Η μετάφραση ως ποιητική χειρονομία / Η ποίηση ως μετάφραση

Η Μάτση Χατζηλαζάρου (φωτ. Αρχείο ΕΡΤ)
Η Μάτση Χατζηλαζάρου (φωτ. Αρχείο ΕΡΤ)
Μεταφράζοντας τον εαυτό: Μάτση Χατζηλαζάρου



μο­νά­χα εσύ υπάρ­χεις στον οποίο θέ­λω να δι­η­γιέ­μαι ατε­λεύ­τη­τα τον εαυ­τό μου
[...]
όλα τα συ που επι­κα­λού­μαι ή όλα τα συ με τα οποία συ­ζη­τάω
[…]
πε­ρι­δέ­ραιο από συ τ’ αγ­γί­ζω χά­ντρα χά­ντρα
υπάρ­χουν και με­ρι­κά συ που εί­ναι πο­λύ ει­δι­κά εγώ

( Μ.Χ., «Ο Πού­μας. Ήταν κι η στέ­ρη­ση σύ­ντρο­φος» )



Η Μά­τση Χα­τζη­λα­ζά­ρου (1914 - 1987), υπήρ­ξε με­τα­ξύ των νέ­ων της Ελ­λά­δας, καλ­λι­τε­χνών και επι­στη­μό­νων που επι­λέ­χθη­καν για να τα­ξι­δέ­ψουν στο Πα­ρί­σι με το θρυ­λι­κό Μα­τα­ρόα, αμέ­σως με­τά τον πό­λε­μο. Η «με­γα­λύ­τε­ρη Ελ­λη­νί­δα ποι­ή­τρια» κα­τά τον Αν­δρέα Εμπει­ρί­κο στη συ­στα­τι­κή επι­στο­λή που της δί­νει υπό­ψιν της επι­τρο­πής του Γαλ­λι­κού Ιν­στι­τού­του, έχει μό­λις εκ­δώ­σει εκεί­νη την επο­χή μια μό­νο ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή, το Μά­ης, Ιού­νης και Νο­έμ­βρης (1944), η οποία όμως σπερ­μα­τι­κά εμπε­ριέ­χει το στίγ­μα που ορί­ζει ολό­κλη­ρη την ποί­η­σή της: Ποί­η­ση λα­μπε­ρή όσο και απε­γνω­σμέ­νη, γνή­σια «Ελ­λη­νι­κή», σχε­δόν διο­νυ­σια­κή, με την έν­νοια εκεί­νη που συν­δέ­ει αξε­διά­λυ­τα το φως και το σκο­τά­δι ως συ­στα­τι­κά στοι­χεία της ύπαρ­ξης. Στην αγω­νία της απου­σί­ας, της φθο­ράς και της στει­ρό­τη­τας που την κα­τα­τρέ­χει, η Μά­τση απα­ντά μ’ ένα «απε­γνω­σμέ­νο κέ­φι», όπως λέ­ει ο Χα­τζι­δά­κις: «Φέρ­τε μου να γεν­νή­σω όλα τα μω­ρά της πλά­σης, δώ­στε να πε­θά­νω όλους τους θα­νά­τους»· με μια ζω­τι­κή ορ­μή που την εκτο­ξεύ­ει πέ­ρα από τη δί­νη της ιστο­ρί­ας – κά­τι που δεν την εμπο­δί­ζει να ξα­να­βρί­σκει πά­ντα μια στά­ση ανα­στο­χα­στι­κή, με το ποι­η­τι­κό εγώ ν’ αντα­να­κλά­ται στη θέα του ορί­ζο­ντα: «πέ­ρα βέ­βαια η θά­λασ­σα έχει μια απα­λή τρα­γι­κό­τη­τα».
Φεύ­γο­ντας έχει πο­λύ έντο­να στις απο­σκευ­ές της την Ελ­λά­δα, που εί­ναι η Ελ­λά­δα της στέ­ρη­σης και της Κα­το­χής αλ­λά και των ποι­η­τών και του ρε­μπέ­τι­κου, του αστρα­φτε­ρού φω­τός και της σκιάς, της απέ­ριτ­της σχέ­σης του αν­θρώ­πι­νου με το φυ­σι­κό στοι­χείο. Όταν τη ρω­τούν για τον λό­γο που επι­θυ­μεί να πά­ει στο Πα­ρί­σι, απα­ντά: «Για ν’ αγ­γί­ξω έναν Πι­κα­σό και έναν Μα­τίς με το χέ­ρι μου. Να μην τους βλέ­πω en reproduction».[1] Στην έν­στα­ση που προ­βάλ­λουν «ξέ­ρε­τε η Ελ­λάς τώ­ρα με­τά τον πό­λε­μο έχει ανά­γκη από γε­ω­πό­νους, από μη­χα­νι­κούς, από αρ­χι­τέ­κτο­νες» απα­ντά «ναι, αλ­λά νο­μί­ζω ότι έχει ανά­γκη κι από ορι­σμέ­νους αν­θρώ­πους ή ποι­η­τές ή αν­θρώ­πους της τέ­χνης να πά­νε να δουν και πα­ρα­ό­ξω».[2]

