Μεταξύ μας. Για τους άλλους – 10


Τα δυο προη­γού­με­να χρό­νια κυ­κλο­φό­ρη­σαν με­τα­φρά­σεις, σε δί­γλωσ­σες εκ­δό­σεις, της ποί­η­σης του Ντί­νου Χρι­στια­νό­που­λου σε τρεις ευ­ρω­παϊ­κές γλώσ­σες: ισπα­νι­κά, κα­τα­λα­νι­κά, γαλ­λι­κά. Πα­ρά τις κα­τά και­ρούς εμ­φα­νι­ζό­με­νες μεμ­ψι­μοι­ρί­ες για την αδια­φο­ρία που επι­δει­κνύ­ει το εκτός Ελ­λά­δος ανα­γνω­στι­κό κοι­νό για την ελ­λη­νι­κή ποί­η­ση — προ­φα­νώς ο Κα­βά­φης εί­ναι η συ­νή­θης εξαί­ρε­ση που επι­βε­βαιώ­νει τον κα­νό­να.
Η στή­λη ζή­τη­σε από τους τρεις με­τα­φρα­στές να εξη­γή­σουν το εν­δια­φέ­ρον τους για τον ποι­η­τή και να ανα­φερ­θούν στις δυ­σκο­λί­ες των εξαί­ρε­των αυ­τών με­τα­φρά­σε­ων σε μυ­η­μέ­νους και, κυ­ρί­ως, αμύ­η­τους.
Οι με­τα­φρα­στές θε­ώ­ρη­σαν κα­λύ­τε­ρο να απα­ντή­σουν σε συ­νε­χή λό­γο ενο­ποιώ­ντας τις ερω­τή­σεις.
_______
Βλ. και Χάρ­της#21
___________

Ντίνος Χριστιανόπουλος Χ 3. Μεταφράζουν: Μισέλ Βολκοβίς, Μανουέλ Γκονθάλεθ Ρινκόν, Λούκας Γκονζάλβο Βαλς
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος / φωτ. Άρις Γεωργίου

Πρώ­τα από όλα θα ήθε­λα να σας εκ­φρά­σω τη χα­ρά μου ―μα­ζί με κά­ποια έκ­πλη­ξη― για το γε­γο­νός ότι επι­λέ­ξα­τε να με­τα­φρά­σε­τε το ποι­η­τι­κό έρ­γο του Ντί­νου Χρι­στια­νό­που­λου, στο σύ­νο­λό του ή εν μέ­ρει. Κα­θώς και για το γε­γο­νός ότι κα­τα­φέ­ρε­τε να εκ­δο­θεί το έρ­γο σας…
Στη συ­νέ­χεια, θα ήθε­λα να σας ευ­χα­ρι­στή­σω που δε­χτή­κα­τε να πά­ρε­τε μέ­ρος σε αυ­τή την μι­κρή συ­νέ­ντευ­ξη/συ­ζή­τη­ση που πρό­τει­να και η οποία θα δη­μο­σιευ­θεί στην στή­λη που έχω δη­μιουρ­γή­σει στο ηλε­κτρο­νι­κό πε­ριο­δι­κό Χάρ­της με τον τί­τλο Με­τα­ξύ μας. Για τους άλ­λους.
Ο ερω­τή­σεις, κοι­νές και για τους τρεις σας, εί­ναι οι εξής:

1) Τι σας ώθη­σε να επι­λέ­ξε­τε την ποί­η­ση του Ντί­νου Χρι­στια­νό­που­λου για να την με­τα­φρά­σε­τε και να επι­διώ­ξε­τε την έκ­δο­σή της σε βι­βλίο;

2) Ποια (ή ποιες) ήταν οι ση­μα­ντι­κό­τε­ρες δυ­σκο­λί­ες που αντι­με­τω­πί­σα­τε στην με­τά­φρα­ση, γλωσ­σι­κές εί­τε πραγ­μα­το­λο­γι­κές ή σχε­τι­ζό­με­νες με το πο­λι­τι­σμι­κό πλαί­σιο και πώς τις αντι­με­τω­πί­σα­τε.

Θα ήθε­λα ακό­μη ένα βιο­γρα­φι­κό σας και τη με­τά­φρα­ση σε ένα, κοι­νό και για τους τρεις, ποί­η­μα του Ντ. Χρι­στια­νό­που­λου.

Φωτ. Άρις Γε­ωρ­γί­ου

Οι με­τα­φρα­στές επέ­λε­ξαν το ποί­η­μα:

Νύ­χτα, χά­ρι­σέ μου ένα κορ­μί

Νύ­χτα, χά­ρι­σέ μου ένα κορ­μί,
να χορ­τά­σω κι από­ψε την έξα­ψή μου
να σκο­τώ­σω κι από­ψε την από­γνω­σή μου,
δεν αντέ­χω πια αυ­τά τα δρο­μο­λό­για,
αυ­τό τον παι­δε­μό πί­σω από ξέ­να ίχνη.

Νύ­χτα, χά­ρι­σέ μου ένα κορ­μί,
δεν εξε­τά­ζω αν το στή­θος εί­ναι όμορ­φο,
αν τα μπρά­τσα εί­ναι ψη­μέ­να στη δου­λειά
ού­τε και νοιά­ζο­μαιι για των μα­τιών το χρώ­μα,
όνο­μα, επάγ­γελ­μα και ηλι­κία.

Νύ­χτα, χά­ρι­σέ μου ένα κορ­μί,
έστω και για μι­σή ώρα, για ένα δε­κά­λε­πτο∙
σου τά­ζω πρώ­τα πρώ­τα το κορ­μί μου,
σου τά­ζω το μέλ­λον μου,
σου τά­ζω κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο: την ψυ­χή μου –

χά­ρι­σέ μου ένα κορ­μί.

