
«Αχ, ήταν ωραία η άτιμη…»
Σε μια πόλη της Σοβιετικής Ένωσης ένας προϊστάμενος αναθέτει σε έναν υπάλληλο της κρατικής υπηρεσίας να ερευνήσει τον ελεύθερο χρόνο των εργαζομένων. Τον προϊστάμενο ενδιαφέρει πολύ η ευημερία των πολιτών. Άλλωστε, ο ελεύθερος χρόνος συναρτάται άμεσα με τον οικονομικό παράγοντα και τις συνθήκες διαβίωσης. Όλες οι πτυχές της συμπεριφοράς των εργαζομένων «σχετίζονται και εντέλει αποσκοπούν στη λειτουργικότητα, στην κανονικότητα που απαιτείται για την ανάπτυξη της κοινωνίας». Ο υπάλληλος είναι νέος στην υπηρεσία και θέλει να κάνει καλή εντύπωση. Έχει στη διάθεσή του ένα ερωτηματολόγιο με συγκεκριμένες και απλές ερωτήσεις, καθώς και την ευχέρεια να επιλέξει ο ίδιος τον επαγγελματικό κλάδο στον οποίο θα θέσει τις ερωτήσεις. Η λογοτεχνική του περιπέτεια ξεκινά όταν μπαίνει σε ένα φωτογραφείο. Νόμιζε αφελώς πως οι φωτογράφοι αγαπούν την ακρίβεια.
Στη διάσημη νουβέλα του Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία (2001) ο Γκούραμ Ντοτσανασβίλι (1939-2021), Γεωργιανός συγγραφέας άγνωστος στην Ελλάδα, αλλά αναγνωρισμένος στη Γεωργία, γράφει μια σάτιρα για τον αυταρχισμό των σοβιετικών καθεστώτων και τις συνθήκες υποτέλειας υπό το κράτος των οποίων ζουν οι πολίτες σε αυτά. Τόσο ο προϊστάμενος όσο και ο υπάλληλός του εμφανίζονται δέσμιοι των κρατικών μηχανισμών. Κάθε τους σκέψη και δράση εφάπτονται στις οριοθετήσεις του καθεστώτος. Ωστόσο, όταν έρχονται αντιμέτωποι με τον φωτογράφο που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία, σαστίζουν με τις αλλοπρόσαλλες αρχές που τον διαπνέουν.
Βοηθούμενος από το πρόσωπο του φωτογράφου, ο Ντοτσανασβίλι πλέκει ένα εγκώμιο στη λογοτεχνία, περιπαθές και αδιαπραγμάτευτο. Μολονότι δείχνει απόλυτα πρόθυμος να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο, ο ερωτώμενος διευκρινίζει εξαρχής στον υπάλληλο ότι η λογοτεχνία είναι «όλες οι ερωτήσεις και όλες οι απαντήσεις μαζί». Η λογοτεχνία είναι «και η αρχή και το τέλος και η διαδρομή ολόκληρη». Ο ερωτών βρίσκεται αίφνης εκτός πλαισίου, πέραν της νομιμοφροσύνης. Ο ερωτώμενος έχει μόλις αμφισβητήσει την «κανονικότητα» που προασπίζει το ερωτηματολόγιο.
Επιμένοντας να τηρήσει τη γραμμή του προϊσταμένου του, ο υπάλληλος τον ρωτάει αν όταν περιμένει στην ουρά του συσσιτίου, νιώθει πως χάνει τον χρόνο του. Ο φωτογράφος εξανίσταται.
«Εσείς νομίζετε ότι η αγάπη για τη λογοτεχνία περιορίζεται μόνο στο διάβασμα; Όταν διαβάζεις κάτι, δεν χρειάζεται να το κατανοήσεις κιόλας; Ε, λοιπόν, είτε κάθομαι στο τρόλεϊ είτε στέκομαι όρθιος ή ακόμη κι αν κάνω κατακόρυφο, σιγά το πράγμα! Και πάλι είμαι σε θέση να σκέφτομαι!»
Για τον φωτογράφο το να περιμένεις στην ουρά «δεν είναι καθόλου ταλαιπωρία και χάσιμο χρόνου», διότι ο άνθρωπος είναι προικισμένος με τον λόγο, με τη σκέψη. Τον διακατέχει η επιθυμία να σκέφτεται και να ονειρεύεται. Η σκέψη του είναι το εχέγγυο της ελευθερίας του. Η ανάγνωση είναι ελευθερία, «μια ελευθερία που σε ανυψώνει».
Ο φωτογράφος λέει στον όλο και πιο σαστισμένο υπάλληλο πως όταν στέκεται στην ουρά και περιμένει για τον φιδέ του, κανείς δεν μπορεί να φανταστεί «πού και πώς περιπλανιέμαι». Στα πέρατα της λογοτεχνίας, «σ’ αυτή την ευλογημένη γη», που είναι ωκεανός ολάκερος. Διαπλέοντας αυτή τη μαγεμένη και μαγική επικράτεια, ξεχνάς για λίγο, για πολύ λίγο, τη νομοτέλεια του θανάτου σου. Η λογοτεχνία σφύζει από θάνατο, την ίδια όμως στιγμή τον υπερβαίνει, διότι την κατακλύζουν όλες οι θαυματουργίες του ανθρώπινου μυαλού. Διαβάζοντας λογοτεχνία, μας λέει ο φωτογράφος, πεθαίνεις χιλιάδες φορές και χιλιάδες φορές ανασταίνεσαι για να διασχίσεις άλλες σελίδες, άλλους τόπους και χρόνους, αλλόκοτους συλλογισμούς, φρενιτιώδεις φαντασίες. Όσοι διαβάζουν έχουν «πεθάνει με χίλιους τρόπους», αλλά και πού δεν έχουν πάει.
Ο ερωτώμενος επιδαψιλεύει τους θερμότερους επαίνους του στον Δον Κιχώτη, που «είναι πιο αληθινός από όλα τα δαχτυλίδια και από όλες τις ντουλάπες που υπάρχουν επί της γης, επειδή ο Δον Κιχώτης είναι κάτι το ιδανικό».
Το ιδανικό πραγματώνεται στη λογοτεχνία, που είναι ανώτερη από κάθε επιστήμη, επειδή ακριβώς «η λογοτεχνία έχει περισσότερες δυνατότητες από όσες έχουν χίλια εργαστήρια και μηχανήματα μαζί». Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία, δεν αγαπούσε διόλου τα μαθηματικά. Σε αντίθεση με ό,τι πίστευαν οι περισσότεροι ήταν εξόφθαλμα ανακριβή. Εκείνη τη στιγμή ο ερωτών καλείται να αντιμετρηθεί με ένα δύσκολο παράδειγμα. Ο φωτογράφος τον προκαλεί να φανταστεί έναν τυχαίο άνθρωπο, παντελώς ασήμαντο και εντελώς ανάξιο λόγου, να στέκεται δίπλα σε έναν επιφανή συγγραφέα. Τότε, του λέει, πως θα ήταν λάθος να υποθέσει κανείς πως βρίσκεται ενώπιον δύο ατόμων, αφού μόνο το ένα μετράει. Η υψηλή λογοτεχνία δεν επιτρέπει τέτοιες ανακρίβειες.
Είναι προφανές πως με αυτά τα ιδιότυπα μαθηματικά μετράει ο φωτογράφος και τον εαυτό του. Ουδέποτε κρύβει από τους συνομιλητές του την αίσθηση της ανωτερότητάς του. Ο σαρκασμός τού Ντοτσανασβίλι δεν τον αφήνει ανέγγιχτο. Ακόμα και εκείνος ο άνθρωπος, ο οποίος «μάλα πολλά πλάγχθη», «πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω», δεν είχε καταφέρει να διαφύγει από τον αυταρχισμό ως τρόπο σκέψης.
Όταν προϊστάμενος, που είχε καταφτάσει στο φωτογραφείο για να διερευνήσει από κοντά αυτό το έκτακτο περιστατικό, τον ρωτάει πώς οραματίζεται την ιδανική πολιτεία, ο φωτογράφος αρχίζει να του μιλάει για κρατητήρια πολυτελείας. Θα ήταν ατομικά δωμάτια, με ψηλοτάβανες βιβλιοθήκες, μια αναπαυτική πολυθρόνα και ένα καλό φωτιστικό. Οι άνθρωποι που θα κρατούνταν εκεί, αργόσχολοι και ρεμάλια, αποσυρμένοι βίαια από τους δρόμους, θα υποχρεώνονταν να διαβάσουν. Όταν θα διάβαζαν όλα τα βιβλία στα ράφια, θα ήταν ελεύθεροι. Μπορεί ο προϊστάμενος να απολάμβανε να διαβάζει Ντίκενς στη δροσιά και μπορεί επίσης να αναγνώριζε την ανάγνωση «ως ένα είδος ψυχαγωγίας», εξίσου ωφέλιμο με τον αθλητισμό, την τηλεόραση, το περπάτημα ή το σκάκι, αλλά δεν μπορούσε να απαλλαγεί από την υποψία πως ο φωτογράφος καθοδηγούνταν από ακατανόητες αρχές. Ο πραγματισμός του αντιστεκόταν στο ελευθέριο πνεύμα τού φωτογράφου.
Ο προϊστάμενος, από τη μια ζορισμένος από την ιδέα της καταναγκαστικής κράτησης και από την άλλη δελεασμένος από αυτή την ίδια προοπτική της καταστολής των αχρείων, αναρωτιέται ποιος θα ήταν ο απώτερος στόχος αυτών των αναμορφωτηρίων. Ο φωτογράφος δεν διστάζει να απαντήσει, «αυτός ο ένας κάποιος Κλιμ». Εν ολίγοις, το καλύτερο που μπορεί να περιμένει κανείς από ένα αναμορφωμένο τσογλάνι είναι ένας κάποιος Κλιμ. Ο Κλιμ είναι ο βοηθός του φωτογράφου και σχεδόν πάντα παρών στην αφήγηση. Ενσαρκώνει ένα βοηθητικό στοιχείο, βοηθητικό για την ιεραρχική αντίληψη του φωτογράφου. Μολονότι είναι φανατικός βιβλιόφιλος, παραμένει κατώτερος του αφεντικού του. Όπως φάνηκε από το μαθηματικό παράδειγμα, ο φωτογράφος δεν πιστεύει ιδιαίτερα στην ισότητα των ανθρώπων. Για εκείνον ο κόσμος διαμοιράζεται ανάμεσα σε συγγραφείς, αναγνώστες και εορτάζοντες. Αν και έσχατοι στην αξιολογική βαθμίδα, οι εορτάζοντες μπορούν να ελπίζουν σε μια σπάνια χάρη, στην «ηδονή της πρώτης ανάγνωσης».
Αν ο προϊστάμενος και ο βοηθός του ανήκουν σαφώς στους εορτάζοντες, ο φωτογράφος και ο Κλιμ ανήκουν στους αναγνώστες, με τη διαφορά ότι ο Κλιμ δεν θα ανυψωθεί ποτέ στην αναγνωστική κλίμακα του αφεντικού του. Στον Κλιμ εστιάζεται η κωμικότητα της μυθοπλασίας. Ψοφάει για τον παραμικρό έπαινο του φωτογράφου, τον κολακεύει ασυστόλως, δανείζεται ακόμα και την αίσθηση της ανωτερότητάς του, αλλά έχει επίγνωση του υπηρετικού του ρόλου. Γι’ αυτό απέναντι στον βοηθό τού προϊστάμενου διατηρεί μια στάση συγκαταβατική και ενίοτε επιτιμητική. Αλλά και ο βοηθός, που είναι άλλωστε ο ερωτών, επισείοντας έτσι μια ρανίδα εξουσίας, απεχθάνεται τον Κλιμ. «Αναιδής, ανθρώπινο μίασμα, ένας κοντοστούπης με μεγάλο κεφάλι, ένα τσογλάνι με στραβά πόδια». Πρόκειται για δύο αντικριστά κάτοπτρα. Όταν στο φωτογραφείο βρίσκονται και οι τέσσερις μαζί, τα δύο αφεντικά και οι δύο βοηθοί, ο ερωτών έχει την εντύπωση πως παρευρίσκεται σε μονομαχία. «Εγώ και ο Κλιμ στεκόμαστε σαν μάρτυρες σε μια μονομαχία, ο προϊστάμενος και ο ιδιότροπος ερωτώμενος κάθονται ο ένας απέναντι στον άλλο». «Δύο εναντίον δύο». Από ένα σημείο και πέρα η κατάσταση στο φωτογραφείο εκτραχύνεται ραγδαία και τότε ο βοηθός τού προϊστάμενου τρομοκρατείται στη σκέψη πως μπορεί κάποιος (κάποιος στυγερός επόπτης) να τους θεωρούσε «παραβάτες κάποιου κανόνα».
Ο καλός συγγραφέας Δημήτρης Τσεκούρας, ο οποίος μεταφράζει από τα γεωργιανά με πρόδηλο ερωτικό πάθος (έχει προηγηθεί η εξαιρετική μετάφραση του Ο Βάνο και ο Νίκο του Γεωργιανού συγγραφέα Erlom Akhvlediani, Εκδόσεις Βακχικόν 2024), έχει δίκιο όταν επισημαίνει στο επίμετρο πως η νουβέλα τού Ντοτσανασβίλι θα μπορούσε να περιγραφεί σαν «μια Νουβέλα για το Θέατρο».