Κα­τά την πε­ρί­φη­μη ρή­ση του Όσκαρ Oυάιλντ, «όλη η τέ­χνη εί­ναι εντε­λώς άχρη­στη. Η μό­νη δι­καιο­λο­γία για να κά­νει κα­νείς ένα άχρη­στο πράγ­μα εί­ναι να το θαυ­μά­ζει απε­ριό­ρι­στα». Η Μά­τση θαυ­μά­ζει απε­ριό­ρι­στα την τέ­χνη και τους καλ­λι­τέ­χνες κι αυ­τό την φέρ­νει στο Πα­ρί­σι. Εμ­βυ­θί­ζε­ται σ’ αυ­τό τον θαυ­μα­σμό, στην εξε­ρεύ­νη­ση της αλή­θειας του κό­σμου μέ­σα από την τέ­χνη, που εί­ναι ταυ­τό­χρο­να η δι­κή της αλή­θεια – ό,τι κά­νει τον τρό­πο της, όπως λέ­ει ο Εμπει­ρί­κος, «εντε­λώς προ­σω­πι­κό, απο­λύ­τως πρω­τό­τυ­πο και πα­ρά­φο­ρο»[3]– και δεν εί­ναι τυ­χαίο ότι στο Πα­ρί­σι ερω­τεύ­ε­ται έναν καλ­λι­τέ­χνη, τον ζω­γρά­φο και χα­ρά­κτη Χα­βιέ Βι­λα­τό, που τυ­χαί­νει μά­λι­στα ανη­ψιός του Πι­κά­σο. Εκεί­νος τη ει­σά­γει στον κό­σμο των κο­ρυ­φαί­ων μο­ντερ­νι­στών ζω­γρά­φων, του Πι­κά­σο και του Μα­τίς, και με δι­κά του χα­ρα­κτι­κά θα κυ­κλο­φο­ρή­σει την πρώ­τη γαλ­λι­κή συλ­λο­γή της το 1949, Cinq fois[4], την οποία του αφιε­ρώ­νει.
Στο Πα­ρί­σι «γρά­φει και τυ­πώ­νει σχε­δόν όλα γαλ­λι­κά»[5]. Η με­τά­φρα­ση όμως δια­σχί­ζει τη ζωή της ως το τέ­λος, δεν την εγκα­τα­λεί­πει πο­τέ. Με­τα­φρά­ζει στα γαλ­λι­κά έρ­γα απ’ όλες τις πε­ριό­δους της ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τεί­ας, από αρ­χαί­ους συγ­γρα­φείς και δη­μο­τι­κή ποί­η­ση έως νε­ο­έλ­λη­νες, σύγ­χρο­νούς της ποι­η­τές από τον Καβ­βα­δία ως τον Ανα­γνω­στά­κη, ενώ επε­ξερ­γά­ζε­ται την ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση και Γάλ­λων συγ­γρα­φέ­ων δια­φο­ρε­τι­κών στυλ και πε­ριό­δων, από τον Σα­το­μπριάν ως τον Πωλ Ελυάρ. Ταυ­τό­χρο­να, δεν παύ­ει να αυ­τό-με­τα­φρά­ζε­ται.

Για­τί άρα­γε ένας ποι­η­τής ή μια ποι­ή­τρια με­τα­φρά­ζει τον εαυ­τό του / της;
Πώς σχε­τί­ζε­ται η με­τά­φρα­ση με την υπέρ­βα­ση όχι μό­νο των πο­λι­τι­σμι­κών αλ­λά κυ­ρί­ως των ψυ­χι­κών ορί­ων; Κι εντέ­λει με τη διεκ­δί­κη­ση μιας ζω­ής γό­νι­μης και ανοι­χτής, υπε­ρά­νω συ­νό­ρων;

Javier Vilato (1921-2000). Πορ­τρέ­το της ποι­ή­τριας Μά­τσης Χα­τζη­λα­ζά­ρου (1948-1956). Λά­δι σε καμ­βά, 92 x 73 εκ. Αθή­να, Εθνι­κή Πι­να­κο­θή­κη (Δω­ρεά του καλ­λι­τέ­χνη)

Ας ξε­κι­νή­σου­με από ένα πορ­τρέ­το της Μά­τσης από τον Βι­λα­τό, που βρί­σκε­ται σή­με­ρα στην Εθνι­κή Πι­να­κο­θή­κη (δω­ρεά του καλ­λι­τέ­χνη). Ιδιαί­τε­ρη εντύ­πω­ση προ­κα­λεί εδώ η χρή­ση του μωβ,[6] ει­δι­κά στο πρό­σω­πο της ποι­ή­τριας: το μωβ, ένα πα­ρα­δο­σια­κό σύμ­βο­λο δύ­να­μης, που φέ­ρει και φε­μι­νι­στι­κές συν­δη­λώ­σεις, απο­δί­δει τον δυ­να­μι­σμό και το κύ­ρος της ελεύ­θε­ρης γυ­ναί­κας. Εί­ναι ένα χρώ­μα που η Μά­τση αγα­πά και το οι­κειο­ποιεί­ται. Μωβ φο­ρά­ει και στη ται­νία της Φρί­ντας Λιάπ­πα τρία χρό­νια πριν τον θά­να­τό της, ένα χρώ­μα που συμ­βο­λί­ζει ίσως την αγέ­ρα­στη πά­ντα επι­θυ­μία για μια ζωή ελεύ­θε­ρη, αφο­σιω­μέ­νη στην ποί­η­ση.
Η ίδια επι­θυ­μία ελευ­θε­ρί­ας, επι­θυ­μία ν’ απαλ­λα­γεί από το «μά­τι», το βλέμ­μα των άλ­λων και τις πο­λι­τι­σμι­κές επι­τα­γές των γυ­ναι­κεί­ων ρό­λων (σύ­ζυ­γος και μη­τέ­ρα) στον αντί­πο­δα αυ­τού που πραγ­μα­τι­κά εί­ναι (ερω­τι­κή σύ­ντρο­φος και δη­μιουρ­γός) δια­περ­νά ολό­κλη­ρο το Cinq fois, απ’ όπου προ­έρ­χε­ται το ποί­η­μα στο τε­τρά­διο που κρα­τά η μορ­φή του πί­να­κα, το πρώ­το της συλ­λο­γής. Ο τί­τλος του ποι­ή­μα­τος και οι δια­στά­σεις του πορ­τρέ­του ταυ­τί­ζο­νται: «Πορ­τρέ­το 92 εκ. Χ 73 εκ.». Ίσως για­τί το ποί­η­μα όπως και τα υπό­λοι­πα τέσ­σε­ρα της συλ­λο­γής, γεν­νή­θη­κε ακρι­βώς αυ­τές τις ώρες που πό­ζα­ρε η ποι­ή­τρια για τον ζω­γρά­φο, συν­θέ­το­ντας πέ­ντε ξε­χω­ρι­στές στιγ­μές ενός θε­α­τρι­κού μο­νο­λό­γου με πολ­λα­πλές απευ­θύν­σεις. Η φόρ­μα αυ­τή ενέ­πνευ­σε την πα­ρά­στα­ση που αφιέ­ρω­σα στη Μά­τση το 2012[7] με αφε­τη­ρία τα ποι­ή­μα­τα του Cinq fois, την Αντί­στρο­φη αφιέ­ρω­ση και επι­στο­λές της στον Εμπει­ρί­κο της ίδιας πε­ριό­δου (1946-1947).