_________


ΙΣΠΑ­ΝΙ­ΚΗ
ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΗ
του Manuel González Rincόn: Maneras de demorar la noche. Poesía completa de Dinos Jristianόpulos, εκδ. Mandale, Mα­δρί­τη 2023

Θα προ­σπα­θή­σω να απα­ντή­σω στις ερω­τή­σεις σας με μία ενιαία απά­ντη­ση.
Η γνω­ρι­μία μου με το έρ­γο του πε­ριο­ρί­ζο­νταν σε με­ρι­κά ποι­ή­μα­τα, τα πιο γνω­στά, μάλ­λον, του συγ­γρα­φέα, άλ­λα (ελά­χι­στα) στα ισπα­νι­κά και άλ­λα στα ελ­λη­νι­κά. Όμως, η ανά­γνω­ση των ποι­η­τι­κών άπα­ντων του ήταν για μέ­να, το 2020, όταν επα­νεκ­δό­θη­κε το τε­λι­κό ποι­η­τι­κό του έρ­γο με­τά το θά­να­τό του, πραγ­μα­τι­κή ανα­κά­λυ­ψη.
Και ήταν ακό­μη με­γα­λύ­τε­ρη ανα­κά­λυ­ψη η συ­νά­ντη­ση με ένα κλη­ρο­δό­τη­μα ιδιαί­τε­ρα μο­να­δι­κό και προ­σω­πι­κό με πτυ­χές που δεν εί­χα βρει ού­τε στην ποί­η­ση της Γε­νιάς του ’30 ού­τε στους ποι­η­τές της Α΄ Με­τα­πο­λε­μι­κής Γε­νιάς. Αλ­λά ήταν επί­σης υπε­ρά­νω κά­θε σύ­γκρι­σης με τους άλ­λους συγ­γρα­φείς της λε­γό­με­νης Τριά­δας της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Και αυ­τός ήταν ο λό­γος που ο Χρι­στια­νό­που­λος εμ­φα­νί­ζο­νταν στα μά­τια μου κα­θα­ρά ως ιδιαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση στα νε­ο­ελ­λη­νι­κά γράμ­μα­τα.
Το ποι­η­τι­κό έρ­γο του Χρι­στια­νό­που­λου με εξέ­πλη­ξε, κα­τ’ αρ­χήν, για τη θε­μα­τι­κή του: δη­λα­δή για τη χρή­ση του ομο­ε­ρω­τι­κού ερω­τι­σμού ως μέ­σου για να τρα­ντά­ξει τη μι­κρο­α­στι­κή ηθι­κή, την «τρε­χά­με­νη ηθι­κή». Αλ­λά –κι αυ­τό με σό­κα­ρε ει­δι­κά– ως διεκ­δι­κη­τι­κή στρα­τη­γι­κή τού χώ­ρου του στον κό­σμο κό­ντρα σ’ αυ­τήν την ίδια την ηθι­κή.
Το έρ­γο του πα­ρου­σιά­ζο­νταν μπρο­στά μου ως μία ποί­η­ση στην οποία το λυ­ρι­κό υπο­κεί­με­νο, με μία πλή­ρη ακε­ραιό­τη­τα διά­θε­σης, απαι­τεί απε­γνω­σμέ­να από τους ανα­γνώ­στες του την ανα­γνώ­ρι­ση του δι­καιώ­μα­τός του να εί­ναι αυ­τό που εί­ναι· να υπάρ­χει χω­ρίς να ανα­γκά­ζε­ται σε απο­στα­σία την ύστα­τή του φύ­ση, ακό­μα κι αν η φύ­ση του τού προ­ξε­νεί οδύ­νη. Και το απαι­τεί εκ­θέ­το­ντας ανε­πι­φύ­λα­κτα τις ερω­τι­κές ιδιο­τυ­πί­ες του. Δη­λα­δή, ο ποι­η­τής αγω­νί­ζε­ται μέ­χρις εσχά­των για την ύπαρ­ξή του χρη­σι­μο­ποιώ­ντας τα όπλα της αυ­το­ε­πι­βε­βαί­ω­σης.
Και εκεί έγκει­ται μάλ­λον η υψη­λή ισχύς του Χρι­στια­νό­που­λου, επει­δή αυ­τό το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τής ποί­η­σής του, η εξο­μο­λο­γη­τι­κή πρό­κλη­ση, αντί να τον βά­λει σε μειο­νε­κτι­κή θέ­ση, τον ανε­βά­ζει υπε­ρά­νω της κρι­τι­κής των συ­ναν­θρώ­πων του σε μια, θα έλε­γε κα­νείς, απο­θέ­ω­ση της τόλ­μης και της αν­δρεί­ας. Δεν πρέ­πει να ξε­χά­σου­με, όμως, ότι ο Χρι­στια­νό­που­λος ήταν ένας επι­ζών (όπως δη­λώ­νει στο πα­σί­γνω­στό του ποι­η­μα­τά­κι «και τι δεν κά­να­τε για να με θά­ψε­τε / όμως ξε­χά­σα­τε πως εί­μα σπό­ρος») · επι­ζών της πο­λι­τι­κής, της κοι­νω­νί­ας και ακό­μα και του εαυ­τού του, εξαι­τί­ας της αρ­νη­τι­κής αντί­λη­ψης του «κου­σου­ριού» του που η θρη­σκεία και τα κα­τη­χη­τι­κά τού εί­χαν επι­βά­λει από μι­κρό. Μια αντί­λη­ψη που τον πα­ρε­μπό­δι­ζε σ' όλη του τη ζωή όχι μό­νο να φτά­σει σε μία ολο­τε­λή επι­δο­κι­μα­σία του εαυ­τού του, αλ­λά και να απο­κτή­σει μια σω­στή κα­τα­νό­η­ση της ίδιας της υπο­στα­σής του.
Επί­σης, στο έρ­γο του Χρι­στια­νό­που­λου με εξέ­πλη­ξε το νε­ω­τε­ρι­στι­κό ύφος του, επι­γραμ­μα­τι­κό και ευ­θύ, σχε­δόν στε­ρού­με­νο λυ­ρι­σμού, ένα ύφος δη­λα­δή που ται­ριά­ζει ολό­τε­λα με τις συν­θή­κες ζω­ής που έτυ­χε να αντι­με­τω­πί­σει σε όλη του τη ζωή, αλ­λά που ται­ριά­ζει επί­σης με τον λι­τό χα­ρα­κτή­ρα του, του ανα­χω­ρη­τή, του λαϊ­κού μο­να­χού, του κο­σμο­κα­λό­γε­ρου. Εξε­πλά­γην επί­σης από τη λυ­τρω­τι­κή πα­ρου­σία της θρη­σκεί­ας στο έρ­γο του, ως λο­γο­τε­χνι­κό μο­τί­βο αλ­λά και ως ψυ­χο­λο­γι­κή στρα­τη­γι­κή επι­βί­ω­σης, κά­τι που θε­ω­ρώ πρω­το­πο­ρια­κό και που δί­νει στην ποί­η­σή του μια εντε­λώς απροσ­δό­κη­τη διά­στα­ση.
Με όλα αυ­τά τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, σε ένα φό­ντο επί­μο­νης μά­χης με­τα­ξύ σαρ­κός και πνεύ­μα­τος, ο Χρι­στια­νό­που­λος δη­μιουρ­γεί έναν προ­σω­πι­κό ποι­η­τι­κό κό­σμο που υφί­στα­ται ως μο­να­δι­κή εκ­δή­λω­ση στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία.
Όλα αυ­τά, λοι­πόν, με ώθη­σαν να με­τα­φρά­σω το έρ­γο του Χρι­στια­νό­που­λου, ιδιαί­τε­ρα όταν πα­ρα­τή­ρη­σα ότι τα ποι­ή­μα­τά του που εί­χαν με­τα­φρα­στεί στα ισπα­νι­κά (με­ρι­κά απ’ αυ­τά ήταν τα ίδια αλ­λά σε δια­φο­ρε­τι­κές απο­δό­σεις) ήταν με­τρη­μέ­να και βρί­σκο­νταν όλα διά­σπαρ­τα σε διά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, και δεν προ­σέ­φε­ραν σω­στή έκ­θε­ση της ποιό­τη­τας και αξί­ας του έρ­γου του. Ταυ­τό­χρο­να σκέ­φτη­κα ότι η με­τά­φρα­σή μου θα διεύ­ρυ­νε και τη γνώ­ση της ποί­η­σης του Χρι­στια­νό­που­λου αλ­λά και την ει­κό­να της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας στην Ισπα­νία αλ­λά, πι­θα­νό­τα­τα, και στον ισπα­νό­φω­νο κό­σμο.
Δεν υφί­στα­ται, βέ­βαια, λό­γος ανη­συ­χί­ας σχε­τι­κά μ’ αυ­τό, επει­δή το βά­ρος του έρ­γου του κα­θ’ εαυ­τό θα κα­τα­κτή­σει σι­γά σι­γά τη θέ­ση που του αξί­ζει στην πα­γκό­σμια λο­γο­τε­χνία, που και ο ίδιος ο ποι­η­τής πο­θού­σε, χω­ρίς να ξέ­ρει μάλ­λον ότι η μοί­ρα του την επι­φύ­λασ­σε. Εί­ναι απλώς θέ­μα χρό­νου.
Αν και το έρ­γο του θα μπο­ρού­σε να με­λε­τη­θεί από διά­φο­ρες πλευ­ρές (από την ψυ­χο­λο­γία, από την αν­θρω­πο­λο­γία, από την ιστο­ρία, κ.λπ), αυ­τό τον λο­γο­τε­χνι­κό κό­σμο που μας άφη­σε κλη­ρο­νο­μιά ο Χρι­στια­νό­που­λος θα έπρε­πε να τον προ­σεγ­γί­σου­με ου­σια­στι­κά ως έρ­γο τέ­χνης, ως προ­ϊ­όν μιας τε­χνι­κής που σε τε­λευ­ταία ανά­λυ­ση με­του­σιώ­νει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σε πα­ρα­δειγ­μα­τι­κό δη­μιούρ­γη­μα, πέ­ρα από τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά που σχη­μα­τί­ζουν την ιδιω­τι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τά του συγ­γρα­φέα και πέ­ρα από τις πιο συ­γκε­κρι­μέ­νες ζω­τι­κές πε­ρι­στά­σεις του. Η πρω­το­τυ­πία και η αυ­θε­ντι­κό­τη­τα του λό­γου του και η κα­θο­λι­κό­τη­τα της απαί­τη­σής του «για αγά­πη και για μιά ζωή χω­ρίς φό­βο και χλεύη» προσ­δί­δουν στο έρ­γο του μία εντε­λώς οι­κου­με­νι­κή διά­στα­ση.
Η έκ­δο­σή μου, λοι­πόν, πε­ρι­λαμ­βά­νει ολό­κλη­ρο το ποι­η­τι­κό έρ­γο του Χρι­στια­νό­που­λου σύμ­φω­να με την τε­λι­κή έκ­δο­ση του 2020, που ο ίδιος εί­χε επι­με­λη­θεί, σε τρία βι­βλία: Ποι­ή­μα­τα, Μι­κρά ποι­ή­μα­τα και Πε­ζά ποι­ή­μα­τα. Αλ­λά, για να βοη­θή­σω τους Ισπα­νούς ανα­γνώ­στες που δεν εί­χαν μέ­χρι τώ­ρα κα­μία επα­φή με αυ­τό τον ποι­η­τι­κό κό­σμο του, απο­φά­σι­σα να του γρά­ψω και μία εκτε­νή ει­σα­γω­γή που να τον φω­τί­ζει και να διευ­κο­λύ­νει την ανά­γνω­σή του. Πρέ­πει να πω ότι πρό­κει­ται για την πρώ­τη με­τά­φρα­ση των ποι­η­τι­κών απά­ντων του Χρι­στια­νό­που­λου σε οποια­δή­πο­τε γλώσ­σα, κα­θό­τι και η με­τά­φρα­ση στα αγ­γλι­κά του Nicholas Kostís δεν πε­ρι­λαμ­βά­νει ολό­κλη­ρο το έρ­γο του.

Οι κύ­ριες δυ­σκο­λί­ες που αντι­με­τώ­πι­σα στην με­τά­φρα­ση του ποι­η­τι­κού λό­γου του Χρι­στια­νό­που­λου ήταν τρεις:
Η πρώ­τη ήταν λε­ξι­κο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα· δη­λα­δή, με δυ­σκό­λε­ψαν οι όροι που χρη­σι­μο­ποιεί ο Χρι­στια­νό­που­λος οι οποί­οι προ­έρ­χο­νται από την αρ­γκό. Η προ­σπά­θειά μου επι­κε­ντρώ­θη­κε στην ανα­ζή­τη­ση του αντί­στοι­χου όρου στην ισπα­νι­κή γλώσ­σα, της επο­χής μά­λι­στα που ο ποι­η­τής έγρα­ψε το έρ­γο του. Κι αυ­τό δεν ήταν πά­ντα εφι­κτό.
Μια δεύ­τε­ρη δυ­σκο­λία ήταν να βρω μια σω­στή από­δο­ση για το λι­τό λο­γο­τε­χνι­κό ύφος του Χρι­στια­νό­που­λου, επει­δή οι βρα­χεί­ες συ­ντα­κτι­κές δο­μές που χρη­σι­μο­ποιεί ο ποι­η­τής, και που λει­τουρ­γούν άψο­γα στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, δεν βγά­ζουν πά­ντα νό­η­μα στα ισπα­νι­κά, και απαι­τού­νται πιο εκτε­νείς φρά­σεις.
Τρί­τη δυ­σκο­λία ήταν το ανέ­φι­κτο της από­δο­σης του μέ­τρου και της μου­σι­κό­τη­τας των στί­χων του. Οπό­τε προ­σπά­θη­σα να δη­μιουρ­γή­σω έναν ρυθ­μό που να απο­δί­δει με τον κα­λύ­τε­ρο δυ­να­τό τρό­πο μια κά­πως πα­ρό­μοια στι­χουρ­γι­κά με­λω­δι­κό­τη­τα στα ισπα­νι­κά.
Πά­ντως, οφεί­λω να ομο­λο­γή­σω πως, σε γε­νι­κές γραμ­μές, εί­μαι ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος από το απο­τέ­λε­σμα.

Ο Manuel González Rincón (Μα­νου­έλ Γκον­θά­λεθ Ριν­κόν) γεν­νή­θη­κε το 1963 στο Σαν Φερ­νά­ντο του Κά­ντιθ. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κή Φι­λο­λο­γία στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Σε­βί­λης (1981-1986), όπου διε­τέ­λε­σε ερευ­νη­τής στο Τμή­μα Κλα­σι­κών Σπου­δών (1984-1986), απο­φοι­τώ­ντας με πτυ­χια­κή για το θρη­σκευ­τι­κό δρά­μα της Κρη­τι­κής Ανα­γέν­νη­σης Η θυ­σία του Αβρα­άμ. Συ­νέ­χι­σε τις σπου­δές του στο Πα­νε­πι­στή­μιο Northwestern του Evanston των ΗΠΑ (1986-1987). Έλα­βε το δι­δα­κτο­ρι­κό του δί­πλω­μα στην Κλα­σι­κή Φι­λο­λο­γία από το Πα­νε­πι­στή­μιο της Σε­βί­λης το 1992 με δια­τρι­βή για τα επι­γράμ­μα­τα του Στρά­τω­νος του εκ Σάρ­δε­ων, η οποία εκ­δό­θη­κε από την Υπη­ρε­σία Εκ­δό­σε­ων του Πα­νε­πι­στη­μί­ου το 1996. Το 1988 απέ­κτη­σε θέ­ση κα­θη­γη­τή στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα στη δευ­τε­ρο­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση, συν­δυά­ζο­ντας το δι­δα­κτι­κό του έρ­γο με τη με­τά­φρα­ση και την έρευ­να στον το­μέα της με­σαιω­νι­κής και νέ­ας ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας. Από το 2007 εί­ναι μέ­λος της Ενο­ποι­η­μέ­νης Ομά­δας του Αν­δα­λου­σια­νού Σχε­δια­σμού για την Έρευ­να (Grupo Consolidado del Plan Andaluz de Investigación) HUM 426 του Πα­νε­πι­στη­μί­ου του Κά­ντιθ. Εκτός από πο­λυά­ριθ­μα ερευ­νη­τι­κά άρ­θρα για διά­φο­ρα θέ­μα­τα που δη­μο­σιεύ­ο­νται σε εξει­δι­κευ­μέ­να πε­ριο­δι­κά, έχει με­τα­φρά­σει διά­φο­ρα έρ­γα της κλα­σι­κής, με­σαιω­νι­κής και νε­ο­ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φί­ας και ποί­η­σης (Μπερ­γα­δής, Ανα­γνω­στά­κης, Ελύ­της, Λει­βα­δί­της, Ρί­τσος, Σ. Δού­κας, Βε­νέ­ζης, Δ. Αγ­γε­λής κ.ά.).

Noche, regálame un cuerpo

Noche, regálame un cuerpo
para saciar al alba mi deseo,
para matar en tu seno mi desesperanza.
No soporto más estas caminatas,
este sufrimiento tras huellas extrañas.

Noche, regálame un cuerpo,
no miraré si tiene un pecho hermoso,
si sus brazos están curtidos en el trabajo,
tampoco me importa el color de sus ojos,
el nombre, la profesión o la edad.

Noche, regálame un cuerpo,
aunque sea media hora, diez minutos;
te ofrezco antes que nada mi cuerpo,
te ofrezco mi porvenir,
te ofrezco algo más todavía: mi alma —

regala me un cuerpo


ΚΑ­ΤΑ­ΛΑ­ΝΙ­ΚΗ ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΗ
του Lucas Gonzalvo Valls: Dinos Khristianόpulos. Regala’m un cos. Χά­ρι­σέ μου ένα κορ­μί, Eκδ. Salze, Benassal (Castellό) 2024

1.

