Ο μυθιστοριογράφος Σεφέρης και το «παλίμψηστό» του

Από την τηλεοπτική διασκευή του μυθιστορήματος (ΕΡΤ 2021, σενάριο Δημήτρης Γιαμλόγλου, σκηνοθεσία Γιάννης Διαμαντόπουλος)
Από την τηλεοπτική διασκευή του μυθιστορήματος (ΕΡΤ 2021, σενάριο Δημήτρης Γιαμλόγλου, σκηνοθεσία Γιάννης Διαμαντόπουλος)
Τρεις προσεπίθετες επιγραφές στις «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη»


Οι Έξι νύ­χτες στην Ακρό­πο­λη, το πιο αδι­κη­μέ­νο, ομο­λο­γου­μέ­νως, έρ­γο του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη, αξί­ζει κα­τά την δι­κή μου (και αρ­κε­τών άλ­λων) γνώ­μη μια κα­λύ­τε­ρη με­τα­χεί­ρη­ση εκ μέ­ρους της ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­το­λο­γί­ας. Αν μη τι άλ­λο επει­δή, μ’ αυ­τό, ο συγ­γρα­φέ­ας υπή­ξε από τους πρώ­τους που ξέ­φυ­γαν από την, επι­κρα­τού­σα κα­θ’ ημάς, επαρ­χιώ­τι­κη ηθο­γρα­φία, προ­χω­ρώ­ντας απο­φα­σι­στι­κά στην κα­τεύ­θυν­ση του αστι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.[1]
Δεν πρό­κει­ται όμως πε­ρί σκέ­της αλ­λα­γής σκη­νο­γρα­φί­ας. Με άλ­λα λό­για, οι Έξι νύ­χτες... δεν πραγ­μα­τεύ­ο­νται απλώς μί­αν αστι­κή υπό­θε­ση σε αστι­κό πε­ρι­βάλ­λον, αλ­λά υπερ­βαί­νoυν και με­του­σιώ­νουν και τις δύο αυ­τές συ­νι­στώ­σες σε ένα Έπος της πό­λε­ως. Πα­ρό­μοιες επι­δό­σεις εξα­σφα­λί­ζουν στο έρ­γο μία δια­κρι­τή θέ­ση στην συ­νο­μο­τα­ξία των αξιό­λο­γων εκεί­νων μυ­θι­στο­ρη­μά­των του 20ού αιώ­να όπου ορι­σμέ­νες πό­λεις, με την ανά­γλυ­φη πα­ρου­σία τους, κα­τα­λαμ­βά­νουν το προ­σκή­νιο, αν όχι δε και ολό­κλη­ρο τον αφη­γη­μα­τι­κό χώ­ρο. Με αυ­τές[2] ―και με όσες άλ­λες μπο­ρεί να θυ­μη­θεί ο ανα­γνώ­στης―, το κα­τά Σε­φέ­ρην «κλει­νόν άστυ» μοι­ρά­ζε­ται, σε θε­μα­τι­κό επί­πε­δο, τον κοι­νό πα­ρο­νο­μα­στή του «αστι­κού»· υπάρ­χει όμως μία με την οποί­αν η Αθή­να των Έξι νυ­χτών... συγ­γε­νεύ­ει στε­νό­τε­ρα και (ού­τως ει­πείν) ορ­γα­νι­κά: ο λό­γος για την τε­τρα­πλή Αλε­ξάν­δρεια του Lawrence Durrell (1972).
Δεν υπο­νοώ την ύπαρ­ξη κά­ποιου εί­δους επι­δρά­σε­ως από την μία ή την άλ­λην πλευ­ρά·[3]  πρό­κει­ται μάλ­λον πε­ρί συ­γκλί­σε­ως (κα­τά το εύ­στο­χο λο­γο­παί­γνιο του Octavio Paz: όχι infuencia, αλ­λά con-fluencia). Θέ­ση μου εί­ναι λοι­πόν ότι ο Σε­φέ­ρης, στο πε­ζο­γρά­φη­μά του, και ο Durrell, στην δι­κή του τε­τρα­λο­γία, κι­νού­νται σε πα­ράλ­λη­λους δρό­μους, πλην όμως εντός του αυ­τού (ή εκα­τέ­ρω­θεν πο­λύ πα­ρεμ­φε­ρούς) δη­μιουρ­γι­κού σχε­δί­ου, που ο πρώ­τος το προει­κά­ζει διαι­σθη­τι­κά και ο δεύ­τε­ρος το προσ­διο­ρί­ζει και υλο­ποιεί· σχέ­διο το οποίο φέ­ρει την κα­θιε­ρω­μέ­νη ονο­μα­σία μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό «πα­λίμ­ψη­στο».
Η λε­πτο­με­ρής ανά­λυ­ση της ιδά­ζου­σας αυ­τής δια­κει­με­νι­κό­τη­τας θα μας πή­γαι­νε όμως πο­λύ μα­κρυά από τους άμε­σους στό­χους του ανά χεί­ρας. Θα αρ­κε­σθώ λοι­πόν να επι­ση­μά­νω ότι το «πα­λίμ­ψη­στο» απο­τε­λεί­ται από ορι­σμέ­νες προ­σε­πί­θε­τες επι­γρα­φές, που συ­νι­στούν επί­πε­δα ση­μα­σί­ας και, την ίδια στιγ­μή, κω­δι­κούς ανά­γνω­σης της αυ­τής πλο­κής και που ανα­πτύσ­σουν σχέ­σεις αμοι­βαί­ας από­κρυ­ψης / απο­κά­λυ­ψης, ενώ το όλο νό­η­μα τού έρ­γου συ­νά­γε­ται εκ της άθροι­σης και προ­πά­ντων της σύν­θε­σης των ιδί­ων.
Από τη σκο­πιά του δη­μιουρ­γού, ο Durrell προ­τεί­νει, επί του προ­κει­μέ­νου, την εξής «συ­ντα­γή»:

«[Y]ou might try a four-card trick in the form of a novel; passing a common axis through four stories, say, and dedicating each to one of the four winds of heaven» (Durrell 1972: Clea, 757).

Στην προ­ο­πτι­κή του πα­ρα­λή­πτη, πά­λι, το ζη­τού­με­νο εί­ναι, δι­δά­σκουν οι θε­ω­ρη­τι­κοί της Λο­γο­τε­χνί­ας, η επε­ξερ­γα­σία της ανα­γνω­στι­κής εμπει­ρί­ας με τρό­πον ώστε η αί­σθη­ση της δια­δο­χι­κό­τη­τας να εξε­λι­χθεί σε αντί­λη­ψη του ταυ­το­χρο­νι­σμού. Ο Κα­να­δός Northrop Frye το εξη­γεί με καί­ρια ανα­φο­ρά στον Αρι­στο­τέ­λη: «[Σ]ε κά­ποιο ση­μείο, πλη­σιά­ζο­ντας προς το τέ­λος [του έρ­γου], ανα­μέ­νου­με όπως το γραμ­μι­κό suspense λυ­θεί και το ενο­ποιό σχή­μα του όλου απο­βεί νο­ε­ρώς ορα­τό. Το ση­μείο αυ­τό ονο­μά­στη­κε από τον Αρι­στο­τέ­λη ανα­γνώ­ρι­σις» (Frye 1963: Myth, 25).
Δια­τρέ­χο­ντας τις Έξι νύ­χτες..., δια­πι­στώ­νου­με την ύπαρ­ξη πε­ρισ­σο­τέ­ρων της μί­ας ανα­γνω­ρί­σε­ων, διά­σπαρ­των κα­τά μή­κος και πλά­τος των σε­λί­δων του βι­βλί­ου. Έκα­στη οδη­γεί, εάν όχι σε μί­αν ει­κό­να ρι­ζι­κά δια­φο­ρε­τι­κή του «πα­λιμ­ψή­στου», πά­ντως σε δια­κρι­τές ―καί­τοι συ­μπλη­ρω­μα­τι­κές― πα­ραλ­λα­γές της «νο­ε­ρώς ορα­τής» ση­μα­σί­ας του. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, ο Σε­φέ­ρης τρα­βά­ει από την τρά­που­λά του όχι τέσ­σε­ρα, αλ­λά τρία χαρ­τιά, για να στή­σει έναν συν­δυα­σμό που ανα­πα­ρι­στά, όχι τα «τέσ­σε­ρα ση­μεία του ορί­ζο­ντα», αλ­λά τα, τρία κι αυ­τά, συμ­βο­λι­κά δια­με­ρί­σμα­τα του σύ­μπα­ντος: το επί­γειο, το ου­ρά­νιο και το υπο­χθό­νιο.[4] 
Αυ­τήν την, ποι­η­τι­κά κα­το­χυ­ρω­μέ­νη, τρι­χο­τό­μη­ση προ­τί­θε­μαι να πα­ρα­κο­λου­θή­σω στις επό­με­νες σε­λί­δες.

1. Επι­γρα­φή Α’: το Επί­γειο επί­πε­δο
Η πρώ­τη κα­τά σει­ρά ση­μα­σιο­λο­γι­κή βαθ­μί­δα, η οποία απο­τε­λεί και το πρώ­το κλει­δί ερ­μη­νεί­ας του έρ­γου, προ­βάλ­λει μια «ρε­α­λι­στι­κή» ει­κό­να της πε­ριρ­ρέ­ου­σας και του πε­ρι­βάλ­λο­ντος όπου δια­δρα­μα­τί­ζο­νται οι Έξι νύ­χτες...

1.1.―Για την ακρί­βεια, έχου­με να κά­νου­με με ένα μω­σαϊ­κό από στιγ­μιό­τυ­πα, το οποίο θα μπο­ρού­σα­με να ανα­δια­ντά­ξου­με εν εί­δει ιδιά­ζο­ντος «τρι­πτύ­χου».
Η πρώ­τη πτυ­χή του δεν εί­ναι ξέ­νη προς (και ίσως και να εμπνέ­ε­ται από) την δη­μο­σιο­γρα­φι­κή ηθο­γρα­φία των faits divers: γρα­φι­κοί λαϊ­κοί τύ­ποι (Χλέ­που­ρας, Βυ­ζα­νιά­ρης)· ετοι­μό­λο­γοι πλα­νό­διοι πω­λη­τές («Πάρ­τε τσί­ρους, έχω τσί­ρους, τσί­ρους με πε­τρα­χή­λια, τσί­ρους αρε­ο­πα­γί­τες»)· οι απαρ­χές του μα­ζι­κού του­ρι­σμού και τα πρώ­τα, αυ­το­σχέ­δια δί­κτυα υπο­δο­χής και εξυ­πη­ρέ­τη­σης των πε­ρι­η­γη­τών - αρ­χής γε­νο­μέ­νης από μί­αν αρ­χαιο­πρε­πή, ού­τως ει­πείν, πορ­νο­γρα­φία (Τα­μί­δης)· πα­ρα­λη­ρού­ντες εθνο­σω­τή­ρες των κα­φε­νεί­ων να αναγ­γέλ­λουν τον βιο­λο­γι­κό ευ­τε­λι­σμό της «ρά­τσας» και να συ­νι­στούν εγκαί­ρη με­τα­νά­στευ­ση στον Βο­ρά, προς πλή­ρην επι­μει­ξία των Ελ­λή­νων με τις βό­ρειες φυ­λές· και, από κο­ντά, υστε­ρι­κοί «γκου­ρού» (Λο­γκο­μά­νος) να κο­λα­κεύ­ουν τους μπο­βα­ρι­σμούς μιας με­σαί­ας τά­ξε­ως χω­ρίς pedigree.[5] 
Δεύ­τε­ρη, δια­φαί­νε­ται μία Αθή­να η οποία λες και εί­ναι το Ελε­γεία και Σά­τι­ρες του Κα­ρυω­τά­κη, σε αφη­γη­μα­τι­κή δια­σκευή. Επαρ­χιώ­τι­κή κα­τά βά­σιν, με ένα «πα­σά­λειμ­μα» νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας και επι­τη­δευ­μέ­νου κο­σμο­πο­λι­τι­σμού, η ελ­λη­νι­κή Πρω­τεύ­ου­σα έχει στοι­χειω­θεί από το πνεύ­μα και την διά­θε­ση των années folles: γοη­τεύ­ε­ται λοι­πόν από την μα­γεία του ομι­λού­ντος κι­νη­μα­το­γρά­φου και ηδο­νί­ζε­ται στα ντάν­σινγκ ή μέ­σω ρα­διο­φώ­νου, με τα χιτ της επο­χής ―την «Βα­λέν­τσια», το φόξ­τροτ ή τους, άρ­τι αφι­χθέ­ντες εξ Αμε­ρι­κής, ρυθ­μούς της τζαζ― που κα­τα­κλύ­ζουν τον ακου­στι­κό πε­ρί­γυ­ρο...
Τέ­λος, σε βά­θος σκη­νής βλέ­που­με χρώ­μα­τα βα­ριά, μου­ντά, χρώ­μα­τα που πλη­γώ­νουν. Εί­ναι η πιο «προ­σω­πι­κή» Αθή­να του συγ­γρα­φέ­ως, κα­θώς φέ­ρει το στίγ­μα της δύ­σκο­λης σχέ­σης της Ελ­λά­δας με την Δια­σπο­ρά της, που ο Σμυρ­νιός Σε­φέ­ρης έζη­σε «στο πε­τσί του».
Την ανα­λύ­ει, λοι­πόν, αρ­χής γε­νο­μέ­νης από τον Γολ­γο­θά των πρό­σφυ­γων, των «ξε­σπι­τω­μέ­νων» αρ­ρώ­στων του κα­ταρ­γη­μέ­νου νο­σο­κο­μεί­ου σε πί­να­κα του Ελ Γκρέ­κο (πρβ. Α: 11), οι οποί­οι έχουν κα­τα­φύ­γει, ανε­πι­θύ­μη­τοι, σε μία χώ­ρα μι­κρή και εξα­θλιω­μέ­νη:

― Βλέ­πεις [...], η γης εί­ναι φτω­χιά εδώ και ο κό­σμος λι­μα­σμέ­νος. Τι να σου κά­νου­νε κι αυ­τοί; Θαρ­ρούν πως ήρ­θα­με ξε­πί­τη­δες για να τους φά­με το ψω­μί τους. (Γ: 107).

Με συ­μπό­νια ομοιο­πα­θού­ντος, βλέ­πει επί­σης τους απο­συ­νά­γω­γους του νό­στου, με τις προσ­δο­κί­ες τους να δια­ψεύ­δο­νται η μία με­τά την άλ­λη:

Ένας σπό­ρος που γυ­ρί­ζει στον τό­πο του, εί­ναι ένας σπό­ρος που πά­ει να βλα­στή­σει· ένας Ρω­μιός που γυ­ρί­ζει στον τό­πο του, εί­ναι ένας Ρω­μιός που πά­ει να βλα­στη­μή­σει. Ελ­λά­δα, σε κρά­τη­σα πά­νω μου κα­τά­σαρ­κα· με δαι­μό­νι­σες (Γ: 103).

Σε εγ­γύ­τε­ρη δε προ­ο­πτι­κή, πα­ρα­κο­λου­θεί τα βα­σα­νι­στι­κά ταυ­το­τι­κά δι­λήμ­μα­τα των επα­να­πα­τρι­σθέ­ντων· δι­λήμ­μα­τα ανε­πί­δε­κτα οιο­ασ­δή­πο­τε λύ­σε­ως, ακό­μη και στον κύ­κλο του ερω­τι­κού πά­θους. «[Π]οιος εί­ναι ο τό­πος όπου το κορ­μί μας υπάρ­χει;» (Γ: 111), ανα­ρω­τιέ­ται λό­γου χά­ριν είς εξ αυ­τών, για να λά­βει, από την ερω­τι­κή του σύ­ντρο­φο, την από­κρι­ση: «Δεν εί­μαι ο τό­πος όπου το κορ­μί σου υπάρ­χει» (Γ:117).
Έτσι λοι­πόν, η επί­γεια Πό­λη μας φα­νε­ρώ­νε­ται σε τρεις υπο­στά­σεις, όμως με ενιαίο ιστο­ρι­κο-υπαρ­ξια­κό υπό­βα­θρο, αρ­κού­ντως ανα­γνω­ρί­σι­μο ακό­μη και σε εμάς, σή­με­ρα, πολ­λώ μάλ­λον στους δυ­νη­τι­κούς ανα­γνώ­στες της επο­χής την οποί­αν απει­κο­νί­ζει το σε­φε­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα. Ο συγ­γρα­φέ­ας φρο­ντί­ζει να το επι­ση­μά­νει και ρη­τά, τό­σο εντός κει­μέ­νου: «στην Αθή­να, γύ­ρω στη δι­κτα­το­ρία του Πά­γκα­λου» (Α: 26· πλα­γιο­γρά­φη­ση δι­κή μου), όσο και εκτός αυ­τού: σε πα­ράρ­τη­μα όπου τα πλα­σμα­τι­κά επει­σό­δια τα­ξι­νο­μού­νται χρο­νο­λο­γι­κά, κα­τά υπαρ­κτές ημε­ρο­μη­νί­ες και φά­σεις της Σε­λή­νης, του έτους 1928 (πρβ. Σε­φέ­ρης 1987: 268-270).

1.2.― Εντού­τοις, η επί­φα­ση ανα­φο­ρι­κό­τη­τας δεν αναι­ρεί τις συμ­βο­λι­κές προ­ε­κτά­σεις του έρ­γου. Διό­τι, από σκο­πιάς της «αρ­χε­τυ­πι­κής» θε­ω­ρί­ας (με την οποία στοι­χί­ζο­μαι εδώ), ο Ρε­α­λι­σμός δεν εί­ναι πα­ρά «έμ­με­ση μυ­θο­λο­γία»· πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, ταυ­τί­ζε­ται με την φο­ρά ενός πρω­το­γε­νούς μυ­θι­κού λι­μπρέ­του, κα­τό­πιν «εκτρο­πής» του (displacement) σε εγκό­σμια κα­τεύ­θυν­ση (πρβ. Frye 1963: Myth, 36).
Άλ­λω­στε, πο­λύ σπα­νί­ως η «πραγ­μα­τι­κό­τη­τα» (υπό οιαν­δή­πο­τε έν­νοια) ανα­κλά­ται ή απορ­ρο­φά­ται στην Τέ­χνη ως έχει· κα­τά κα­νό­να το ακα­τέρ­γα­στο υλι­κό της, προ­κει­μέ­νου να αφο­μοιω­θεί καλ­λι­τε­χνι­κά, «στυ­λι­ζά­ρε­ται». Στο ανά χεί­ρας «επί­γειο» πε­δίο, το εν λό­γω στυ­λι­ζά­ρι­σμα ―ή ρε­α­λι­στι­κή εκτρο­πή― ανα­τρέ­χει στο ρε­περ­τό­ριο της «λαϊ­κής κουλ­τού­ρας του γέ­λω­τος»· συ­νο­πτι­κό­τε­ρα, του Καρ­νά­βα­λου (με την ορο­λο­γία του Μι­χα­ήλ Μπα­χτίν).
Αν και θε­με­λιώ­δης, η συ­γκε­κρι­μέ­νη διά­στα­ση μπο­ρεί και να μη γί­νει πά­ντα αντι­λη­πτή με ευ­κο­λία. Ο Ρώ­σος θε­ω­ρη­τι­κός το­νί­ζει με κά­θε έμ­φα­ση ότι το καρ­να­βα­λι­κό στοι­χείο υιο­θε­τεί πολ­λές φο­ρές την μορ­φή του «συ­μπε­πιε­σμέ­νου γέ­λω­τος»: με άλ­λα λό­για, του γέ­λιου που, ναι μεν κα­θο­ρί­ζει την δο­μή και τον χα­ρα­κτή­ρα της καλ­λι­τε­χνι­κής ει­κό­νας, πλην όμως δεν «ακού­γε­ται» πα­ρά πο­λύ δια­κρι­τι­κά. Ως εκ τού­του, «δεν απο­κλεί­ει το εν­δε­χό­με­νο της πα­ρου­σί­ας μιας σκο­τει­νής ατμό­σφαι­ρας εντός του έρ­γου» (πρβ. Bahtin 1970: 230-232). Κλα­σι­κό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι το Δε­κα­ή­με­ρο του Βο­κα­κί­ου, το οποίο κερ­δί­ζει βά­θος και βά­ρος εάν ο ανα­γνώ­στης έχει κα­τά νουν ότι, την ίδια στιγ­μή, πί­σω και όχι πο­λύ μα­κριά από την (φαι­νο­με­νι­κά) χα­ρού­με­νη πα­ρέα των δέ­κα νε­α­ρών, ο «μαύ­ρος θά­να­τος» ―η φρι­κτή πα­νώ­λη του 14ου αιώ­να― θέ­ρι­ζε την Φλω­ρε­ντία τους, αλ­λά και ολό­κλη­ρη την οι­κου­μέ­νη. Τη­ρου­μέ­νων, βε­βαί­ως, των ανα­λο­γιών, αντί­στοι­χο ρό­λο παί­ζει στις Έξι νύ­χτες... το κα­τα­θλι­πτι­κό φό­ντο επί του οποί­ου οι χα­ρα­κτή­ρες του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, εί­τε κύ­ριοι εί­τε πε­ρι­στα­σια­κοί, ανα­λί­σκο­νται σε πε­ρι­πέ­τειες τρα­γε­λα­φι­κές, στα όρια του γκρο­τέ­σκου. Πα­ρό­μοια δι­πο­λι­κό­τη­τα εί­ναι ό,τι πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό μπο­ρεί να φα­ντα­στεί κα­νείς, ως προς την δια­λε­κτι­κή του Καρ­νά­βα­λου.

1.3.― Κα­τ’ αρ­χάς, ο «συ­μπε­πιε­σμέ­νος γέ­λως» πα­ρεμ­βαί­νει δρα­στι­κά στην δό­μη­ση του χω­ρο­χρο­νι­κού πλαι­σί­ου ή χρο­νο­τό­που της αφή­γη­σης (πρβ. Bahtin 1982: 234-235). Συ­γκε­κρι­μέ­να, του επι­βάλ­λει μί­αν (ού­τως ει­πείν) μι­κρο­γρα­φι­κή «με­ταμ­φί­ε­ση».
Εάν, κα­τά τον Με­σαί­ω­να και την Ανα­γέν­νη­ση, το κα­τ’ εξο­χήν σκη­νι­κό των καρ­να­βα­λι­κών δρω­μέ­νων ήταν η Πλα­τεία της Πό­λε­ως, ένας δη­μό­σιος χώ­ρος όπου συ­νέ­κλι­ναν όλες οι στιγ­μές του εορ­τα­στι­κού χρό­νου, το σε­φε­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, σε μια πρώ­τη φά­ση, «εκτρέ­πει» την συ­γκε­κρι­μέ­νη πα­ρά­με­τρο, με­τα­φέ­ρο­ντας τους ήρω­ές του εν μέ­σω τυ­χαί­ων συ­νω­στι­σμών σε τυ­χαί­ους χώ­ρους - την τα­βέρ­να, το πορ­νείο, ή και την Ακρό­πο­λη την ίδια -, απ’ όπου κά­θε γιορ­τι­νή ευ­φο­ρία έχει εκλεί­ψει, αφή­νο­ντας θέ­ση σε μια νευ­ρω­τι­κή φρε­νί­τι­δα. Εκεί λοι­πόν ο κα­θέ­νας φέρ­νει το δι­κό του άγ­χος, μο­να­δι­κό, μο­να­χι­κό και ακοι­νώ­νη­το, ου­δέ­πο­τε αλ­λη­λέγ­γυο προς το άγ­χος του πλη­σί­ον.
Στο πνεύ­μα του «συ­μπε­πιε­σμέ­νου γέ­λω­τος», ο Σε­φέ­ρης προ­χω­ρεί έπει­τα στην κα­θαυ­τή σμί­κρυν­ση του χρο­νο­τό­που, φέ­ρο­ντάς το στο μέ­γε­θος μιας με­τω­νυ­μί­ας (pars pro toto). Εν­νοώ το λε­ω­φο­ρείο ―ή, σε ιδί­ω­μα της επο­χής, το «μπού­σι»― που, θα έλε­γε κα­νείς, απο­τε­λεί ένα εί­δος «φο­ρη­τής» Πλα­τεί­ας, σε αέ­ναη, χα­ο­τι­κή κί­νη­ση, άρα έμ­βλη­μα του ανο­σί­ου και ανου­σί­ου αθη­ναϊ­κού «Καρ­νά­βα­λου». Εκεί μπο­ρούν να προ­κύ­ψουν οι πιο απί­θα­νες κα­τα­στά­σεις, όπως, λό­γου χά­ριν, ένας ερω­τι­κός δε­σμός να αφορ­μά­ται από την «μούν­τζα» που ει­σπράτ­τουν από κοι­νού οι μέλ­λο­ντες ερα­στές (πρβ. Α: 38). Επί­σης εκεί, όμως, ένας φαι­νο­με­νι­κός αστεϊ­σμός πα­ρα­πέ­μπει τον υπο­βι­βα­σμέ­νο χρο­νό­το­πο της υπο­βι­βα­σμέ­νης κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας σε ένα ευ­ρύ­τε­ρο και ανώ­τε­ρο κλι­μά­κιο:

― Νέε, βλέ­πω, δια­βά­ζεις· τι δια­βά­ζεις;
― Εί­ναι Ο Χρυ­σός Γάι­δα­ρος, εί­πε ο Στρά­της.
[...]
― Του Απου­λή­ιου [...], με δια­σκε­δά­ζει όταν έχει συ­νω­στι­σμό στα λε­ω­φο­ρεία και στα τραμ (Ε: 186· πλα­γιο­γρά­φη­ση δι­κή μου).

Η σχε­τι­κή ανα­φο­ρά συν­δέ­ει το σε­φε­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα με μια πα­ρά­δο­ση, ένα genus proximus και ένα φι­λο­λο­γι­κό genus. Η πρώ­τη εί­ναι η καρ­να­βα­λι­κή πα­ρα­κα­τα­θή­κη της Αρ­χαιό­τη­τας, το δεύ­τε­ρο και το τρί­το προσ­διο­ρί­ζουν μια δη­μο­φι­λή κα­τη­γο­ρία της ύστε­ρης ελ­λη­νο-ρω­μαϊ­κής γραμ­μα­τεί­ας, τις πε­ρι­πε­τειώ­δεις ιστο­ρί­ες, που συ­μπε­ριε­λάμ­βα­ναν έως και πα­ρα­μυ­θέ­νιες με­τα­μορ­φώ­σεις των ηρώ­ων τους.[6]
Εξάλ­λου, στο πα­ρόν επί­πε­δο νο­ή­μα­τος και ανά­γνω­σης ―που ονο­μά­σα­με ‘επί­γειο’―, το δια­κει­με­νι­κό αυ­τό ερέ­θι­σμα λει­τουρ­γεί ως ανα­γνώ­ρι­σις η οποία κα­θι­στά «νο­ε­ρώς ορα­τό» το, κα­τά Frye, «ενο­ποιό σχή­μα του όλου», εν εί­δει puzzle όπου ποι­κί­λα συ­στα­τι­κά, ανό­μοια και σκόρ­πια, βρί­σκουν την λε­λο­γι­σμέ­νη θέ­ση τους.

1.4.― Ας αρ­χί­σου­με από την υπό­θε­ση του έρ­γου ή, για την ακρί­βεια από τον σκλη­ρό πυ­ρή­να της.
Στην Αθή­να, λοι­πόν, στα χρό­νια της δι­κτα­το­ρί­ας του Πα­γκά­λου, επτά νε­α­ρά άτο­μα ―τρεις γυ­ναί­κες και τέσ­σε­ρις άντρες― επι­διώ­κουν να πά­ψουν να εί­ναι μια «άτο­νη Βα­βέλ» (Α: 26) και, απο­κτώ­ντας συλ­λο­γι­κή συ­νο­χή, να γί­νουν «πα­ρέα». Για να το πε­τύ­χουν όμως χρή­ζουν κά­ποιου λι­μπρέ­του εντός του οποί­ου να με­τα­μορ­φω­θούν, από «σκορ­πι­σμέ­να» πρό­σω­πα της χα­ώ­δους πραγ­μα­τι­κό­τη­τας σε dramatis personæ μιας συ­νε­κτι­κής μυ­θο­πλα­σί­ας, συ­γκρο­τη­μέ­να μά­λι­στα σε σύ­στη­μα.
Η ιδέα θυ­μί­ζει (και δεν απο­κλεί­ε­ται να ανά­γε­ται κιό­λας στον) Pirandello: κά­τι tέ­τοιo δεν επι­ζη­τού­σαν και τα Sei personaggi in cerca d’ autore; Καί­τοι οι επτά (εδώ) χα­ρα­κτή­ρες υπά­γο­νται σε ένα πλα­σμα­τι­κό σχή­μα κα­τά τι δια­φο­ρε­τι­κό: θα ανε­βούν όλοι μα­ζί στον βρά­χο της Ακρο­πό­λε­ως του­λά­χι­στον έξι συ­νε­χό­με­νες φο­ρές, σε νύ­χτες με παν­σέ­λη­νο ― πά­ντως ο συγ­γρα­φέ­ας δεν αφή­νει να πε­ρά­σει απα­ρα­τή­ρη­το το πό­θεν το σε­νά­ριο αυ­τό έλ­κει την κα­τα­γω­γή του. Απε­να­ντί­ας, το επι­ση­μαί­νει, εμ­μέ­σως πλην σα­φώς, όταν η δυ­νά­μει «πα­ρέα» πα­ρα­κο­λου­θεί στο σι­νε­μά, ού­τε λί­γο ού­τε πο­λύ, τον Μα­κα­ρί­τη Μα­θιό Πα­σκά­λη του… Pirandello![7] (πρβ. Α: 21 και 26). Το δι­πλο παι­γνί­δι με την δια­κει­με­νι­κό­τη­τα (κι­νη­μα­το­γρά­φος αντί θε­ά­τρου, μυ­θι­στο­ρία αντί δρα­μα­τι­κής τέ­χνης) ση­μαί­νει, σε πνεύ­μα «πα­λιμ­ψή­στου», την φα­νέ­ρω­ση / από­κρυ­ψη της πι­ρα­ντελ­λι­κής πη­γής. Ση­μαί­νει όμως και κά­τι άλ­λο, αν και στο ίδιο πνεύ­μα. Ο Mattia Pascal, λοι­πόν, απο­φα­σί­ζει να αλ­λά­ξει ταυ­τό­τη­τα και ζει μια δεύ­τε­ρη ζωή, για να ανα­κα­λύ­ψει στο τέ­λος ότι η δια­δρο­μή του ήταν ευ­θύς εξ αρ­χής εγ­γε­γραμ­μέ­νη στον χάρ­τη του πε­πρω­μέ­νου· κα­τ’ ανα­λο­γί­αν, εί­ναι πο­λύ πι­θα­νόν οι χα­ρα­κτή­ρες του Σε­φέ­ρη, ενώ πι­στεύ­ουν ότι έχουν επι­λέ­ξει / επι­νο­ή­σει οι ίδιοι την τε­λε­τή κοι­νω­νι­κο­ποί­η­σής τους ως «πα­ρέ­ας», στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα να επι­λέ­χτη­καν /επι­νο­ή­θη­καν για ―και από― το εν λό­γω σε­νά­ριο.[8]
Ο συγ­γρα­φέ­ας το απο­σα­φη­νί­ζει και ρη­τά, μέ­σω μί­ας ακό­μη ανα­γνω­ρί­σε­ως που προ­σφέ­ρει στον ανα­γνώ­στη. Αφορ­μώ­με­νος από μια πε­ρι­κο­πή του Μάρ­κου Αυ­ρη­λί­ου (Τα εις εαυ­τόν: Ζ, 3), όπου ο φι­λό­σο­φος αυ­το­κρά­τωρ πα­ρο­μοιά­ζει τον αν­θρώ­πι­νο συρ­φε­τό, έρ­μαιο μά­ταιων πα­θών και πό­θων, με συ­νά­θροι­ση από «ΣΙ­ΓΙΛ­ΛΑ­ΡΙΑ ΝΕΥ­ΡΟ­ΣΠ­ΣΤΟΥ­ΜΕ­ΝΑ» (Α: 14), ο Στρά­της, με την ιδιό­τη­τα της εν­δο-μυ­θι­στο­ρή­μα­τι­κής persona του Σε­φέ­ρη, προει­κά­ζει μια κα­μπή, αν όχι στην πλο­κή τη ίδια, του­λά­χι­στον στο νό­η­μα και στην ερ­μη­νεία της· σχο­λιά­ζει λοι­πόν (σε ημε­ρο­λο­για­κή εγ­γρα­φή):

Μα δεν εί­ναι ανά­γκη να εί­ναι μό­νο εφτά πρό­σω­πα στην Ακρό­πο­λη, μπο­ρεί να εί­ναι πολ­λά, άπει­ρα. Ού­τε εί­ναι ανά­γκη να εί­ναι τα ίδια και τις έξι φο­ρές. Το πρό­σω­πο του δρά­μα­τος εί­ναι η Ακρό­πο­λη· οι άλ­λοι εί­ναι τα σι­γιλ­λά­ριά της· οποια­δή­πο­τε σι­γιλ­λά­ρια ― νευ­ρο­σπα­στού­με­να (Α: 35).

Εξάλ­λου, η σχε­τι­κή ανα­γνώ­ρι­σις φω­τί­ζει δια­φο­ρε­τι­κά το σύ­στη­μα των χα­ρα­κτή­ρων του έρ­γου, δί­δο­ντας έμ­φα­ση στην συλ­λο­γι­κή πλευ­ρά του. Εάν, δη­λα­δή, το πραγ­μα­τι­κό «πρό­σω­πο του δρά­μα­τος» εί­ναι η Ακρό­πο­λη ―ή, αλ­λιώς, η «άρ­ρω­στη» Αθή­να―, τό­τε τα επτά επώ­νυ­μα «σι­γιλ­λά­ρια» απο­τε­λούν τον πυ­ρή­να ενός θιά­σου, τό­σο με την αρ­χαία ση­μα­σία της λέ­ξε­ως: ‘συ­νο­δεί­α’ πι­στών και ακο­λού­θων κά­ποιου θε­ού, ει­δι­κό­τε­ρα του Διο­νύ­σου, οσο και με την με­τα­γε­νέ­στε­ρη: ‘μπου­λού­κι θε­α­τρί­νω­ν’. Υπ’ αμ­φό­τε­ρες τις έν­νοιες, οι κι­νή­σεις και οι δρά­σεις τους υπα­κού­ουν στην κα­τ’ εξο­χήν καρ­να­βα­λι­κή «λο­γι­κή των προ­σμί­ξε­ων, με­ταμ­φιέ­σε­ων και προ­σποι­ή­σε­ων» (Bahtin 1970: 185).

1.5.― Σε δυ­να­μι­κή προ­ο­πτι­κή, οι δια­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις στο σε­φε­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα μοιά­ζουν με τον ιλιγ­γιώ­δη στρό­βι­λο ενός χο­ρού με­ταμ­φιε­σμέ­νων. Εκεί, λοι­πόν, ο βί­ος και η πο­λι­τεία του κά­θε μα­σκα­ρε­μέ­νου καρ­να­βα­λι­στή κα­θο­ρί­ζο­νται από την μά­σκα που φο­ρά­ει ή του την έχουν φο­ρέ­σει.

Το θέ­μα αξί­ζει μια διε­ξο­δι­κό­τε­ρη εξέ­τα­ση.
Συ­χνά, το προ­σω­πείο δεν εί­ναι πα­ρά ένα όνο­μα το οποίο, άπαξ και απο­δο­θεί σε κά­ποιο μέ­λος του «θιά­σου», το κα­θι­στά πα­ρ’ αυ­τά «σι­γιλ­λά­ριο νευ­ρο­σπα­στού­με­νο», να κρέ­με­ται από το συ­γκε­κρι­μέ­νο ονο­μα­στι­κό νή­μα. Για πα­ρά­δειγ­μα, το χρί­σμα της Πα­σι­φά­ης, που ο Λο­γκο­μά­νος απο­νέ­μει στην Λά­λα, έχει κα­τα­να­γκα­στι­κόν αντί­κτυ­πο επί της ηρω­ί­δας. Σε βαθ­μόν ώστε ένα φους τά­νι (χα­ρι­σμέ­νο σ’ αυ­τήν από την Σφίγ­γα) να απο­βεί για την νέα «Πα­σι­φάη» μια σε­ξουα­λι­κή με­ταμ­φί­ε­ση, αντί­στοι­χη της ξύ­λι­νης αγε­λά­δας που εί­χε υπο­δυ­θεί η πα­λιά, προ­κει­μέ­νου να συ­νου­σια­στεί με τον ταύ­ρο του Πο­σει­δώ­να. Νου­θε­τεί λοι­πόν η Σφίγ­γα τον Στρά­τη:

― Άκου­σε [...], εί­ναι έτοι­μη να πέ­σει στην αγκα­λιά σου· το ξέ­ρω. Πά­ρε την τώ­ρα, εδώ [...] μια χει­ρο­νο­μία να κά­νεις, το φου­στά­νι θα φύ­γει (Ε: 201).

Η άλ­λη όψη του νο­μί­σμα­τος εί­ναι ότι, ναι μεν κα­θο­ρί­ζει ή του­λά­χι­στον με­τα­βάλ­λει την μοί­ρα του τά­δε ή του δί­να χα­ρα­κτή­ρα, σπα­νί­ως η μά­σκα συγ­χω­νεύ­ε­ται εξ ολο­κλή­ρου με τον χρή­στη της. Υπάρ­χουν δη­λα­δή ήρω­ες οι οποί­οι φο­ρούν - κα­τά πε­ρί­πτω­σιν και κα­τ’ «ανά­δο­χον» - πολ­λα­πλά προ­σω­πεία και υπάρ­χουν, αντι­στρό­φως ανά­λο­γα, προ­σω­πεία που περ­νούν από τον έναν ήρωα στον άλ­λον.

Ας δού­με ορι­σμέ­να δείγ­μα­τα της μί­ας και της άλ­λης κα­τη­γο­ρί­ας.
― Ενώ Πα­σι­φάη γί­νε­ται κα­τ’ επι­βο­λήν (του Λο­γκο­μά­νου), η Λά­λα υπο­δύ­ε­ται εκου­σί­ως - ένα­ντι του Στρά­τη - την πόρ­νη Δό­μνα (ΣΤ: 249 και 251).  
―Την Μα­ρι­γώ, ο μεν Στρά­της την πα­ρο­νο­μά­ζει Σφίγ­γα (Α: 12), ο δε Λο­γκο­μά­νος την ανα­κη­ρύτ­τει Κίρ­κη (Γ: 124).
―Η Σα­λώ­μη πα­ρου­σιά­ζε­ται ως Ερ­μα­φρό­δι­τος όταν η «Κίρ­κη» την προ­σφέ­ρει δώ­ρο στην «αδερ­φού­λα» της, αλ­λά και όταν την κά­νει πα­ρα­λη­πτρια της ίδιας «αδερ­φού­λας», ως αντί­δω­ρο (Δ: 151).
―Από την άλ­λη, η Σα­λώ­μη εί­ναι και αυ­τή μια Πα­σι­φάη (αν όχι κα­τ’ όνο­μα, σα­φώς κα­τ’ου­σί­αν) όταν η Λά­λα της «φο­ρά­ει το πε­τσί της» (Δ: 161).
―Και, για να ανα­στρέ­ψου­με το πα­ρά­δειγ­μα, τού­τό ση­μαί­νει ότι πά­ντα η Λά­λα με­τα­βι­βά­ζει στην Σα­λώ­μη τον ρό­λο της Πα­σι­φά­ης που της εί­χε ανα­τε­θεί αρ­χι­κά (πρβ. Δ: 161), κα­θώς η ίδια με­τα­βάλ­λε­ται σε με­ταμ­φί­ε­ση της φί­λης της κα­τά την ονει­ρι­κή και έπει­τα την με­τά θά­να­τον συ­νεύ­ρε­ση αυ­τής με τον ερα­στή της/τους (πρβ. Δ: 161 και ΣΤ: 236, αντι­στοί­χως).
Δε­δο­μέ­νου του γε­νι­κευ­μέ­νου «τρα­βε­στι­σμού» και «τραν­σφορ­μι­σμού» που επι­κρα­τεί εδώ, κέ­ντρο του συ­στή­μα­τος των μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κών χα­ρα­κτή­ρων θα γί­νει, στο «επί­γειο» επί­πε­δο του έρ­γου, η Κίρ­κη, την οποί­αν ο Λο­γκο­μά­νος εξαί­ρει ως «με­γά­λη θεά», αφού

Σ’ αυ­τήν χρω­στού­με τις δη­μιουρ­γι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις [...] Από το κα­τώ­τα­το στο ανώ­τα­το, ως το κα­τώ­φλι του θε­ού [Δ: 124).

Συ­νε­πώς, η εν λό­γω μά­σκα πα­ρου­σιά­ζει ευ­ρύ ση­μα­σιο­λο­γι­κό και συμ­βο­λι­κό άνοιγ­μα, και επ’ ου­δε­νί λό­γω επι­δέ­χε­ται υπε­ρα­πλου­στευ­τι­κές ερ­μη­νεί­ες «ενός και μό­νον επι­πέ­δου» (όπως θα έλε­γε ο Μπα­χτίν).[9] Γι’ αυ­τό και ο Στρά­της, που δεν έχει κα­νέ­να λό­γο να την συ­μπα­θή­σει, ανα­ρω­τιέ­ται ωστό­σο «μή­πως εί­χε δί­κιο το Λο­γκο­μά­νος όταν εξη­γού­σε τα με­γα­λεία της Κίρ­κης», εν­θυ­μού­με­νο­ςτην ομη­ρι­κή πε­ρι­κο­πή όπου οι σύ­ντρο­φοι του Οδυσ­σέα ξα­να­γί­νο­νται άν­θρω­ποι, πλην όμως «[π]ιο νέ­οι, πιο όμορ­φοι και πιο με­γά­λοι» (πρβ. Οδ. κ, 395-396: νε­ώ­τε­ροι ἢ πά­ρος ἦσαν, / καὶ πολὺ καλ­λί­ο­νες καὶ μεί­ζο­νες), «αφού πέ­ρα­σαν από τη με­τα­μόρ­φω­ση του γου­ρου­νιού» (ΣΤ: 220).

Ολο­κλη­ρώ­νο­ντας την φαι­νο­με­νο­λο­γι­κή ανα­σκό­πη­σης του θέ­μα­τος του προ­σω­πεί­ου, μπο­ρού­με να συ­μπε­ρά­νου­με ότι το συ­γκε­κρι­μέ­νο στοι­χείο, αν και αε­νά­ως με­τα­βαλ­λό­με­νο, απο­δει­κνύ­ε­ται πιο αξιό­πι­στο από άλ­λα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του εκά­στο­τε φο­ρέα, των οποί­ων η ρευ­στό­τη­τα θυ­μί­ζει«ρό­λους» της commedia dell’ arte.[10] Ακό­μη και με­τά την λή­ξη της χο­ρο­ε­σπε­ρί­δας, στην έξο­δο, όπου οι με­ταμ­φιέ­σεις επι­στρέ­φο­νται στην γαρ­δα­ρό­μπα, η καρ­να­βα­λι­κή λο­γι­κή δεν παύ­ει να εξου­σιά­ζει την πο­ρεία των ηρώ­ων: βγά­ζoο­ντας κα­νείς μια μά­σκα, φο­ρά­ει ipso facto κά­ποιαν άλ­λη.
Για να φέ­ρω ένα τε­λευ­ταίο πα­ρά­δειγ­μα, όταν πια πέ­φτει η «αυ­λαία στα φεγ­γα­ρό­φω­τα», δη­λα­δή η κε­ντρι­κή ηρω­ί­δα του βι­βλί­ου απο­φα­σί­ζει να φύ­γει από την «άρ­ρω­στη» Αθή­να, προ­κει­μέ­νου να ζή­σει «στον ήλιο» πλάι στον Στρά­τη, εγκα­τα­λεί­πει την αμ­φί­ση­μη επω­νυ­μία Σα­λώ­μη και παίρ­νει (ή ξα­να­παίρ­νει;) το όνο­μα Μπί­λιω που, με τις φολ­κλο­ρι­κές πα­ρα­δη­λώ­σεις του, προ­οιω­νί­ζει την ει­δυλ­λια­κή ανά­παυ­λα του ολο­κλη­ρω­μέ­νου έρω­τα. Πα­ρά ταύ­τα, εξα­κο­λου­θεί να υφί­στα­ται θέ­μα κα­ταλ­λη­λό­τη­τας, άρα να πλα­νά­ται αβε­βαιό­τη­τα σχε­τι­κά με την συμ­φω­νία φαι­νο­μέ­νου και ου­σί­ας, ονό­μα­τος και πράγ­μα­τος, προ­σω­πεί­ου και προ­σώ­που:

Η Σα­λώ­μη εί­χε χα­θεί και προ­σπα­θού­σα να συ­ναρ­μο­λο­γή­σω με το κοι­νούρ­γιο του όνο­μα, εκεί­νο το σώ­μα» (Δ: 167).

1.6.― «Το σπου­δαιό­τε­ρο καρ­να­βα­λι­κό δρώ­με­νο εί­ναι η τε­λε­τή στέ­ψης και, εν συ­νε­χεία, εκ­θρο­νι­σμού του Βα­σι­λιά του Καρ­νά­βα­λου» (Bahtin 1970: 171).
Πεμ­πτου­σία της καρ­να­βα­λι­κής δια­λε­κτι­κής, η «εκ­θρο­νι­στι­κού τύ­που δια­μόρ­φω­ση της καλ­λι­τε­χνι­κής ει­κό­νας» (αυ­τό­θι: 174) μπο­ρεί να υφί­στα­ται και σε μι­κρο­γρα­φία. Ένας τέ­τοιος «συ­μπε­πιε­σμέ­νος» εκ­θρο­νι­σμός εντο­πί­ζε­ται, φέ­ρ’ ει­πείν, στην δο­μή και την ση­μα­σία ορι­σμέ­νων χα­ρα­κτή­ρων του Έξι νύ­χτες... Για πα­ρά­δειγ­μα, η Μα­ρι­γώ εί­ναι μια Σφίγ­γα άνευ αι­νίγ­μα­τος· ο Λο­γκο­μά­νος, ένας «θαυ­μα­το­ποι[ός] που σκορ­πά γύ­ρω του την υστε­ρία» (Ε: 179)· στον ακα­δη­μαϊ­κό ζω­γρά­φο Φού­στο ται­ριά­ζει από­λυ­τα η πα­ρω­νυ­μία Φού­σκος (εκ του ‘φού­σκα’) κ.ο.κ.
Στο υπό­βα­θρο όμως του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος δια­κρί­νου­με κυ­ρί­ως κά­ποιες πα­ρεμ­φε­ρείς στρα­τη­γι­κές που στό­χον έχουν, θα έλε­γα, τον εκ­θρο­νι­σμό του Έρ­γου: των κα­τε­στη­μέ­νων / κα­θιε­ρω­μέ­νων εμ­βλη­μά­των αυ­τού. Οι συ­γκε­κρι­μέ­νες διερ­γα­σί­ες κα­τα­τάσ­σο­νται σε δύο κα­τη­γο­ρί­ες.
Η πρώ­τη ανά­γε­ται στον André Gide, ει­δι­κό­τε­ρα στην πε­ρί­φη­μη μέ­θο­δο της mise en abyme, που ο Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας εφήρ­μο­σε στους Πα­ρα­χα­ρά­κτες του (Les Faux-Monnayeurs), και η οποία συ­νί­στα­ται στον αντι­κα­το­πτρι­σμό της όλης αφη­γη­μα­τι­κής πλο­κής στην κλί­μα­κα των χα­ρα­κτή­ρων.[11] 
Στο ίδιο μή­κος κύ­μα­τος, ο Στρά­της του σε­φε­ρι­κού έρ­γου φι­λο­δο­ξεί να γρά­ψει μυ­θι­στό­ρη­μα και, πα­ράλ­λη­λα, στο ερ­γα­στη­ρια­κό του «ημε­ρο­λό­γιο κα­τα­στρώ­μα­τος», κα­τα­γρά­φει τα σχε­τι­κά προ­σχέ­δια, στιγ­μιό­τυ­πα από­την ζωή του «θιά­σου», αλ­λά και την αντα­νά­κλα­σή αυ­τών στις δι­κές του ονει­ρι­κο-αι­σθη­τι­κές ενο­ρά­σεις και φα­ντα­σιώ­σεις. Μέ­σω του ζι­ντι­κού αυ­τού τε­χνά­σμα­τος, οι επτά χα­ρα­κτή­ρες έχουν βρει λοι­πόν τον συγ­γρα­φέα τους. Έστω και αν όχι τον πιο κα­τάλ­λη­λο, επει­δή ο εν λό­γω, ποι­η­τής ων, αντι­με­τω­πί­ζει (κα­τά δι­κή του ομο­λο­γία) μεί­ζο­νες δυ­σκο­λί­ες στην πε­ρι­γρα­φή των δρά­σε­ων, κα­θώς πι­στεύ­ει «πως ό,τι υπάρ­χει πράτ­τει» (Α: 7). Εξάλ­λου όμως, κά­νει την ανά­γκη φι­λο­τι­μο, και δη με λει­τουρ­γι­κή ευ­στο­χία, αφού το συ­γκε­κρι­μέ­νο «ελάτ­τω­μα» αι­τιο­λο­γεί επαρ­κώς την αστά­θεια και την με­τα­βλη­τό­τη­τα μα­σκών και μα­σκο­φό­ρων, που απο­τε­λούν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γνω­ρί­σμα­τα των δια­προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων στην δί­νη του Καρ­νά­βα­λου.
Η δεύ­τε­ρη στρα­τη­γι­κή εκ­θρο­νι­σμού ή, εν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, συμ­βο­λι­κής προ­σγεί­ω­σης του Έρ­γου θυ­μί­ζει Ντα­ντά, αλ­λά έχει εν­δο­γε­νή προ­έ­λευ­ση· δια­τυ­πώ­νε­ται δε από την Σα­λώ­μη, κα­τ’ αντι­πα­ρά­θε­σιν προς το «σο­λι­ψι­στι­κό» μο­ντέ­λο του Στρά­τη:

― [...] Σκέ­φτο­μαι κά­πο­τε να κά­νω ένα βι­βλίο από όλα τα βι­βλία που έχω δια­βά­σει. Θα ’σκι­ζα τα φύλ­λα τους· θα τα ’κο­βα με το ψα­λί­δι κομ­μα­τά­κια-κομ­μα­τά­κια, θα τα ’ρι­χνα σ’ ένα κα­λά­θι, θα τ’ ανα­κά­τευα κα­λά κι ‘επει­τα θα ’βγα­ζα ένα-ένα κα θα τ’ αντί­γρα­φα. 
―Μό­νο που θα λεί­πεις από το βι­βλίο σου, της εί­πε ο Στρά­της.
―Πώς θα λεί­πω, αφού για τα δυ­στυ­χι­σμέ­να αυ­τά κομ­μα­τά­κια θα έχω παί­ξει το ρό­λο της τυ­φλής μοί­ρας. ΄Όμως, κι αν λεί­πω, τό­σο το κα­λύ­τε­ρο· θα εί­μαι αλ­λού και θα κά­νω τον έρω­τα· κι όταν κά­νω τον έρω­τα, εί­μαι στον έρω­τα και όχι στα βι­βλία.
[...]
―Κι εγώ πού θα εί­μαι; ρώ­τη­σε από πα­λιά συ­νή­θεια.
―Εσύ εί­σαι το αντί­θε­το [...] πά­λι στο βι­βλίο σου θα εί­σαι. Κι αν κα­τα­φέ­ρεις να το γρά­ψεις, θα έχεις προ­σπα­θή­σει τό­σο πο­λύ να το γε­μί­σεις με τον εαυ­τό σου, που θα έχουν φύ­γει όλοι οι άλ­λοι και θ’ απο­μεί­νεις μό­νος. Στο τέ­λος θα γί­νεις κομ­μα­τά­κια-κομ­μα­τά­κια που θα κο­λυ­μπούν μέ­σα στο δι­κό μου βι­βλίο και θα εί­ναι δί­κιο να τι­μω­ρη­θείς έτσι (Β: 63-64).

Η Σα­λώ­μη, λοι­πόν, οι­κειο­ποιεί­ται την πρό­θε­ση του ερα­στή της ενώ συ­νευ­ρί­σκε­ται ερω­τι­κά μα­ζί του· το οποίο ση­μαί­νει πως τον στέ­φει και τον εκ­θρο­νί­ζει, τον εκ­θειά­ζει και τον δια­κω­μω­δεί την ίδια στιγ­μή. Το ει­ρω­νι­κό της κα­τα­στά­σε­ως έγκει­ται στο ότι ο πλα­σμα­τι­κός συγ­γρα­φέ­ας έχει αι­μα­λω­τι­στεί εντός μυ­θο­πλα­σί­ας, ενώ ο πλα­σμα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας εί­ναι πιο ελεύ­θε­ρος από τον δη­μιουρ­γό του, αφού μπο­ρεί να βρί­σκε­ται εκεί ή αλ­λού, στο βι­βλίο ή στον έρω­τα.

«Μη­τρο­πο­λι­τι­κό Πάρ­κο». Σύν­θε­ση του Δη­μή­τρη Τσου­μπλέ­κα




2. Επι­γρα­φή Β’: το Ου­ρά­νιο επί­πε­δο

Σε δεύ­τε­ρη φά­ση, το θε­μα­τι­κό υλι­κό του σε­φε­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος «στυ­λι­ζά­ρε­ται» ως αλ­λη­γο­ρία. Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα: αφ’ ενός μεν η μά­ταιη δί­νη του αθη­ναϊ­κού Καρ­νά­βα­λου μας αφή­νει μί­αν αί­σθη­ση «εξω­πραγ­μα­τι­κού», αφ’ ετέ­ρου δε νιώ­θου­με επί­σης ότι εκεί υπάρ­χει θέ­λη­ση, ή του­λά­χι­στον τά­ση για στα­θε­ρή σύν­δε­ση με ένα ανώ­τε­ρο επί­πε­δο νο­ή­μα­τος.
Εντύ­πω­ση διό­λου τυ­χαία, αλ­λά ηθε­λη­μέ­νη επι­δί­ω­ξη του Σε­φέ­ρη. Με xει­ρο­πια­στό τεκ­μή­ριo αρ­χεί­ου έναν πί­να­κα με δε­κα­εν­νέα Μνή­μες Dante που πα­ρα­πέ­μπουν σε συ­γκε­κρι­μέ­να χω­ρία του βι­βλί­ου και που «μας φα­νε­ρών[ουν] μιαν ανυ­πο­ψί­α­στην υπο­δο­μή του έρ­γου» (Σαβ­βί­δης ό.π.: 261). Βά­σει αυ­τού, θα συ­μπε­ρά­νου­με ότι ο συγ­γρα­φέ­ας, για να φέ­ρει εις πέ­ρας το προ­α­να­φε­ρό­με­νο αλ­λη­γο­ρι­κό «στυ­λι­ζά­ρι­σμα», έχει προ­σφύ­γει στην πιο κα­τα­ξιω­μέ­νη αλ­λη­γο­ρία της πα­γκό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας, τη Θεία Κω­μω­δία.

2.1.― Για­τί όμως θε­ω­ρώ ότι η δια­κει­με­νι­κή διά­δρα­ση με τον Δά­ντη συ­νι­στά το ου­ρά­νιο επί­πε­δο του σε­φε­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος;
Ο λό­γος εί­ναι η ανο­δι­κή κα­τεύ­θυν­ση της πνευ­μα­τι­κής πο­ρεί­ας που δια­τρέ­χει την δα­ντι­κή αλ­λη­γο­ρία, από το κα­τώ­τα­το στο ύψι­στο, δη­λα­δή από την Κό­λα­ση έως τον Πα­ρά­δει­σο, μέ­σω Κα­θαρ­τη­ρί­ου.[12] Άλ­λω­στε, κα­τά τον ίδιο τον Δά­ντη, σε θε­ω­ρη­τι­κές και φι­λο­σο­φι­κές το­πο­θε­τή­σεις του (π.χ. το Convivio αλ­λά και την γνω­στή επι­στο­λή του στον Can Grande della Scala), ανο­δι­κή πρέ­πει να εί­ναι και η φο­ρά της αλ­λη­γο­ρι­κής ερ­μη­νεί­ας, από την «κυ­ριο­λε­ξία» προς το «ανα­γω­γι­κό» (δη­λα­δή το ‘εξυ­ψω­τι­κό’) νό­η­μα.
Εκ πρώ­της όψε­ως, η ένα προς ένα (κα­τά τις επι­τα­γές της αλ­λη­γο­ρί­ας) σύ­ζευ­ξη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κών και δα­ντι­κών επει­σο­δί­ων φα­ντά­ζει ενί­ο­τε λί­γο έως πο­λύ αυ­θαί­ρε­τη. Εάν, λό­γου χά­ριν, η μεν τολ­μη­ρή σκη­νή λε­σβι­κού έρω­τα, την οποί­αν ο Στρά­της πα­ρα­κο­λου­θεί «[σ]αν τον αγροί­κο που αφή­νουν μο­να­χό σε μια με­γά­λη πο­λι­τεία τη νύ­χτα» (Δ: 160) υπο­στη­ρί­ζει τον πα­ραλ­λη­λι­σμό με την τερ­τσί­να:

Non altrimenti stupido si turba
lo montanaro e remirando ammuta
quando rozzo e selvatico s’ inurba

(Purg. XXVI: 67-69)

―εί­ναι κά­πως υπερ­βο­λι­κή η πα­ρα­μπο­μπή του θο­ρύ­βου από το πέ­σι­μο του κο­ντα­ριού μιας κορ­τί­νας, που «χτύ­πη­σε το ναρ­κω­μέ­νο μυα­λό του Στρά­τη και τό­νε ξύ­πνη­σε» (Γ: 97), ού­τε λί­γο ού­τε πο­λύ, στην βρο­ντή που συ­νο­δεύ­ει την εί­σο­δο του Δά­ντη στον πρώ­το κύ­κλο της Κο­λά­σε­ως:

Ruppemi l’ alto sonno ne la testa
un greve truono, sì ch’ io mi riscossi
come persona ch’ è per forza desta.

(Inf. IV: 1-3).

Εντού­τοις, ακρι­βώς πα­ρό­μοιες «υπερ­βο­λές» εί­ναι αυ­τές που προ­βάλ­λουν ανά­γλυ­φα την συ­στη­μα­τι­κή προ­σπά­θεια του Σε­φέ­ρη για ανα­γω­γή και της πιο κοι­νής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας στην κα­τη­γο­ρία του υψη­λού. Επο­μέ­νως στο μυ­θι­στό­ρη­μά του γί­νε­ται έντο­να αι­σθη­τή η έλ­ξη εκεί­νη που, για μί­αν ακό­μη φο­ρά, κα­θο­ρί­ζει την «ου­ρά­νια» χροιά του ση­μα­σιο­λο­γι­κού και ερ­μη­νευ­τι­κού αυ­τού επι­πέ­δου. Εδώ λοι­πόν οι εν εκε­λί­ξει αφή­γη­ση και ανά­γνω­ση, εί­τε βυ­θι­στούν στην Κό­λα­ση, εί­τε δια­σχί­σουν το αχα­νές πε­δίο του Κα­θαρ­τη­ρί­ου, ή ατε­νί­σουν «μια αστρα­πή Πα­ρα­δεί­σου»[13] (πρβ. Σαβ­βί­δης ό.π. 233), ακο­λου­θούν στα­θε­ρά την ανο­δι­κή πο­ρεία.

2.2 ―Σε ψυ­χο­λο­γι­κή προ­ο­πτι­κή, η εν λό­γω ανιού­σα ανά­γε­ται σε διερ­γα­σί­ες της λε­γό­με­νης «εξι­δα­νί­κευ­σης» (Freud: Idealisierung· γνω­στή ευ­ρέ­ως και ως sublimation, εκ του sublime = ‘υψη­λό’).
Συ­γκε­κρι­μέ­να, οι διερ­γα­σί­ες αυ­τές προ­δί­δουν, στην εκ­κί­νη­σή τους, την ανά­γκη να υπερ­βεί ο Στρά­της την νο­ση­ρή εσω­στέ­φειά του: το «φο­βε­ρό μέ­σα, σαν τα μω­ρά», πρoσπα­θώ­ντας απε­γνω­σμέ­να «να κρα­τηθ[εί] από ένα αντι­κεί­με­νο του εξω­τε­ρι­κού κό­σμου, ένα οποιο­δή­πο­τε αντι­κεί­με­νο, όσο μη­δα­μι­νό κι αν ήταν» (ΣΤ: 228). Συ­νε­πώς, η εξι­δα­νί­κευ­ση ισού­ται γι’ αυ­τόν με απο­κο­πή (από μια προη­γού­με­νη κα­τά­στα­ση / υπό­στα­ση, την οποί­αν εκλαμ­βά­νει ως ανί­ε­ρη, ακά­θαρ­τη, οδυ­νη­ρή ή επι­κίν­δυ­νη).

2.2.1.―Με όρους του Γάλ­λου αν­θρω­πο­λό­γου Gilbert Durand, η πε­ρί­πτω­ση του σε­φε­ρι­κού ήρωα εμπί­πτει στην σφαί­ρα του «κα­θ’ ημέ­ραν κα­θε­στώ­τος της φα­ντα­σί­ας» (régime diurne de l’imaginaire). Πρό­κει­ται για την διά­θε­ση της ψυ­χής να αντι­πα­ρα­τε­θεί προς τα τέ­ρα­τα που γεν­νά «ο ύπνος της λο­γι­κής». Το συμ­βο­λι­κό αυ­τό κα­θε­στώς υπά­γε­ται σε δύο δυ­να­μι­κά σχή­μα­τα, εκ των οποί­ων το ένα εί­ναι «διαι­ρε­τι­κό» και το άλ­λο «ανο­δι­κό» (πρβ. Durand 1977: 222).
Υπα­κού­ο­ντας λοι­πόν στο «διαι­ρε­τι­κό» σχή­μα, ο σε­φε­ρι­κός ήρω­ας πρέ­πει πρω­τί­στως να δια­χω­ρί­σει εαυ­τόν από την εσω­τε­ρι­κό­τη­τα, την οποί­αν νιώ­θει και κρί­νει τό­σο αρ­νη­τι­κά:
―Εκεί, η μνή­μη απο­τε­λεί την επι­κρά­τεια της «πραγ­μο­ποί­η­σης», μιας αλ­λο­τρί­ω­σης, δη­λα­δή, ικα­νής να κα­ταρ­γή­σει κά­θε τι το ζω­ντα­νό:

Για κοι­τάξ­τε πώς οι χει­ρο­νο­μί­ες μας, οι κι­νή­σεις, οι πρά­ξεις μαρ­μα­ρώ­νουν ακα­ριαία μό­λις μπουν στο πα­ρελ­θόν [...] Γεν­νού­με αγάλ­μα­τα κά­θε στιγ­μή (Β: 73).

―Εκεί, η ερη­μιά και η εγκα­τά­λει­ψη φέρ­νουν μια γεύ­ση από selva οscura, το σκο­τει­νό εκεί­νο δά­σος της Θεί­ας Κω­μω­δί­ας, όπου η δα­ντι­κή ερ­μη­νευ­τι­κή πα­ρά­δο­ση ―αρ­χής γε­νο­μέ­νης από τον ποι­η­τή τον ίδιον― εί­δε την κα­τ’ εξο­χήν αλ­λη­γο­ρία της vita viziosa propria dell’ uomo peccatore (πρβ. Dante 1971: Conv. I: XXIV, 12 και Casini 1938: σχό­λιο στο Inf. I: 2):

Δυο εβδο­μά­δες τώ­ρα βρί­σκο­μαι χα­μέ­νος, όπως σ’ εκεί­νο το σκο­τει­νό δά­σος στην Αγ­γλία [...] Μο­να­ξιά να την κό­ψεις με το μα­χαί­ρι, σαν την ομί­χλη (Β: 70).

― Εκεί, μια τε­ρα­τώ­δης πα­ρα­σι­τι­κή βλά­στη­ση αφαι­μάσ­σει τον λο­γι­σμό:

Να θυ­μη­θώ όταν η μοί­ρα δεί­ξει δεί­ξει πε­ρισ­σό­τε­ρο έλε­ος, να θυ­μη­θώ την τω­ρι­νή φα­ντα­στι­κή ζωή μου. Εσω­τε­ρι­κά φα­γω­μέ­νη πέ­ρα για πέ­ρα, και οι ανα­μνή­σεις έρ­χο­νται και τυ­λί­γο­νται γύ­ρω από τον κορ­μό της, όπως ο κισ­σός - κά­θε τό­σο κι ένας άλ­λος κισ­σός που ανα­σαί­νει στον αέ­ρα. Κά­θε τό­σο έχω το συ­ναί­σθη­μα πως με κα­τέ­χει μια άλ­λη ψυ­χή (Α: 35).

― Εκεί, ακό­μη και η Κό­λα­ση δεν εί­ναι πια ένα κά­τω, αλ­λά ένα εντός: ο κλει­στο­φο­βι­κός χώ­ρος όπου συ­νω­στί­ζο­νται οι τρα­γι­κοί Μι­κρα­σιά­τες πρό­σφυ­γες, με την μοί­ρα τους στην αφι­λό­ξε­νη μη­τρο­πο­λι­τι­κή εστία να συ­νο­ψί­ζε­ται στο θέ­μα της «πεί­νας»:

[…] μπή­κα­με όλοι μέ­σα στην Ελ­λά­δα, κλει­δώ­σα­με τις πόρ­τες και πε­τά­ξα­με τα κλει­διά στο Αι­γαίο. Και τώ­ρα... τώ­ρα ετοι­μα­ζό­μα­στε να φά­ει ο ένας τον άλ­λον (Γ: 121).

― Εκεί, λοι­πόν, όσο που­θε­νά αλ­λού στο «ου­ρά­νιο» ερ­μη­νευ­τι­κό επί­πε­δο, η πα­ρα­πο­μπή στην δα­ντι­κή αλ­λη­γο­ρία εί­ναι από­λυ­τα δι­καιο­λο­γη­μέ­νη και: εύ­στο­χη: ολό­κλη­ρη η Ελ­λά­δα φα­ντά­ζει ο μοι­ραί­ος πύρ­γος, όπου ο κό­μης Ugolino della Gherardesca, κα­τα­δι­κα­σθείς εις θά­να­τον δια λι­μο­κτο­νί­ας, κα­τα­βρο­χθί­ζει τα παι­διά του και το ίδιο του το σώ­μα.[14]

2.2.2.―Μια ιδιαι­τε­ρό­τη­τα του «διαι­ρε­τι­κού σχή­μα­τος» στο σε­φε­ρι­κό μυ­θι­στό­τη­μα εί­ναι ότι ση­μα­το­δο­τεί­ται κυ­ρί­ως πα­θη­τι­κά.
Ναι μεν η έντα­ση της οδύ­νης μάς δί­δει μί­αν ει­κό­να του πό­σο επι­τα­κτι­κά χρειά­ζε­ται το υπο­κεί­με­νο να απαλ­λα­γεί από την προη­γού­με­νη (ή και υφι­στά­με­νη) κα­τά­στα­σή του· πλην όμως τα απα­ραί­τη­τα ερ­γα­λεία της «διαι­ρέ­σε­ως», κυ­ρί­ως δε τα τέ­μνο­ντα όπλα, του λεί­πουν πα­ντε­λώς. Αντι­θέ­τως, σε ικα­νο­ποι­η­τι­κό βαθ­μό εί­ναι πα­ρό­ντα κά­ποια σύμ­βο­λα της οριο­θέ­τη­σης και του δια­χω­ρι­σμού, όπως το κα­τώ­φλι (Δ: 164) ή η αυ­λαία (Γ: 104 και ΣΤ: 234).
Το «διαι­ρε­τι­κό σχή­μα», εξη­γεί ο Durand, συν­δέ­ε­ται άρ­ρη­κτα με την αφή· συ­γκε­κρι­μέ­να, με την «επι­δε­ξιό­τη­τα που απο­κτά ο άν­θρω­πος [...] άπαξ και απε­λευ­θέ­ρω­σε τα χέ­ρια του» (όπ. παρ.: 151) υιο­θε­τώ­ντας την όρ­θια στά­ση. Kαι στο ανά χεί­ρας έρ­γο η αφή κα­τα­λαμ­βά­νει μια προ­νο­μια­κή θέ­ση ανά­με­σα στις πέ­ντε αι­σθή­σεις,[15] αλ­λά και πέ­ραν αυ­τών. Για πα­ρά­δειγ­μα, το άγ­γιγ­μα υπο­κα­θι­στά επί το βέλ­τι­στον την όρα­ση: «Κοί­τα­ξέ με· κοί­τα­ξέ με με τα χέ­ρια· τα μά­τια δε βλέ­πουν» (Δ: 160· πλα­γιο­γρά­φη­ση δι­κή μου), ή και την ίδια την μνή­μη:

‘Εβα­λε τις δυο του πα­λά­μες δυ­να­τά στο πρό­σω­πό της, ως τη μέ­ση, ως τα γό­να­τα, ως τα πό­δια· σα να ήθε­λε να τυ­πώ­σει επά­νω στην αφή του το σχή­μα του κορ­μιού της (ΣΤ: 164· πλα­γιο­γρά­φη­ση δι­κή μου).

2.3.―Λε­πτο­με­ρέ­στε­ρα όμως και πιο ξε­κά­θα­ρα ακο­λου­θεί­ται στις Έξι νύ­χτες... το «ανο­δι­κό σχή­μα», με απε­ρί­φρα­στα «ανα­γω­γι­κά» ση­μεία ανα­φο­ράς:

― Με­τα­ξύ αυ­τών, το φτε­ρό (και μά­λι­στα σε ση­μα­δια­κούς λε­κτι­κούς συν­δυα­σμούς):

Μια συ­νο­δεία από μυ­θο­λο­γί­ες πέ­ρα­σε μπρο­στά μου και χά­θη­κε· ένα κο­πά­δι φτε­ρού­γες (Δ: 166· πλα­γιο­γρά­φη­ση δι­κή μου).

― Άλ­λο πα­ρό­μοιο σύμ­βο­λο (επι­δε­κτι­κό συ­νειρ­μών με το προη­γού­με­νο) εί­ναι οι άγ­γε­λοι· η μεν πα­ρου­σία τους σ’ αυ­τόν εδώ τον κό­σμο δη­λώ­νει την βού­λη­ση για πνευ­μα­τι­κή ανά­τα­ση, αλ­λά εγεί­ρει και ερω­τη­μα­τι­κά για το εφι­κτό αυ­τής:

Εί­ναι με­γά­λο πρό­βλη­μα για μέ­να οι άγ­γε­λοι: τι κά­νουν στην Ελ­λά­δα; Ποιες εί­ναι οι συ­νή­θειές τους, ποια η φυ­λή τους;... (Α: 55· πλα­γιο­γρά­φη­ση δι­κή μου).

― Η κλί­μα­κα, πά­λι, εί­ναι η κα­τ’ εξο­χήν απει­κό­νι­ση της πα­ντός εί­δους βαθ­μιαί­ας, κο­πιώ­δους ανό­δου· γι’ αυ­τό και ο Δά­ντης την ανά­γει σε αλ­λη­γο­ρία της επώ­δυ­νης, στα­δια­κής ανά­νι­ψης των ψυ­χών στο Κα­θαρ­τή­ριο. ΄Σε ένα από τα κλι­μά­κιά της, ο ποι­η­τής συ­να­ντά τον πά­λαι πο­τέ δά­σκα­λό του, Arnaut Daniel, και συ­νο­μι­λεί μα­ζί του σε οξι­τα­νι­κή γλώσ­σα (πρβ. Purg. XXVI: 139-148)· πλέ­κει δε το εγκώ­μιό του (δια στό­μα­τος του Guido Guinizzelli) ως miglior fabbro del parlar maternο, ενώ εκεί­νος, σε με­τα­θα­νά­τια προ­ο­πτι­κή, αυ­το­συ­στή­νε­ται: Ieu sui Arnaut, que plor e vau cantan. Ο τρο­βα­δού­ρος, λοι­πόν, προ­τού εξα­φα­νι­στεί «στις φλό­γες που τον εξα­γνί­ζουν»¨(nel foco che li afina) ζη­τά από τον μα­θη­τή του να σώ­σει από την λή­θη έστω και την μνή­μη του κα­θαρ­τι­κού βα­σά­νου του:

Ara vos prec per aquella valor
que vos guida al som de l’ escalina
sovenha vos a temps de ma dolor.

(Purg. XXVI: 145-147).

Με όρους ανά­λο­γους πε­ρι­γρά­φε­ται στο μυ­θι­στό­ρη­μα η σκά­λα που οδη­γεί από τα Προ­πύ­λαια στην κο­ρυ­φή του Ιε­ρού Βρά­χου, και ανά­λο­γη συ­μπε­ρι­φο­ρά έχει εκεί η Σα­λώ­μη:

[...] Εί­χα­με φτά­σει στην κο­ρυ­φή της μαρ­μα­ρέ­νιας σκά­λας.
―Άφη­σέ με να πάω μό­νη [...] Μη με ξε­χά­σεις (Δ: 167· πλα­γιο­γρά­φη­ση δι­κή μου).[16]

― Τέ­λος ο ήλιος, που ανά τον κό­σμο συν­δέ­ε­ται, ή και εκλαμ­βά­νε­ται ισό­μορ­φα προς το «ανο­δι­κό σχή­μα» (πρβ. Durand όπ. παρ.: 179)· «εκεί­νος ο ήλιος», λοι­πόν, κά­νει θριαμ­βευ­τι­κά την εί­σο­δό του και εγκα­θί­στα­ται κυ­ρί­αρ­χος στο δεύ­τε­ρο μι­σό του βι­βλί­ου, ιδιαί­τε­ρα αφού, με ένα «διαι­ρε­τι­κό» άλ­μα, οι ερα­στές «πέ­ρα­σα]ν] το κα­τώ­φλι» (Δ: 164).

2.4.― Πέ­ραν των ανω­τέ­ρω συ­γκε­κρι­μέ­νων εκ­φάν­σε­ών του, το «ανο­δι­κό σχή­μα» εμπλέ­κε­ται επί­σης εν εί­δει δο­μι­κού μο­ντέ­λου, ει­δι­κά στην τέ­ταρ­τη, πέμ­πτη και έκτη νύ­χτα. Θέ­ση μου εί­ναι μά­λι­στα ότι τα συ­γκε­κρι­μέ­να κε­φά­λαια ακο­λου­θούν εκ του σύ­νεγ­γυς το αφη­γη­μα­τι­κό νή­μα που ξε­τυ­λί­γει ο Δά­ντης στα κα­τα­λη­κτι­κά έξι άσμα­τα του Κα­θαρ­τη­ρί­ου.[17]
2.4.1.- Ας δού­με όμως ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα πώς χει­ρί­ζε­ται ο Σε­φέ­ρης την εκλε­κτι­κήν αυ­τή συγ­γέ­νεια.
Κα­τ’ αρ­χάς, την κα­θι­στά φο­ρέα και όχη­μα μί­ας ακό­μη δια­κει­με­νι­κής επι­γρα­φής. Κα­θ’ όλη την διάρ­κεια των Έξι νυ­χτών..., ο Στρά­της, raisonneur και «ομο­δι­η­γη­τι­κός αφη­γη­τής» ― στον οποί­ον απο­δί­δε­ται κε­ντρι­κή θέ­ση στο «ου­ρά­νιο» επί­πε­δο ανά­γνω­σης του έρ­γου ―, «συ­νο­μι­λεί» με την Οδύσ­σεια (την δια­βά­ζει και σχο­λιά­ζει). Ο Όμη­ρος, δη­λα­δή, παί­ζει γι’ αυ­τόν έναν ρό­λο πα­ρό­μοιο με τον ρό­λο του Βιρ­γι­λί­ου, για τον Δά­ντη. Εξού και ορι­σμέ­νες ανα­γκαί­ες προ­σαρ­μο­γές της συμ­βο­λο­γί­ας της Θεί­ας Κω­μω­δί­ας, στα ομη­ρι­κά δε­δο­μέ­να.[18]
Για πα­ρά­δειγ­μα, κα­τά τους κω­δι­κούς της «ου­ρά­νιας» ερ­μη­νεί­ας, ο ανα­γνώ­στης θα πε­ρι­μέ­νε το νη­σί της Σα­λώ­μης (ή μάλ­λον της Μπί­λιως) να τον πα­ρα­πέμ­ψει στον επί­γειο Πα­ρά­δει­σο, που ο Δά­ντης εντο­πί­ζεί στην κο­ρυ­φή του όρους του Κα­θαρ­τη­ρί­ου. Πλην όμως, αντί για την βι­βλι­κο-χρι­στια­νι­κή Εδέμ του Φλω­ρε­ντι­νού ποι­η­τή, εκεί ο Στρά­της βρί­σκει (πρβ. ΣΤ) μάλ­λον ένα locus amœnus ανά­λο­γο της Ωγυ­γί­ας, νή­σου της Κα­λυ­ψούς, που στην Οδύσ­σεια πα­ρο­μοιά­ζε­ται με «ομ­φα­λό [...] θα­λάσ­σης» (Οδ. α: 50).[19]
Στην Θεία Κω­μω­δία, η κο­ρυ­φή του Κα­θαρ­κτη­ρί­ου «εί­ναι το υψη­λό­τε­ρο ση­μείο στο οποίο μπο­ρεί να φτά­σει ο Βιρ­γί­λιος» (Frye όπ. παρ.: 59). Εκεί, λοι­πόν, ο Δά­ντης τον απο­χω­ρί­ζε­ται, για να οδη­γη­θεί εν συ­νε­χέια, στην επι­κρά­τεια του Πα­ρα­δεί­σου, από την θεία Βε­α­τρί­κη. Στον Σε­φέ­ρη, ανά­λο­γη «αλ­λα­γή σκυ­τά­λης» δια­σκευά­ζε­ται σε σύ­στη­μα Οδύσ­σειας. Αρ­χί­ζο­ντας όμως από μί­αν ανα­στρο­φή της ομη­ρι­κής «το­πο­λο­γί­ας»:

Σκέ­φτη­κες πο­τέ σου, Στρά­τη, τον άλ­λο δρό­μο· τον πά­νω δρό­μο; [...] πως οι ψυ­χές κα­ταρ­γούν το θά­να­το και ξα­να­γί­νου­νται δέρ­μα και χεί­λια; (ΣΤ: 252· πλα­γιο­γρά­φη­ση δι­κή μου).

Η τολ­μη­ρή αυ­τή πρό­τα­ση δια­τυ­πώ­νε­ται από την Λά­λα, αντι­στι­κτι­κά προς την σκη­νή όπου οι ασώ­μα­τες σκιές των μνη­στή­ρων κα­τευ­θύ­νο­νται με­τά θά­να­τον, δια της κά­τω οδού, παρ᾿ Ἠελί­οιο πύ­λας καὶ δῆμον ὀνεί­ρων (Οδ. ω: 12).
Τού­το ση­μαί­νει ότι ο σε­φε­ρι­κός ήρω­ας έχει αλ­λά­ξει και αυ­τός «ψυ­χο­πο­μπό». Εφ’ εξής, την συ­γκε­κρι­μέ­νη λει­τουρ­γία θα ανα­λά­βει ακρι­βώς η Λα­λα, εν εί­δει «Βε­α­τρί­κης» του Στρά­τη σ’ αυ­τήν την φά­ση της υπερ­βα­τι­κής πε­ρι­ή­γη­σής του. Η πρό­ο­δός των δύο από «τον πά­νω δρό­μο» έχει έναν «ρυθ­μό αδυ­σώ­πη­το, όπως το βά­δι­σμα του ήλιου και των άλ­λων άστρων» (ΣΤ: 252). Γι’ αυ­τό, εί­ναι θε­μι­τό να ει­κά­σου­με ότι και η έκ­βα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, με την απο­κα­λυ­πτι­κή οπτα­σία «εί­δα έναν άν­θρω­πο ν’ ανα­σταί­νε­ται από τον κόρ­φο των μαρ­μά­ρων» (αυ­τό­θι) δρο­μο­λο­γεί­ται από θαυ­μά­σιες και θαυ­μα­τουρ­γές δύ­νά­μεις του σύ­μπα­ντος. Στον Δά­ντη, οι δυ­νά­νεις αυ­τές ανή­κουν κα­τ’ εξο­χήν στον Έρω­τα che move il sole e l’ altre stelle (Par. XXXIII: 145).

2.4.2.- Προ­τού ολο­κλη­ρώ­σω την πα­ρού­σα πα­ρά­γρα­φο, θα ήθε­λα να προ­σθέ­σω λί­γα πράγ­μα­τα, σχε­τι­κά με τον χρoνό­το­πο της ανο­δι­κής κί­νη­σης, σε «ου­ρά­νιο» επί­πε­δο ερ­μη­νεί­ας.
Κα­τά την δα­ντι­κή «γε­ω­γρα­φία» του υπερ­πέ­ραν, πρό­κει­ται για το «υπο­σε­λη­νια­κό όρος», όπου ο γή­ι­νος και ο επου­ρά­νιος κό­σμος «ευ­θυ­γραμ­μί­ζο­νται» (πρβ. Frye όπ. παρ.: 59). Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το αντί­στοι­χό του εί­ναι, προ­φα­νώς, η Ακρό­πο­λη «κα­τά παν­σέ­λη­νον». Στον Ιε­ρό Βρά­χο των Αθη­νών, ο παρ­δα­λός Καρ­νά­βα­λος της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας συν­δέ­ε­ται με την κλί­μα­κα της ψυ­χι­κής απο­κά­θαρ­σης, ανοί­γο­ντας έτσι πρό­σβα­ση προς τις υψη­λό­τε­ρες σφαί­ρες του όντος.

3. Επι­γρα­φή Γ’: το Υπο­χθό­νιο επί­πε­δο

Εκ των τριών προ­σε­πι­θέ­των επι­γρα­φών που συ­να­πο­τε­λούν το σε­φε­ρι­κό «πα­λίμ­ψη­στο», η πα­ρού­σα, την οποί­αν προ­τί­θε­μαι να εξε­τά­σω πα­ρα­κά­τω, εί­ναι η βα­θύ­τε­ρη και, ως εκ τού­του, η πλέ­ον αφα­νής. Ο εντο­πι­σμός της περ­νά από την επο­πτεία της εκτε­τα­μέ­νης διά­δρα­σής που υπάρ­χει ανά­με­σα στο ανά χεί­ρας και το προη­γού­με­νο πε­δίο νο­ή­μα­τος και ερ­μη­νεί­ας του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος· πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, από την αντι­πα­ρα­βο­λή της «ου­ρά­νί­ας» προς την «υπο­χθό­νια» πα­ρά­με­τρο.

3.1.― Κα­τ’ αρ­χάς, ας θυ­μη­θού­με ότι ο Βιρ­γί­λιος της Θεί­ας Κω­μω­δί­ας αντι­κα­θί­στα­ται στο σε­φε­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα από τον Όμη­ρο, σε ρό­λο «ξε­να­γού» ενός θνη­τού κα­τά την εν ζωή επί­σκε­ψή του στον ‘αλ­λον κό­σμο.
Συ­νε­πώς, το υπερ­βα­τι­κό τα­ξί­δι μοιά­ζει εδώ με Οδύσ­σεια και ο υπερ­βα­τι­κός τα­ξι­διώ­της με έναν «Οδυσ­σέα».[20] Από την σκο­πιά του (κα­τά Βιρ­γί­λιον) η κά­θο­δος θα μπο­ρού­σε να εξο­μοιω­θεί με ένα εί­δος νέ­κυιας, με πρό­τυ­πο το λ της Οδύσ­σειας.[21] Βοη­θά τον σχε­τι­κό πα­ραλ­λη­λι­σμό και η αντι­στρό­φως ανά­λο­γη τρο­χιά στην οποί­αν κι­νού­νται οι αντί­στοι­χοι πρω­τα­γω­νι­στές: ο μεν Δά­ντης κα­τε­βαί­νει για να ανε­βεί (από τα έγκα­τα της Κο­λά­σε­ως, μέ­σω Κα­θαρ­τη­ρί­ου, έως τον Πα­ρά­δει­σο), οι δε ψυ­χές των νε­κρών ανα­δύ­ο­νται από τον Άδη στο κά­λε­σμα του Οδυσ­σέα, για να (ξα­να)πέ­σουν στην άβυσ­σο, με­τά το τέ­λος της τε­λε­τής. Γι’ αυ­τό, λοι­πόν, η πρώ­τη κί­νη­ση έχει ανο­δι­κή συ­νι­στα­μέ­νη, που ται­ριά­ζει στο «ου­ρά­νιο» επί­πε­δο, ενώ η δεύ­τε­ρη κα­θο­δι­κή, άρα με «υπο­χθό­νια» κα­τεύ­θυν­ση. Ωστό­σο, το δια­κει­με­νι­κό αυ­τό σε­νά­ριο ―εάν και εφ’ όσον γί­νει αντι­λη­πτό― λει­τουρ­γεί με­ρι­κώς απο­κα­λυ­πτι­κά και με­ρι­κώς πα­ρα­πλα­νη­τι­κά. Πα­ρό­μοια τε­χνά­σμα­τα, ο Σε­φέ­ρης έχει εφαρ­μό­σει και προη­γου­μέ­νως: μνη­μο­νεύ­ο­ντας φέ­ρ’ ει­πείν το Il fu Mattia Pascal ενώ εί­χε κα­τά νουν τα Sei personaggi in cerca d’ autore, του Pirandello, αλ­λά και τα Paludes, του Gide, εν­νο­ώ­ντας τους Faux-monnayeurs. Κα­τά την γνώ­μη μου, και εδώ πί­σω από την νέ­κυια κρύ­βε­ται / δια­φαί­νε­ται ένας άλ­λος μύ­θος (επί­σης υπο­χθό­νιος).

3.2.― Στα ίχνη της νέ­ας επι­γρα­φής μάς βά­ζει ένα σχε­δόν ευ­τρά­πε­λο επει­σό­διο της Α νύ­χτας:

― Σή­με­ρα το πρωί [...], στην οδό Ερ­μού, εί­δα ένα κο­ρι­τσά­κι, μα ού­τε δέ­κα χρο­νώ, που φώ­να­ζε σ’ άλ­λο που έτρε­χε ξο­πί­σω του: «Έλα γορ­γό­να κο­ντο­πο­δα­ρού­σα» ― έτσι θα ήθε­λα να σας έλε­γα (Α: 49)

Η πα­ρά­ξε­νη ατά­κα προ­σφέ­ρε­ται σε διά­φο­ρες ―άκρως απο­κλί­νου­σες― ερ­μη­νεί­ες.[22]  Με­τα­ξύ τού­των, ίσως η πιο τολ­μη­ρή πα­ρα­πέ­μπει σε μια θη­λυ­κό­μορ­φη φυ­σιο­γνω­μία της αρ­χαϊ­κής μυ­θο­λο­γί­ας, την Μέ­δου­σα, η οποία ήταν μία εκ των τριών θυ­γα­τέ­ρων των ελασ­σό­νων θε­ο­τή­των Φόρ­κυ και Κη­τούς και έφε­ρε μά­λι­στα την επω­νυ­μία Γορ­γώ.[23] Η Μέ­δου­σα Γορ­γώ εί­χε με­τα­μορ­φω­θεί από την Αθη­νά σε απε­χθές τέ­ρας, που στο κρα­νίο του αντί για μαλ­λιά φύ­τρω­ναν φί­δια και που η ασχή­μιά του ήταν τό­ση ώστε απο­λί­θω­νε πα­ρ’ αυ­τά όποιον τολ­μού­σε να το κοι­τά­ξει κα­τα­πρό­σω­πα. Φο­νεύ­θη­κε δε από τον Περ­σέα, ο οποί­ος επέ­θε­σε το κε­φά­λι της (το «Γορ­γό­νειον») στην δι­κή του ασπί­δα, για­τί ακό­μη και με­τά θά­να­τον η θέα του τέ­ρα­τος εί­χε μοι­ραίο αντί­κτυ­πο επί των αντι­πά­λων. Αρ­γό­τε­ρα, η ασπί­δα του ήρωα ήλ­θε στην κα­το­χή της βα­σί­λισ­σας του Άδη και συ­ζύ­γου του Πλού­τω­να. Στην Οδύσ­σεια, κα­θ’ όλη την διάρ­κεια της συ­νο­μι­λί­ας του με τον Τει­ρε­σία και τους υπο­λοί­πους εκλι­πό­ντες, ο πρω­τα­γω­νι­στής δια­κα­τέ­χε­ται από τον φό­βο μή τυ­χόν Γορ­γεί­ην κε­φαλὴν δει­νοῖο πε­λώ­ρου / ἐξ Ἀίδεω πέμ­ψειεν ἀγαυὴ Περ­σε­φό­νεια (Οδ. λ: 634-635· έμ­φα­ση δι­κή μου).
Έτσι λοι­πόν, το θέ­μα της νέ­κυιας, και αυ­τού­σιο στην Οδύσ­σεια και, κυ­ρί­ως, με την πα­ρου­σία του στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Σε­φέ­ρη, έλ­κει εν τέ­λει την πσο­σο­χή μας στον μύ­θο της Περ­σε­φό­νης-Κό­ρης, όπως αυ­τό «δρα­μα­το­ποι­ή­θη­κε» θρη­σκευ­τι­κά στα Ελευ­σί­νια Μυ­στή­ρια και «κω­δι­κο­ποι­ή­θη­κε» φι­λο­λο­γι­κά στον ομη­ρι­κόν ύμνο «Εις Δή­μη­τραν».

3.3.― Ο ανώ­μα­λος, μα­κρύς όμως δρό­μος που μας οδή­γη­σε (εάν όντως μας οδή­γη­σε!) στο πα­ρα­πά­νω συ­μπέ­ρα­σμα εί­ναι εν­δει­κτι­κός για το πό­σο δύ­σκο­λη ―αν όχι ανέ­φι­κτη― κα­θί­στα­ται η ανα­γνώ­ρι­σις, δη­λα­δή η πρό­σβα­ση στο προ­α­να­φε­ρό­με­νο πε­δίο νο­ή­μα­τος· ως εάν ο Σε­φέ­ρης το με­τα­χει­ρι­ζό­ταν όπως οι μύ­στες τα απώ­τε­ρα μη­νύ­μα­τα της μυ­στη­ρια­κής ιε­ρο­τε­λε­στί­ας, τα οποία δεν εί­ναι θε­μι­τό να εκτε­θούν στους αδα­είς. Συ­γκε­κρι­μέ­να, το δια­σπά στα εξ ων συ­νε­τέ­θη, εγκα­τα­σπεί­ρει τα συ­στα­τι­κά του στο σώ­μα του δι­κού του κει­μέ­νου και, ει­δι­κό­τε­ρα, τα κα­λύ­πτει πί­σω και κά­τω από τις υπό­λοι­πες επι­γρα­φές του «πα­λιμ­ψή­στου». Ως εκ τού­του, στoν ανα­γνώ­στη με­τά βί­ας φτά­νουν κά­ποιες αμυ­δρές νύ­ξεις και εν­δεί­ξεις: από δια­κρι­τι­κές υφο­λο­γι­κές πι­νε­λιές μέ­χρι θέ­μα­τα και μο­τί­βα, κα­θώς επί­σης και διά­σπαρ­τα θραύ­σμα­τά του μύ­θου και των πε­ρί αυ­τόν τε­λε­τών. Προ­κει­μέ­νου να τα εντο­πί­σου­με και τα­ξι­νο­μί­σου­με, αλ­λά και, όσο γί­νε­ται, να τα βά­λου­με σε κά­ποια τά­ξη, προ­τεί­νω μια «τε­χνι­κή» (ma non troppo) με­θο­δο­λο­γία. Θα θε­ω­ρή­σω λοι­πόν ότι ο συ­σχε­τι­σμός με­τα­ξύ του σε­φε­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος και του Ομη­ρι­κού Ύμνου ανή­κει στην κα­τη­γο­ρία της «υπερ-κει­με­νι­κό­τη­τας» (hypertextualité), ή «λο­γο­τε­χνί­ας δευ­τέ­ρου βαθ­μού» (littérature au second degré), ή ακό­μη «κει­με­νι­κής υπερ­βα­τι­κό­τη­τας του κει­μέ­νου» (transcendance textuelle du texte). Με άλ­λα λό­για: το μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι ένα «υπερ-κεί­με­νο» (hypertexte), το οπίο συν­δέ­ε­ται με τον ύμνο ως «υπο-κεί­με­νο» (hypotexte), δί­κην πα­ρα­γώ­γου προς πα­ρά­γο­ντα (πρβ. Genette 1982: 11), ενώ τα επί μέ­ρους στοι­χεία του δευ­τέ­ρου, στο πέ­ρα­σμά τους προς το πρώ­το, υπό­κει­νται σε επε­ξερ­γα­σία, εί­τε δι’ «(από)μι­μή­σε­ως» (imitation) εί­τε δια «με­τα­σχη­μα­τι­σμού» (transformation).

3.3.1.― Στο δια ταύ­τα, ας στα­θού­με αρ­χι­κά στο λε­γό­με­νο ομη­ρι­κό επι­θέ­το, το οποίο κα­τα­τάσ­σε­ται σε μί­αν ελά­χι­στη υφο­λο­γι­κή βαθ­μί­δα, πο­λύ κο­ντά στον μη­δε­νι­κό βαθ­μό ύφους.
Σχε­δόν αμε­τά­βλη­τα (ο Αχιλ­λέ­ας π.χ. χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὦκύ­πους ακό­μη κι όταν ανα­παύ­ε­ται και ο Οδυσ­σέ­ας φέ­ρε­ται πο­λύ­τρο­πος έστω και αν κά­πο­τε τον εξα­πα­τούν), η κα­θα­ρά δια­κο­σμη­τι­κή λει­τουρ­γία των εν λό­γω επι­θε­των εί­ναι η πιο ασή­μα­ντη. Ο ου­σια­στι­κός ρό­λος τους εί­ναι να δη­λώ­νουν πα­γί­ους τρό­πους φα­νέ­ρω­σης ορι­σμέ­νων θεϊ­κών ή ημι­θεϊ­κών πα­ρα­γό­ντων της πλο­κής.[24] Από πλευ­ράς «προ­φο­ρι­κής εκτέ­λε­σης» (oral performance), στη­ρί­ζουν μνη­μο­τε­χνι­κά την οπτι­κο-ακου­στι­κή εκ­φο­ρά /πρό­σλη­ψη του μη­νύ­μα­τος, ενώ σε λα­τρευ­τι­κο-τε­λε­τουρ­γι­κή προ­ο­πτι­κή δί­δουν στον εκ­φο­ρέα την δυ­να­τό­τη­τα να επι­κα­λε­σθεί μια θε­ό­τη­τα, και στον πα­ρα­λή­πτη να την ανα­γνω­ρί­σει, «όχι μό­νον από το όνο­μα, αλ­λά και από τα επι­φά­νια αυ­τής» (πρβ. Lord 1960: 67).
Ο Σε­φέ­ρης, με την σει­ρά του, με­τα­σχη­μα­τί­ζει ποι­κι­λο­τρό­πως το ομη­ρι­κό επί­θε­το. Για πα­ρά­δει­για, με αφε­τη­ρία το βα­ρύ­κτυ­πος [...] Ζεύς, του υπο-κει­μέ­νου (Δημ.: 3),

― το «επε­κτεί­νει» (expansion· πρβ. Genette όπ. παρ.: 304) σε πρό­τα­ση: «Ένας βα­ρύς βρό­ντος χτύ­πη­σε το ναρ­κω­μέ­νο μυα­λό του Στρά­τη» (Γ: 97)·

― η το συ­ντο­μεύ­ει δι’ «εκτο­μής», (excision· πρβ. Genette ό.π. : 264), όπως στο «σα να της έδω­σαν μ’ ένα σφυ­ρί στον αυ­χέ­να» (Ε: 204), απ’ όπου το «βα­ρύ» έχει απα­λει­φθεί·

― άλ­λο­τε, πά­λι, το «μετ-αξιο­λο­γεί» (transvalorisation· πρβ. Genette ό.π.: 393), αφού ο, υπερ­βα­τι­κής φύ­σε­ως, «κτύ­πος» του υπο-κει­μέ­νου ερ­μη­νεύ­ε­ται στο υπερ-κεί­με­νο ως στοι­χείο του πα­ρα­λό­γου: «Ένιω­σε πως ένας ηλί­θιος του κα­τέ­βα­ζε ένα σι­δε­ρέ­νιο ρα­βδί στο κε­φά­λι» (Β: 85).

Στην ίδια μι­κρο-υφο­λο­γι­κή (ας την πού­με) κλι­μα­κα, ο συγ­γρα­φέ­ας κά­νει επί­σης χρή­ση του με­τα­σχη­μα­τι­σμού δια «με­τα-τρο­πής» (transmodalisation), που ση­μαί­νει την αλ­λα­γή του «τρό­που πα­ρου­σί­α­σης», π.χ. από αφη­γη­μα­τι­κό σε δρα­μα­τι­κό ή αντι­στρό­φως, ή και ανά­με­σα στις υπο­κα­τη­γο­ρί­ες του ενός ή του άλ­λου (πρβ. Genette ό.π.: 323 και ακ.). Έτσι, ένας επι­θε­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός της Περ­σε­φό­νης, στο υπο-κεί­με­νο, το θύ­γα­τρα τα­νύ­σφυ­ρον (πρβ. Δημ.: 3), εφι­στά την προ­σο­χή του ανα­γνώ­στη του υπερ-κει­μέ­νου στα «χο­ντρά σφυ­ρά» της Μα­ρι­γώς-Σφίγ­γας (Α: 6), που πέ­φτουν στην αντί­λη­ψη του Στρά­τη άμα τη γνω­ρι­μία τους. Η με­τα-τρο­πή γί­νε­ται εδώ από υψη­λό ποι­η­τι­κό ύφος σε φι­λο­παίγ­μο­να, αφού υπαι­νίσ­σε­ται ει­ρω­νι­κά ότι η εν λό­γω δεν εί­ναι Περ­σε­φό­νη.[25]

3.3.2.― Προ­κει­μέ­νου για το υπο-κεί­με­νο στο σύ­νο­λό του ή για καί­ρια ση­μεία αυ­τού, σε πρώ­το πλά­νο προ­βάλ­λει ο «με­τα-βι­βα­σμός» τους (transposition· πρβ. Genette όπ. παρ.: 237 και ακ.)[26] στο υπερ-κεί­με­νο. Εί­ναι το σπου­δαιό­τε­ρο ίσως εί­δος της «λο­γο­τε­χνί­ας δευ­τέ­ρου βαθ­μού», αφού πε­ρι­λαμ­βά­νει αρι­στουρ­γή­μα­τα όπως π.χ. οι δύο Φα­ουστ, του Marlowe και του Goethe, με υπο-κεί­με­νο έναν γερ­μα­νι­κό με­σαιω­νι­κό θρύ­λο, αλ­λά και τον Οδυσ­σέα του Joyce, με αφε­τη­ρία, ού­τε λί­γο ού­τε πο­λύ, την Οδύσ­σεια του Ομή­ρου· έρ­γα ολ­κής, δη­λα­δή, των οποί­ων «η κει­με­νι­κή έκτα­ση και οι αι­σθη­τι­κές και/ή ιδε­ο­λο­γι­κές αξιώ­σεις φθά­νουν μέ­χρι ση­μεί­ου να επι­σκιά­σουν ή να μας κά­νουν να λη­σμνή­σου­με τον υπερ-κει­με­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα τους» (αυ­τό­θι).
Εις ό,τι αφο­ρά το σε­φε­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, εδώ με εν­δια­φέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρο η αντί­στρο­φη δια­δρο­μή, δη­λα­δή εκεί­νη που οδη­γεί από το τε­λι­κό υπερ-κεί­με­νο στην αρ­χι­κή υπο-κει­με­νι­κή αφε­τη­ρία του.
Ένα συ­γκε­κρι­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα: η Σα­λώ­μη προ­σφέ­ρει στον Στρά­τη γα­ρί­φα­λα στην πρώ­τη τους ερω­τι­κή συ­νεύ­ρε­ση (πρβ. Β: 62)· και επί­σης γα­ρί­φα­λα κρα­τά στα χέ­ρια την στιγ­μή του ξαφ­νι­κού θα­νά­του της (πρβ. ΣΤ: 234)· με την σει­ρά του ο Στρά­της, που μια σκο­τει­νή νο­μο­τέ­λεια συν­δέ­ει τον έρω­τά του με το μοι­ραίο τέ­λος της ηρω­ί­δας, πα­ρο­μοιά­ζει εαυ­τόν με τον Νάρ­κισ­σο, «που έβλε­πε τον εαυ­τό του να πνί­γε­ται χω­ρίς να μπο­ρεί να κι­νη­θεί για να τον σώ­σει» (ΣΤ: 227· έμ­φα­ση δι­κή μου). Τα διά­σπαρ­τα αυ­τά θε­μα­τι­κά μο­τί­βα γί­νο­νται «νο­ε­ρώς ορα­τά» σε «ενο­ποιό σχή­μα» (για να θυ­μη­θού­με τον Frye) άπαξ και τα συ­ναρ­μο­λο­γή­σου­με στην σκη­νή της αρ­πα­γής της Περ­σε­φό­νης, που συμ­βο­λι­κά εί­ναι γά­μος μα­ζί και θά­να­τος. Στον Ομη­ρι­κόν Ύμνο, λοι­πόν, η Κό­ρη, παί­ζου­σα[ν] κούρῃσι σὺν Ὠκε­α­νοῦ βα­θυ­κόλ­ποις, / ἄνθεά τ’ αἰνυ­μέ­νη[ν], απο­μα­κρύ­νε­ται κά­ποια στιγ­μή από την πα­ρέα της, γοη­τευ­μέ­νη από έναν πα­νέ­μορ­φο νάρ­κισ­σο και, πη­γαί­νο­ντας να τον κό­ψει, ανοί­γει η γη (χά­νε δὲ χθὼν εὐρυά­γυια) και εκεί­νη εξα­φα­νί­ζε­ται στο βα­σί­λειο του Αϊ­δω­νέ­ως Πλού­τω­να (πρβ. Δημ.: 5-16 και ακ.) Όπως εύ­κο­λα μπο­ρούε να συ­μπε­ρά­νου­με, ο με­τα­σχη­μα­τι­σμός συ­νί­στα­ται κυ­ρί­ως στην εξάρ­θρω­ση του υπο-κει­μέ­νου, με δύο λε­κτι­κές, σχε­δόν συ­νω­νυ­μι­κές με­ταλ­λα­γές: γα­ρί­φα­λα αντί ναρ­κίσ­σου[27]  και πνιγ­μός αντ’ εντα­φια­σμού (με άλ­λα λό­για, η κα­τα­βύ­θι­ση σε νε­ρό αντι­κα­θι­στά την κα­τά­βα­ση στο χώ­μα).
Κά­πως έτσι με­τα­βι­βά­ζο­νται στο υπερ-κεί­με­νο ή συ­νά­γο­νται απ’ αυ­τό στοι­χεία του υπο-κει­μέ­νου τα οποία πα­ρα­πέ­μπουν σε λα­τρευ­τι­κές ή σε μα­γι­κές πτυ­χές του ΄όλου μυ­θι­κο-θρη­σκευ­τι­κού πλέγ­μα­τος των Ελευ­σι­νί­ων Μυ­στη­ρί­ων. 
―Φέ­ρ’ ει­πείν, στον Ύμνο ανα­φέ­ρε­ται ότι η Δή­μη­τρα έχει θε­σπί­σει να τι­μού­νται η θυ­γα­τέ­ρα της και η ίδια σε νηὸν [...] καὶ βωμὸν ἐπὶ προὔχο­ντι κο­λωνῷ (Δημ.: 297-298· έμ­φα­ση δι­κή μου). Πα­ρο­μοί­ως, ἐπὶ προὔχο­ντι κο­λωνῷ, δη­λα­δή στο υλη­λό­τε­ρο ση­μείο του Ιε­ρού Βρά­χου, μπρο­στά στις Κα­ρυά­τι­δες, ο Στρά­της και η Λά­λα απο­τί­ουν απο­χαι­ρε­τι­σα­τή­ριες τι­μές στην εκλι­πού­σα Σα­λώ­μη (πρβ. ΣΤ: 247).
―Σε εκτε­νή, πά­λι, σκη­νή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, κα­τά την οποί­αν η Λά­λα μυ­εί­ται στον λε­σβια­κόν έρω­τα από την Σα­λώ­μη, αι­νιγ­μα­τι­κό ρό­λο παί­ζει ένα ρο­δά­κι­νο, το οποίο η πρώ­τη προ­σφέ­ρει στην δεύ­τε­ρη, η απο­δο­χή του ανα­βάλ­λε­ται προ­σω­ρι­νά και έπει­τα η προ­σφο­ρά γί­νε­ται δε­κτή, έστω και δυ­νη­τι­κά. Κα­τό­πιν τού­των, οι δύο γυ­ναί­κες συγ­χω­νεύ­ο­νται, πρώ­τα σε όνει­ρο όπου σμί­γουν με τον ίδιον εταί­ρο και με­τά και με­τα­ξύ τους, σε άμε­ση ερω­τι­κή συ­νεύ­ρε­ση (πρβ. Δ: 153-163). Η αδιευ­κρί­νι­στη λει­τουρ­γία του φρού­του θα μπο­ρού­σε να δια­λευ­καν­θεί κα­τ’ ανα­λο­γί­αν με το ση­μείο εκεί­νο του Ομη­ρι­κού Ύμνου όπου ο Πλού­των απαι­τεί, προ­τού συ­ναι­νέ­σει στην επι­στρο­φή της Περ­σε­φό­νης κο­ντά στην Μη­τέ­ρα της, να φά­ει η Κό­ρη ένα σπει­ρί από ρό­δι, δί­κην μα­γι­κής «κα­τα­δέ­σε­ως» (λατ. defixio), που να εγ­γυά­ται ότι η ανα­χώ­ρη­σή της θα εί­ναι επο­χια­κή, και όχι ορι­στι­κή από­δρα­ση: ῥοιῆς κόκ­κον ἔδω­κε φα­γεῖν [...] ἵνα μὴ μέ­νοι ἤμα­τα πά­ντα / αὖθι πα­ρ’ αἰδοίῃ Δη­μή­τε­ρι κυα­νο­πέ­πλῳ (Δημ.: 372-374). Υπό­θε­σή μου εί­ναι ότι με­τα­ξύ των δύο κει­μέ­νων υπάρ­χει μια ερ­μη­νευ­τι­κή (ας την πού­με) με­τα­βί­βα­ση (με προ­ϋ­πό­θε­ση, βε­βαί­ως, να την δού­με σε αντί­στρο­φη προ­ο­πτι­κή, δη­λα­δή από το υπερ-κεί­με­νο προς το υπο-κεί­με­νο). Εάν κά­τι τέ­τοιο αλη­θεύ­ει, τό­τε το ρο­δά­κι­νο λει­τουρ­γεί, όπως το ρό­δι, ως «κα­τά­δε­σις» και υπο­νο­εί την ταύ­τι­ση των ηρω­ί­δων, με πρό­τυ­πο το βα­σι­κό θε­ο­λό­γη­μα των Ελευ­σι­νί­ων Μυ­στη­ρί­ων, που ήταν η ταυ­το­σι­μό­τη­τα Δή­μη­τρας και Περ­σε­φό­νης.[28]

3.3.3.― Μέ­χρις εδώ εί­χα­με να κά­νου­με με διερ­γα­σί­ες με­τα­ξύ του Ομη­ρι­κού Ύμνου και του σε­φε­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στις οποί­ες ήρ­μο­ζε κα­τ’ εξο­χήν η υπερ-κει­με­νι­κή προ­σέγ­γι­ση.
Το θέ­μα εγεί­ρει ωστό­σο και άλ­λα ερω­τή­μα­τα, για τα οποία ο χρο­νι­κό-γε­νε­τι­κός συ­σχε­τι­σμός υπο-κει­μέ­νου προς υπερ-κεί­με­νο εί­ναι τό­σο συ­να­φής όσο το πε­ρί­φη­μο δί­λημ­μα πε­ρί πρω­τε­ραιό­τη­τας αυ­γού ή κό­τας. Γι’ αυ­τό, προ­τεί­νω να επι­στρέ­ψου­με σε μί­αν πα­λαιό­τε­ρη πλην έγκυ­ρη ορο­λο­γία και να εστιά­σου­με στην δια­κει­με­νι­κό­τη­τα: σχέ­ση η οποία, χω­ρίς ιε­ραρ­χί­ες οιο­ασ­δή­πο­τε φύ­σε­ως, εντάσ­σει τα δύο κεί­με­να στο αν­θρω­πο­λο­γι­κό «συγ-κεί­με­νο» (context) της μυ­στη­ρια­κής λα­τρεί­ας της Δή­μη­τρας και της Περ­σε­φό­νης. Υιο­θε­τώ­ντας και το σχε­τι­κό λε­ξι­κό­γιο, θα επι­ση­μά­νω λοι­πόν ότι το ευ­ρύ­τε­ρο αυ­τό πλαί­σιο πε­ρι­λαμ­βά­νει πρω­τί­στως τα λε­γό­με­να του μύ­θου: εδώ του Ύμνου που έρ­χε­ται σε υπερ-κει­με­νι­κή διά­δρα­ση με το μυ­θι­στό­ρη­μα. Πε­ρι­λαμ­βά­νει όμως και στοι­χεία μη «κει­με­νι­κά», δη­λα­δή που δεν πραγ­μα­τώ­νο­νται δια­μέ­σου λε­κτι­κών μη­νυ­μά­των. Ο λό­γος για τα δει­κνύ­με­να και τα δρώ­με­να· με άλ­λα λό­για: αφ’ ενός σύμ­βο­λα και συμ­βο­λι­κά αντι­κεί­με­να τα οποία εκτί­θε­νται στην θέα των πι­στων, αφ’ ετέ­ρου τε­λε­τουρ­γι­κές πρά­ξεις που πα­ρου­σιά­ζο­νταi ενώ­πιόν τους σε συ­γκρο­τη­μέ­να δρα­μα­τι­κά σε­νά­ρια: (πρβ. Kérényi 1968: 195).
Εν συ­νε­χεία θα εξε­τά­σω με­ρι­κά δείγ­μα­τα από τις τε­λευ­ταί­ες δύο κα­τη­γο­ρί­ες. Χά­ριν συ­ντο­μί­ας, θα δια­λέ­ξω όσα έχουν σχέ­ση με τoν γυ­ναι­κείο χα­ρα­κτή­ρα ονό­μα­τι Λά­λα.

(α) ΔΕΙ­ΚΝΥ­ΜΕ­ΝΑ. Αφε­λής κι όμως κά­το­χος μιας αι­νιγ­μα­τι­κής σο­φί­ας, άπει­ρη΄ κι όμως άκρως ερω­τι­κή, κο­μπάρ­σος της Σα­λώ­μης που όμως την αντι­κα­θι­στά και εν­σω­μα­τώ­νε, η ηρω­ί­δα φέ­ρει επά­νω της τα φα­νε­ρά γνω­ρί­σμα­τα μιας ανώ­τε­ρης, από­κο­σμης φύ­σε­ως. Ναι μεν αν­θρω­πόμρ­φα, τα σω­μα­τι­κά και ψυ­χι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της μοιά­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο με σύμ­βο­λα μιας λα­τρεί­ας· εν­δε­χο­μέ­νως (για­τί όχι;) των μυ­στη­ρια­κών τε­λε­τών προς τι­μήν των ελευ­σι­νί­ων θε­ο­τή­των.
Για πα­ρά­δειγ­μα, από την πρώ­τη στιγ­μή η Λά­λα εντυ­πω­σιά­ζει τον Στρά­τη με το ομι­χλώ­δες της εμ­φα­νί­σε­ώς της:

Έχει κά­τι θο­λό στο κοί­ταγ­μα και στα μέ­λη· αι­σθά­νε­σαι πως θα ’πρε­πε να της βγά­λεις την αχλύ· όχι μό­νο από τα μά­τια, αλ­λά και από το σώ­μα, αν πι­στέ­ψει κα­νείς πως το σώ­μα βλέ­πει (Α: 39-40· πλα­γιο­γρά­φη­ση δι­κή μου).

Θα ήταν άρα­γε υπερ­βο­λι­κά αυ­θαί­ρε­το εάν, συ­νειρ­μι­κά, την πα­ρο­μοιά­ζα­με τέ­τοια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά με την πέν­θι­μη πε­ρι­βο­λή της Μη­τέ­ρας θε­άς με­τά την αρ­πα­γή της Κό­ρης (πρβ. Δημ.: 319: Δη­μή­τε­ρα κυα­νό­πε­πλον· 374: Δη­μή­τε­ρι κυα­νο­πέ­πλῳ και σε άλ­λα ση­μεία);
Αλ­λού πά­λι, η «μαρ­μα­ρυ­γή του προ­σώ­που της» (ΣΤ: 251· πλα­γιο­γρά­φη­ση δι­κή μου) εί­ναι συ­γκρί­σι­μη με την φω­τει­νή ακτι­νο­βο­λία που φα­νε­ρώ­νει την Δή­μη­τρα κα­τά την άφι­ξή της στα ανά­κτο­ρα του Κε­λε­ού, βα­σι­λέ­ως της Ελευ­σί­νας: πλῆσεν δὲ θύ­ρας σέ­λα­ος θεί­οιο (Δημ.: 189).
Τέ­λος, η Λά­λα ταυ­τί­ζει εαυ­τήν με «ένα δέ­ντρο που πο­νεί» (Γ: 127): υπό­στα­σή η οποία ναι μεν δεν σχε­τί­ζε­ται άμε­σα με τον οι­κείο μύ­θο, πλην όμως υπο­δη­λοί την οι­κο­λο­γι­κή (ού­τως ει­πείν) απο­στο­λή της Με­γά­λης Θε­άς, ως προ­στά­τι­δας της βλά­στη­σης. Όταν, επι­πλέ­ον, η με­τα­φο­ρι­κή αυ­τή εξο­μοί­ω­ση πραγ­μα­τώ­νε­ται και κυ­ριο­λε­κτι­κά, δη­λα­δή εκ­δη­λώ­νε­ται ή και επι-δει­κνύ­ε­ται, δεν εί­ναι απο­ρί­ας άξιον που εμπνέ­ει θρη­σκευ­τι­κό δέ­ος στον θε­α­τή:

Εί­χε μια πα­ρά­ξε­νη επι­βο­λή στον άδειο κό­σμο τρι­γύ­ρω της ― έξω από τους αν­θρώ­πους. Ανά­λα­φρα, σα να μην άγ­γι­ζε το χώ­μα, προ­χώ­ρη­σε προς το δέ­ντρο [...] Έπια­σε ένα κλω­νά­ρι και ακού­μπη­σε το κε­φά­λι ανά­με­σα στους αγκώ­νες της Το σφρί­γος έζω­νε τη μέ­ση της με με άπει­ρη τρυ­φε­ρό­τη­τα. Ο Στρά­της ένιω­θε την ανά­σα της να σβή­νει μέ­σα στην ανά­σα της κα­ρυ­διάς που τον εζά­λι­ζε. «Πού πο­νεί αυ­τό το δέ­ντρο;» συλ­λο­γί­στη­κε πά­λι [...] Ο Στρά­της συ­γκρά­τη­σε μια κί­νη­ση να πέ­σει στα πό­δια της (Δ: 162-163).

(β) ΔΡΩ­ΜΕ­ΝΑ. Πα­ρό­μοια ορα­τά γνω­ρί­σμα­τα - όχι τό­σο αν­θρώ­πι­να όσο συ­μπα­ντι­κά - της ηρω­ί­δας ται­ριά­ζουν σε μία σε­βά­σμια και σε­βα­στή πα­ρου­σία, που ο Ομη­ρι­κός Ύμνος ονο­μά­ζει πότ­νια. Την ει­κό­να της Λά­λας ως πότ­νιας, ενι­σχύ­ουν έτι πε­ραι­τέ­ρω δύο «δρα­μα­το­ποι­η­μέ­να» επει­σό­δια, επι­δε­κτι­κά πα­ραλ­λη­λι­σμού με τα δρώ­με­να των Ελευ­σι­νί­ων Μυ­στη­ρί­ων.
Το πρώ­το εί­ναι ο Ιε­ρός Γά­μος,τε­λε­τουρ­γι­κή σε­ξουα­λι­κή πρά­ξη Θε­ού και Θε­άς: του Δία και Δή­μη­τρας, Πλού­τω­να και Περ­σε­φό­νης. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη ιε­ρο­τε­λε­στία, την οποί­αν εκτε­λούν στον λα­τρευ­τι­κό χώ­ρο ένας ιε­ρέ­ας και μια ιέ­ρεια, συμ­βο­λί­ζει έμπρα­κτα την ένω­ση του μύ­στη, ανε­ξαρ­τή­τως βιο­λο­γι­κού φύ­λου, με την θε­ό­τη­τα.[29] Κα­τά την αντί­λη­ψή μου, κά­τι τέ­τοιο αφή­νει να εν­νοη­θεί στο μυ­θι­στό­ρη­μα η σκη­νή συ­νεύ­ρε­σης του ήρωα με την πότ­νια σύ­ντρο­φό του:

Φά­νη­κε στον Στρά­τη πως [το κορ­μί της Λά­λας] βυ­θί­ζου­νταν ολο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο· σε λί­γο θα εί­χε χω­νέ­ψει ολό­κλη­ρο μέ­σα στην άμ­μο. Με προ­σο­χή, θαρ­ρείς για να μην τα­ρά­ξει τί­πο­τε, έγει­ρε και ενώ­θη­κε μ’ αυ­τό το πέ­ρα­σμα» (ΣΤ: 239).[30]

Απόρ­ροια και επι­στέ­γα­σμα του πρώ­του εί­ναι το δεύ­τε­ρο υπό συ­ζή­τη­σιν δρώ­με­νον: η γέν­νη­ση του Θεί­ου Βρέ­φους μέ­σα από αστρα­πές και φλό­γες. Για τον μύ­στη, τον ικα­νό να δια­κρί­νει βα­θύ­τε­ρα νο­ή­μα­τα όπου οι αδα­είς βλέ­πουν μια συ­κε­χυ­μέ­νη σκη­νή φρί­κης, το τε­λε­τουρ­γι­κό αυ­τό γε­γο­νός, αντι­κεί­με­νο εκ­στα­τι­κής επο­πτεί­ας (με δε­κνύ­με­νον το στά­χυ) συμ­βο­λί­ζει ―επι­σης έμπρα­κτα― το σω­τή­ριο μή­νυ­μα της ελευ­σι­νί­ας λα­τρεί­ας: μια υπό­σχε­δη αθα­να­σί­ας, αφού, νο­μο­τε­λεια­κά, του θα­νά­του έπε­ται πα­ντα κά­ποιο εί­δος πα­λιγ­γε­νε­σί­ας.[31] Ένα ανά­λο­γο σε­νά­ριο μπο­ρού­με να δού­με στις κα­τα­λη­κτι­κές σε­λί­δες του σε­φε­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.
Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, λοι­πόν. Ο μύ­στης (Στρά­της), με­τά την αρ­πα­γή της Περ­σε­φό­νης (την απο­βί­ω­ση της Σα­λώ­μης / Μπί­λιως) ― και αφού έχει τε­λέ­σει τον Ιε­ρό Γά­μο με την πότ­νια (Λά­λα), αξιώ­νε­ται να επο­πτεύ­σει το θαύ­μα της γέν­νη­σης / ανα­γέν­νη­σης της (αν­θρώ­πι­νης; θεί­ας;) ζω­ής, εν μέ­σω φω­τει­νής πυρ­καϊ­άς προ­πο­μού της αθα­να­σί­ας:

Ήταν μπρο­στά μου, εκεί, μια τέ­τοια φλό­γα. Το μυα­λό μου πά­λευε να μά­θει αν ήμουν κι εγώ μα­ζί μ’ αυ­τλα που έβλε­πα. Πό­νε­σα δυ­να­τά κι ο πό­νος απλώ­θη­κε σ’ όλο μου το κορ­μί· εί­πα με σκί­ζουν. Τό­τε ένιω­σα μιαν αστρα­πή να κό­βει τον και­ρό σαν ένα με­γά­λο φί­δι, μο­νο­κόμ­μα­τα. Εί­δα την τέ­φρα του λι­νού σω­ρια­σμέ­νη στη θέ­ση που ήταν τα πό­δια της· εί­δα έναν άν­θρω­πο­ν’ ανα­σταί­νε­ται μέ­σα από τον κόρ­φο των μαρ­μά­ρων (ΣΤ: 252).

3.4.― Μέ­σα από τις ανω­τέ­ρω ανα­λύ­σεις δια­γρά­φε­ται με αρ­κε­τή σα­φή­νεια το «ενο­ποιό σχή­μα» που πα­ρέ­χει στις Έξι νύ­χτες... ο μύ­θος της Δή­μη­τρας και της Κό­ρης.
Ας αρ­χί­σου­με από το σύ­στη­μα των μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κών χα­ρα­κτή­ρων, στο κέ­ντρο του οποί­ου εντο­πί­ζου­με μια γυ­ναι­κεία τριά­δα.

3.4.1.― Δύο από τα μέ­λη αυ­τής απο­τε­λούν το δί­δυ­μο Σα­λώ­μη - Λά­λα σε συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό συ­σχε­τι­σμό (τον οποί­ον εξέ­τα­σα και προη­γου­μέ­νως σε δια­φο­ρε­τι­κή προ­ο­πτι­κή). Εδώ το θε­μα με εν­δια­φέ­ρει από σκο­πιάς των, κα­τά τους ει­δι­κούς, «πα­ρα­δό­ξων της μυ­θο­λο­γι­κής ιδέ­ας». Ο Kérényi, λό­γου χά­ριν, επι­ση­μαί­νει αφ’ ενός μεν ότι το συμ­βο­λι­κό πε­δίο της παρ­θε­νί­ας συ­ναρ­τά­ται προς τον θά­να­το, αφού «[η] απώ­λεια της παρ­θε­νί­ας και η διά­βα­ση των συ­νό­ρων του Άδη εί­ναι αλ­λη­γο­ρί­ες ισο­δύ­να­μες»· αφ’ ετέ­ρου δε ότι ότι ύπάρ­χει μια «όμο­ρη ζώ­νη παρ­θε­νί­ας και μη­τρό­τη­τας»· και τέ­λος ότι τα ανω­τέ­ρω χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ανή­κουν σε μί­αν δι­συ­πό­στα­τη φυ­σιο­γνω­μία, που την ίδια στιγ­μή εί­ναι «και αρ­χέ­γο­νη Μη­τέ­ρα και πρω­το­γε­νής Κό­ρη» (ό.π.: 171 και 199· πλα­γιο­γρα­φή­σεις δι­κες μου).[32] 
Τα προ­α­να­φε­ρό­με­να πα­ρά­δο­ξα διέ­πουν, τρό­πον τι­νά, και την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή πλο­κή. Στις Έξι νύ­χτες..., λοι­πόν, η Λά­λα φέ­ρε­ται παρ­θέ­να και, όταν παύ­ει να εί­ναι, το πλη­ρώ­νει με την ζωή της Σα­λώ­μης. Εξάλ­λου η ίδια Λά­λα, δια­τη­ρώ­ντας ατό­φια τα γνω­ρί­σμα­τα της Κό­ρης, κα­θί­στα­ται ικα­νή και να κυο­φο­ρή­σει την δί­δυ­μό της (συ­γκε­κρι­μέ­να να της φο­ρέ­σει, έστω σε όνει­ρο, το δι­κό της «πε­τσί») και να την γεν­νή­σει εκ νέ­ου (δί­κην Θεί­ου Βρέ­φους). Κα­τά συ­νέ­πεια, τό­σο το ερ­μα­φρό­δι­το» προ­φίλ της Σα­λώ­μης όσο και ο αμοι­βαί­ος «τρα­βε­στι­σμός» των δύο γυ­ναι­κών (προ­κει­μέ­νου να συ­νευ­ρε­θούν σε­ξουα­λι­κά με τον ίδιον ερα­στή) δεν εί­ναι πα­ρά λει­τουρ­γι­κά εξει­δι­κε­μέ­νες εκ­φρά­σεις μί­ας και της αυ­τής ταυ­τό­τη­τας.

3.4.2.― Ποια εί­ναι όμως η τρί­τη κο­ρυ­φή του τρι­γώ­νου;
Εάν εμ­μεί­νου­με στην θε­ώ­ρη­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος μέ­σα από το πρί­σμα του μύ­θου των Ελευ­σι­νί­ων θε­ο­τή­των, επι­βάλ­λε­ται να έχου­με μο­νί­μως υπ’ όψιν ότι και ο Ομη­ρι­κός Ύμνος εστιά­ζει σε μια θη­λυ­κή τριά­δα, απο­τε­λού­με­νη, συ­γκε­κρι­μέ­να, από την Μη­τέ­ρα, την Κό­ρη και την Εκά­τη.
Η τε­λευ­ταία εί­ναι ένα εί­δος σω­σί­ας της πρώ­της, αφού, με την αρω­γή της, η Με­γά­λη Θεά εντο­πί­ζει και ανα­κρί­νει τον Ήλιο, αυ­τό­πτη μάρ­τυ­ρα της απα­γω­γής· εν συ­νε­χεία, η Εκά­τη ―με εξου­σί­ες επί των φα­ντα­σμά­των και με αρ­μο­διό­τη­τες στην νε­κρο­μα­ντεία―, οδη­γεί την πεν­θού­σα Δή­μη­τρα στον Άδη, εις ανα­ζή­τη­σιν της Περ­σε­φό­νης, ενώ αρ­γό­τε­ρα, όταν η Κό­ρη επι­στρέ­φει στον άνω κό­σμο, εκεί­νη και πά­λι την υπο­δέ­χε­ται στο πλευ­ρό της Μη­τέ­ρας. Τα γε­νι­κό­τε­ρα μεν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της Εκα­της προ­σι­διά­ζουν στην αρ­χαϊ­κή, προ-ολυ­μπια­κή, άρα και προ-ομη­ρι­κή θρη­σκεία, ο δε Ύμνος την πα­ρου­σιά­ζει, ει­δι­κό­τε­ρα, ως σε­λη­νια­κή θεά. Αν μη τι άλ­λο, κρί­νο­ντας από τον πυρ­σό που κρα­τά ακό­μη και την ημέ­ρα (κα­θ’ ότι προ­τι­μά τους σκο­τει­νούς χώ­ρους). Αντ’ ονό­μα­τος, τo εμ­βλη­μα­τι­κό αυ­τό αντι­κεί­με­νο δη­λώ­νε­ται με την λει­τουρ­γία του: Ἑκά­τη, σέ­λας ἐν χεί­ρεσ­σιν ἔχου­σα (Δημ.: 5): από γλωσ­σι­κής από­ψε­ως η λέ­ξη εί­ναι προ­φα­νής έτυ­μο­λο­γία του ‘Σε­λή­νη’. Στην ίδια σει­ρά ιδε­ών, δια­κρί­νου­με μά­λι­στα και κά­ποιαν αντι­δι­κία αυ­τής με τον Ήλιο. Έτσι, ενώ το άστρο της ημέ­ρας πα­ρα­κο­λου­θεί την εν εξε­λί­ξει απα­γω­γή ου­δέ­τε­ρος έως αδιά­φο­ρος, απ’ ενα­ντί­ας, η Εκα­τη, ναι μεν δεν βλέ­πει την την αρ­πα­γή της Περ­σε­φό­νης, πλην όμως την ακού­ει από το άντρο της να κα­λεί σε βο­ή­θεια και σπεύ­δει να ει­δο­ποι­ή­σει την Μη­τέ­ρα της (πρβ. Kérényi ό.π.: 155 και ακ.)
Στις Έξι νύ­χτες... υπάρ­χει­μία μό­νον ονο­μα­στι­κή αν­φο­ρά σ’ αυ­τήν: Audax Hecate ― και δη σε συ­νάρ­τη­ση προς το «φο­βε­ρό [...] τ’ ολό­γιο­μο φεγ­γά­ρι του Αύ­γου­στου» (Ε: 186). Καί­τοι η ατά­κα εκ­φω­νεί­ται από τον Λο­γκο­μά­νο, ο σχε­τι­κός συ­νειρ­μός μάς βά­ζει στα ίχνη του βα­ρυ­σή­μα­ντου ρό­λου που έχει να παί­ξει εδώ η Σε­λή­νη, για την ακρί­βεια η Παν­σέ­λη­νος.
Κα­τ’ αρ­χάς, έρ­χε­ται να συ­μπλη­ρώ­σει την τριά­δα των κε­ντρι­κών, σ’ αυ­τό το επί­πε­δο, γυ­ναι­κεί­ων χα­ρα­κτή­ρων. Με την δια­φο­ρά ότι, ενώ το δί­δυ­μο Σα­λώ­μη - Λά­λα ελίσ­σε­ται απο­κλει­στι­κά στον χώ­ρο του «εκ­φε­ρο­μέ­νου» (γαλλ. énoncé), δη­λα­δή των κα­τα­στά­σε­ων και δρά­σε­ων που εξι­στο­ρεί το βι­βλίο, η σχε­δόν προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νη Σε­λή­νη ενερ­γο­ποιεί­ται ως πα­ρά­γων της «εκ­φο­ράς» (γαλλ. énonciation), του­τέ­στιν της αφή­γη­σης ως πρά­ξε­ως. Αρ­κεί να ανα­λο­γι­στού­με ότι η τε­λε­τή κοι­νω­νι­κο­ποί­η­σης της «πα­ρέ­ας», και ως εκ τού­του το πρώ­το αί­τιο για την (συγ)γρα­φή και η δύ­να­μη που κι­νεί την υπό­θε­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος εί­ναι η ανά­βα­ση στην Ακρό­πο­λη «κα­τά Παν­σέ­λη­νον».
Ωστό­σο, το νυ­κτε­ρι­νό άστρο εμπλέ­κε­ται επί­σης στο «εκ­φε­ρό­με­νο», δη­λα­δή επη­ρε­ά­ζει την «σκη­νο­θε­σία» της πλο­κής και τις δρά­σεις των χα­ρα­κτή­ρων, έστω και συμ­βο­λι­κά, κυ­ρί­ως δε σε επει­σό­δια σχε­τι­κά με τον κό­σμο των νε­κρών (αφού η εν λό­γω πε­ριο­χή εμπί­πτει κι αυ­τή στην δι­καιο­δο­σία της Εκά­της). Ακό­μη και όταν η Σε­λή­νη λά­μπει (ού­τως ει­πείν) δια της απου­σί­ας της: φέ­ρ’ ει­πείν όταν ο θά­να­τος της Σα­λώ­μης / Μπί­λιως, όπως και η αρ­πα­γή της Περ­σε­φό­νης, λαμ­βά­νει χώ­ρα υπό το απα­θές φως του «με­ση­με­ριού» (πρβ. ΣΤ: 234). Πολ­λώ μάλ­λον προ­κει­μέ­νου για την σκη­νή βα­θύ­τα­του πέν­θους των απο­χαι­ρε­τι­στη­ρί­ων της εκλι­πού­σης απ’ αυ­τούς που την αγά­πη­σαν και αγα­πή­θη­καν από την ίδια· σκη­νή η οποί­σα δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στο «υπο­σε­λη­νια­κό όρος» της Ακρο­πό­λε­ως, κά­τω από το «ολο­στρόγ­γυ­λο» φεγ­γά­ρι (πρβ. αυ­τό­θι: 244 και ακ.)

3.4.3.― Από το «ενο­ποιό σχή­μα» το οποίο, όπως θα έλε­γε ο Frye, γί­νε­ται εδώ «νο­ε­ρώς ορα­τό», δεν μπο­ρεί να λεί­ψει μια σύ­ντο­μη του­λά­χι­στον ανα­φο­ρά στον χρο­νό­το­πο που ανα­δει­κνύ­ε­ται σ’ αυ­τό ακρ­βώς το επί­πε­δο νο­ή­μα­τος και ανά­γνω­σης του έρ­γου.
Και επει­δή (για λό­γους που, ελ­πί­ζω, έχω απο­σαη­νί­σει πα­ρα­πά­νω) το συ­γκε­κρι­μέ­νο επί­πε­δο προσ­διο­ρί­ζε­ται ως υπο­χθό­νιο, ο ίδιος χα­ρα­κτη­ρι­σμός ται­ριά­ζει και στο χω­ρο­χρο­νι­κό εκεί­νο ση­μείο όπου «τα ση­μά­δια του χρό­νου εκ­δη­λώ­νο­νται σε χώ­ρο, ενώ ο χώ­ρος γί­νε­ται κα­τα­νοη­τός και με­τρη­σι­μος δια του χρό­νου» (Bahtin 1982: Cron., 294). Κάλ­λι­στα μπο­ρού­με να φέ­ρου­με στο νου μας, εν προ­κει­μέ­νω. ένα υπό­γειο, ζο­φε­ρό άντρο· μέ­σα του όμως «λαν­θά­νει» το κρυ­φό σέ­λας της Εκά­της, απ’ όπου αντλούν και η Σε­λή­νη την λάμ­ψη της και, ακό­μη-ακό­μη, την φλό­γα του ο ΄Ηλιος.
Εί­τε, λοι­πόν, ανα­γνω­ρί­σου­με αυ­τόν τον χω­ρο­χρό­νο στο «σπί­τι γε­μά­το σκο­τά­δι» (Β: 80) του πα­ρα­βα­τι­κού έρω­τα, εί­τε στην «με­γά­λη σπη­λιά ολά­νοι­χτη στο πέ­λα­γο», του Κα­μέ­νου Βρά­χου (ΣΤ: 226) ή, τέ­λος, σε μια «γού­βα» στρω­μέ­νη «θρύψ­λα από μάρ­μα­ρα» (ΣΤ: 252), πά­ντα θα δού­με να τε­λού­νται εκεί τα με­γά­λα Μυ­στή­ρια της ζω­ής και της δη­μιουρ­γί­ας.




ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙ­ΚΕΣ ΠΑ­ΡΑ­ΜΟ­ΜΠΕΣ

1. Κεί­με­να ανα­φο­ράς:
Dante Alighieri (1938); La Divina Commedia. Con il commento di Tommaso Casini. Sesta edizione rinovata e accresciuta per cura di S. A. Barbi. G. C. Sansoni editore, Φλω­ρε­ντία. Oι συ­ντο­μο­γρα­φί­ες Inf. [Inferno]· Purg. [Purgatorio]· Par. [Paradiso] απα­ντούν εδώ· τα δε πα­ρα­θέ­μα­τα πα­ρα­πέ­μπουν στο εκά­στο­τε άσμα και στην κα­θιε­ρω­μέ­νη αρίθ­μη­ση των στί­χων.
Durrell, Lawrence (1972 [1962]): The Alexandria Quartet [I. Justine - II. Balthazar - III. Mountolive - IV. Clea]. The Book Club Associates, Λον­δί­νο.
Homeri (1959): Opera. Recognovit brevique adnotatione critica instruxit Thomas W. Allen. Oxonii e typographeo clarendoniano. Οι συ­ντο­μο­γρα­φί­ες Δημ. [Εἰς Δή­μη­τραν]· Οδ. [Ὀδύσ­σεια] απα­ντούν εδώ· τα δε πα­ρα­θέ­μα­τα πα­ρα­πέ­μπουν στην κα­θιε­ρω­μέ­νη αρίθ­μη­ση των στί­χων, ενώ, προ­κει­μέ­νου για την Οδύσ­σεια, δη­λώ­νε­ται επί­σης η ρα­ψω­δία προ­ε­λεύ­σε­ως.
Σε­φέ­ρης, Γιώρ­γος (1987 [1974]): Έξι νύ­χτες στην Ακρό­πο­λη, δ’ ανα­τύ­πω­ση. Ερ­μής. Οι κά­θε εί­δους ανα­φο­ρές στο έρ­γο απα­ντούν σ´αυ­τήν την έκ­δο­ση και δη­λώ­νο­νται δια του αριθ­μού του κε­φα­λαί­ου (Α΄- ΣΤ΄) και της σε­λί­δας προ­ε­λεύ­σε­ως εκά­στου πα­ρα­θέ­μα­τος.

2. Κρι­τι­κά και θε­ω­ρη­τι­κά βοη­θή­μα­τα:
Βahtin, Mihail (1970): Problemele poeticii lui Dostoievski [πρωτ. Проблемы поэтики Достоевского, 1963]. Ρουμ. μετ.: Univers, Βου­κου­ρέ­στι.
» ― (1982): Probleme de literatură și estetică [πρωτ. Bопросы литературы и эстетики, 1975]. Ρουμ. μετ.: Univers, București. Η συ­ντο­μο­γρα­φία Cron. απα­ντά στον τί­τλο „Forme ale timpului și cronotopului în roman και τα σχε­τι­κά πα­ρα­θέ­μα­τα δη­λώ­νο­νται με τον αριθ­μό της σε­λί­δας προ­ε­λεύ­σε­ως στην ρου­μα­νι­κή έκ­δο­ση.
Casini, Tommaso (1938): “Commento”, στον τό­μο: Dante, 1938.
Dante Alighieri
(1971): Opere minore [πρωτ. Opere minori]. Ρουμ. μετ.: Virgil Cândea (ed.) Univers, Βου­κου­ρέ­στι. Η συ­ντο­μο­γρα­φία Conv. [Convivio] απα­ντά στον τί­τλο „Ospățul” και τα σχε­τι­κά πα­ρα­θέ­μα­τα δη­λώ­νο­νται με τον αριθ­μό της σε­λί­δας προ­ε­λεύ­σε­ως στην ρου­μα­νι­κή έκ­δο­ση.
Dállenbach Lucien (1977): Le récit spéculaire. Essai sur la mise en abyme. Seuil/« Poétique », Πα­ρί­σι.
De Sanctis, Francesco (1965): Istoria literaturii italiene [Storia della letteratura italiana, 1871]. Ρουμ. μετ.: Editura pentru Literatură Universală, Βου­κου­ρέ­στι.
Durand, Gilbert (1977): Structurile antropologice ale imaginarului [πρωτ. Les structures anthropologiques de l’imaginaire, 1969]. Ρουμ. μετ.: Univers, Βου­κου­ρέ­στι.
Frye, Northrop (1963) : Fables of Identity. Burlingame, Harcourt Brace & World, Νέα Υόρ­κη. Οι συ­ντο­μο­γρα­φί­ες: Myth και Directions απα­ντούν στους τί­τλους «Myth, Fiction and Displacement» και «New Directions from Old», αντι­στοί­χως.
Genette, Gerard («982): Palimpsestes. La littérature au second degré, Seuil / Poétique, Πα­ρί­σι.
Ιβά­νο­βιτς, Βί­κτωρ (2016): «Ο Έρω­τας στα χρό­νια της Δι­χό­νοιας», στο περ. The Athens Review of Books, έτος 7ο, τχ. 71 (Μάρ­τιος).
Kérényi, Ch. (1968): « La jeune fille divine », στον τό­μο: C.G. Jung & Ch. Kérényi, Introduction à l’essence de la mythologie [πρωτ. Einführung in das Wesen der Mythologie, 1942]. Γαλλ. μετ.: Payot, Πα­ρί­σι.
Lord, Albert B. (1960): The Singer of Tales. Cambridge, Mα­σα­χου­σέ­τη.
Σαβ­βί­δης Γ.Π. (1987): «Ση­μεί­ω­μα του επι­με­λη­τή», στον τό­μο: Σε­φέ­ρης 1987.
Vitti, Mario (1978): Ιστο­ρία της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας [πρωτ. Storia della letteratura neogreca, 1971]. Ελλ. μετ.: εκδ. Οδυσ­σέ­ας.



 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: