Τον Μάρτιο του 1913 ο Εζρα Πάουντ δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο «A Few Don’ts by an Imagiste». Είμαστε σε μια κομβική περίοδο ανανέωσης των ποιητικών τρόπων, όπου γίνονται ρηξικέλευθες αλλαγές και μετατοπίσεις που σηματοδοτούν το πέρασμα από τον έμμετρο λόγο των προηγούμενων αιώνων στον ελεύθερο στίχο (vers libre). Ο Πάουντ θεωρούσε ως θεμελιώδη στοιχεία για την αρτιότητα του ελεύθερου ποιητικού στίχου, την αμεσότητα, τη μουσικότητα και την οικονομία του λόγου. Με το άρθρο του αυτό, και με άλλα που ακολούθησαν, επεδίωκε να καθοδηγήσει τους ποιητές και τις ποιήτριες που μόλις είχαν αρχίσει να δοκιμάζονται σε αυτή τη νέα ποιητική φόρμα, ούτως ώστε να αποφύγουν λάθη, όπως η χαλαρότητα, η φλυαρία, οι ποιητικοί θεατρινισμοί, ο περιγραφικός λόγος, η αδιαφορία για την ακρίβεια στην έκφραση κτλ., που ως φαίνεται συνηθίζονταν ανάμεσα στους νεοφώτιστους. Ο ίδιος αντιλαμβανόταν την κατάκτηση της ποίησης ως έναν «μακρόχρονο αγώνα» και παρότρυνε τον/την ποιητή/τρια να σκέφτεται ως «επιστήμονας» και όχι ως «διαφημιστής». Να ξεκινά, δηλαδή, την όποια ποιητική διαδρομή μαθαίνοντας και εντρυφώντας πρώτα σε εκείνο που έχει ήδη ανακαλυφθεί και «από εκείνο το σημείο και μετά» να προχωρά. Ο Πάουντ παρέδιδε τις αρχές του όχι ως «δόγματα» αλλά περισσότερο ως το «αποτέλεσμα μιας μακράς περισυλλογής», ευελπιστώντας να σώσει τη νεοαναδυόμενη ποιητική μορφή του ελεύθερου στίχου από την αμετροέπεια του εύκολου και την ημιμάθεια.
Εν έτει 2025, θα μπορούσαμε να πούμε ότι βρισκόμαστε σε ένα αντίστοιχο κομβικό σημείο, ένα είδος «αλλαγής παραδείγματος», που αφορά τον ποιητικό λόγο καθώς αφήνει τον δισδιάστατο χώρο της σελίδας για να μετασχηματιστεί από τον ίδιο τον/την ποιητή/τρια σε τρισδιάστατο διαμεσικό ζωντανό ποιητικό έργο-συμβάν. Αναφερόμαστε στη σύγχρονη επιτελεστική ποίηση (performance poetry), ένα είδος ποίησης με μακρά επώαση (αν αρχίσουμε να μετράμε από την εποχή των Ευρωπαϊκών Πρωτοποριών), που αναγνωρίστηκε ως διακριτό λογοτεχνικό είδος μόλις στις αρχές του 21ου αιώνα, κερδίζοντας το ενθουσιώδες ενδιαφέρον του κοινού από την Αμερική έως την Κίνα.
Τα τελευταία δε χρόνια έχει αρχίσει να απασχολεί και την εγχώρια λογοτεχνική και ακαδημαϊκή κοινότητα,[1] με έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό νέων ποιητών/τριών να δημιουργούν και να παράγουν έργα επιτελεστικής ποίησης – και αυτό είναι το ευκταίο. Παρόλ’ αυτά, δεν θα μπορούσε, όπως φαίνεται, να αποφευχθεί η εμφάνιση παρερμηνειών, παρεξηγήσεων, παρανοήσεων, ιδιοποίησης και κατάχρησης του όρου «επιτελεστική ποίηση». Παρατηρούνται περιπτώσεις όπου ο όρος χρησιμοποιείται λανθασμένα από άγνοια ή ελλιπή πληροφόρηση και γνώση του αντικείμενου, καθώς δεν θέλουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει σκοπιμότητα του τύπου να «παρουσιάσουμε» (ή/και να «πουλήσουμε») στα γρήγορα κάτι που μοιάζει «πρωτοποριακό» και καινούργιο, κι ας μην έχουμε κατανοήσει ακριβώς περί τίνος πρόκειται – και πώς ταιριάζει εδώ η παραίνεση του Έζρα Πάουντ «να σκεφτόμαστε ως επιστήμονες και όχι ως διαφημιστές».
Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι στη σύγχρονη μετα-μεταμοντέρνα (after-postmodernism) εποχή μας όχι μόνο δεν λειτουργεί πλέον το «everything goes» του μεταμοντέρνου αισθητικού προτάγματος, αλλά αντίθετα η οριοθέτηση αισθητικών και ποιοτικών κριτηρίων στην τέχνη και τη λογοτεχνία επανέρχεται ως αναγκαιότητα. Ειδικά στο πεδίο της επιτελεστικής ποίησης φαίνεται να περισσεύουν οι ψευδο-πειραματισμοί, ενώ συχνά ο όρος χρησιμοποιείται είτε ως συγκάλυψη αμηχανίας, είτε ως μέσο επίδειξης και ναρκισσισμού, είτε ακόμη και ως εμπορικό μηχάνευμα. Δεν είναι απαραίτητα «επιτελεστική ποίηση» κάθε δράση που σχετίζεται με την ποίηση. Πέραν τούτου, ένα ποιητικό έργο δεν είναι απαραίτητα εύστοχο ή καλό απλά και μόνο επειδή είναι επιτελεστικό ή πρωτότυπο ή σωματικό ή εννοιολογικό ή multi-media ή συνεργατικό ή διαμεσικό ή αλεατορικό ή αυτοσχεδιαστικό κ.ο.κ. Τίθεται, επομένως, φλέγον το ζήτημα της εξακρίβωσης (ότι όντως πρόκειται περί επιτελεστικής ποίησης), αλλά και της διακρίβωσης, της κριτικής αξιολόγησης του εκάστοτε έργου.
Ακολουθώντας, λοιπόν, το παράδειγμα του Πάουντ, θα δοκιμάσω να σχηματοποιήσω τι ΔΕΝ είναι η επιτελεστική ποίηση, καθώς και τι ΔΕΝ βοηθά τη διαδικασία δημιουργίας ενός επιτελεστικού ποιητικού έργου. Ο στόχος είναι, αφενός, το κοινό να μπορεί να διακρίνει, έστω αδρά, αν ένα έργο εντάσσεται ή αποκλίνει από τις προδιαγραφές της επιτελεστικής ποίησης, και αφετέρου, οι ποιητές και οι ποιήτριες, που δεν έχουν εντρυφήσει αλλά θέλουν να δοκιμαστούν στο πεδίο, να έχουν μια στοιχειώδη πυξίδα, έναν πρώτο (και ανοιχτό βεβαίως) οδηγό πλεύσης.
Ιδού, λοιπόν:
ΔΕΝ μιλάμε για επιτελεστική ποίηση όταν ο ίδιος ο ποιητής ή η ποιήτρια δεν παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως δημιουργός και επιτελεστής (performer) του έργου του/της.
ΔΕΝ νοείται επιτελεστική ποίηση χωρίς το σώμα και τη φωνή του ποιητή ή της ποιήτριας εν δράσει.
ΔΕΝ νοείται επιτελεστική ποίηση χωρίς κοινό.
ΔΕΝ είναι επιτελεστική ποίηση μια σκηνοθετημένη ποιητική παράσταση χωρίς την παρουσία του ποιητή ή της ποιήτριας, ακόμη και αν ο/η ίδια την έχει σκηνοθετήσει ή σκηνογραφήσει.
ΔΕΝ είναι επιτελεστική ποίηση όταν ένας performer χρησιμοποιεί το κείμενο ενός άλλου/ης ποιητή/τριας. (Θα μπορούσε, βέβαια, η δράση του να εντάσσεται στον ευρύτερο χώρο της τέχνης της επιτέλεσης).
ΔΕΝ είναι επιτελεστική ποίηση κάθε κινησιολογική, χορογραφική ή σωματική αποτύπωση και έκφραση του ποιητικού λόγου.
ΔΕΝ είναι επιτελεστική ποίηση ο δραματοποιημένος ή θεατροποιημένος ποιητικός λόγος. Το επιτελεστικό σώμα του ποιητή ή της ποιήτριας ΔΕΝ αναπαριστά και δεν υπερβάλλει συναισθηματικά· κινείται μεταξύ πραγματικού και συμβολικού, δρώντας αποστασιοποιημένο και αποταυτισμένο από οτιδήποτε δεν ανήκει στο ενεργό παρόν.
ΔΕΝ είναι επιτελεστική ποίηση η σκηνική ποίηση. (Η σκηνική ποίηση είναι φόρμα σύντομου ποιητικού θεατρικού έργου).
ΔΕΝ είναι επιτελεστική ποίηση ο γραπτός ποιητικός λόγος που αξιοποιεί τον χώρο της σελίδας ως τόπο. (Εν προκειμένω, μιλάμε για οπτική ή εικονοσχηματική ποίηση που ενέχει επιτελεστικά στοιχεία, αλλά ΔΕΝ είναι επιτέλεση).
ΔΕΝ είναι επιτελεστική ποίηση ένα ποιητικό αναλόγιο.
ΔΕΝ είναι επιτελεστική ποίηση μια εκφραστική ανάγνωση.
ΔΕΝ είναι επιτελεστική ποίηση η παρουσίαση ενός ποιητικού βιβλίου που ενέχει επιτελεστικά στοιχεία.
ΔΕΝ είναι επιτελεστική ποίηση η συνανάδυση καλλιτεχνικών πρακτικών χωρίς ουσιαστική αλληλεπίδραση μεταξύ τους (όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της απλής συνοδείας ενός ποιήματος με μουσική). Ας έχουμε κατά νου ότι το κάθε στοιχείο που θα επιλέξει ο ποιητής ή η ποιήτρια ΔΕΝ περιγράφει το ποίημα, αλλά δημιουργεί νέους νοηματικούς κόμβους, συντελώντας στη συνολική επιτέλεση.
ΔΕΝ είναι επιτελεστική ποίηση η μελοποιημένη ποίηση, ακόμη και όταν ο ίδιος ο ποιητής μελοποιεί και ερμηνεύει – κι αυτό το εκλαμβάνουμε ως μια συμβατική παραδοχή. Δεν σημαίνει βέβαια ότι ένα έργο επιτελεστικής ποίησης δεν θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει μια τέτοια δράση, αλλά ως μέρος και όχι ως όλον.
ΔΕΝ είναι επιτελεστική ποίηση η απλή περιγραφή του ποιητικού λόγου με άλλα εκφραστικά μέσα (π.χ. το ποίημα μιλά για θάλασσα και προβάλουμε εικόνες θάλασσας). Στην επιτελεστική ποίηση το κάθε στοιχείο συνδημιουργεί και ΔΕΝ περιγράφει.
ΔΕΝ ενδείκνυται να επιδίδεται ο ποιητής ή ποιήτρια σε ιδιωτικούς συναισθηματισμούς χωρίς αναγωγή στο ποιητικό «καθόλου». Ξεκινώντας από το προσωπικό βίωμα διερευνά μεταιχμιακές καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, επιζητώντας να αγγίξει, να προβληματίσει και να συγκινήσει τον αποδέκτη, να αποκαλύψει το «βαθύτερο κοινό φως», όπως το λέει ο Γιάννης Παλαβός.
ΔΕΝ είναι επιτελεστικό στοιχείο η απόδοση του νοήματος του λόγου από το σώμα. Αντίθετα, το επιτελεστικό σώμα είναι εκείνο που επανασημασιοδοτεί τον λόγο. «Μια σύσπαση του λάρυγγα, μια συριστική εκπομπή αέρα ανάμεσα στη γλώσσα και τα δόντια, ένας ορισμένος τρόπος να παίξουμε με το σώμα μας, αφήνονται ξαφνικά να επενδυθούν με μεταφορικό νόημα και το σημαίνουν έξω από εμάς».[2]
ΔΕΝ είναι στοιχείο της επιτελεστικής ποίησης η υποκριτική. Ο/Η ποιητής/τρια-performer δομεί παρουσία χωρίς να μιμείται, χωρίς να υποδύεται κάποιον πλασματικό χαρακτήρα ή κατάσταση που να υποδηλώνει χώρο και χρόνο διαφορετικό από το εδώ-και-τώρα. Ο/Η ποιητής/τρια τη στιγμή της επιτέλεσης είναι ποιητής/τρια, όπως ο δάσκαλος είναι δάσκαλος στην αίθουσα διδασκαλίας και ο γιατρός στο ιατρείο του. Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοούμε ή δεν αξιοποιούμε τα βασικά εργαλεία των παραστατικών τεχνών, καθώς προέρχονται και συνδέονται με το πεδίο της τελετουργίας, από όπου αντλεί και η επιτελεστική ποίηση. Έτσι:
ΔΕΝ αδιαφορούμε για τη σκηνική μας παρουσία ως ποιητές/τριες. Αντιθέτως, προσέχουμε τη στάση και τις κινήσεις του σώματός μας, την εστίαση και την κατεύθυνση του βλέμματος.
ΔΕΝ αδιαφορούμε για τον τόνο και το χρώμα της φωνής, την ένταση, τον επιτονισμό. Όλα σημαίνουν.
ΔΕΝ αυτοσχεδιάζουμε χωρίς προηγούμενη σπουδή και πλήθος δοκιμών. Σκεφτείτε πόσο χρόνο πρακτικής και προβών μετρά ένας μουσικός που καταφέρνει να αυτοσχεδιάσει.
ΔΕΝ αδιαφορούμε για το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε. Είναι κρίσιμη η σύνδεση ποιητή/τριας και κοινού για την ευστοχία ενός επιτελεστικού ποιητικού έργου. Ο αποδέκτης μοιραία γίνεται «συνποιητής» και «συνπαίκτης» συμμετέχοντας ενεργά στην ολοκλήρωση της επιτέλεσης ως ποιητικό συμβάν.
ΔΕΝ αδιαφορούμε για την καλλιέργεια των δεξιοτήτων μας, αν θέλουμε να συμπεριλάβουμε στο έργο έτερες καλλιτεχνικές πρακτικές. Ο ποιητής ή η ποιήτρια θα πρέπει όχι μόνο να ελέγχει τα εκφραστικά μέσα που θα επιλέξει αλλά και να γνωρίζει για ποιο λόγο τα χρησιμοποιεί και τι ευνοούν την κάθε στιγμή.
ΔΕΝ αδιαφορούμε για την τεχνική μας επάρκεια στη χρήση της ποιητικής γλώσσας, προσπαθώντας να καλυφθούμε πίσω από παραστατικά τρικ. Ο ποιητικός λόγος για να είναι άξιος οφείλει να έχει τις ποιότητες και τα χαρακτηριστικά της ποίησης, σύμφωνα και με τις παραινέσεις του Πάουντ.
Η επιτελεστική ποίηση ΔΕΝ είναι «απλή συμβατική αναπαράσταση του αισθητού κόσμου, ούτε το έργο της το είδωλο ενός προτύπου. Είναι πράξη, παράσταση,[3] παρουσίαση, ενσάρκωση του αληθούς λόγου της πραγματικότητας».[4] Η επιτελεστική ποίηση είναι τέχνη «προβλητική» (projective) και όχι απλά μια ανάγνωση από μια φωνή που εκφράζει ένα νόημα, ούτε επίδειξη δεξιοτήτων, ούτε εμπορικό τέχνασμα. Είναι μια ζωντανή δημιουργία που υποσκάπτει, αντιστέκεται, αποδομεί την υπαρκτή και απατηλή όψη του κόσμου, αξιώνοντας τη συνενοχή του αποδέκτη και προσφέροντάς του την απόλαυση της αποκάλυψης και της συνδιαμόρφωσης τόσο του νοήματος όσο και της ίδιας της τελεστικής ποιητικής πράξης. Είναι μια συνάντηση με τον άλλον, «τελετουργία και μαζί εξέγερση», άρα τέχνη αυθεντική, τέχνη «αινιγματική».[5]
Ο στόχος του ποιητή ή της ποιήτριας είναι η δημιουργία ενός αρτιωμένου διαμεσικού συμμετοχικού ζωντανού ποιητικού συμβάντος. Μια εύστοχη επιτέλεση διανοίγει «ρωγμή που φωτίζει και νοηματοδοτεί» τον καθημερινό μας βίο. Ύψιστο κριτήριο για την αξία ενός ποιητικού έργου είναι η συγκινησιακή του δύναμη και το συμβολικό του βάθος. «Καλά ποιήματα είναι τα αποτελεσματικά», έλεγε ο Νικόλαος Κάλας.[6]
Στο πεδίο της δημιουργικής γραφής πειραματιζόμαστε με διάφορες τεχνικές. Ο πειραματισμός και η σπουδή είναι ζήτημα μεθόδου. Η κατάκτηση της τεχνικής διδάσκεται και είναι αναγκαίο για έναν/μία «ποιητέχνη» (poetartist) να μπορεί να διαχειρίζεται με δεξιοτεχνία τα εργαλεία της τέχνης του/της. Η πραγματική ποιητική δημιουργία όμως έχει να κάνει με τη σύλληψη, την έμπνευση, το βλέμμα και την αξιοσύνη του/της ποιητή/τριας. Προϋποθέτει προσωπικό βίωμα και καταβύθιση στο νόημα των πραγμάτων και είναι αυτό που θα επιτρέψει την παραγωγή ενός εύστοχου επιτελεστικού ποιητικού έργου.
Η διαδικασία της ποιητικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι «αγωνιστική δράση». Μέσα από την τεχνική, τον ενθουσιασμό και την υπέρβαση, καταργείται η διχοστασία της σκέψης και της γλώσσας με την απτή πραγματικότητα.[7] Αυτό είναι θεμελιώδες για έναν ποιητή ή ποιήτρια που ακροβατεί τον λόγο και το σώμα του/της μπροστά σε ένα κοινό με το οποίο αποζητά να συνδεθεί. Εδώ η ποίηση δεν εξαντλείται στη γλωσσική δομή, αλλά εκδιπλώνεται βάσει του παρμενίδειου «εν το παν». Αν ο/η ποιητής/τρια της σελίδας πασχίζει για μια διάνοιξη στην αλήθεια, που βιώνεται από τον αποδέκτη ιδιωτικά, ο/η ποιητής/τρια-performer έρχεται να πραγματώσει αυτό το άχθος ζωντανά στον τρισδιάστατο δημόσιο κοινωνικό χώρο.
________________
Η λέξη «ένια» του τίτλου προέρχεται από την αρχαία ελληνική και σημαίνει «μερικά».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Αριστοτέλης (1995), Άπαντα, τόμ. 34, Περί ποιητικής, εισαγωγή/μτφρ. Δρ. Η. Π. Νικολαΐδης, Κάκτος.
Βεληβασάκη, Γεωργία (2022), Performance Poetry – Action Λόγου ως Άξιον Λόγου, Θεσσαλονίκη: Γράφημα.
Δεληγιώργη, Αλεξάνδρα (2018), Ο μοντερνιστής κριτικός Νικόλας Κάλας. Μια ποιητική εικόνων, ρημάτων, πραγμάτων, Αρμός.
Κάλας, Νικόλαος (2007), Οδός Νικήτα Ράντου, πρόλ. Οδυσσέας Ελύτης, Ίκαρος.
Maurice Merleau-Ponty (2016), Φαινομενολογία της αντίληψης, μτφρ. Κ. Καψαμπέλη, Νήσος.
Pound, Ezra (13/10/2009), «”A Retrospect” and “A Few Don’ts”», Poetry Foundation, https://www.poetryfoundation.o... (τ.π. 24/2/2025).