Με θυ­μά­μαι να δια­βά­ζω Χρι­στια­νό­που­λο για πρώ­τη φο­ρά λί­γες εβδο­μά­δες πριν πε­θά­νει τον Αύ­γου­στο του 2020. Ήταν το ποί­η­μα «Η θά­λασ­σα» και, κα­τά τύ­χη, ένα από τα μι­κρά ποι­ή­μα­τα, εκεί­νο για τους τύ­πους κα­φέ. Σκέ­φτη­κα κα­τευ­θεί­αν το ποί­η­μα του Κα­βά­φη «Δυο νέ­οι, 23 έως 24 ετών», λό­γω της σχε­τι­κό­τη­τας των ανα­φο­ρών, φυ­σι­κά, αλ­λά και επει­δή ήταν ο ομο­ε­ρω­τι­κός ποι­η­τής στα ελ­λη­νι­κά που εγώ γνώ­ρι­ζα και εξε­πλά­γην από το πό­σο δια­φο­ρε­τι­κά ήταν με­τα­ξύ τους σε σχέ­ση με το βί­ω­μα του έρω­τα. Ψά­χνο­ντας λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο, ανα­κά­λυ­ψα με­ρι­κά ακό­μα πιο εκ­πλη­κτι­κά ποι­ή­μα­τα, αυ­τά που απο­τε­λούν τη Νε­κρή πιά­τσα, και ο στί­χος «μό­νο ο έρω­τας ξέ­ρει να εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται τα χα­λά­σμα­τα» του ποι­ή­μα­τος «Στο Κα­ρα­μπουρ­νά­κι» μου φά­νη­κε η πιο ει­λι­κρι­νής εκ­δή­λω­ση του ερω­τι­κού πά­θους. Απο­φά­σι­σα να αγο­ρά­σω ολό­κλη­ρη την κα­νο­νι­κή ποί­η­σή του μέ­σω ίντερ­νετ, χω­ρίς να πε­ρι­μέ­νω να επι­σκε­φθώ την Ελ­λά­δα και το βι­βλιο­πω­λείο Πο­λι­τεία, και μπή­κα σε αυ­τό που απο­δεί­χθη­κε ένα συ­ναρ­πα­στι­κό τα­ξί­δι μέ­σα από ένα ποι­η­τι­κό savoir faire που δια­τρέ­χει ολό­κλη­ρη τη δη­μιουρ­γία και τη ζωή του. Ως κλα­σι­κός φι­λό­λο­γος, βέ­βαια, από­λαυ­σα βα­θιά τα ποι­ή­μα­τα της Επο­χής των ισχνών αγε­λά­δων, αλ­λά από­λαυ­σα προ­πά­ντων εκεί­να τα ποι­ή­μα­τα που ήταν ρι­ζω­μέ­να σε έναν πο­λύ κα­θο­ρι­σμέ­νο χώ­ρο και χρό­νο, εκεί­να στα οποία μπο­ρείς να ανι­χνεύ­σεις την αστι­κο­ποί­η­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης, να βρεις τον χάρ­τη των δρό­μων και των πλα­τειών του πό­θου και, κα­τ' επέ­κτα­ση, να χαρ­το­γρα­φή­σεις πα­ρεκ­κλί­νο­ντες έρω­τες και σε­ξουα­λι­κές πρα­κτι­κές, κά­τι που βρί­σκει κα­νείς δια­βά­ζο­ντας τον Χρι­στια­νό­που­λο. Ού­τε αυ­τό εί­ναι απλή σύμ­πτω­ση, αλ­λά αντα­πο­κρί­νε­ται πλή­ρως στα τε­λευ­ταία μου εν­δια­φέ­ρο­ντα για την queer θε­ω­ρία και την ομο­ε­ρω­τι­κή ποί­η­ση. Έτσι, δεν ήταν έκ­πλη­ξη το γε­γο­νός ότι απο­φά­σι­σα να τον με­τα­φρά­σω, ει­δι­κά αν λη­φθεί υπό­ψη ότι ού­τε ένα ποί­η­μά του δεν εί­χε με­τα­φρα­στεί στη γλώσ­σα μου ακό­μα, τα κα­τα­λα­νι­κά, και ότι εί­χε έρ­θει η ώρα να πα­ρου­σιά­σω έναν άλ­λο ποι­η­τή, αυ­τή τη φο­ρά πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρεκ­κλί­νο­ντα σε σύ­γκρι­ση με τον Κα­βά­φη, στο κα­τα­λα­νι­κό κοι­νό, που ήταν ήδη πο­λύ εξοι­κειω­μέ­νο με τον Αλε­ξαν­δρι­νό ποι­η­τή και, πρό­σφα­τα, λί­γο στον Τα­χτσή μέ­σω του Τρί­του Στε­φα­νιού, σε μια εξαι­ρε­τι­κή με­τά­φρα­ση του κα­θη­γη­τή μου Jaume Almirall. Το πή­ρα σχε­δόν ως προ­σω­πι­κό κα­θή­κον, ως απο­στο­λή που έπρε­πε να εκ­πλη­ρώ­σω. Η πρώ­τη φο­ρά που το κα­τα­λα­νι­κό κοι­νό μπό­ρε­σε να απο­λαύ­σει κά­ποια από τα ποι­ή­μα­τα του Χρι­στια­νού­που­λου με­τα­φρα­σμέ­να ήταν χά­ρη στο πε­ριο­δι­κό Aérides με το οποίο συ­νερ­γά­ζο­μαι ετη­σί­ως με μι­κρές συ­νει­σφο­ρές και το οποίο ήταν πρό­θυ­μο να δη­μο­σιεύ­σει οκτώ ποι­ή­μα­τα από τη συλ­λο­γή Νε­κρή πιά­τσα. Όσον αφο­ρά την υπο­βο­λή προ­τά­σε­ων σε εκ­δό­τες, ευ­τυ­χώς δε βρή­κα πολ­λές δυ­σκο­λί­ες. Ο σύ­ντρο­φός μου εί­χε πρό­σφα­τα ανα­κα­λύ­ψει έναν νέο εκ­δο­τι­κό οί­κο που εξέ­δι­δε απο­κλει­στι­κά ξέ­νη ποί­η­ση με­τα­φρα­σμέ­νη στα κα­τα­λα­νι­κά, από ποι­η­τές που εί­ναι γνω­στοί στη χώ­ρα τους αλ­λά δεν έχουν ακό­μη ξε­πε­ρά­σει τα εθνι­κά τους σύ­νο­ρα. Η Marta και ο Josep, οι εκ­δό­τες, δέ­χτη­καν αμέ­σως την πρό­τα­σή μου να ανα­λά­βουν μια αρ­κε­τά συ­νε­πή αν­θο­λο­γία του ποι­η­τή και πιά­σα­με αμέ­σως δου­λειά. Εί­ναι ένας εκ­δο­τι­κός οί­κος που εκ­δί­δει μό­νο ένα βι­βλίο το χρό­νο και γι 'αυ­τό φρο­ντί­ζει πο­λύ τις εκ­δό­σεις του. Θυ­μά­μαι ότι για τον τί­τλο της αν­θο­λο­γί­ας πρό­τει­να τη φρά­ση «Υπαί­θριος έρω­τας» που κλεί­νουν το ποί­η­μα «Βούρ­κω­μα για το χά­σι­μο της γκαρ­σο­νιέ­ρας μου», μιας και το ερω­τι­κό βί­ω­μα του Χρι­στια­νό­που­λου γί­νε­ται σχε­δόν απο­κλει­στι­κά σε κοι­νούς χώ­ρους, αλ­λά οι εκ­δό­τες, που έχουν πο­λύ κα­λύ­τε­ρο μά­τι από μέ­να, επέ­λε­ξαν πο­λύ κα­λά το «χά­ρι­σέ μου ένα κορ­μί», Regala'm un cos. Τέ­λος πά­ντων, νο­μί­ζω ότι ήταν μια πο­λύ κα­λή από­φα­ση να το εκ­δώ­σου­με, για­τί όσοι το δια­βά­ζουν μας λέ­νε ότι ήταν μια πο­λύ εν­δια­φέ­ρου­σα ανα­κά­λυ­ψη. Εγώ πά­ντα σκέ­φτο­μαι ότι η με­τά­φρα­ση μας επι­τρέ­πει να εμπλου­τί­ζου­με τη δι­κή μας λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρά­δο­ση. Ο με­τα­φρα­σε­ο­λό­γοι Itamar Even-Zohar και η Susan Bassnett έτσι την αντι­λαμ­βά­νο­νταν.