«Διαβάζει κανείς τη συγκεκριμένη νουβέλα και χωρίς καν να αντιλαμβάνεται το πώς, η νουβέλα έχει μετατραπεί στο πλέον ζωντανό θεατρικό έργο. Αφηγηματικό κείμενο, ζωντανοί διάλογοι, αφηγημένοι διάλογοι εντός των οποίων υπάρχουν άλλα αφηγηματικά κείμενα, μία ροή, με άλλα λόγια, διαφορετικών τρόπων εκφοράς του Λόγου. Κι όλα αυτά χωρίς να χάνεται ούτε για μια στιγμή η περιβόητη συνοχή. Πρόκειται για ένα κείμενο στο οποίο ο Λόγος ρέει κυριολεκτικά σαν ποτάμι και είναι από τις σπάνιες φορές που αυτή η παρομοίωση έχει κάθε λόγο να ειπωθεί».
Επιπρόσθετα, αξίζει να προσεχθεί η επισήμανση του Τσεκούρα πως η νουβέλα τού Ντοτσανασβίλι «εκτός από λογοτεχνικό έργο, είναι και ένα κείμενο περί Λογοτεχνίας. Υπάρχουν χωρία τα οποία θα μπορούσαν κάλλιστα να περιλαμβάνονται σε μια Θεωρία της Λογοτεχνίας. Υπάρχουν επίσης εμβόλιμες αναφορές που παραπέμπουν σε μάθημα Γλωσσολογίας ή, ακόμη καλύτερα, Κειμενογλωσσολογίας».
Είναι πάντα δύσκολο να τεκμηριώσει κανείς πώς αποτιμά ένα λογοτεχνικό έργο ως σπουδαίο. Όταν ο προϊστάμενος ρωτάει τον φωτογράφο πώς μπορεί να δηλώνει κατηγορηματικά ότι ένα έργο είναι σπουδαίο, ο ερωτώμενος τον προκαλεί να ατενίσει ένα όραμα. Ένας άνθρωπος παλεύει να δαμάσει έναν λύκο. Ο λύκος όμως δεν εξημερώνεται. Σπουδαίος λογοτέχνης είναι εκείνος που θα καταφέρει να αρπάξει την ουρά του λύκου. Τέτοια γενναιότητα απαιτεί η υψηλή λογοτεχνία, γιατί «το να αρπάξεις […] τον λύκο, έστω και λίγο, από την ουρά του φανερώνει ήδη πολύ μεγάλη τόλμη».
«Και, για να τελειώνουμε, να σας πω απλά και ξεκάθαρα ότι μεγάλος συγγραφέας είναι αυτός που γράφει ένα σπουδαίο έργο».
Πέρα από την περιρρέουσα ιλαρότητα της μυθοπλασίας, εκείνο που πραγματικά γοητεύει στη νουβέλα του Ντοτσανασβίλι είναι η περιπάθεια του εγκωμίου για τη λογοτεχνία. Οι υπέροχοι μονόλογοι του ανθρώπου που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία, μοιάζουν σπονδές στις εκλεκτότερες σελίδες του ανθρώπινου πνεύματος. Ο έρωτας του φωτογράφου για τη λογοτεχνία αναβλύζει από τον θάνατο. Όπως λέει, κάποια στιγμή, βαθιά μες στη νύχτα, τον άνθρωπο συνταράζει η βεβαιότητα του θανάτου του. Διότι, κάποια άλλη στιγμή, πολύ πριν στη ζωή του, είχε ακούσει τον φριχτό ήχο. «Είναι ο πιο φριχτός, ο πιο δυσάρεστος, ο πιο λυπηρός κι ένα σωρό άλλα… Είναι ο ήχος που ακούγεται όταν η πρώτη χούφτα χώμα πέφτει πάνω στο καπάκι από το φέρετρο. Τον θυμηθήκατε, ε; Είναι ένας εκκωφαντικά άηχος ήχος που θρυμματίζεται σε κόκκους…».
Μες στο θρόισμα των σελίδων αυτός ο φριχτός ήχος για λίγο σβήνει. Όμως, και πάλι έρχεται η νύχτα και η γνώση του
θανάτου ξαγρυπνά τους ανθρώπους. Η λογοτεχνία είναι μια πλανερή φωτοχυσία που βυθίζει σε λήθη τους τρόμους της νύχτας. Δίχως τον θάνατο η λογοτεχνία θα ήταν αδιανόητη. Αλλά ενδεχομένως δίχως τη λογοτεχνία ο θάνατος να ήταν ακόμη πιο αλγεινός και άλογος. Από αυτή την πίστη πιθανότατα γραπωνόταν ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία, όταν μες στο σκοτάδι αντηχούσε αίφνης ο πιο φριχτός ήχος. Και ίσως αργότερα, στο νεκροκρέβατό του, λίγο πριν την ύστατη ανάσα, να σκεφτόταν με αγαλλίαση: «Αχ, ήταν ωραία η άτιμη…». Και τότε κανείς δεν θα μπορούσε να πει αν εννοούσε τη ζωή ή τη λογοτεχνία.
⤕