ναι στα­θεί­τε
έρ­χο­μαι αμέ­σως
άρα­γε πή­ρα το κλει­δί μου την ταυ­τό­τη­τά μου
και το μά­τι μου το λα­μπε­ρό για τις μέ­ρες της βρο­χής

Η βιά­ση της ανα­χώ­ρη­σης κα­θο­δη­γεί τις λέ­ξεις, βιά­ζο­νται να φτά­σουν στην ου­σία, να σπά­σουν τη βα­σα­νι­στι­κή αυ­το­α­νά­λυ­ση, την τυ­ραν­νία της λο­γο­κρα­τού­με­νης σκέ­ψης.

Μα δεν τον χω­νεύω πια τού­τον
τον κρυ­πτο­δια­νο­ού­με­νο κρυ­πτο­ε­γκε­φα­λι­κό
της ψευ­το­α­πο­κά­λυ­ψης
εγώ θέ­λω να ’μαι κα­ρέ­κλα
και κα­μη­λο­πάρ­δα­λις και φω­νή που­λιού
και πα­ρά­θυ­ρο τζά­μι κά­σα και ό,τι άλ­λο
θέ­λω να ’μαι το πορ­τραί­το
που μου έκα­νες,[8] γρά­φει.

Άλ­λο­τε η φω­νή που μι­λά απευ­θύ­νε­ται στο εσύ, άλ­λο­τε στο εσείς.

Μό­νι­μος προ­ο­ρι­σμός όμως μοιά­ζει να πα­ρα­μέ­νει ένας «τό­πος θα­λασ­σι­νός». Μπο­ρεί πε­ρι­στα­σια­κά να τον εγκα­τα­λεί­πει, αλ­λά πά­λι σ’ αυ­τόν επι­στρέ­φει.

μα εσείς κουρ­τι­νά­κια
με σχέ­δια λιο­ντα­ριών
με­τα­ποι­ή­σα­τε τ’ αντι­κρυ­νά πα­ρά­θυ­ρα
που γί­να­νε
προ­φη­τι­κά και ου­ρά­νια
παί­ξα­τε και πε­ρι­γε­λά­σα­τε
τα δά­χτυ­λα των πο­διών μου
με απλό­τη­τα
σαν να πα­ρα­βγαί­να­τε μα­ζί τους
κουρ­τι­νά­κια
εί­στε άρα­γε τό­σο αλή­θεια
για­τί εγώ
βρί­σκου­μαι αλ­λού τώ­ρα
σε τό­πο θα­λασ­σι­νό[9]

Σε μια κα­το­πι­νή συλ­λο­γή, το Εκεί-πέ­ρα εδώ, το δη­λώ­νει ρη­τά: «Ακό­μα κι αν τ’ αρ­νη­θώ εκα­τό φο­ρές / η ρα­χο­κοκ­κα­λιά της ζω­ής μου ακου­μπά­ει στον τό­πο μου».[10] Το αρ­νεί­ται αλ­λά και το ομο­λο­γεί, κι αυ­τή εί­ναι μια αδιάλ­λει­πτη δια­δι­κα­σία χω­ρίς τέ­λος, με το «Εδώ» (και όλες του τις –στε­ρη­τι­κές– συν­δη­λώ­σεις) να επι­κρα­τεί εντέ­λει.

Στο αρ­χι­κά γραμ­μέ­νο στα γαλ­λι­κά, αδη­μο­σί­ευ­το Là-bas ici / Εκεί-πέ­ρα εδώ που εντάσ­σει το 1979 στη συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση των ποι­η­μά­των της,[11] και ανα­δη­μο­σιεύ­ε­ται στα Άπα­ντα του Ίκα­ρου (1989), το «εκεί» και το «εδώ» μοιά­ζουν πα­ρα­πλα­νη­τι­κά εναλ­λά­ξι­μα. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δεν εί­ναι. Το «εδώ» ―εί­τε στην Ελ­λά­δα εί­τε στη Γαλ­λία― εί­ναι ένα ου-το­πι­κό ση­μείο όπου η πα­ρου­σία και η απου­σία συ­ναρ­τώ­νται, σαν τις δύο «πλευ­ρές της λέ­ξης»: «Όχι απλώς τα αντί­θε­τα αλ­λά εκεί­νο που τις συ­νι­στά, όπως το σώ­μα και η σκιά του», κα­τά την έκ­φρα­ση του ο Θα­νά­ση Χα­τζό­που­λου με αφορ­μή την με­τά­φρα­ση του Υβ Μπον­φουά.[12]

Απο­κα­λυ­πτι­κό για τη θε­ρα­πευ­τι­κή δύ­να­μη της γρα­φής και της με­τά­φρα­σης εί­ναι το ποί­η­μα της συλ­λο­γής «Ο Πού­μας. Ήταν κι η στέ­ρη­ση σύ­ντρο­φος».[13] Η απελ­πι­σία του κά­τι­σχνου Πού­μα, «σαν πε­ρι­φέ­ρε­ται ακα­τά­παυ­στα μες το κλου­βί του και ρου­θου­νί­ζει από πά­νω ως κά­τω κα­θέ­να απ’ τα κά­γκε­λά του (…)»,[14] απο­δί­δει σπα­ρα­κτι­κά τον τρό­πο που λει­τουρ­γούν οι λέ­ξεις, το μό­νο ση­μείο όπου η σκιά ξα­να­συ­να­ντά το σώ­μα. Αν και το γρά­φει ρη­τά: «εγώ που ακούω τη φω­νή σου εδώ στην Ελ­λά­δα»,[15] αυ­τή η ακα­τά­παυ­στη απελ­πι­σμέ­νη με­τα­φο­ρά πά­νω κά­τω μέ­σα σ’ ένα κλου­βί που τα κά­γκε­λά του πρέ­πει να σπά­σουν – μοιά­ζει σαν τε­λε­τουρ­γι­κό επί­κλη­σης του εσύ «εδώ», μέ­σω της γρα­φής, που κα­ταρ­γεί τό­πο και χρό­νο: «από δω στην Αθή­να εί­σαι απελ­πι­στι­κά πα­ρών μες τους δρό­μους του Πα­ρι­σιού».[16]