    2.

Όταν με ρω­τούν για τις δυ­σκο­λί­ες που αντι­με­τώ­πι­σα στη με­τά­φρα­ση του Χρι­στια­νό­που­λου, ξε­κι­νάω πά­ντα λέ­γο­ντας ότι μό­λις εί­χα με­τα­φρά­σει τον Άγ­γε­λο Σι­κε­λια­νό, επει­δή έτσι προ­ε­τοι­μά­ζω το έδα­φος της συ­ζή­τη­σης, για­τί εί­ναι δύο ποι­η­τές το­πο­θε­τη­μέ­νοι ο ένας στους αντί­πο­δες του άλ­λου. Για την ολο­κλή­ρω­ση των πα­νε­πι­στη­μια­κών μου σπου­δών, απο­φά­σι­σα να με­τα­φρά­σω το πρώ­το δη­μο­σιευ­μέ­νο έρ­γο του Λευ­κα­δί­τη ποι­η­τή, τον Αλα­φρο­ΐ­σκιω­το, τί­τλος που εί­ναι ήδη δύ­σκο­λο να με­τα­φρα­στεί από μό­νος του. Πα­ράλ­λη­λα, μου ζη­τή­θη­κε να με­τα­φρά­σω στα ισπα­νι­κά μια με­λέ­τη που εί­χε ετοι­μά­σει η Ευ­θα­λία Πα­πα­δά­κη για τις δελ­φι­κές εορ­τές της Εύ­ας και του Άγ­γε­λου Σι­κε­λια­νού, Πί­σω από τον πέ­πλο της ωραιό­τη­τας, που εκ­δό­θη­κε από το Μου­σείο Μπε­νά­κη. Το πέ­ταγ­μα του αε­τού, σύμ­φω­να με τα λό­για του Κα­ζαν­τζά­κη, που προ­ϋ­πο­θέ­τει η ποί­η­ση του Σι­κε­λια­νού, δεν έχει κα­μία σχέ­ση με το σύρ­σι­μο του σώ­μα­τος του Χρι­στια­νο­που­λου και, πα­ρ' όλα αυ­τά, η ποί­η­ση του Θεσ­σα­λο­νι­κιού εί­ναι πο­λύ πιο ανά­λα­φρη. Ωστό­σο, εί­μαι ενα­ντί­ον εκεί­νων που πι­στεύ­ουν ότι η κα­λή ποί­η­ση εί­ναι αυ­τή που σε κά­νει να σπας το κε­φά­λι σου για να την κα­τα­λά­βεις και ότι, επο­μέ­νως, η με­τά­φρα­σή της θα εί­ναι μια σπαρ­τια­τι­κή αγω­γή. Στον Χρι­στια­νό­που­λο συ­νά­ντη­σα δυ­σκο­λί­ες που σχε­τί­ζο­νται κυ­ρί­ως με το λε­ξι­λό­γιο και την ικα­νό­τη­τα που εί­χε να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει έναν λό­γο απο­γυ­μνω­μέ­νο από όλα τα τε­χνά­σμα­τα που σχε­δόν πά­ντα φορ­τί­ζουν την ποί­η­ση με το μπα­ρόκ horror vacui και που, με­τα­φρα­ζό­με­νη, μπο­ρεί να εί­ναι εύ­κο­λο να ανα­πα­ρα­χθεί, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο από την απλό­τη­τα ενός λό­γου όπως του Χρι­στια­νού­που­λου. Για μέ­να η ποι­η­τι­κή απλό­τη­τα δεν έχει κα­μία σχέ­ση με το να εί­σαι πρό­χει­ρος, αλ­λά με το να πα­ρα­μέ­νεις λυ­ρι­κός χω­ρίς φα­ντα­σμα­γο­ρί­ες. Οι λε­ξι­λο­γι­κές επι­πλο­κές δεν ήταν τό­σο προ­ϊ­όν της μη κα­τα­νό­η­σης μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης λέ­ξης, αλ­λά της εύ­ρε­σης της αντί­στοι­χης λέ­ξης στα κα­τα­λα­νι­κά που θα δι­καί­ω­νε ολό­κλη­ρο τον κό­σμο των εν­νοιών και των αντη­χή­σε­ων που η αρ­χι­κή λέ­ξη ανοί­γει στον Έλ­λη­να ανα­γνώ­στη. Υπό αυ­τή την έν­νοια, η γκέι αρ­γκό ήταν μια από τις με­γα­λύ­τε­ρες δο­κι­μα­σί­ες. Πρώ­τον, για­τί στον Χρι­στια­νό­που­λο όλη αυ­τή η ορο­λο­γία φτά­νει στον Έλ­λη­να ανα­γνώ­στη με άμε­σο, ει­λι­κρι­νή, σκλη­ρό και άγριο τρό­πο. Και για να τον ανα­πα­ρα­γά­γου­με στα κα­τα­λα­νι­κά με­ρι­κές φο­ρές πρέ­πει να κα­τα­φύ­γου­με, πα­ρά τη λύ­πη μας, σε κα­στι­λια­νι­σμούς (ισπα­νι­σμούς), επει­δή οι αντί­στοι­χες άμε­σες λέ­ξεις στα κα­τα­λα­νι­κά δεν χρη­σι­μο­ποιού­νται με τό­σο συ­νή­θη τρό­πο στο δρό­μο και, ως εκ τού­του, μπο­ρούν να κα­λύ­ψουν τη με­τά­φρα­ση με μια πα­τί­να υπερ­φορ­τω­μέ­νη από γλωσ­σι­κή κα­θα­ρό­τη­τα που δεν υπάρ­χει στα ελ­λη­νι­κά. Η με­τά­φρα­ση κά­ποιων λέ­ξε­ων όπως τσό­λια, τζου­τζου­κλέ­ρια, μπερ­ντές, μαλ­λί, τε­κνά, τσαϊ­ρά­δα, ρό­δα, αδερ­φή, λου­μπί­να, στα δι­κά τους συμ­φρα­ζό­με­να και πέ­ρα από τις προ­φα­νείς ση­μα­σί­ες των, εί­ναι ένα πο­λύ­πλο­κο έρ­γο που μπό­ρε­σα να ξε­πε­ρά­σω με τη βο­ή­θεια, φυ­σι­κά, του Ηλία Πε­τρό­που­λου, αλ­λά και πολ­λών φί­λων, Ελ­λή­νων και μη, όπως ο Cèsar Montoliu, ο οποί­ος, πριν από κά­ποια χρό­νια εί­χε με­λε­τή­σει τα κα­λιαρ­ντά, και ο συγ­γρα­φέ­ας Σπύ­ρος Κα­ρυ­δά­κης. Θα ήθε­λα επί­σης να ευ­χα­ρι­στή­σω την Πά­ο­λα Ρε­βε­νιώ­τη για τις διευ­κρι­νί­σεις της σχε­τι­κά με τις σε­ξουα­λι­κές πρα­κτι­κές και τους χώ­ρους των ερω­τι­κά απο­κλι­νό­ντων. Επι­πλέ­ον, αφο­σιώ­θη­κα και σε πα­ράλ­λη­λες ανα­γνώ­σεις, όπως κά­ποια επι­στη­μο­νι­κά άρ­θρα των κα­θη­γη­τών Κώ­στα Γιαν­να­κό­που­λου και Δη­μή­τρη Πα­πα­νι­κο­λά­ου, και προ­σω­πι­κές ιστο­ρί­ες, όπως αυ­τές του Θω­μά Κο­ρο­βί­νη. Όλα βοη­θούν σε μια με­τά­φρα­ση και, όσο πιο ποι­κί­λα εί­ναι τα ερ­γα­λεία του με­τα­φρα­στή, τό­σο το κα­λύ­τε­ρο. Όταν με­τα­φρά­ζεις, δεν μπο­ρείς να πα­ρα­λεί­ψεις τί­πο­τα, και αυ­τή εί­ναι μια άσκη­ση τα­πει­νό­τη­τας που λί­γες δου­λειές σου δί­νουν.
Η έκ­δο­ση εί­ναι μια αν­θο­λο­γία πε­ρί­που 100 ποι­η­μά­των επι­λεγ­μέ­νων από τα κα­νο­νι­κά ποι­ή­μα­τα του Χρι­στια­νό­που­λου και ένα από τα τρα­γού­δια τού Αιώ­νιου πα­ρά­πο­νου. Το ελ­λη­νι­κό κεί­με­νο συ­νο­δεύ­ει τη με­τά­φρα­ση στο κά­τω μέ­ρος της σε­λί­δας, μα­ζί με κά­ποιες ση­μειώ­σεις για πο­λι­τι­στι­κά ή γε­ω­γρα­φι­κά θέ­μα­τα απο­κλει­στι­κά. Η έκ­δο­ση ανοί­γει με πρό­λο­γο του με­τα­φρα­στή για τη στα­διο­δρο­μία και τη λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρα­γω­γή του Χρι­στια­νού­που­λου και κλεί­νει με επί­λο­γο του Jaume Almirall, κα­θη­γη­τή αρ­χαί­ων ελ­λη­νι­κών και με­τα­φρα­στή, με­τα­ξύ άλ­λων, του Καβ­βα­δία και του Τα­χτσή.

Ο Lucas Gonzalvo Valls (Λού­κας Γκον­ζάλ­βο Βαλς) γεν­νή­θη­κε στη Βαρ­κε­λώ­νη το 1992 και εί­ναι φι­λό­λο­γος, συγ­γρα­φέ­ας και με­τα­φρα­στής της νέ­ας ελ­λη­νι­κής. Στα ισπα­νι­κά έχει με­τα­φρά­σει με­λέ­τη της Ευ­θα­λί­ας Πα­πα­δά­κη για τον βίο και τις Δελ­φι­κές Εορ­τές του Άγ­γε­λου Σι­κε­λια­νού και της Εύ­ας Πάλ­μερ. Στα κα­τα­λα­νι­κά ξε­χω­ρί­ζει η συ­νερ­γα­σία του με το λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό των νε­ο­ελ­λη­νι­στών της Κα­τα­λο­νί­ας Torre dels Vents. Αέ­ρη­δες με με­τα­φρά­σεις των Ρί­τσου, Σι­κε­λια­νού, Γ. Ιω­άν­νου και Χρι­στια­νό­που­λου. Το 2023 εκ­δό­θη­κε η πρώ­τη του ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή, Lluna de dia, και το 2024 με­τέ­φρα­σε μια αν­θο­λο­γία του Χρι­στια­νό­που­λου, που κυ­κλο­φό­ρη­σε από τις εκ­δό­σεις Salze. Πα­ρα­κο­λου­θεί σπου­δές για δι­δα­κτο­ρι­κό στο Universitat Pompeu Fabra και εί­ναι μέ­λος της Ομά­δας Με­λέ­της του Κα­τα­λα­νι­κού Πο­λι­τι­σμού στο ίδιο πα­νε­πι­στή­μιο. Οι το­μείς εν­δια­φέ­ρο­ντός του εί­ναι η με­τά­φρα­ση, η μνή­μη, η πό­λη, οι queer θε­ω­ρί­ες και η ψυ­χα­νά­λυ­ση.


Nit, regala'm un cos

Nit, regala'm un cos,
per satisfer la meva excitació avui també,
per matar la meva desesperança avui també,
no suporto ja aquests recorreguts,
aquest turment rere passos desconeguts.

Nit, regala'm un cos,
no tinc en compte si té un pit atractiu,
uns braços avesats a treballar,
i no m'importa tampoc el color dels ulls,
el nom, la feina o l'edat.

