Στο βιβλίο του Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα που θα κυκλοφορήσει φέτος και στα ελληνικά από τις εκδόσεις της Εστίας, ο Αυστριακός νομπελίστας Πέτερ Χάντκε γράφει σ’ ένα σημείο πως ο άνθρωπος νιώθει περηφάνια και σιγουριά όταν καταφέρει να γίνει προφήτης του εαυτού του, να προβλέψει αυτά που τον περιμένουν. Ίσως υπό την επήρεια και αυτής της ρήσης διάβασα το τελευταίο του έργο που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Suhrkamp με τίτλο Χιόνια του χτες, χιόνια του αύριο. Είναι μια φτενή μπροσούρα 75 σελίδων, ένα κομμάτι για το θέατρο, ένα δράμα όμως χωρίς διαλόγους, ένα «τραγούδι χωρίς ρεφρέν», όπως σημειώνει ο εκδοτικός οίκος. Αυτός ο δεξιοτέχνης της εσωτερικότητας εμφανίζεται όπως τόσο συχνά σαν μοναχικός οδοιπόρος και καταγράφει εντυπώσεις. Μονολογεί για το νόημα της ζωής, αλλά χωρίς τελικά συμπεράσματα και παρακαταθήκες, χωρίς μεγάλες αλήθειες. Πάντα στο έργο του είχαν το προβάδισμα οι νύξεις και οι μικρές αλήθειες.
Έτσι και τώρα: το πέταγμα μιας μύγας που απελευθερώνεται από μια παλάμη, οι σκιές των σύννεφων που ποδοβολούν σ’ έναν άδειο αεροδιάδρομο, ο ήχος από τις πρώτες σταγόνες του πρωινού ψιλόβροχου που γλιστράνε μέσα στη φυλλωσιά, τα γέλια μιας παρέας παιδιών κάπου μακριά. Όπως τόσο συχνά στον Χάντκε, το δευτερεύον και γλίσχρο μετουσιώνεται σε επιτομή του ουσιώδους. Όμως αυτό το βιβλιαράκι εκτός από τη χαρακτηριστική για τον συγγραφέα ποιητική αναμόχλευση του κόσμου αφήνει και την εντύπωση μιας απολογίας ζωής, μια διάχυτη αίσθηση κάποιου επερχόμενου τέλους, πόσο μάλλον που στο τέλος του έργου ένας άλλος αφηγητής διηγείται πως ο μοναχικός οδοιπόρος χάθηκε για πάντα στην άκρη ενός δάσους. Η κατακλείδα του βιβλίου;
«Ο οδοιπόρος που όργωνε κάποτε τις εξοχές στην τύχη δεν ζει πια εδώ – εγώ είμαι τώρα, για το τελευταίο κομμάτι του δρόμου του, ο αφηγητής του, κι επίσης ο χρονικογράφος του. Εκεί του συνέβη, για πρώτη φορά πάλι μετά από πολύν καιρό, σαν να υπνοβατούσε, να έρθει κοντά με τη φύση, κοντά μ’ ένα δάσος, απ’ όπου περνούσε ένας αυτοκινητόδρομος, ένα κομμάτι δρόμου, όπου ο οδοιπόρος μου, τι παράξενο πράγμα, ένιωσε σαν από την πρώτη στιγμή μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο οικεία. Στην είσοδο του δάσους κοντοστάθηκε, από πίσω του ο σαματάς από τα καμιόνια που του κορνάριζαν ασταμάτητα, στις άκρες των ματιών του οι αυλακιές της πίσσας στην άσφαλτο που έμοιαζαν ατέλειωτες, κάμποσες απ’ αυτές κουλουριαστές, και παρά τις συγκριτικά γιγάντιες διαστάσεις τους του θύμιζαν το φίδι των παιδικών χρόνων, των δικών του, στην άκρη του δάσους. Ήταν αυτό που τον ανάγκασε να ανοίξει διάπλατα τα μέχρι εκείνη τη στιγμή μισόκλειστα μάτια του. Το βλέμμα του στράφηκε κατ’ ευθείαν βαθιά μέσα στο δάσος, κάτι που δεν σήμαινε οπωσδήποτε μακριά: Ήταν ένα μάλλον μικρό δάσος, αλλά σε οδηγούσε όντως μονομιάς στα βάθη του – κάτι που πάλι δεν σήμαινε πως ήταν και κατηφορικό. Αλλά ούτε και σήμαινε ότι καλούσε τον οδοιπόρο μου να μπει μέσα. Αντιθέτως μάλιστα, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να συμβεί. Σαν να ήταν ο «αναθεματισμένος του δάσους», σαν να υπήρχε ένα ιδιαίτερο «Απαγορεύεται η είσοδος», ειδικώς γι’ αυτόν που στεκόταν τώρα εκεί στην άκρη, χωρίς καν πινακίδα που να το γράφει. Από τα βάθη αυτού του δάσους όμως κάτι του έγνεψε αιφνιδιαστικά, με τη μορφή ενός κλαδιού, ας πούμε από κάποιο έλατο, που συνέχιζε να ανεβοκατεβαίνει, αν και επικρατούσε απόλυτη νηνεμία στα τριγύρω κλαδιά και τα δέντρα, ήταν λιγότερο τραμπάλισμα και περισσότερο ένα κάθετο πάνω-κάτω που είχε αφήσει πίσω του κάποιο πουλί καθώς είχε πετάξει πριν από λίγο μακριά, αθέατο κι αθόρυβο. Και τι τεράστιο πουλί θα πρέπει να ήταν, πόσο ρωμαλέο, αφού το σκαμπανέβασμα κράτησε και συνεχίστηκε και σαν να μην ήθελε μετά να κοπάσει ποτέ, έστω κι αν ήταν το μετείκασμα που τον έκανε να το πιστεύει, έτσι όπως στεκόταν στην άκρη. «Επιστροφή στη φύση»; Όχι, αυτή, η φύση, αυτή επέστρεψε εκεί απρόσμενα, η φύση αυτοπροσώπως θα λέγαμε, στο παιχνίδι, το αιώνιο, μεταξύ αγάπης και σύμπτωσης, σύμπτωσης και αγάπης. Μήπως όμως από την άκρη του η εικόνα που έβλεπε μέσα στο αραιό βάθος αυτού του δάσους δίπλα στον αυτοκινητόδρομο τον παραπλανούσε, του παρίστανε πως ήταν το πρώτο αγαθό της νιότης, αυτό που είχε στερηθεί τόσον καιρό; Ακόμη κι έτσι να ήταν: οι πρώτοι θησαυροί της ψυχής είναι πάντα διογκωμένοι, το πρώτο, σχεδόν ασυναίσθητο βλέμμα, αν βεβαίως διατηρηθεί, καλύπτει με τη δική του λάμψη τον οποιοδήποτε κατοπινό θησαυρό. Η φύση σαν φόρμα μετουσιώθηκε σε ομορφιά ψυχής, άρπαξε ό, τι καλύτερο έχει μέσα του και την ίδια στιγμή του το παραχώρησε, αυτό συμβαίνει μονάχα στον άνθρωπο που βρίσκεται ενώπιόν της. – Τώρα όμως όχι πάλι πίσω, όχι πάλι από το κατώφλι, αλίμονο! – Καμιά επιστροφή! Μέσα μας δεν μπορεί να γίνει πια τίποτα, και πόσο μάλλον ακόμη βαθύτερα – δεν μπορεί να βρεθεί πια τίποτα που να δίνει στο μέσα μας συνοχή - λιγότερο απ’ το τίποτα.
*
Υποτίθεται ότι τον είχαν δει κάποια στιγμή πριν από κάμποσο καιρό, ήταν ο τελευταίος επιβάτης, κουρνιασμένος στο πίσω μέρος του τελευταίου νυχτερινού λεωφορείου. Και για ένα διάστημα ακόμη τον έβλεπαν να περπατά μέσα στη στέπα και να περιπλανιέται στα κράσπεδα του δάσους, μένοντας κάθε φορά ώρα μπροστά στο άγαλμα του «Άγιου Διαρκούς» με τα φουσκωμένα ρουθούνια του, και στη συνέχεια τον έβλεπαν ακόμη να απομακρύνεται όλο και περισσότερο με μεγάλες δρασκελιές, σαν να ακολουθούσε αόρατες πατημασιές, μια φορά μάλιστα εθεάθη και ως μέλος μιας ομάδας πεζοπόρων στη στέπα, κι ήταν ξεκάθαρο ότι συμμετείχε, ότι ένιωθε δικός τους. Και μετά λένε πως μετέφρασε μια φορά το κελάηδημα των κορυδαλλών εκεί ψηλά στον ουρανό ως εξής: “La messe est finie“… Και μια ακόμη φορά τον είδα εγώ ο ίδιος, αντί να περπατά άσκοπα δεξιά κι αριστερά, να κάνει κύκλους, όπως βαδίζει η χήνα, κρατώντας ψηλά ένα δαγκωμένο μήλο σαν να ήταν η ολυμπιακή φλόγα. Και στο τέλος λένε πώς έτσι καθώς περπατούσε μιλούσε όλο και πιο πολύ με τον εαυτό του, χωρίς να ακούγεται, το μόνο που ακουγόταν κάθε φορά ήταν ένα «Αφετέρου …» Και κάποιος μετά διηγείται πως τον είδε να περπατά ξυπόλυτος, την επόμενη μέρα όμως φορώντας ολοκαίνουργια παπούτσια που έτριζαν κι ήταν για λύπηση, ή μήπως ήταν την προηγούμενη μέρα; Κι ένας άλλος πάλι λέει πως τον συνάντησε, εδώ στη λαϊκή, να κρατάει από το χέρι την καλλονή της στέπας, ονόματι «Μις Ζανζιβάρη», ερωτοτροπούσαν δε όπως τον παλιό καιρό.
Και προηγουμένως, ή ίσως ακόμη και μετά, τον είδαν, έστω και μόνο σαν μακρινή σιλουέτα, να σκοντάφτει εδώ κι εκεί στη στέπα, αλλά κανένας δεν μπορεί να προσδιορίσει ως πότε βάδιζε ακόμη και από πότε σταμάτησε πια να περπατά.»
Διάβασα αυτό το βιβλίο από την αρχή ως το τέλος όρθιος, σε υπερδιέγερση, σαν να απήγγελλα βουβά μια σκοτεινή προφητεία. Και αργότερα δεν άντεξα και του τηλεφώνησα. Η ιδέα ότι το Χιόνια του χτες, χιόνια του αύριο έχει την ανάσα ενός ρέκβιεμ τον εξέπληξε, όσο για την εικόνα της σιλουέτας που χάνεται στο τέλος απ’ τα μάτια μας, είναι «κλοπιμαία» από κάποιο έργο του Αυστριακού συγγραφέα του 19ου αιώνα Άνταλμπερτ Στίφτερ. Ο Χάντκε στα 82 του συνεχίζει ανένδοτος και το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει το επόμενο βιβλίο του.
Τι δηλοί ο μύθος; Μήπως ο αναγνώστης προβάλλει στο έργο στοιχεία της δικής του ιδιοσυγκρασίας και ευαισθησίας; Ή μήπως το νόημα ενός έργου αυτονομείται από τις συνειδητές προθέσεις του συγγραφέα του. Ή μήπως συμβαίνουν και τα δύο; Έτσι ή αλλιώς πάντως η πρόσληψη και ερμηνεία ενός έργου είναι μια εν πολλοίς ανοιχτή διαδικασία. Και εδώ έγκειται ακριβώς η υπεροχή της λογοτεχνίας.