Το « εδώ» εί­ναι, λοι­πόν, ο τό­πος της στέ­ρη­σης αλ­λά και της πλή­ρω­σής της. Αμ­φί­ση­μο και αμ­φί­δρο­μο, εί­ναι και «εκεί» και «εδώ» ταυ­τό­χρο­να: για­τί και «εκεί» και «εδώ» «ορ­θώ­νε­ται ένας τοί­χος από λό­για». Αυ­τόν ζη­τά το ποί­η­μα να γκρε­μί­σει. Και γι’ αυ­τό γρά­φε­ται απευ­θεί­ας στα γαλ­λι­κά. Όπως πα­ρα­τη­ρεί η Άντεια Φραν­τζή, με την επι­λο­γή της χρή­σης της γαλ­λι­κής γλώσ­σας, «η Μά­τση Χα­τζη­λα­ζά­ρου υπο­δη­λώ­νει κα­ταρ­χήν μια πρό­θε­ση να επι­κοι­νω­νή­σει. Ωστό­σο, το έρ­γο της δεν απευ­θύ­νε­ται μό­νο γε­νι­κά αλ­λά αφιε­ρώ­νε­ται ει­δι­κά· οι νέ­οι κοι­νω­νι­κοί και συ­ναι­σθη­μα­τι­κοί της όροι κα­θο­ρί­ζουν τη με­τα­φο­ρά της σε ένα άλ­λο γλωσ­σι­κό ιδί­ω­μα. Αλ­λά και η σχέ­ση της με τη γλώσ­σα (…) εί­ναι μια σχέ­ση με τη γλώσ­σα / πη­λό: πλα­στι­κή· μια σχέ­ση με τη χρω­μα­τι­κή ποιό­τη­τα της γλώσ­σας: ει­κα­στι­κή· μια σχέ­ση με την ηχη­τι­κή δια­βάθ­μι­ση της γλώσ­σας: μου­σι­κή».[17]

Η με­τά­φρα­ση του «Πού­μα» στα ελ­λη­νι­κά αρ­κε­τά χρό­νια με­τά, μοιά­ζει να δια­στέλ­λει αυ­τές τις ιδιό­τη­τες: την πλα­στι­κό­τη­τα, την ει­κα­στι­κό­τη­τα, τη μου­σι­κό­τη­τα. Η με­τά­φρα­ση απο­δε­σμεύ­ει εντε­λώς το ποί­η­μα από το πραγ­μα­τι­κό, θε­ρα­πεύ­ει με τις ελ­λη­νι­κές λέ­ξεις τα «λό­για» που εξα­κο­λου­θούν να ρα­πί­ζουν τη μνή­μη, κα­τευ­νά­ζει τον χρό­νο μ’ ένα και­νού­ριο πο­λι­τι­σμι­κό ντύ­μα, ένα και­νού­ριο προ­σω­πείο... Χά­ρη στη με­τά­φρα­ση, η ποι­ή­τρια ψη­λα­φί­ζει το βί­ω­μα από την αρ­χή. Κι εξε­ρευ­νά ακό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο «τη σχέ­ση με τη γλώσ­σα/παι­χνί­δι: δο­κι­μή και δο­κι­μα­σία, όπως σχε­δόν μό­νο στα παι­διά»,[18] που υπο­γραμ­μί­ζει η Φραν­τζή. Το παι­χνί­δι κα­ταρ­γεί τα σύ­νο­ρα πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και φα­ντα­σί­ας με τον τρό­πο που το κά­νει το θέ­α­τρο. Έντο­να δρα­μα­τι­κό, το ποί­η­μα έχει μια με­τα­μορ­φω­τι­κή δύ­να­μη επει­δή απευ­θύ­νε­ται. Στην αρ­χι­κή του γρα­φή απευ­θυ­νό­ταν νοη­τά σ’ εκεί­νον που το ενέ­πνευ­σε: οι λέ­ξεις στό­χευαν σε μια με­τα­στρο­φή του πραγ­μα­τι­κού. Στην με­τά­φρα­ση, όμως, απευ­θύ­νε­ται ου­σια­στι­κά στον εαυ­τό: οι λέ­ξεις στο­χεύ­ουν σε μια πραγ­μά­τω­ση της ύπαρ­ξης, για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σω εδώ την αρ­χε­τυ­πι­κή έν­νοια του «εαυ­τού»: μια ασυ­νεί­δη­τη δύ­να­μη κα­τά τον Γιουνγκ, που σχε­τί­ζε­ται με την ανα­ζή­τη­ση της πλη­ρό­τη­τας.[19]