Nit, regala'm un cos,
ni que sigui per mitja hora, deu minuts.
Per començar, et prometo el meu cos,
et prometo el meu futur,
et prometo una altra cosa més : la meva ànima —

regala’m um cos


ΓΑΛ­ΛΙ­ΚΗ ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΗ
του Michel Volkovich: Le ver dans le corps et autres recueils. Dinos Christianòpoulos, Miel de Anges, Σεβρ 2023

Στην αγα­πη­μέ­νη μου Θεσ­σα­λο­νί­κη, όπου μά­θαι­να την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα τη δε­κα­ε­τία του ΄80, τον Χρι­στια­νό­που­λο τον εί­χα­νε, αν όχι για θεό, του­λά­χι­στον για πά­πα. Τον ανα­κά­λυ­ψα τό­τε και με γο­ή­τευ­σε αμέ­σως. Η ποί­η­σή του, αν και φαι­νο­με­νι­κά απλή, έχει μια δύ­να­μη μο­να­δι­κή. Μια θαυ­μά­σια τόλ­μη. Απο­γυ­μνώ­νε­ται ο άν­θρω­πος, στα θέ­μα­τα και στην γρα­φή. Σ' όλα τα ποι­ή­μα­τα συ­να­ντάς την ίδια τρο­με­ρή πυ­κνό­τη­τα. Πο­τέ δεν συ­νά­ντη­σα τό­ση λα­χτά­ρα, τό­σο πό­νο συ­μπυ­κνω­μέ­νο σε τό­σο λί­γες λέ­ξεις. Επί­σης, με συ­γκί­νη­σε αυ­τή η πα­ρά­ξε­νη πο­ρεία, η φω­τιά που ανά­βει ένα παι­δί στα εί­κο­σί του με τις Ισχνές αγε­λά­δες, και η φλό­γα με­τά που όλο λι­γο­στεύ­ει για να σβή­σει τε­λι­κά. Για πολ­λά χρό­νια κα­νέ­νας Γάλ­λος με­τα­φρα­στής δεν εν­δια­φε­ρό­ταν και μπό­ρε­σα να τον ανα­λά­βω εγώ. Όταν τον πρω­το­με­τέ­φρα­σα το ΄96, επι­τέ­λους, πή­ρα βρα­βείο με­τά­φρα­σης, ενώ αυ­τή η δου­λειά ήταν από τις πιο εύ­κο­λες. Αυ­τό που λέ­ει αυ­τός ο ποι­η­τής, το κα­τα­λα­βαί­νεις! Το πιο δύ­σκο­λο μα­ζί του εί­ναι να μεί­νεις πά­ντα όσο γί­νε­ται πιο απλός και σύ­ντο­μος, πράγ­μα το οποίο συ­νη­θί­ζω να κά­νω συ­στη­μα­τι­κά, ίσως υπερ­βο­λι­κά. Με τον Χρι­στια­νό­που­λο όμως η απλό­τη­τα και η συ­ντο­μία δεν ήταν πο­τέ αρ­κε­τές. Δέ­χτη­κε τη δου­λειά μου ευ­γε­νι­κά, χω­ρίς ιδιαί­τε­ρο εν­θου­σια­σμό — του­λά­χι­στον έτσι μου φά­νη­κε. Ήταν λε­πτο­λό­γος και μπο­ρεί να ενο­χλή­θη­κε από τις πα­ρεκ­κλι­σιού­λες μου. Πά­ντως, πριν τον με­τα­φρά­σω ξα­νά, σχε­δόν ολό­κλη­ρο πια, στις δι­κές μου εκ­δό­σεις, πε­ρί­με­να τον θά­να­τό του για να μην τον πλη­γώ­σω κι άλ­λο. Τον εί­χα συ­να­ντή­σει κα­να­δυό φο­ρές και εί­χα την ευ­και­ρία να θαυ­μά­σω την πε­ρί­φη­μη κα­κία του, οπό­τε τον φο­βό­μου­να κιό­λας.

O Michel Volkovitch (Μι­σέλ Βολ­κο­βίς) γεν­νή­θη­κε το 1947 στο Πα­ρί­σι. Σπού­δα­σε γαλ­λι­κή και αγ­γλι­κή φι­λο­λο­γία. Πρώ­ην κα­θη­γη­τής αγ­γλι­κών σε λύ­κειο, δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνι­κή με­τά­φρα­ση στη σχο­λή ETL του Πα­ρι­σιού. Έχει με­τα­φρά­σει 50 πε­ζο­γρά­φους (Χει­μω­νά, Τα­χτσή, Χα­τζή, Κου­μα­ντα­ρέα, Ιω­άν­νου, Χάκ­κα, Μίσ­σιο, Κα­ρυ­στιά­νη, Ζα­τέ­λη και νε­ό­τε­ρους), 40 θε­α­τρι­κά έρ­γα (Μ. Ανα­γνω­στά­κη, Κα­λο­γε­ρο­πού­λου, Δη­μη­τριά­δη, Μαυ­ρι­τσά­κη...), 200 ποι­η­τές (Σο­λω­μό, Κα­βά­φη, Κα­ρυω­τά­κη, Σε­φέ­ρη, Σα­χτού­ρη, Δη­μου­λά, Πα­πα­δί­τσα, Σι­νό­που­λο, Πα­τρί­κιο, Κα­ρού­ζο και νε­ό­τε­ρους πολ­λούς), κα­θώς και δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια και ρε­μπέ­τι­κα. Δη­μο­σί­ευ­σε μια αν­θο­λο­γία της σύγ­χρο­νης ελ­λη­νι­κής ποί­η­σης στις εκ­δό­σεις Gallimard. Έλα­βε εφτά μετ­φρα­στι­κά βρα­βεία. Εκ­δί­δει ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία σε με­τά­φρα­ση στις εκ­δό­σεις Le miel des anges που ίδρυ­σε το 2013. Έχει δη­μο­σεύ­σει οχτώ βι­βλία δι­κά του. www.​vol​kovi​tch.​com, www.​lem​ield​esan​ges.​fr

Nuit, offre-moi un corps

Nuit, offre-moi un corps,
que ce soir aussi j’apaise mon exaltation,
que ce soir aussi je tue ma détresse,
je n’en peux plus de ces trajets,
de ce tourment sur les traces d’étrangers.

Nuit, offre-moi un corps,
je ne regarde pas si la poitrine est belle,
si les bras sont rompus au travail,
et peu m’importe la couleur des yeux,
le nom, la profession et l’âge.

Nuit, offre-moi un corps,
pour une demi-heure seulement,
pour dix minutes ; je te promets d’abord mon corps,
je te promets mon avenir,
je te promets quelque chose de plus : mon âme —

offre-moi un corps.


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: