
«Επαναλαμβάνοντας συνεχώς ότι δεν υπάρχει τελικό σημαινόμενο, ότι κάθε κείμενο είναι εγγράψιμο, ότι η λογοτεχνία δεν είναι παρά πολυσημία, αμφιβολία, σημειωτική διασπορά και ότι η μυθοπλασία υπάρχει παντού, κινδυνεύουμε να λησμονήσουμε ότι πάρα πολλά μυθιστορήματα είναι μεθοδολογικές μυθοπλασίες, δηλαδή ιστορικοί προβληματισμοί, κοινωνικές διερωτήσεις, πολιτικές αγωνίες […]».[1] Με αυτά τα λόγια ο Γάλλος ιστορικός και μυθιστοριογράφος Ivan Zablonka προσπαθεί να υπερασπιστεί την παρουσία της Ιστορίας μέσα στον κόσμο του μυθιστορήματος, χωρίς, ωστόσο, μέλημά του να είναι η πριμοδότηση του ιστορικού έναντι του μυθοπλαστικού στοιχείου ή το αντίστροφο, αλλά η δημιουργία των βάσεων για τη γόνιμη ώσμωση Ιστορίας και λογοτεχνίας.
Οι μεθοδολογικοί αναστοχασμοί του Zablonka χρησιμεύουν για να προσεγγίσει κανείς έναν άλλον Γάλλο συγγραφέα, το έργο του οποίου οδηγεί στην αναψηλάφηση των σχέσεων μεταξύ ιστορίας και λογοτεχνίας. Ο λόγος, λοιπόν, για τον Emmanuel Bove και ένα από τα τελευταία του μυθιστορήματα, με τίτλο Η Παγίδα, γραμμένο μεταξύ 1942-1944 στο Αλγέρι, όπου αναγκάστηκε να ζήσει εξόριστος, και δημοσιευμένο το 1945. Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο της σειράς (μεταφρασμένης λογοτεχνίας) Recto-Verso,η οποία μέχρι πρότινος κυκλοφορούσε από τις εκδόσεις Librofilo & Co, αλλά πλέον εντάσσεται στο αυτόνομο εκδοτικό σήμα «Στίλβη» της Μαρίας Γυπαράκη, στην οποία ανήκει και η εξαιρετική απόδοση του βιβλίου στα ελληνικά.
Η αφήγηση επιστρέφει τον αναγνώστη στη διετία 1940-1942 και στις επίμονες (φαινομενικά) ενέργειες ενός δημοσιογράφου, του Ζοζέφ Μπριντέ, να διαφύγει από τη Γαλλία προκειμένου να ενταχθεί στις τάξεις της αντίστασης του Σαρλ Ντε Γκολ, ο οποίος ανασυντάσσει τις δυνάμεις του στην Αγγλία. Ο πρωταγωνιστής μεταφέρεται από αστυνομικό γραφείο σε αστυνομικό γραφείο ούτως ώστε να εξασφαλίσει το απαραίτητο διαβατήριο, όπου και σταδιακά αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως ύποπτο ιδεολογικά υποκείμενο και ανακρίνεται. Η πλοκή ξεκινά λίγο μετά από τα γεγονότα της Συνθηκολόγησης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας τον Ιούνιο του 1940, όταν οι ναζιστές έχουν καταλάβει ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού εδάφους, αλλά ο στρατάρχης Ανρί Φιλίπ Πετέν, ζητώντας ανακωχή, καταφέρνει να διατηρήσει στην εξουσία του τη μισή περίπου έκταση της Γαλλίας, ιδρύοντας την επονομαζόμενη «Γαλλία του Βισί», ένα καθεστώς φίλα προσκείμενο στον Χίτλερ και τη ναζιστική ιδεολογία, που υιοθέτησε, όμως, τον φασισμό. Ο Marchel Gauchet μας έχει προειδοποιήσει πως τα εξουσιαστικά αυτά μορφώματα προέρχονται από διαφορετικά περιβάλλοντα[2] και ο συγγραφέας, όσο και αν θέλει να εκμηδενίσει την ισχύ και των δύο, δεν προσπερνά το γεγονός πως οι διαφορές τους έχουν σημασία. Όταν, προς το τέλος της αφήγησης, ο Μπριντέ έχει μεταφερθεί σε ένα γαλλικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, το οποίο ξαφνικά περνά στη δικαιοδοσία των Γερμανών, ο γαλλικός στρατός δεν παύει μέσα από τη διατήρηση του δικού του χαιρετισμού να υπογραμμίζει τις ιδιαίτερες διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες, παρ’ όλη την υποταγή τους στον ναζισμό:
Ο Γερμανός ύψωσε το δεξιό χέρι μπροστά του και χτύπησε τα τακούνια. Ο Υποδιευθυντής της αστυνομίας έβγαλε το καπέλο του. Οι Υπολοχαγοί που είχαν μείνει λίγο πίσω έφεραν το χέρι στα πηλήκιά τους. Έμοιαζαν αρκετά υπερήφανοι που μπορούσαν να χαιρετούν μ’ αυτόν τον τρόπο. Μπορεί να βρίσκονταν υπό ξένη κατοχή, αλλά κανείς δεν είχε τολμήσει να τους απαγορεύσει τον δικό τους χαιρετισμό. (σ. 252)
Παρ’ όλα αυτά, ο Bove δεν αγνοεί και τη σύμπλευση μεταξύ γαλλικού φασισμού και γερμανικού ναζισμού στην προσπάθειά του να καταγγείλει και τους δύο. Σε όλη την έκταση του μυθιστορήματος οι αστυνομικές αρχές κατευθύνουν την πλοκή, αφού ακόμη και στο τέλος η στρατιωτική διεύθυνση του γαλλικού στρατοπέδου συγκέντρωσης αντικαθίσταται από τη γερμανική αστυνομία. Έτσι δίνεται έμφαση στην επικράτηση του ναζιστικού μοντέλου. Όπως έχει δείξει η Χάνα Άρεντ στη δική της ανατομία των ολοκληρωτικών καθεστώτων, η πριμοδότηση της αστυνομίας ως ασυναγώνιστου οργάνου εξουσίας με την παράλληλη υποβάθμιση της δύναμης του στρατού –ίδιον όλων των ολοκληρωτικών καθεστώτων αλλά ιδιαιτέρως του ναζιστικού–, αντικατοπτρίζει «τη φιλοδοξία του ολοκληρωτισμού για παγκόσμια κυριαρχία και με τη συνειδητή του κατάργηση της διάκρισης ανάμεσα σε μια ξένη χώρα και στη δική του χώρα, ανάμεσα σε εξωτερικές και εσωτερικές υποθέσεις».[3] Με λίγα λόγια, ο Bove υπερθεματίζει στην ουσιαστική άλωση της Γαλλίας από τον Χίτλερ και τα δικά του αστυνομικά όργανα, ακόμη και στο κατ’ επίφαση ελεύθερο μέρος της.
Καθώς, όμως, το ιδεολογικό έδαφος του μυθιστορήματος μοιάζει με αυτό της κινούμενης άμμου, όπου όλα είναι ρευστά και ανά πάσα στιγμή ελλοχεύει η άβυσσος, τα παραπάνω αποτελούν τη μία όψη του νομίσματος. Διότι από την άλλη, είναι γνωστό πως η Γαλλία του Βισί αποτέλεσε άτυπο δεκανίκι του Χίτλερ. Προκειμένου να καταδειχθεί η σύμπραξη αυτή, ο Bove διανθίζει τις σελίδες του με σχόλια για ένα κατεξοχήν σημείο ιδεολογικής σύγκλισης μεταξύ της Γαλλίας του Βισί και του γερμανικού Γ΄ Ράιχ: τον έντονο αντι-εβραϊσμό και αντι-κομμουνισμό. Φερ’ ειπείν, στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει το διαβατήριο προκειμένου να εγκαταλείψει τη Γαλλία και μέσω της μεταφοράς του στην Αλγερία να διαφύγει στην Αγγλία, όπου ήλπιζε να ενωθεί με τους γκωλικούς αντιστασιακούς, ο Μπριντέ προφασίζεται πως είναι ένα άριστο τέκνο της καθεστωτικής ιδεολογίας και μετά βδελυγμίας αποκηρύσσει τον Ντε Γκολ. Εξομοιώνοντας τον τελευταίο με τους Εβραίους και τους κομμουνιστές, παρουσιάζει τον εαυτό του σαν «ένα[ν] άνθρωπο που τα έχασε όλα εξαιτίας αυτής της συμμορίας των αχρείων, των κομμουνιστών, των Εβραίων, των μασόνων…, γιατί αυτοί είναι υπεύθυνοι» (σ. 56) για την κατάπτωση της σύγχρονης Γαλλίας. Ο πρωταγωνιστής δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να αναπαράγει με τον λόγο του ένα χαρακτηριστικό θέσφατο που είχε δανειστεί η Γαλλία του Βισί από τους Γερμανούς, επισημασμένο ούτως ή άλλως στην ιστοριογραφία: ότι δηλαδή για τον πνευματικό και ηθικό ξεπεσμό του έθνους, το οποίο ο Πετέν πάλευε να ανοικοδομήσει από τις υποτιθέμενες στάχτες του, υπαίτιοι ήταν οι Εβραίοι και όχι η στρατιωτική ελίτ με τους πολιτικούς ελιγμούς της. Συνηγορώντας στην εθνικιστική ατζέντα του χιτλερισμού, χωρίς όμως τις εγκληματικές ακρότητες της εξόντωσης ανθρώπων, η Γαλλία του Πετέν αντιμετώπισε τους Εβραίους σαν μια παθογένεια της νεωτερικότητας και του Διαφωτισμού και τους στοχοποίησε από κοινού με τους κομμουνιστές και τους μασόνους ως υπονομευτές των παραδοσιακών αξιών.[4]
Παρά το γεγονός ότι στο μυθιστόρημα γίνονται αρκετές αναφορές, άλλοτε ρητές άλλοτε υπόρρητες, σε στοιχεία (πρόσωπα, τοποθεσίες, γεγονότα) της γαλλικής ιστορίας, τα οποία η Γυπαράκη με ιδιαίτερη ευσυνειδησία και προσοχή έχει υπομνηματίσει, η βασική επιθυμία του συγγραφέα φαίνεται πως είναι όχι τόσο να επιμείνει στη ρεαλιστική αναπαράσταση ενός επικίνδυνου κόσμου όσο να κάνει απτό τον ιδεολογικό παροξυσμό που κυριαρχεί σε περιόδους πολιτειακής και εθνικής κρίσης και ο οποίος καθιστά τον κόσμο αυτό ψευδεπίγραφο. Παραδείγματος χάρη, τα λόγια του Λαβεσέρ, ενός ανθρώπου του στενού κύκλου του Πετέν, τον οποίο ο Μπριντέ πλησιάζει προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του, θυμίζουν το θολωμένο ιδεολογικά τοπίο του Βισί, και την πλάνη που ο ίδιος ο Χίτλερ φρόντιζε να διαδοθεί πως με την ολοκληρωτική του επέκταση ήθελε να προστατεύσει το «πολιτισμικό διαμάντι του Παρισιού»:[5]
«Η αλήθεια είναι, οφείλω να την ομολογήσω», συνέχισε ο Λαβεσέρ, «πως οι άνθρωποι αυτοί δεν καταλαβαίνουν γιατί τους κηρύξαμε τον πόλεμο». Ανέκαθεν έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση για τον πολιτισμό μας. Αντιλαμβάνονταν πολύ καλά πως η τόσο γρήγορη νίκη τους δεν μας στέρησε αυτό το οποίο μας έκανε ανώτερους από εκείνους. (Σ. 51)
Βέβαια, δεν είναι μόνο αυτή η ψευδαίσθηση που ο Bove εισάγει στο μυθοπλαστικό σύμπαν του. Όλος ο κόσμος του Μπριντέ συνοψίζει τη μάταιη και απέλπιδα προσπάθεια ανακάλυψης μιας αλήθειας, μιας οποιαδήποτε σταθεράς που θα μπορέσει να ενισχύσει τον αγώνα του υπέρ της ελευθερίας. Ωστόσο, όλα και όλοι τον εχθρεύονται˙ από τη σύζυγό του Γιολάντα μέχρι τον ίδιο τον αφηγητή, οι άνθρωποι δείχνουν συνεχώς τις μάσκες που φορούν και που τους καθιστούν αφερέγγυους. Στην περίπτωση της πρώτης, τα πράγματα παρουσιάζονται άμεσα, καθώς ο πρωταγωνιστής σε αρκετά σημεία δηλώνει ευθέως τις υποψίες του για τα φιλοχιτλερικά αισθήματα που τρέφει η Γιολάντα, παρά τις προσπάθειές της να υποστηρίξει τις ενέργειες του συζύγου της για απόδραση από την Γαλλία αρχικά και, αργότερα, για δικαίωση, όταν πλέον φυλακίζεται ως ύποπτος διαφυγής (αν και με πλαστό κατηγορητήριο, ως δήθεν διανομέας παράνομων προκηρύξεων). Στην περίπτωση του αφηγητή, ωστόσο, έχει ενδιαφέρον η πληθωρική μετάβασή του από το ένα ιδεολογικό σύμπαν στο άλλο. Η αφηγηματική οικονομία του έργου στηρίζεται ως επί το πλείστον στην εναλλαγή διαλογικών μερών και αποσπασμάτων τριτοπρόσωπης αφήγησης που αναδεικνύουν την παρουσία του παντογνώστη αφηγητή. Δεν είναι, όμως, ευάριθμα τα σημεία που γίνεται χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου. Αν η διφωνική φύση του λόγου αυτού διασαλεύει τα όρια ανάμεσα στον ήρωα και τον αφηγητή, ο Bove κλιμακώνει περισσότερο τη σύγχυση αυτή εισάγοντας το α΄ πληθυντικό πρόσωπο. Η ευρύτητα του γραμματικού αυτού προσώπου δίνει την αίσθηση της συλλογικότητας, καθώς ο αναγνώστης εύκολα μπορεί να συμπεριλάβει τον εαυτό του σε όσα αρθρώνονται αφηγηματικά. Η χρήση του, όμως, από τον Bove ενισχύει παράλληλα την ανάδυση μιας αφηγηματικής φωνής που αναλαμβάνει να σχολιάσει τα τεκταινόμενα, να υπερασπίσει τους ήρωες ή εμμέσως να τους καταδικάσει. Λίγο πριν τη σύλληψή του στο διαμέρισμά του, ο Μπριντέ φαίνεται πως είχε την ευκαιρία να αποδράσει. Τουλάχιστον αυτό αφήνεται να εννοηθεί έντονα από τον αφηγητή, η κρίση του οποίου ταλαντεύεται μεταξύ της δικαιολόγησης της αδράνειας και της αποδοκιμασίας μιας υφέρπουσας δειλίας, η οποία γίνεται αντικείμενο πικρής ειρωνείας:
Για μια στιγμή, ο Μπριντέ σκέφτηκε να το σκάσει, αλλά ήταν με τις πιτζάμες και τις παντόφλες του. Αργότερα, βέβαια, αναρωτήθηκε γιατί δεν το είχε κάνει. Είναι, όμως, απίστευτο πως μερικές φορές αρκεί κάτι το ελάχιστο για να μας ακινητοποιήσει όταν μας στριμώχνουν αιφνιδιαστικά. Χρειάζεται χρόνος πολύς για να συνειδητοποιήσουμε πως η ζωή μας βρίσκεται σε κίνδυνο και, αργότερα, όταν όλα έχουν πια χαθεί, αναλογιζόμαστε μετανιώνοντας πικρά για την ευκαιρία που χάσαμε. Ήταν τόσο εύκολο να το σκάσουμε κι όμως, δεν το κάναμε. Επειδή δεν φορούσαμε παρά μονάχα παντόφλες, αφεθήκαμε να μας πιάσουν. Και σήμερα που διασχίζουμε τη Γαλλία ξυπόλητοι είναι πολύ αργά. (σ. 196)
Το παραπάνω αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα μετατιθέμενου λόγου, αφού είναι πολύ δύσκολο να διακρίνουμε αν η αυτοκριτική αυτή εδράζεται στη σκέψη και τα συναισθηματικά ελατήρια του Μπριντέ ή του αφηγητή, ο οποίος τον υποσκάπτει, γελοιοποιώντας την υποταγή του πρώτου στην ανεξέλεγκτη δράση του καθεστώτος. Αυτή η αφηγηματική στρατηγική αποδυναμώνει τον πρωταγωνιστή και τις ενέργειές του. Η κατάληξή του (που δεν θα την αποκαλύψω για να διατηρηθεί το απαραίτητο σασπένς) και η αγόγγυστη στωικότητα με την οποία ενίοτε την αποδέχεται, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά για τον ίδιο τον Μπριντέ. Είναι άραγε ένας άνθρωπος που εξαπατήθηκε από τις δυνάμεις της καθεστωτικής ιδεολογίας που τον έχουν περικυκλώσει ή μόνος του κλείστηκε στην αρπάγη τους; Συνθέτοντας εν θερμώ ένα μυθιστόρημα για την ιστορική επικαιρότητα, φαίνεται πως ο Bove δεν ήθελε να δώσει σάρκα και οστά σε έναν ηρωικό τύπο, τη στιγμή κατά την οποία ο πόλεμος έχει αποσαρθρώσει κάθε έννοια ηθικής και ανθρωπιάς. Δημιουργώντας συνεχώς αινίγματα για τα όρια της δράσης των ανθρώπων, ο αντιήρωας του Bove αποτυπώνει με μεγάλη ενάργεια τις δυσκολίες για την κατάκτηση της ελευθερίας, κυρίως τα ηθικά και ιδεολογικά προσχώματα που καλείται το υποκείμενο να δημιουργήσει σε έναν κόσμο παραλογισμού και διαφθοράς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η οξύμωρη αφηγηματική αίσθηση εγκλεισμού σε έναν φαινομενικά ανοιχτό χώρο, σε μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος, πριν φυσικά την τελική φυλάκιση του πρωταγωνιστή. Παρά την πληθωρική αναφορά σε δρόμους, κτίρια και τοποθεσίες του Παρισιού και της Λυών, τα οποία ως οδόσημα πλοηγούν τον αναγνώστη στις πόλεις αυτές και δίνουν την αίσθηση ενός πρωταγωνιστή που μπορεί να κινείται ελεύθερα, ο αναγνώστης εγκλωβίζεται στον ανήσυχο και αγωνιώντα εσωτερικό κόσμο του πρωταγωνιστή, στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να αποδράσει. Η περιγραφή του εξωτερικού χώρου λαμβάνει ολοένα και μικρότερη σημασία. Σε σχετικά πρώιμο σημείο της αφήγησης και σε μια κίνηση προοικονομίας της επιδείνωσης της κατάστασής του, ο αφηγητής παρουσιάζει τον Μπριντέ ενώ ατενίζει τον ποταμό Αλιέ. Ο χρωματικός καμβάς που χρησιμοποιείται για την αφηγηματική απεικόνιση του φυσικού περιβάλλοντος συμβολικά φέρνει στο νου τα χρώματα της γαλλικής σημαίας (μπλε, άσπρο, κόκκινο). Μέσα σε τρεις μόλις γραμμές, όλη η φύση μοιάζει να υπομνηματίζει χρωματικά το σύμβολο μιας άλλοτε ελεύθερης Γαλλίας. Αμέσως, όμως, ο αφηγητής στρέφει τον φακό του από το έξω στο μέσα, βυθίζοντας τον αναγνώστη στις απαρχές της διανοητικής και συναισθηματικής έντασης του πρωταγωνιστή και στο πολιτικό θρίλερ που αρχίζει να ξετυλίγεται. Έτσι η λειτουργία της εξωτερικής, ανοιχτής σκηνοθεσίας εξουδετερώνεται και ο ίλιγγος που βιώνει ο άνθρωπος σε περιόδους ιδεολογικής φρενίτιδας μεγεθύνεται:
Ο Μπριντέ πήγε και κάθισε στην όχθη του Αλιέ. Η μέρα ήταν υπέροχη. Τα δέντρα είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν. Ο ουρανός είχε ένα έντονο βαθύ μπλε χρώμα και ο ήλιος, πάνω σ’ αυτό το μπλε, έλαμπε ακόμη περισσότερο. «Στο κάτω κάτω, αυτό που ήθελα το πέτυχα», σκέφτηκε ο Μπριντέ. Δεν χαιρόταν όμως. Διαισθανόταν πως κάτι τον απειλούσε. […] Το χειρότερο, όμως, ήταν ότι θα έπρεπε να παίζει την κωμωδία της ήσυχης συνείδησης. Να μην προδοθεί, να δείχνει πως χαίρεται γι’ αυτές τις μέρες της αναμονής σαν να ήταν διακοπές… (σσ. 42-43)

Όταν στην εμβληματική Casablanca, λίγο πριν το τέλος της ταινίας, ο Humphrey Bogart λέει στην Ingrid Bergman «We’ll always have Paris», ο αμερικανικός κινηματογράφος μαζί με την ανάμνηση του έρωτα των πρωταγωνιστών πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο γιόρταζε και την ιδέα της αντίστασης. Άλλωστε, ο Bogart ως ανεπίσημος εραστής βρέθηκε στην άβολη θέση να βοηθήσει την Bergman και τον επίσημο σύζυγό της Paul Henreid, διασωθέντα από στρατόπεδο συγκέντρωσης, να αποδράσουν από την Casablanca, μια πόλη που ήλεγχε το καθεστώς του Βισί, ώστε να συνεχίσουν τον αγώνα κατά των Γερμανών. Μέσα από το ρομαντικό δράμα διατηρούταν ζωντανή η ανάμνηση μιας Γαλλίας πριν την κατασπαράξει η λαίλαπα του ναζισμού. Για τον Bove, αυτή η Γαλλία έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Η δημοσίευση της Παγίδας ακριβώς μετά τη λήξη του πολέμου υπερθεμάτιζε όχι μόνο την περασμένη πολεμική παραφροσύνη αλλά και τη μάλλον απαισιόδοξη οπτική του συγγραφέα για την τύχη του μεταπολεμικού κόσμου. Αν η υπαρξιακή περιπέτεια του Μπριντέ περνάει εναλλάξ μέσα από τους λαβυρίνθους της ενεργούς αντίστασης και της παθητικής υποχώρησης, χωρίς να καθίσταται σαφές αν τελικά ο ίδιος κατάφερε να καθορίσει το τέλος του ή υποτάχθηκε σε δυνάμεις που τον υπερέβαιναν, η αμφισημία αυτή δεν υπογραμμίζει μόνο τις δυσκολίες της σύγκρουσης με το κακό αλλά και τις μελαγχολικές συνέπειες που ενέχει η αναμέτρηση μαζί του.