Την αγά­πη για το παι­χνί­δι[20] και τον πει­ρα­μα­τι­σμό με τις πολ­λα­πλές εκ­δο­χές του εαυ­τού ανα­δει­κνύ­ει επί­σης η ενιαία τρί­γλωσ­ση έκ­δο­ση της συλ­λο­γής 7χ3. Εφτά γρα­πτά στα ελ­λη­νι­κά - Sept textes en français - Seven writings in English που εκ­δί­δει στο 1984 (Κεί­με­να, Αθή­να). Εδώ το παι­χνί­δι εντάσ­σε­ται στην εκ­δο­τι­κή χει­ρο­νο­μία μέ­σω των αλ­λε­πάλ­λη­λων με­τα­φρά­σε­ων που προ­σφέ­ρο­νται στον ανα­γνώ­στη. «Δεν το έκα­να επί­τη­δες» όπως λέ­ει χα­ρι­τω­μέ­να στον Φί­λιπ­πο Βλά­χο: «ήμουν τρί­γλωσ­ση όλη μου τη ζωή».[21]
Τη σύ­ντη­ξη των εκ­δο­χών του εαυ­τού ανα­ζη­τά, επί­σης, η ποι­ή­τρια στον διά­λο­γο των λέ­ξε­ων με τη γλώσ­σα των ει­κό­νων. Της αρέ­σει να εναλ­λάσ­σει την από­λαυ­ση του βλέμ­μα­τος με την ποι­η­τι­κή εμπει­ρία: εί­ναι ένας ακό­μη τρό­πος να «κα­τε­βά­ζει» την ποί­η­ση στο σώ­μα, να την ελευ­θε­ρώ­νει από τον «κρυ­πτο­δια­νο­ού­με­νο κρυ­πτο­ε­γκε­φα­λι­σμό» της. Έχει εν­δια­φέ­ρον να ση­μειώ­σου­με τη συ­νερ­γα­σία της με τον Guy Levis Mano, ήδη από την πρώ­τη πε­ρί­ο­δο στη «νέα» της πα­τρί­δα, τον εκ­δό­τη των σου­ρε­α­λι­στών.
Στις πε­ρί­φη­μες εκ­δό­σεις του Guy Levis Mano, το βι­βλίο γί­νε­ται καλ­λι­τε­χνι­κό αντι­κεί­με­νο που αγκα­λιά­ζει σε από­λυ­τη ισορ­ρο­πία κεί­με­νο και ει­κό­να με την ποί­η­ση να οδη­γεί το ξε­δί­πλω­μα της αφή­γη­σης. Η διά­σχι­ση των ορί­ων και των ει­δών που προ­βάλ­λουν οι σουρ­ρε­α­λι­στές στη γρα­φή ή αλ­λιώς, «το πέ­ρα­σμα από την ποί­η­ση των πραγ­μά­των στην ποί­η­ση / πράγ­μα»,[22] όπως το δια­τυ­πώ­νει η Άντεια Φραν­τζή, προ­ε­κτεί­νε­ται στον ει­κα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα της ίδιας της έκ­δο­σης. Διά­ση­μο εί­ναι το πα­ρά­δειγ­μα της συλ­λο­γής Εύ­κο­λο του Paul Eluard με φω­το­γρα­φί­ες του Man Ray. Στο εξώ­φυλ­λο της ελ­λη­νι­κής έκ­δο­σης που κυ­κλο­φό­ρη­σε από το Τυ­πο­γρα­φείο Κεί­με­να το 1987 σε φω­το­γρα­φι­κή ανα­πα­ρα­γω­γή της γαλ­λι­κής του 1935, στα ονό­μα­τα των δη­μιουρ­γών προ­στί­θε­ται και το όνο­μα της με­τα­φρά­στριας. Δυ­στυ­χώς, εί­χε με­σο­λα­βή­σει μό­λις λί­γους μή­νες πριν ο θά­να­τός της.

Αντί­στοι­χα, πα­ντρεύ­ει λό­γο και ει­κό­να το Cinq fois που επί­σης εί­χε σχε­διά­σει ο Guy Levis Mano υλο­ποιώ­ντας την αρ­χι­κή επι­θυ­μία της Μά­τσης να σμί­ξει τις γλώσ­σες της ζω­γρα­φι­κής και της ποί­η­σης σ’ ένα βι­βλίο που αντα­να­κλά τη χα­ρά, τον έρω­τα, την εκ­πλή­ρω­ση. «Ετού­τος εί­ναι ο τό­πος της ζω­γρα­φι­κής, ετού­τος εί­ναι ο τό­πος της ποί­η­σης», έγρα­φε την άνοι­ξη του 1946 με­τά την εγκα­τά­στα­σή της στο Πα­ρί­σι.[23] Κι αν πιο κά­τω ομο­λο­γού­σε «Μα εμέ­να με κυ­νη­γά­ει ο τό­πος μου / εμέ­να που δεν ξέ­ρω ν΄ αγκα­λιά­σω / με κυ­νη­γά­ει το παι­δί / εκεί­νο που θα ’πρε­πε να ’χα γεν­νή­σει»,[24] το πέν­θος του αγέν­νη­του παι­διού δί­νει τη θέ­ση του στη γο­νι­μο­ποι­η­τι­κή δύ­να­μη της δη­μιουρ­γί­ας. Αυ­τή η πρώ­τη πε­ρί­ο­δος του και­νού­ριου έρω­τα με το Πα­ρί­σι που εξο­μο­λο­γεί­ται σ’ εκεί­νον που αφή­νει πί­σω,[25] τη στιγ­μή ακρι­βώς της με­τά­βα­σης από τον έναν τό­πο στον άλ­λο, εί­ναι πο­λύ πυ­κνή σε ση­μα­σί­ες για τον τρό­πο που στέ­κε­ται, μοι­ρά­ζε­ται, δι­χά­ζε­ται αλ­λά και ωρι­μά­ζει ως ποι­ή­τρια ανά­με­σα τους.
Αυ­τή η στιγ­μή εί­ναι το Cinq fois: οι λέ­ξεις με­τε­ω­ρί­ζο­νται ανά­με­σα στην πα­λιά και την και­νού­ρια ζωή, το γαλ­λι­κό και το ελ­λη­νι­κό στοι­χείο· συ­νέ­νο­χες στην προ­σπά­θειά της να δρα­πε­τεύ­σει από τα «κο­μπιά­σμα­τα του εγώ» και να ανέ­βει άφο­βα στη βάρ­κα του πα­ρό­ντος. Πα­λιν­δρο­μεί, παί­ζει σ’ ένα έρ­γο που ζω­ντα­νεύ­ει όλες τις φω­νές του εαυ­τού αλ­λά επι­κρα­τεί η φω­νή του τώ­ρα κι αυ­τή την ελευ­θε­ρώ­νει. Το ΕΓΩ μα­γεύ­ει τον Ήλιο κι όλα μπο­ρούν να αρ­χί­σουν απ’ την αρ­χή.

ΕΓΩ ήλιε κυα­νο­χαί­τη
ΜΑ­ΓΙΑ θα σου κά­νω με μια επω­δό
δεν θα μπο­ρείς πια να κρα­τή­σεις τα πέ­δι­λά μου πά­νω
στη λιω­μέ­νη άσφαλ­το απο­τύ­πω­μα κά­θε φυ­γής
μά­θε τώ­ρα στην ενή­λι­κη πώς γρά­φε­ται ένας πλα­νή­της
που κα­τα­στρέ­φει τα συ­στή­μα­τα πρέ­πει η
λέ­ξη εγώ να ’ναι ένα έντο­μο μες τον πευ­κώ­να πρέ­πει εγώ να ’μαι ένα χα­μό­γε­λο μες την πα­λά­μη του Javier πρέ­πει
να μη με φω­νά­ζουν
πια Μά­τση να με φω­νά­ζουν ΜΑ­ΓΑ­ΠΑΣ να ’μαι μια ωραία βάρ­κα και τ’ όνο­μά μου ολο­κά­θα­ρα ζω­γρα­φι­σμέ­νο ΜΑ­ΓΑ­ΠΑΣ ΜΑ­ΓΑ­ΠΑΣ
πά­με να γε­λά­σου­με ως τον εγω­κε­ντρι­κό­τε­ρο αφα­λό όμως
ας ανοί­ξου­με δρό­μο μες τον συ­νω­στι­σμό των τρια­ντα­φυλ­λέ­νιων γυα­λιών
που αφή­νου­νε τα λέ­πια του ήλιου μες το λι­μά­νι φύ­σα τρα­μου­ντά­να
στρώ­σε τα κύ­μα­τα με νέ­ους γλά­ρους σβή­σε το
πρό­σω­πό μου και ξα­ναρ­χί­ζου­με


Η ίδια πε­ρί­ο­δος κλεί­νε­ται όμως, πα­ρα­δό­ξως, μ’ έναν τρό­πο ου­ρο­βό­ρου φι­διού και στην Αντί­στρο­φη αφιέ­ρω­ση, το κύ­κνειο άσμα της: το τέ­λος βρί­σκε­ται στην αρ­χή της και αντι­στρό­φως κι αυ­τή η συ­νά­ντη­ση των δύο στιγ­μών πα­ρα­πέ­μπει, όπως το σύμ­βο­λο του ου­ρο­βό­ρου όφι, στην κυ­κλι­κό­τη­τα του χρό­νου, στην αιω­νιό­τη­τα, στην αυ­το-εκ­πλή­ρω­ση. Εκεί συ­νυ­πάρ­χουν η απο­δο­χή του τέ­λους αλ­λά και η νί­κη της ποί­η­σης επί του θα­νά­του, όπως συ­νυ­πάρ­χουν οι δυο αυ­τοί με­γά­λοι έρω­τες, ο Εμπει­ρί­κος και ο Βι­λα­τό, ο ποι­η­τής και ο ζω­γρά­φος, που την έχουν δια­πλά­σει, βα­θύ­νει, απε­λευ­θε­ρώ­σει, με τον ίδιο τρό­πο που την έχει δια­πλά­σει, βα­θύ­νει, απε­λευ­θε­ρώ­σει η ποί­η­ση και η ζω­γρα­φι­κή.

Ίσως γι’ αυ­τό, την πε­ρί­ο­δο που γρά­φει την Αντί­στρο­φη αφιέ­ρω­ση, τη δε­κα­ε­τία του 1980, η σκέ­ψη μιας ελ­λη­νι­κής έκ­δο­σης του Cinq fois ―που για κά­ποιο λό­γο δεν ενέ­τα­ξε στα Άπα­ντά της το 1979 πα­ρό­τι το έχει ήδη με­τα­φρά­σει, έστω απο­σπα­σμα­τι­κά―[26] την τα­λα­νί­ζει ακό­μα. Η Ελ­λά­δα έχει ανα­κτή­σει όλο τον χώ­ρο στη ζωή της. Έχει όμως μεί­νει στο Πα­ρί­σι για δύο πο­λύ με­γά­λες πε­ριό­δους: από το 1945 ως το 1958 την πρώ­τη φο­ρά και από το 1965 ως το 1973 τη δεύ­τε­ρη. Φεύ­γο­ντας ή επι­στρέ­φο­ντας από τον έναν τό­πο στον άλ­λο, ψη­λα­φί­ζει κά­θε φο­ρά εκ νέ­ου το οι­κείο ως ξέ­νο. Εκτε­θει­μέ­νη στην από­στα­ση απ’ ό,τι έχει αγα­πή­σει, προ­σπα­θεί να συμ­φι­λιω­θεί με το σα­ρω­τι­κό πέ­ρα­σμα του χρό­νου και τα «άγ­χη της ανυ­παρ­ξί­ας». Οι λέ­ξεις όμως δεν εί­ναι πια γι’ αυ­τήν υλι­κό πρω­το­γε­νές, όπως ήταν όταν έγρα­φε το Μά­ης Ιού­νης και Νο­έμ­βρης, αλ­λά δια­με­σο­λα­βη­μέ­νο από την επα­φή μ’ έναν άλ­λο πο­λι­τι­σμό και μια άλ­λη γλώσ­σα. Τα ποι­ή­μα­τα εί­ναι ο τό­πος πραγ­μά­τω­σης αυ­τής της ηδο­νι­κής αλ­λά και οδυ­νη­ρής επα­φής· μια ου­το­πι­κή κα­τοι­κία όπου η συ­νύ­παρ­ξη της νέ­ας και της πα­λιάς ζω­ής σε κοι­νό τό­πο και χρό­νο γί­νε­ται εφι­κτή. Το Δί­χως άλ­λο,[27] η τε­λευ­ταία της συλ­λο­γή εί­ναι η κι­βω­τός αυ­τής της ου­το­πί­ας. Κι­βω­τός ακρι­βή. Για­τί εδώ η Μά­τση πα­ντρεύ­ει τα, αφιε­ρω­μέ­να στον Βι­λα­τό, πρώ­τα της γαλ­λι­κά ποι­ή­μα­τα με την Αντί­στρο­φη αφιέ­ρω­ση στον Αν­δρέα Εμπει­ρί­κο.

Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, το βι­βλίο ολό­κλη­ρο εί­ναι μια αντί­στρο­φη αφιέ­ρω­ση και στους δύο αυ­τούς δη­μιουρ­γούς που την έχουν απα­θα­νά­τι­σει, ο πρώ­τος με τα μο­λύ­βια και τα πι­νέ­λα του – «Πέ­ντε» εί­ναι πι­θα­νό­τα­τα οι φο­ρές που εί­χε πο­ζά­ρει για κεί­νον για το πε­ρί­φη­μο «Πορ­τραί­το 92 Χ 73 εκ.» –, ο δεύ­τε­ρος στις σε­λί­δες των βι­βλί­ων του, και οι δύο ερ­μη­νευ­τές της που, αφού την ερ­μή­νευ­σαν, τής χά­ρι­σαν τα ερ­γα­λεία της ερ­μη­νεί­ας: «εσύ μο­λύ­βι μου, εσύ σε­λί­δα μου ερ­μη­νευ­τή μου».[28] Γι’ αυ­τό, μπο­ρεί να υπο­θέ­σει κα­νείς, με­τα­φρά­ζει και στα γαλ­λι­κά την Αντί­στρο­φη αφιέ­ρω­ση ― η οποία, ού­τως ή άλ­λως, βρί­θει γαλ­λι­κών και γαλ­λο­ποι­η­μέ­νων ελ­λη­νι­κών λέ­ξε­ων (Tu mabusses, tu moassis) ― ενώ το Cinq fois το με­τα­φρά­ζει στα ελ­λη­νι­κά. Έτσι, και τα δύο μπο­ρούν να απευ­θυν­θούν νοη­τά και στους δύο. Όχι στα πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα φυ­σι­κά, ο Εμπει­ρί­κος έχει εξάλ­λου ήδη πε­θά­νει το 1985 που γρά­φει το ποί­η­μα, αλ­λά στο δη­μιουρ­γι­κό πνεύ­μα τους που την κα­τοι­κεί.

Το Δί­χως άλ­λο εί­ναι (δί­χως άλ­λο) εί­ναι η αντα­νά­κλα­ση της ποι­ή­τριας στον κα­θρέ­φτη, η γλώσ­σα στον κα­θρέ­φτη, η δη­μιουρ­γία στον κα­θρέ­φτη, ο έρω­τας στον κα­θρέ­φτη. Και μ’ αυ­τό τον τρό­πο κα­ταρ­γεί­ται η «βα­θιά δια­φο­ρά», όπως την ονο­μά­ζει ο Στάι­νερ, ανά­με­σα «στην οντο­λο­γι­κή υπό­στα­ση της εξαρ­τη­μέ­νης και της ανε­ξάρ­τη­της φόρ­μας (εν προ­κει­μέ­νω της με­τά­φρα­σης και της ποί­η­σης)». «Το πρώ­το κεί­με­νο, κα­τά τον Στάι­νερ, -–ποί­η­μα, πί­να­κας, μου­σι­κό κομ­μά­τι– εί­ναι καρ­πός ελευ­θε­ρί­ας. Μπο­ρεί να υπάρ­ξει ή και να μην υπάρ­ξει. Η ερ­μη­νευ­τι­κο-κρι­τι­κή απά­ντη­ση σ’ αυ­τό, το ζω­ντά­νε­μά του μέ­σω της εκτέ­λε­σης, το αντί­κρυ­σμα ή η ανά­γνω­σή του, εί­ναι όροι που εξαρ­τώ­νται απ’ αυ­τήν την ελευ­θε­ρία. Ακό­μα και στο υψη­λό­τε­ρο επί­πε­δο δε­ξιο­τε­χνί­ας στην ανα­σύ­στα­ση ή την ανα­τρο­πή του, η γέ­νε­σή τους εί­ναι εξαρ­τη­μέ­νης τά­ξε­ως».[29]
Στη Χα­τζη­λα­ζά­ρου, όμως, ποί­η­ση και με­τά­φρα­ση γί­νο­νται ένα, εί­ναι εξί­σου πρω­το­γε­νείς, εξαρ­τώ­νται η μία από την άλ­λη : Αφε­νός, η ποί­η­ση εί­ναι μια δια­δι­κα­σία αμι­γώς «με­τα­φρα­στι­κή», με την έν­νοια ότι απο­τε­λεί κλει­δί ερ­μη­νεί­ας ενός άλ­λου κό­σμου – ενός έσω, σκο­τει­νού κό­σμου που φω­τί­ζε­ται μό­νο με την από­πει­ρα έκ-φρα­σής του, με­τά-φρα­σής του, μετ-ου­σί­ω­σής του. Το έρ­γο δεν απο­τε­λεί προ­ο­ρι­σμό, εί­ναι το ίδιο μια αδιά­λει­πτη πο­ρεία προς, ένα όχη­μα ή «ένα αυ­τί» όπως ο ίδιος ο έρω­τας, «ολο­κλη­ρω­τι­κά στις επάλ­ξεις της ακο­ής»[30], κα­τά την έκ­φρα­ση της Τσβε­τά­γε­βα, άλ­λης μια ποι­ή­τριας στο με­ταίχ­μιο δια­φο­ρε­τι­κών γλωσ­σών και πο­λι­τι­σμών, που με­τά­φρα­ζε επί­σης αδιαλ­λεί­πτως: «Αυ­τό που κα­τευ­θύ­νει εί­ναι μια ακου­στι­κή οδός προς τον στί­χο: ακούω μια μου­σι­κή, δεν ακούω τις λέ­ξεις. Τις λέ­ξεις τις ψά­χνω.»[31] Δεν θα έλε­γα, λοι­πόν, ακρι­βώς «μια πα­τρί­δα»[32]. Δεν εί­ναι πα­τρί­δα οι λέ­ξεις, αφού βρί­σκο­νται πά­ντα εν κι­νή­σει, σε μια στιγ­μή με­τά­βα­σης: δια­με­σο­λα­βούν με­τα­ξύ αο­ρά­του και ορα­τού, άυ­λου και υλι­κού, επι­τρέ­πουν ν’ αφου­γκρά­ζε­σαι κά­τι που εί­ναι ήδη εκεί αλ­λά κα­νείς δεν ακού­ει, κα­νείς δεν βλέ­πει – μό­νο ο ποι­η­τής.

Αφε­τέ­ρου, η με­τά­φρα­ση εί­ναι μια δια­δι­κα­σία ποι­η­τι­κή, όπως απο­τυ­πώ­νε­ται στη λε­ξι­πλα­στι­κή παν­δαι­σία της Αντί­στρο­φης αφιέ­ρω­σης, που οδη­γεί στην πλή­ρω­ση και την αυ­το­γνω­σία. Δεν ερ­μη­νεύ­ει, ανα­δη­μιουρ­γεί τον εαυ­τό, δεν οδη­γεί αλ­λά εί­ναι το νό­η­μα.

________________
Το κεί­με­νο αυ­τό πα­ρου­σιά­στη­κε σε Ημε­ρί­δα που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στο πλαί­σιο του Προ­γράμ­μα­τος Με­τα­πτυ­χια­κών Σπου­δών «Ελ­λη­νο­γαλ­λι­κές Σπου­δές στη Λο­γο­τε­χνία, τον Πο­λι­τι­σμό και τη Με­τά­φρα­ση» του Τμή­μα­τος Γαλ­λι­κής Φι­λο­λο­γί­ας του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Αθη­νών με τί­τλο «Γυ­ναι­κεί­ες πα­ρου­σί­ες και δια­με­σο­λά­βη­ση στον ελ­λη­νο­γαλ­λι­κό εκ­δο­τι­κό και καλ­λι­τε­χνι­κό χώ­ρο: λο­γο­τέ­χνι­δες, με­τα­φρά­στριες, εκ­δό­τριες, καλ­λι­τέ­χνι­δες», στις 6 Δε­κεμ­βρί­ου 2024. (Βι­βλιο­θή­κη Φι­λο­σο­φι­κής Σχο­λής ΕΚ­ΠΑ, Αμ­φι­θέ­α­τρο)


ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙ­ΚΕΣ ΑΝΑ­ΦΟ­ΡΕΣ

Αμπα­τζο­πού­λου, Φρα­γκί­σκη, «Μά­τση Χα­τζη­λα­ζά­ρου: Το κερ­δι­σμέ­νο ποί­η­μα»· στο: περ. Αντί, τχ. 351 (Ιού­λιος 1987), σ. 38-41. Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση στο Η γρα­φή και η βά­σα­νος. Ζη­τή­μα­τα λο­γο­τε­χνι­κής ανα­πα­ρά­στα­σης, Εκ­δό­σεις Πα­τά­κης 2000, σ. 19-30.
Αρ­σε­νί­ου, Ελι­σά­βετ, «Τα κρόσ­σια των λο­γιών: Πε­ρί ποι­η­τι­κής της Μά­τσης Χα­τζη­λα­ζά­ρου», περ. Χάρ­της, τχ. 45, Σε­πτέμ­βριος 2022.
Bonnefoy, Yves, Σε ανα­ζή­τη­ση τό­που, ποί­η­ση (Επι­λο­γή, ει­σα­γω­γή, με­τά­φρα­ση, επί­με­τρο Θα­νά­σης Χα­τζό­που­λος), Στε­ρέ­ω­μα 2023 σ. 25.
Cervone, Daniel, Pervin, Lawrence A., « Θε­ω­ρί­ες προ­σω­πι­κό­τη­τας. Έρευ­να και εφαρ­μο­γές (επιστ. επι­μέ­λεια ― πρό­λο­γος Αν­δρέ­ας Μπρού­ζος, μτφ. Αρ­χο­ντού­λα Αλε­ξαν­δρο­πού­λου, Βα­σί­λης Κο­μπο­ρό­ζος), σσ. 199-202.
Δα­νι­ήλ, Χρή­στος, Όλα δεν τα ’χω πει, Η «Αντί­στρο­φη αφιέ­ρω­ση» της Μά­τσης Χα­τζη­λα­ζά­ρου, Εκ­δό­σεις Άγρα 2022.
… Ιούς, Μα­νιούς και Aqua Marina. Μά­τση Χα­τζη­λα­ζά­ρου, Η πρώ­τη Ελ­λη­νί­δα υπερ­ρε­λί­στρια, Εκ­δό­σεις Τό­πος, 2011.
Eluard, Paul, Εύ­κο­λο, φω­το­γρα­φί­ες Man Ray, μτφ. Μά­τση Χα­τζη­λα­ζά­ρου, Τυ­πο­γρα­φείο Κεί­με­να 1985.
Κον­δυ­λά­κη, Δή­μη­τρα, «Σβή­σε το πρό­σω­πό μου και ξα­ναρ­χί­ζου­με: Ποί­η­ση με τα υλι­κά του θε­ά­τρου», περ. Χάρ­της, τχ. 45, Σε­πτέμ­βριος 2022.
Λιάπ­πα, Φρί­ντα, Γυ­ναι­κεία πορ­τρέ­τα ― Μά­τση Χα­τζη­λα­ζά­ρου, Ται­νία ντο­κι­μα­ντέρ, Αρ­χείο της ΕΡΤ, 1984.
Μεϊ­τά­νη, Ελ­πί­νί­κη, «Χα­βιέ Βι­λα­τό, Πορ­τρέ­το της ποι­ή­τριας Μά­τσης Χα­τζη­λα­ζά­ρου [1947, Λά­δι σε μου­σα­μά, 92 x 73 εκ]», 2023, στο: ertecho.gr/radio/deftero/show/istories-texnis-deytero/podcast/420948
Steiner George, Réelles présences. Les arts du sens (trad. de l’anglais par Michel R. de Pauw), Gallimard, «folio/essais» 1991.
Τσβε­τά­ε­βα Μα­ρί­να, Γράμ­μα­τα στον Ελι­κώ­να (Ει­σα­γω­γή-Με­τά­φρα­ση: Δή­μη­τρα Κον­δυ­λά­κη), Εκ­δό­σεις Νε­φέ­λη 2021.
―«Ο ποι­η­τής και η κρι­τι­κή» (Ει­σα­γω­γή-Με­τά­φρα­ση: Δή­μη­τρα Κον­δυ­λά­κη), περ. Ποί­η­ση, τχ.24, Δεκ. 2004, σ. 58-68.
Φραν­τζή Άντεια, Ερω­τι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις. Αντί­δω­ρο στη Μά­τση Χα­τζη­λα­ζά­ρου, Πο­λύ­τυ­πο 1989.
― «Μά­τση Χα­τζη­λα­ζά­ρου: Αντί­στρο­φη αφιέ­ρω­ση – Dédicace à rebours»· περ. Αντί, τχ. 351 (Ιού­λιος 1987).
Χα­τζη­λα­ζά­ρου Μά­τση, Ποι­ή­μα­τα 1945-1985, Εκ­δό­σεις Ίκα­ρος 1989.
Το δί­χως άλ­λο, Αντί­στρο­φη αφιέ­ρω­ση. Dédicace à rebours, Τυ­πο­γρα­φείο Κεί­με­να 1985.
Γράμ­μα­τα από το Πα­ρί­σι στον Αν­δρέα Εμπει­ρί­κο (1946-1947) και άλ­λα ανέκ­δο­τα ποι­ή­μα­τα και πε­ζά της ίδιας πε­ριό­δου (Ει­σα­γω­γή, υπο­μνη­μα­τι­σμός, επι­μέ­λεια: Χρή­στος Δα­νι­ήλ), Εκ­δό­σεις Άγρα 2013.
Matsie Hadjilazaros, Cinq fois, avec 6 gravures de Javier Vilató, Guy Lévis Mano, Πα­ρί­σι 1949.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: