Η Μαρία Σκαμάγκα γεννήθηκε το 1970 στην Αθήνα. Έχει ασχοληθεί επί σειρά ετών με τη λογοτεχνική μετάφραση και τη μετάφραση δοκιμίων για την τέχνη και την αρχιτεκτονική. Έχει γράψει διηγήματα για μεγάλους, ενώ Ο πολύγραφός ή Το καλοκαίρι των ηρώων είναι το δεύτερο βιβλίο της για παιδιά. Ζει στην Αθήνα με τον σύζυγο και τον γιο της.
Βραβείο Βιβλίου για Παιδιά 2024


Ο Παντελής παραθερίζει σ’ ένα νησί του Αιγαίου, σ’ ένα μικρό χωριό δίχως παιδιά, σε μια εποχή δίχως ερεθίσματα άλλα πέρα απ’ αυτά που προσφέρει η φύση, ένα ραδιόφωνο ίσως, και τα χιλιοδιαβασμένα του κόμικς. Το καλοκαίρι αυτό των δέκα του χρόνων θα είναι για κείνον ένα καλοκαίρι ανακαλύψεων. Στη διάρκειά του, αγαπημένα πρόσωπα θα φωτιστούν από ένα καινούργιο φως και ο ορίζοντας της ζωής του θ’ ανοίξει για να χωρέσει πολλά καινούργια και θαυμαστά: έναν φίλο, έναν παππού, το παρελθόν της οικογένειάς του και μαζί μ’ αυτό και κείνο του τόπου του.
Ο Πολύγραφος είναι μια ιστορία για κείνη τη στιγμή που ορίζει το μεγάλωμά μας, όταν κοιτάμε πίσω μας και συνειδητοποιούμε πως υπάρχει εκεί ένας κόσμος άυλος με τον οποίο συνδεόμαστε: οι λογής ιστορίες που ξετυλίχτηκαν πριν από τη δική μας και, φυσικά, η Ιστορία. Συνάμα είναι και ένα αφήγημα για τις διαδικασίες που μας δένουν με τον κόσμο γύρω μας, για το υπέδαφος της αγάπης και της νοσταλγίας.
Περισσότερες πληροφορίες και κριτικές για το βιβλίο εδώ.
Ο Πολύγραφος άρχισε να γράφεται σαν οικογενειακό παιχνίδι μέσα στο πρώτο λοκντάουν.
Η αρχική σκέψη περιείχε μια ιστορία που θα μιλάει στον γιο μου για το
νησί του που τόσο το αγαπάει και τόσο καμαρώνει για αυτό. Για μένα αυτός
ο τόπος είναι μια πατρίδα που επέλεξα. Ή, ίσως, μια πατρίδα που με
επέλεξε, αφού ήταν μια προέκταση της παιδικής μου φιλίας, ένας τόπος που
η καρδιακή μου φίλη μοιράστηκε μαζί μου, όπως μοιραζόταν το σπίτι της,
τους γονείς της, τη γιαγιά της, τις ιστορίες τους, όλα όσα είχαν θρέψει
την ψυχή της και την είχαν κάνει αυτό που ήταν.
Έφερνα λοιπόν σ’ αυτή την ιστορία, που διαβαζόταν σε συνέχειες
κάθε Τετάρτη απόγευμα, θραύσματα από αφηγήσεις φίλων που έζησαν τα
παιδικά τους καλοκαίρια στο νησί, εικόνες δικές μου κρατημένες
στο μυαλό μου πολλά χρόνια, μικρά στοιχεία εδώ κι εκεί -έναν θάμνο, ένα
χρώμα στον ουρανό και τη σκέψη που είχε γεννήσει, μια στροφή του δρόμου,
την εικόνα ενός καπέλου, τέτοια απειροελάχιστα πράγματα- μια διαχρονία
στιγμιότυπων που πήρε τελικά τόσο τη μορφή μιας ιστορίας για το νησί όσο
και μιας ιστορίας για τη δική μου ζωή πάνω σε αυτό.
Εντούτοις, ο χάρτης της αφήγησης περιστασιακά μόνο συμπίπτει με την
πραγματική γεωγραφία του τόπου αναφοράς. Το νησί του Παντελή είναι ένα
κολάζ: αλλού τα σπίτια, αλλού τα γεφύρια, αλλού τα μονοπάτια, άλλα τα
ονόματα. Είναι ένας ενδεχόμενος τόπος, όπου μια τέτοια ιστορία θα
μπορούσε να έχει συμβεί έτσι. Κι ωστόσο αναγνωρίσιμος. Οι φίλοι μου που
έκαναν τις διακοπές του Παντελή εκεί στη δεκαετία του ’80, με τις
γιαγιάδες και τους παππούδες και τους θείους και τους άλλους χωριανούς,
εντοπίζουν αμέσως τα κομμάτια του παζλ.
Μεγαλώνοντας λοιπόν κι εγώ ας πούμε στο νησί, από τα δεκαοχτώ μου μέχρι
σήμερα δηλαδή, άκουσα πολλές, πάμπολλες ιστορίες. Μια από τις πιο
συναρπαστικές ήταν αυτή που ήθελε τον πολύγραφο της ΑΣΟ, της
Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης που έδρασε στα χρόνια του πολέμου
στη Μέση Ανατολή, να βρίσκεται κρυμμένος στον κήπο ενός ηλικιωμένου
ζευγαριού. Δεν ήξερα ποιοι ήταν και την ιστορία αυτή την άκουσα μόνο μία
φορά. Αλλά συνέδεε τον τόπο που αγαπούσα με ένα λογοτεχνικό έργο που
αγαπούσα -τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα που
είναι, μαζί με άλλα πολύ σπουδαία, και μια ιστορία της ΑΣΟ και των
προδομένων στελεχών της- και με ένα κεφάλαιο της νεότερης Ιστορίας που
πάντα με ενδιέφερε. Έγινε έτσι ένας σπόρος που έμεινε κοιμισμένος, αλλά
επίμονος, στο έδαφος του νου. Και καθώς ξεκίνησα να πω στον γιο μου μια
ιστορία για τον τόπο του, μια ιστορία για τις ιστορίες που πλάθουν τα
παιδιά στο παιχνίδι τους, μια ιστορία για την Ιστορία, θολά στην αρχή
και αμήχανα, χωρίς να μου είναι πολύ ξεκάθαρο πού θα κατέληγε αυτό το
έργο της Τετάρτης, μια φίλη μού μίλησε για τα χωστοκέλια, τους κρυφούς
χώρους κάποτε μέσα στα σπίτια, κάποτε στους κήπους του νησιού, που
χρησίμευαν ως αποθήκες και ως κρυψώνες για τους ανθρώπους απ’ ό,τι κατά
καιρούς τους καταδίωκε. Και ενώ η ιστορία κούτσαινε χωρίς πυξίδα και το
κάθε Τετάρτη είχε αρχίσει να γίνεται κάθε δεκαπέντε και ούτω καθεξής, ο
σπόρος ξύπνησε. Πού θα ήταν κρυμμένος εκείνος ο πολύγραφος αν όχι σ’ ένα
χωστοκέλι;
Μιλάω πολύ, νομίζω, για κάτι πολύ μικρό. Θα κλείσω λέγοντας αυτό: πολλοί
θα δουν σε τούτη τη νουβέλα για παιδιά μια ιστορία για τον Εμφύλιο.
Φυσικά, ο Εμφύλιος είναι εκεί. Είναι ένα φόντο στο παρόν των δύο
δεκάχρονων αγοριών, μακρινό αναγκαστικά για το τόσο νεαρό μυαλό τους,
που κάπως έρχεται πιο κοντά με την ανακάλυψή τους. Πιο πολύ λοιπόν από
την ίδια την Ιστορία, ο Πολύγραφος είναι μια αφήγηση για το πώς
και το πότε συνειδητοποιούμε την ύπαρξή της, αυτό το βάθος του χρόνου
με το οποίο συνδεόμαστε χωρίς όμως να το γνωρίζουμε τα πρώτα χρόνια της
ζωής μας. Είναι λοιπόν μια αφήγηση για το πώς μαθαίνουμε την Ιστορία, όσο πικρή και δύσκολη και αν είναι. Ως εκ τούτου, είναι και μια ιστορία για το πώς ανακαλύπτουμε ποιοι είμαστε, πότε συμβαίνει και ποιοι είναι δίπλα μας όταν συμβαίνει και, κατά συνέπεια, είναι και μια ιστορία για την αγάπη που μας δένει με τόπους και ανθρώπους και για το πώς συμβαίνει αυτό το δέσιμο.
―Μαρία Σκαμάγκα