αυτοδικίας. Υπό το πρίσμα αυτού του θεωρητικού εργαλείου «ξαναδιαβάζουμε» την αφήγηση στον Κατάδικο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη δίνοντας έμφαση στις αναπαραστάσεις όχι μόνο του παράνομου έρωτα και της ενοχοποίησης της σάρκας που οδηγεί στο φόνο κατόπιν αυτοδικίας, αλλά και στο δικανικό σύστημα που αναλαμβάνει με κάθε ένδικο μέσο να αποδώσει δικαιοσύνη ανεξαρτήτως εάν τα καταφέρνει ή όχι. Δεν εξετάζουμε δηλαδή την αφήγηση δίνοντας έμφαση αποκλειστικά στην σημειωτική των παθών και στο ζήτημα της ωμής νατουραλιστικής βίας, αλλά κυρίως στο πέρασμα από την αυτοδικία στη δίκη. Παράλληλα, στη μελέτη αυτή, αναγνωρίζουμε πως το πεδίο της οριακότητας παράγει έργο, λόγο και παραστάσεις, δημιουργώντας τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε να παραχθούν σχέσεις. Δεν θεωρούμε πως είναι απλώς ένα πεδίο στατικό, ένα πεδίο ετερότητας και αποκλεισμού, αλλά ένα πεδίο δημιουργικό, δυναμικό και παραγωγικό.
Έγκλημα και τιμωρία: από την αυτοδικία στη δίκη
Στην πεζογραφία του Θεοτόκη, η φωνή αλλά και τα πάθη των ηρώων οδηγούν συχνά στη βία, στην τρέλα, στο έγκλημα και σε άλλες ακραίες συμπεριφορές. Οι ήρωές του είναι «άνθρωποι στα άκρα», πέρα από τα όρια του νόμου, των καθιερωμένων κοινωνικών ρόλων, του δικαίου και της «κανονικότητας». Παρότι, σχεδόν στερεοτυπικά, θεωρείται ότι ο Θεοτόκης πέρασε από τον νατουραλισμό στον σοσιαλισμό, σε όλο το έργο του εντοπίζεται η διαρκής παρουσία της θεματικής της βίας ως μια παθολογική φύση μέσα στην κοινωνία. Αυτό το μοτίβο συνυφαίνεται την «οριακότητα», στο επίπεδο των συμπεριφορών και του λόγου των ηρώων, και φωτίζει μια σειρά πολύ σημαντικών αντικειμένων της κοινωνικής πραγματικότητας που σχετίζονται με την ενοχοποίηση του σώματος μέσω της σάρκας και τους παράνομους έρωτες. Ωστόσο, σε τούτη τη μελέτη θα εμβαθύνουμε στο πέρασμα από την αυτοδικία στη δίκη που φαίνεται να λαμβάνει χώρα στον Κατάδικο.
Στον Κατάδικο, οι δύο δεσπόζουσες ανδρικές φιγούρες, ο Πέπονας κι ο Τουρκόγιαννος, αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις «μη κανονικών» ηρώων τόσο «ως περιγραφές του εξωτερικού παρουσιαστικού τους, αλλά και ως ψυχολογίες και νοοτροπίες, ως ιδεολογήματα και συμπεριφορές, λοξεύονται από την ομοταξία των ανθρώπων».[3] Στο έργο αυτό, η ερωτική επιθυμία είναι η κεντρομόλος δύναμη της σκέψης και της δράσης των ηρώων, μιας δράσης που λαμβάνει χώρα εκ νέου στην πατριαρχική κοινωνία της κερκυραϊκής υπαίθρου, με τις έμφυλες ταυτότητες να καθορίζουν το πεδίο «κανονικότητας» και τα όρια των συμπεριφορών κάθε ήρωα. Ο παράνομος έρωτας αποτελεί και σε αυτό το έργο κεντρική θεματική που οδηγεί στη δολοφονία ενός ανθρώπου. Το φρικαλέο γεγονός του έργου, η δολοφονία του Αράθυμου από τον εραστή της γυναίκας του, τον Πέπονα, παρουσιάζεται ως ωμότητα, ωθούμενη από τη μοιχεία και την εκτροπή της γυναίκας από τον παραδοσιακό της ρόλο. Ωστόσο, τα προηγούμενα διηγήματα των Κορφιάτικων
ιστοριών του Θεοτόκη διαφέρουν σε σχέση με τον Κατάδικο ως προς το ζήτημα της νατουραλιστικής βίας αλλά και ως προς τον βαθμό μεταμέλειας του ήρωα που γίνεται θύτης βίας. Ενώ, λοιπόν, στις Κορφιάτικες
ιστορίες, η μεταμέλεια των ηρώων είναι ανύπαρκτη, στην περίπτωση του Πέπονα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Στον Κατάδικο, ο δολοφόνος – Πέπονας νιώθει τύψεις, οι οποίες κάθε τόσο επιστρέφουν ως «ερινύες». Υπεισέρχεται, δηλαδή, στον Θεοτόκη ο ψυχολογικός παράγοντας της μεταμέλειας του δολοφόνου.
Έτσι, λοιπόν, ενώ η αυτοδικία στις Κορφιάτικες Ιστορίες θεωρείται επιβεβλημένη όταν σχετίζεται με τα ζητήματα του ερωτικού πάθους ή της τιμής, στον Κατάδικο ο ήρωας νιώθει πως πρέπει να απολογηθεί πρωτίστως στον ίδιο του τον εαυτό ανάγοντας την αποτρόπαιη αυτή πράξη του στην «ανάγκη», μια ανάγκη που εκπορεύεται από τα κατώτερα ένστικτα του πάθους. Ο Πέπονας, «δεν οδηγείται από κανένα υψηλό κίνητρο […] Τα ελατήρια είναι χαμηλά, ανθρώπινα».[4]
Ο φόνος τον οποίο διαπράττει δεν έχει τα χαρακτηριστικά της αποκατάστασης της τιμής που θίχτηκε. Είναι προμελετημένος και στοχεύει στην «κλοπή» της ερωμένης του από τον τίμιο σύζυγό της. Προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του παγιδεύει κι ενοχοποιεί έναν αθώο άνθρωπο που μπαίνει στη φυλακή ενώ είναι αθώος. Ο Πέπονας σκοτώνει για να νιώσει ο ίδιος ελεύθερος, για να αλλάξει τη μοίρα του και να κερδίσει όσα η καταγωγή του είχε στερήσει. Στο υποσυνείδητό έχει χαραχθεί το γεγονός ότι στα νεανικά του χρόνια έχασε τη Μαργαρίτα εξαιτίας της ταπεινής του κοινωνικής θέσης και γι’ αυτό μετέρχεται κάθε μέσο προκειμένου να την κάνει δική του. Οι σκέψεις αυτές οπλίζουν το χέρι του Πέπονα στη δολοφονία του Αράθυμου. Ο Θεοτόκης παρουσιάζει έναν ήρωα εγκλωβισμένο, τυφλωμένο από το πάθος του, που επιθυμεί να αποτινάξει κάθε εμπόδιο, που μπαίνει ανάμεσά σε αυτόν και στο αντικείμενο του πόθου του αφού «ο έρωτας τον έσπρωχνε σ' έναν κατήφορο που πλια δεν θα μπόρειε να τον ξανανεβεί, και το 'βλέπε και ο ίδιος. Μα δεν μπορούσε πλια ν 'αγωνίζεται με τον εαυτό του, όπως και στην αρχή δεν είχε μπορέσει να ξεφύγει από τα βρόχια της θλιβερής του αγάπης».[5]
«Η πρόσληψη της ιδέας της σεξουαλικής ελευθερίας είναι για τον Πέπονα μια συνθήκη «δυναμική» και όχι «στατική». Είναι ένας διαρκής αγώνας, μια πάλη μόνιμη που ενεργοποιείται από το ένστικτο και το πάθος, που του επιτρέπει τη χρήση κάθε μέσου για την επίτευξη του σκοπού, όσο κι αν όλα αυτά έρχονται αντιμέτωπα με τις κανονικότητες, τη συνείδηση και τη μέση ανθρώπινη ηθική στάθμη.»[6] Οι πράξεις του «κινητοποιούνται από παρωθήσεις του ενστίκτου του έρωτα-ζωής και εξελίσσονται με περιστροφή της πλοκής γύρω από το πρωτόγονο ή εξυψωμένο ερωτικό πάθος, συχνά πλαισιωμένο από τη φύση σε κατάσταση οργασμού».[7] Μόνο που οι παρωθήσεις αυτές τον οδηγούν σε κλιμακωτά εγκλήματα. Η έμμονη ιδέα της σεξουαλικής επιθυμίας με «αντικείμενο» τη Μαργαρίτα, θα τον ωθήσει σε συμπεριφορές βίαιες, σκληρές, «φονικές». Η εγκιβωτισμένη αφήγηση, που πραγματοποιεί ο Τουρκόγιαννος σχετικά με τον Κάη και «την άλλη Μαργαρίτα», αναλύοντας πως μια παράνομη ερωτική σχέση έχει βίαια και ολέθρια αποτελέσματα, προϊδεάζει τον αναγνώστη για όσα θα συμβούν στη συνέχεια. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα που ακολουθεί: «Μ’ εύρισκες τόσες φορές μπροστά σου, όπου κι αν επήγαινες, και σου ’ λεγα τάχα πως ήτανε της τύχης. Τώρα που φεύγω, κοίταξε, Μαργαρίτα, να τιμήσεις το στεφάνι σου, κι αν δεν μπορείς αλλιώς, πάρε τον Πέτρο και φεύγα, φεύγα με τον Πέτρο».[8]
Στο έργο αυτό ο Θεοτόκης τοποθετεί στο επίκεντρο, ήδη από τον τίτλο, την έννοια της δικαιοσύνης ως «πολιτειακή πρόβλεψη» και ως κρατικό θεσμό. Βέβαια, ο τίτλος του έργου Κατάδικος αφήνει σε κάθε περίπτωση τα περιθώρια να αναχθεί ο «κατάδικος» σε «σύμβολο κι όχι απλά σε κεντρικό πρόσωπο»[9]
του έργου, με την έννοια ότι η καταδίκη μπορεί να λάβει διάφορες όψεις. Άλλωστε, πέρα από τον Τουρκόγιαννο που καταδικάστηκε σε φυλάκιση για ένα έγκλημα που δεν έκανε, κι ο Πέπονας καταδικάστηκε από τις «ερινύες» κι η Μαργαρίτα καταδικάστηκε να ζει μια ζωή μέσα στο φόβο και τη δυστυχία.
Σε κάθε περίπτωση, η εμβληματική μορφή του έργου που παρουσιάζεται ως «καταδικασμένος» και δεν αφορά μονάχα την καταδίκη που θα επιβληθεί από τη δικαιοσύνη, αλλά και την καταδίκη του ανθρώπου του περιθωριακού, «του καταδικασμένου μοιραία από τη ζωή, του παρία της»,[10] είναι ο Τουρκόγιαννος. «Είναι ο καταδικασμένος μοιραία από τη ζωή, ο παρίας της, σύμφωνα με μιαν αναγκαιότητα αναπόδραστη, αδυσώπητη, κι αδιάφορη προς κάθε ηθική προσταγή, αφού κι εκείνη, με τη σειρά της, βρίσκεται έξω από τους σκληρούς ζωικούς νόμους».[11]
Άλλωστε, όπως μαρτυρεί η εξωτερική του εμφάνιση, αλλά και η ιδιότυπη στάση ζωής του, ο Τουρκόγιαννος δεν είναι πλέον ένας «κανονικός άνθρωπος».[12] Η γέννησή του ήταν αποτέλεσμα βίας, από την πρώτη στιγμή πέφτει επάνω του η επιθετικότητα της κοινωνίας και στιγματίζεται για πάντα.
Από εκεί μάλιστα εκπορεύεται η μεροληπτική στάση του δικαστηρίου εναντίον του, γεγονός που αναδεικνύει την θεοτοκική κριτική που σχετίζεται με το ζήτημα του διαβλητού συστήματος της δικαστικής εξουσίας. Ο Τουρκόγιαννος έχει, δηλαδή, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά, που τον καθιστούν ένα πρόσωπο με ροπή προς την εγκληματικότητα, λόγω «καταγωγής». Η αντιμετώπισή του Τουρκόγιαννου από τους γύρω του αλλά κυρίως η μεροληπτική στάση των δικαστικών αρχών απέναντί του, κατά τη διάρκεια της δίκης για τη δολοφονία του Αράθυμου, καταδεικνύει με τον εναργέστερο τρόπο την κρατική αντιμετώπιση του «εγκλήματος και της τιμωρίας». Παρά το γεγονός ότι η δικαστική μάχη έχει τα χαρακτηριστικά «παρωδίας», η μετάβαση από την αυτοδικία στη δίκη έχει συντελεστεί αφού τον λόγο για την τιμωρία έχουν πλέον τα αρμόδια κρατικά δικανικά και σωφρονιστικά συστήματα.
Κλείνοντας, αξίζει να σημειωθεί ότι η παρέμβαση της πολιτείας και των λοιπών κρατικών μηχανισμών με σκοπό την απονομή της δικαιοσύνης κάνει την εμφάνισή της και σε άλλα σημεία του έργου. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα που ακολουθεί: «Απ’ όξω είχε μαζευτεί κόσμος. Εθύμωσα! Επέταξα τα χαρτιά και βγήκα στην πόρτα. Κι εφώναξα: Είμαστε άτιμο χωριό, αν μας πάρουν τον άνθρωπο από μπρος μας! Κι ολομεμιάς ο κόσμος ανακατώθηκε, κι επήρε στη στιγμή τον άνθρωπο από τα χέρια του κλητήρα, πως δεν τον εσκότωσαν! […] Μα οι χωροφύλακες με γυρεύουν για να με πάνε στη φυλακή.»[13] Στο σημείο αυτό, παρατηρούμε τον Πέπονα να προσπαθεί να παρεμποδίσει το έργο των οργάνων του νόμου, προκειμένου να προφυλάξει τον υπερχρεωμένο συγχωριανό του. Η αντίσταση, όμως, κατά της αρχής και η παρακώλυση του νόμου σαφέστατα συνιστούν παραβάσεις της «κανονικότητας», που οδηγούν ενώπιον της δικαιοσύνης. Ο Πέπονας τιμωρείται με παρέμβαση του κράτους όχι για τον φόνο που διέπραξε, αλλά για την αντίστασή του απέναντι στα όργανα του νόμου. Παρά το οξύμωρο της υπόθεσης, παρά τις στρεβλώσεις που χαρακτηρίζουν το δικανικό σύστημα, στον Κατάδικο τα ένδικα μέσα είναι τώρα αυτά που αποδίδουν την δικαιοσύνη κι επιβάλλουν τον νόμο. Το πέρασμα από την αυτοδικία στη δίκη έχει συντελεστεί.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δάλλας Γιάννης, «Η κινητικότητα του βάθους κάτω από τη σταθερά της επιφάνειας στην πεζογραφία του Κωνσταντίνου Θεοτόκη», στο Κωνσταντίνος Θεοτόκης: Τα πρακτικά ενός Συνεδρίου, Κέρκυρα, Πόρφυρας, τχ. 80, (Γενάρης-Μάρτης 1997), σ. 127-137.
During Simon, Foucault and Literature, Towards a Geneology of Writing,
Taylor and Francis e- Library, 2005.
Θεοτόκης Κωνσταντίνος, Κατάδικος, (εισαγωγή Γ. Δάλλας), Εκδόσεις Νεφέλη 1990, [1919].
Καββαδίας Νίκος, «Μοίρα και ένστικτα στο έργο του Κ. Θεοτόκη» στο Κωνσταντίνος Θεοτόκης: Τα πρακτικά ενός Συνεδρίου, Κέρκυρα, Πόρφυρας, τχ. 80, (Γενάρης - Μάρτης 1997), σ. 377 - 389.
Παπαγεωργίου Σωτήρης, Πεζογραφία, Ιδεολογία και κοινωνική κριτική: το “κοινωνικό μυθιστόρημα” του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2024.
Τερζάκης Άγγελος, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Βασική βιβλιοθήκη Αετού, αρ. 31, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος 1955.
Foucault Michel, Επιτήρηση και Τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής, (μτφ. Χατζηδήμου Καίτη-Ράλλη Ιουλία), Εκδόσεις Ράππα 1989.
—, Οι μη κανονικοί, Παραδόσεις στο Κολέγιο της Γαλλίας, 1974 – 1975, (μτφρ. Σιαμανδούρας Σωτήρης), Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 20193.
—, Ιστορία της Σεξουαλικότητας, Α΄ τόμος, Η βούληση για γνώση, (μτφ. Μπέτζελος Τάσος), Εκδόσεις Πλέθρον 2011.
—, Ιστορία της Σεξουαλικότητας, Β΄ τόμος, Η χρήση των ηδονών, (μτφ. Μπέτζελος Τάσος), Εκδόσεις Πλέθρον 2013.
—, Ιστορία της Σεξουαλικότητας, Γ΄ τόμος, Η επιμέλεια του εαυτού, μτφ. Πατσογιάννης Βασίλειος, Εκδόσεις Πλέθρον 2013.
—, Ιστορία της Σεξουαλικότητας, Δ΄ τόμος, Η ομολογία της σάρκας, (μτφ. Λάγιος Θανάσης, επιμ. Ρινόπουλος Λουκάς), Εκδόσεις Πλέθρον 2019.
Χουρμούζιος Αιμίλιος, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Ο εισηγητής του κοινωνιστικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα. Ο άνθρωπος - το έργο, Οι εκδόσεις των Φίλων 19792.