Τόμας Σάλτο & άλλα ποιήματα

________
Α Π Ε Ι Ρ Ο Σ   Χ Ω Ρ Α

______


Ευ­χα­ρι­στώ πο­λύ την Κά­ρεν και την Έφη που με έφε­ραν σε επα­φή με την ποί­η­ση του Τί­μι και μου έστει­λαν και το βι­βλίο, όπως και το Γιάν­νη για τη γνώ­ση του της ενόρ­γα­νης που έλυ­σε ορι­σμέ­νες μου με­τα­φρα­στι­κές απο­ρί­ες. Οι ση­μειώ­σεις που συ­νο­δεύ­ουν τα ποι­ή­μα­τα, όπως και η ει­σα­γω­γή, εί­ναι από το ίδιο το βι­βλίο και τις με­τα­φέ­ρω αυ­τού­σιες. Πέ­ραν της ποί­η­σης, το Τί­μι έχει βγά­λει και έναν δί­σκο μου­σι­κής, το State Parks.          ―Γ.Ε.Δ.






Το Τό­μας Σάλ­το εί­ναι μια πο­λύ δύ­σκο­λη και επι­κίν­δυ­νη άσκη­ση στην ενόρ­γα­νη γυ­μνα­στι­κή. Εί­ναι συ­νά­μα όμορ­φη, με τον ανοί­κειο και με­ρι­κές φο­ρές ανα­στα­τω­τι­κό τρό­πο που ένας σο­λω­μός πε­τά­ει το σώ­μα του πά­νω στον κα­ταρ­ρά­κτη: ενά­μι­σι σάλ­το προς τα πί­σω σε μια λο­ξή ή ευ­θεία θέ­ση, με μιά­μι­ση στρο­φή και προ­σγεί­ω­ση όχι, όπως συ­νη­θί­ζε­ται, στα πό­δια, αλ­λά σε μπρο­στι­νή κω­λο­τού­μπα. Εί­ναι αυ­τή η προ­σγεί­ω­ση που κά­νει την κί­νη­ση τό­σο ρι­ψο­κίν­δυ­νη: αν το άτο­μο που την επι­τε­λεί δεν ωθή­σει αρ­κε­τά το σώ­μα του στον αέ­ρα, με αρ­κε­τή ορ­μή, εί­ναι εύ­κο­λο να απο­τύ­χει στην προ­σγεί­ω­ση.
Προς το τέ­λος της δε­κα­ε­τί­ας του '70, μια άγνω­στη Ρω­σί­δα αθλή­τρια ονο­μα­ζό­με­νη Έλε­να Μού­χι­να — έφη­βη τό­τε — ξε­κί­νη­σε να προ­πο­νεί­ται με έναν προ­πο­νη­τή αντρών. Μα­ζί ανα­πτύ­ξα­νε μια σει­ρά από ασκή­σεις τό­σο σω­μα­τι­κά πε­ρί­τε­χνες που η Μού­χι­να σύ­ντο­μα επι­σκί­α­σε τις συ­νο­μι­λή­κους της, εξα­σφα­λί­ζο­ντας μια θέ­ση στη Σο­βιε­τι­κή Ολυ­μπια­κή ομά­δα. Τα ρί­σκα ήταν τε­ρά­στια. Ένα Σο­βιε­τι­κό χρυ­σό σή­μαι­νε πολ­λά σε όρους Ψυ­χρού Πο­λέ­μου και, κά­τω από την πί­ε­ση των αρ­χών, ο προ­πο­νη­τής τής Μού­χι­να την έπει­σε να προ­σθέ­σει το Τό­μας σάλ­το στο πρό­γραμ­μα εδά­φους της: ως ρι­ψο­κίν­δυ­νη και τε­χνι­κά δύ­σκο­λη κί­νη­ση, η επι­τυ­χη­μέ­νη επι­τέ­λε­σή της θα απο­σπού­σε σί­γου­ρα ψη­λές βαθ­μο­λο­γί­ες από τους κρι­τές. Την πε­ρί­ο­δο εκεί­νη, η Μού­χι­να — ορ­φα­νή, που ση­μαί­νει παι­δί του κρά­τους, χω­ρίς συ­νή­γο­ρο και δο­μή φρο­ντί­δας εκτός της Σο­βιε­τι­κής ομά­δας — ανάρ­ρω­νε από ένα κά­ταγ­μα στο πό­δι. Εντέ­λει έδω­σε αυ­τό που θα μπο­ρού­σε να πε­ρά­σει ως συ­γκα­τά­θε­ση και, κα­τά τη διάρ­κεια της προ­πό­νη­σής της για το Τό­μας λί­γες βδο­μά­δες πριν τους Θε­ρι­νούς Ολυ­μπια­κούς του 1980, δεν στρι­φο­γύ­ρι­σε αρ­κε­τά πριν την κω­λο­τού­μπα της προ­σγεί­ω­σης, προ­σγειώ­θη­κε στο πη­γού­νι της και έσπα­σε το λαι­μό της. Το ατύ­χη­μα την άφη­σε τε­τρα­πλη­γι­κή και πέ­θα­νε στα σα­ρά­ντα της από επι­πλο­κές του τραυ­μα­τι­σμού. Το Τό­μας εντέ­λει αφαι­ρέ­θη­κε από τον Κώ­δι­κα Βαθ­μο­λο­γί­ας, και το 2017 απα­γο­ρεύ­τη­κε μό­νι­μα από την επαγ­γελ­μα­τι­κή ενόρ­γα­νη.
Ένα Ολυ­μπια­κό σώ­μα προ­πα­ντώς ψυ­χα­γω­γεί, και στο βαθ­μό αυ­τό μπο­ρείς να πεις ότι ανή­κει στο “ασή­μα­ντο.” Όμως το Ολυ­μπια­κό σώ­μα εί­ναι επί­σης ένα σώ­μα ρη­τά γραμ­μέ­νο σε και από δυ­νά­μεις που εί­ναι σε ισχύ, βαθ­μό και χρο­νι­κό­τη­τα, δια­φο­ρε­τι­κών με­γε­θών από το ίδιο (το κρά­τος, η οι­κο­νο­μι­κή και γε­ω­πο­λι­τι­κή τά­ξη, η ιστο­ρι­κή συν­θή­κη). Αυ­τό το σώ­μα τό­τε, φτιά­χνε­ται ώστε να φέ­ρει και να με­τα­δί­δει μη­νύ­μα­τα που δεν μπο­ρεί το ίδιο να δια­βά­σει ολο­κλη­ρω­τι­κά· δρα, εκτός πλαι­σί­ου επι­λο­γής και σε δια­στρε­βλω­μέ­νη σχέ­ση με την ίδια του την απλή αν­θρώ­πι­νη ευα­λω­τό­τη­τα, ως φο­ρέ­ας για ένα τε­ρά­στιο φορ­τίο μη­νυ­μά­των — σω­μα­τι­κά, ψυ­χι­κά, ιδε­ο­λο­γι­κά — των οποί­ων το ερ­μη­νευ­τι­κό από­θε­μα εί­ναι αστα­θές και ανταλ­λά­ξι­μο. Ίσως εί­ναι μια διαί­σθη­ση αυ­τής της επι­γρα­φής, μια ανα­λα­μπή του μη­νύ­μα­τός της, που βλέ­που­με για μια στιγ­μή στην “αση­μα­ντό­τη­τα” ενός Ολυ­μπια­κού σώ­μα­τος στον αέ­ρα: μια λάμ­ψη, όπως στο σώ­μα μιας πο­λύ μι­κρής Έλε­να Μού­χι­να, του ια­νού προ­σώ­που γοη­τεί­ας και τρό­μου. Όπως η Μού­χι­να εί­πε σε μια συ­νέ­ντευ­ξη στη Μό­σχα χρό­νια με­τά το ατύ­χη­μά της: “Ξέ­ρε­τε πό­τε φο­βά­μαι πά­ρα πο­λύ; Όταν βλέ­πω το πρό­γραμ­μα του μο­νό­ζυ­γού μου στην τη­λε­ό­ρα­ση…”


Η Έλενα Μούχινα, τέλη του 1970
Η Έλενα Μούχινα, τέλη του 1970

Κο­πέρ­νι­κος

                    Εί­σαι πά­ντα στο μέ­σο του ποι­ή­μα­τος
                        ακό­μα και στο τέ­λος.
                        Ξα­νά και ξα­νά αφή­νεις
                        τις ίδιες σου τις πα­τη­μα­σιές
                        στη χλόη, ακό­μα μια φο­ρά
                        έχεις φέ­ρει λά­σπη στο σπί­τι.
                        Έχεις φέ­ρει ένα σπί­τι στη λά­σπη. Εκτός του ποι­ή­μα­τος
                        εί­ναι σει­ρή­νες, φω­τιές, ωκε­α­νο­δαρ­μέ­νη απο­βά­θρα.
                        Πες σε σέ­να: δεν βγά­ζει νό­η­μα
                        αλ­λά υπά­γε­ται
                        και δεν πρέ­πει, δεν πρέ­πει. Εκτός του ποι­ή­μα­τος
                        μια μι­κρή φλέ­βα κλι­κά­ρει στο μέ­τω­πο ενός χρη­μα­τι­στή,
                        ένα σύν­θη­μα επι­κα­λέ­στη­κε, ένα όμποε
                        γκλομπ, πε­ρι­στέ­ρια, βρο­χή
                        με­ταλ­λο­ποιεί μια κιο­νο­στοι­χία.
                        Ένα χο­ρι­κό ορ­θώ­νε­ται, ψη­λό­τε­ρο από κτί­ριο,
                        λά­θος στο νό­η­μα, αριθ­μη­τι­κά ορ­θό.
                        Απε­χθά­νε­σαι αυ­τές τις τε­χνι­κές.
                        Δεν έχεις φτά­σει ακό­μα στην αλή­θεια.
                        Ένα φορ­τη­γό κα­τε­βά­ζει τα­χύ­τη­τα στην εθνι­κή,
                        σφυ­ρί­ζει η αλ­λα­γή της βάρ­διας,
                        κά­ποιου άλ­λου ατό­μου η ανά­γκη κά­νει το ποί­η­μα να κρα­τεί.
                        Τη νύ­χτα, σαν ένα ση­μεί­ω­μα σπρωγ­μέ­νο κά­τω από την πόρ­τα,
                        ήχοι μπαί­νουν μέ­σα:
                        μυ­γό­χαρ­τα σε ανοι­χτό πα­ρά­θυ­ρο,
                        η μη­τέ­ρα σου τρί­βει λο­σιόν στα χέ­ρια της.
                        Όλο αυ­τό εί­ναι μα­ζί σου, εί­ναι εσύ,
                        σε κυ­νη­γά στα σκο­τά­δια
                        όπως εκεί­νοι οι άντρες τον Κο­πέρ­νι­κο,
                        όπως ένας πλα­νή­της κυ­νη­γη­μέ­νος από τη­λε­σκό­πια στο διά­στη­μα.



Τρα­γου­δά­κι σε Λό­κριο

Έχω δυο πράγ­μα­τα τρα­γού­δη­σε το που­λί από τη βε­λα­νι­διά.
Δυο πράγ­μα­τα έχω εγώ — η αντα­πά­ντη­ση.
Ο κό­σμος εί­ναι στο μή­νυ­μά του από­ψε.
Ο κό­σμος εί­ναι στα κλει­διά του. Ο ήλιος
σε αυ­τόν αστρά­φτει σαν ση­μαία σε κιό­σκι,
σαν λαι­μός βα­τρά­χου που αστρά­φτει στον ήλιο.
Και υπάρ­χουν πράγ­μα­τα που πρέ­πει να ει­πω­θούν, το ξέ­ρω,
απαί­σια και απλά όπως παι­διά που φω­νά­ζουν δυ­να­τά
η μη­τέ­ρα μας εί­ναι νε­κρή.
Ένα γε­γο­νός θα βα­πτί­σει τον εγκέ­φα­λό μας για λί­γο
όμως τί κά­νει το βά­πτι­σμα να πα­ρα­μεί­νει —
Έχω δυο πράγ­μα­τα, τρα­γού­δη­σε το που­λί από τη βε­λα­νι­διά
δυο πράγ­μα­τα έχω εγώ, το που­λί στη μαρ­κί­ζα.
Μια με­λω­δία που συ­να­ντή­θη­κε και χά­θη­κε όπως το βλέμ­μα
που οι δυο όμη­ροι δώ­σα­νε
όταν πε­ρά­σα­νε
από την ου­δέ­τε­ρη μέ­ση της γέ­φυ­ρας.1



Μα­ντείο σε σκύ­λο

Σου εί­πα τις λέ­ξεις του συ­κο­φά­γε.
Τώ­ρα όταν ένα αυ­τί έρ­θει

πες το σω­στά.

Δώ­σε το αλη­θι­νό φι­λί και
δεν υπάρ­χουν πλέ­ον δυο πρό­σω­πα πα­ρά μια πέ­τρα.

Που ση­μαί­νει πώς να κρα­τάς ένα πράγ­μα που κά­ποιο άτο­μο αγα­πού­σε
και πως να πε­ρι­γρά­ψεις την κρά­τη­ση.

Αν η επί­κλη­ση εί­ναι εθνι­κή
πες ένα έθνος εί­ναι

ένα επί­πε­δο από ισο­δυ­να­μί­ες
καλ­πά­ζο­ντας μια

προς μια στη λε­πί­δα,
μια λε­πί­δα στο ηλιό­φως, πέ­ρα πέ­ρα

εκτός σκη­νής — εκεί, χλόη και αγριό­χορ­τα,
και τι,

ται­νία κα­σέ­τας στον οχε­τό
λα­μπυ­ρί­ζει

— το τρα­γού­δι,
δυο σκυ­λιά δε­μέ­να μέ­σα —

όμως η κλί­μα­κα αλ­λά­ζει,
έπει­τα το κλει­δί

και πώς να να κρα­τή­σεις ένα πράγ­μα που γνώ­ρι­ζες κά­πο­τε
και πώς την εξου­σία



Το Τό­μας σάλ­το

Δεν εί­ναι κα­κό πράγ­μα για έναν μπο­ξέρ να κρα­τά­ει όλα τα δό­ντια που κά­πο­τε
έβγα­λε και σε με­γά­λη ηλι­κία κολ­λά­ει ένα προς ένα
σε
έναν ξε­ρα­μέ­νο κορ­μό κα­λα­μπο­κιού, για να δεί­ξει τα τρό­παιά του στους γεί­το­νες,
για να
χα­μο­γε­λά­σει επει­δή τα δό­ντια του πα­ρα­μέ­νουν.

Όταν η πε­ρη­φά­νεια εί­ναι άπα­τρις, εί­ναι άθλος. Όταν η πε­ρη­φά­νεια εί­ναι άθλος, συγ­χω­ρεί­ται.

Δεν εί­ναι κα­κό να πε­θά­νεις στην έβδο­μη μέ­ρα και να φθα­ρείς
στην όγδοη — να θα­φτείς την ένα­τη και να εντα­φια­στείς
στη δέ­κα­τη. Η Ντέ­μπο­ρα βούρ­τσι­σε το Σι­νά με μια χτέ­να και ακό­μα
και τό­τε δεν βρή­κε ψύλ­λους. Νό­μοι, γε­γο­νό­τα, φαι­νό­με­να όλα

λά­μπουν στο σώ­μα του οι­κο­δε­σπό­τη τους. Και ποιο άτο­μο εδώ δεν εί­ναι οι­κο­δε­σπό­της;
Όμως εί­ναι
λά­θος να κλέ­βεις για ευ­χα­ρί­στη­ση μέ­χρι να μά­θεις τι η ευ­χα­ρί­στη­ση εί­ναι.
Λά­θος να αγα­πάς το μαρ­τύ­ριό σου εκτός αν με αυ­τό εν­νο­είς
πως ένα άτο­μο
υπο­μέ­νει να πλα­γιά­ζε­τε μα­ζί. Ο πό­νος αγα­πά την αυ­γή — το σκο­τά­δι,
το
δεί­πνο— και ένας τρα­πε­ζί­της σε μια μάλ­λι­νη μπλού­ζα δεν θα σου εξαρ­γυ­ρώ­σει
την
αμαρ­τία της χρη­μα­το­δό­τη­σης. Όπως εί­πες, η πραγ­μα­τι­κή τρα­γω­δία δεν σκο­τώ­νει τον
ήρωα,
σκο­τώ­νει το χο­ρι­κό.

                        Όμως ξέ­ρω ένα κα­λό παι­χνί­δι με κάρ­τες. Μπο­ρείς να το παί­ζεις για πά­ντα.
                         Το λέω
                       «Σκυ­λιά! Θέ­λε­τε να ζή­σε­τε για πά­ντα;»2




Μπρέζ­νιεφ

Η υδρό­γειος κά­θε­ται στο τσέ­μπα­λο, δί­πλα στην κυρ­τή μπρούν­τζι­νη λά­μπα
και μια
παρ­τι­τού­ρα μου­σι­κής, υφάλ­μυ­ρος Ανόν, έπει­τα Σκαρ­λά­τι, η
διο­γκώ­με­νη
ιδέα έπα­ψε στην ση­μειο­γρα­φία της, λί­γα απο­τυ­πώ­μα­τα μο­λυ­βω­μέ­να μέ­σα
και πά­νω
στο εξώ­φυλ­λο μια υπο­γρα­φή, μπλε σαν ανά­ε­ρος Αϊ­ζεν­χά­ου­ερ, από
κά­ποιον
πε­ρα­σμέ­νο δά­σκα­λο, γέ­ρη γυ­ναί­κα, γέ­ρο άντρα—

Η υδρό­γειος κά­θε­ται στο δω­μά­τιο, κά­θε­ται στο σπί­τι, σιω­πη­λή σαν ένα
χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο
φρού­το, τρα­χύ­μαλ­λο χα­λί σαν γού­να μα­σκότ — ένα σπί­τι όπου κά­ποιο άτο­μο
θα μπο­ρού­σε
να βη­μα­τί­σει και να κά­νει ένα τοστ

του μό­νου δια­θέ­σι­μου εί­δους ψω­μιού εκεί­νη τη στιγ­μή, που θα μπο­ρού­σε να μι­λή­σει
την
μό­νη δια­θέ­σι­μη ομι­λία εκεί­νη τη στιγ­μή,

μια έκτα­ση σπι­τιού στην άκρη της πό­λης που κλεί­νει το μά­τι, της πό­λης και
έπει­τα
του δυ­τι­κού, “απα­ρη­γό­ρη­του φι­λο­ξε­νού­με­νου σε αυ­τήν τη σκο­τει­νή Γη”—

Και σε αυ­τό το σα­λό­νι, άρ­ρω­στοι με ανε­μο­βλο­γιά ή γρί­πη,
κοι­τώ­ντας
μέ­σα από ένα Νά­σιο­ναλ Τζε­ο­γκρά­φικ, το μό­νο που εί­χα­με, πα­λιό
και
σκλη­ρό σαν μπα­λέ­νες και κι­τρι­νί­ζον:

                        Αυ­τές οι φω­το­γρα­φί­ες
του θα­νά­του του Μπρέζ­νιεφ, του πτώ­μα­τος του Μπρέζ­νιεφ εκτε­θει­μέ­νο σε λαϊ­κό προ­σκύ­νη­μα: οι
εκ­βια­σμέ­νοι
κρί­νοι πα­ρα­γε­μί­ζο­ντας το φέ­ρε­τρό του, οι χι­λιά­δες πεν­θού­ντες στο

ξε­φτι­σμέ­νο Κρεμ­λί­νο. Αυ­τός ήταν ο εχθρός μας με τον οποί­ον εμείς
χο­ρεύ­α­με μι­σόν αιώ­να
και
δεν μπο­ρού­σα­με να δού­με.

Ένα πρό­σω­πο εκεί νό­μι­σα πως κα­τά­λα­βα, ενός μι­κρού κο­ρι­τσιού.

Υπάρ­χει η ήπει­ρος, απα­λό ροζ, και η δι­κή μας, απα­λό
μπλε·

και υπάρ­χουν και πράγ­μα­τα που μά­θα­με που όμως δεν ξέ­ρα­με και
δεν μπο­ρού­σα­με
να πού­με και αυ­τό που εί­πα

σε σέ­να το εί­πα με τον μό­νο τρό­πο που εγώ
ήξε­ρα—3




Τα φουρ­φού­ρια της Γε­σέν

Για αιώ­νες άντρες νό­μι­ζαν
πως υπάρ­χουν κοι­μώ­με­νες κα­μά­ρες στις γυ­ναί­κες που κρα­τάν τους άντρες όρ­θιους.

Για δε­κα­ε­τί­ες άντρες πή­γαι­ναν στη Γε­σέν,
για δε­κα­ε­τί­ες άντρες ήταν

άντρες, και πο­ζά­ρα­νε εκεί,

με βε­ρί­κο­κα, κα­ρι­γιόνς,
με πνιγ­μέ­νους άντρες στη λί­μνη,

και λέ­γα­νε και σώ­ζα­νε τους εαυ­τούς τους
με το να το λέ­νε: όλες οι πό­ζες πο­νά­νε.

Όμως οι δε­κα­ε­τί­ες εί­ναι μια επι­κίν­δυ­νη μο­νά­δα μέ­τρη­σης.
Με αυ­τές ένα άντρας μπο­ρεί να πει

πως ξέ­ρει τον εαυ­τό του και
χα­ράσ­σει με κι­μω­λία

ράμ­φος στο δη­μό­σιο ου­ρη­τή­ριο
την κε­φα­λή στο νό­μι­σμα.

Ένας ήλιος βα­σι­λεύ­ει στον κα­θρέ­φτη, δύ­ει
στο μά­τι ενός προ­βά­του φο­νε­μέ­νου

δύ­ει στα φουρ­φού­ρια στις βε­ρά­ντες της Γε­σέν

του Κε­ντά­κετ, γεν­ναιό­δω­ρο ηλιο­βα­σί­λε­μα,
φό­νευ­σε το λιο­ντά­ρι, φό­νευ­σε τον λα­γό­να —

Η πρώ­τη σο­φία εί­ναι να φας αυ­τό που έρ­χε­ται.

Από αυ­τό έρ­χε­ται η γεύ­ση και έπει­τα
η οι­κο­γε­νεια­κή γραμ­μή

πα­ρο­μοί­ως ένας άντρας
θα γδύ­σει τον χαλ­κό για με­τρη­τά να πλη­ρώ­σει

νοί­κι στο μι­κρό σπί­τι
και θα βά­λει φω­τιά στο σπί­τι

και με τον ίδιο τρό­πο ένα άτο­μο θα δι­πλω­θεί
στην ομοιό­τη­τά του και θα ζή­σει

και θα ακου­μπή­σει ένα άλ­λο
άτο­μο από αυ­τήν τη θέ­ση.

Και υπάρ­χουν άντρες που κοι­μού­νται
σε άντρες που εί­ναι μέ­τρη­ση του χρό­νου

όπως ο άντρας εί­ναι μέ­τρη­ση χρό­νου
όπως κά­θε λά­θος πα­ρα­μέ­νει μια κί­νη­ση αλή­θειας.

Και όλη η πλά­ση εί­ναι μο­νά­χη στον και­ρό της
όμως όχι όπως ο πα­τέ­ρας μου εί­ναι μό­νος

ζω­γρα­φί­ζο­ντας μια πόρ­τα στον τοί­χο της κου­ζί­νας
με ένα κομ­μά­τι κι­μω­λί­ας

σχε­διά­ζο­ντας το πό­μο­λο,

έπει­τα τον σύρ­τη, λέ­γο­ντας
με φω­νή θυ­ρω­ρού

την βρα­χνή

ανή­κου­στη ανά­γκη του, εδώ εί­μαι, πέ­ρα­σε μέ­σα.4




1. Η κλί­μα­κα σε Λό­κριο εί­ναι, σε ένα “Δυ­τι­κό αυ­τί,” το­νι­κά αδιά­λυ­τη κα­θώς δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει τέ­λεια πέμ­πτη πά­νω από τη ρί­ζα της. Κά­ποιες φο­ρές γί­νε­ται αντι­λη­πτή ως η “θε­ω­ρη­τι­κή” κλί­μα­κα: μία που το αυ­τί δεν μπο­ρεί εύ­κο­λα να ακού­σει και που ο νους προ­σπα­θεί να “φτιά­ξει.”
2. “καὶ νῦν ὀπί­σω τί­νος σὺ ἐκπο­ρεύῃ, βα­σι­λεῦ Ἰσρα­ήλ; ὀπί­σω τί­νος κα­τα­διώ­κεις σύ; ὀπί­σω κυνὸς τε­θνη­κό­τος καὶ ὀπί­σω ψύλ­λου ἑνός…” —Α’ Σα­μου­ήλ ή Βα­σι­λειών Α’ 24.15
“Διό­τι σε μια αλη­θι­νή τρα­γω­δία, δεν εί­ναι ο ήρω­ας που απο­θνή­σκει· εί­ναι το χο­ρι­κό — Γιό­ζεφ Μπρόν­τσκι, “Διά­λε­ξη απο­δο­χής του Νο­μπελ, 1987”
“Kerels, wollt ihr den euwig leben?” —Φρει­δε­ρί­κος ο Μέ­γας, στους δι­στα­κτι­κούς φρου­ρούς στη μά­χη του Κο­λίν κα­τά τη διάρ­κεια του Επτα­ε­τούς πο­λέ­μου.
3. “Bist du nur ein trüber Gast/ Auf der dunklen Erde.” — Goethe, “Selige Sehnsucht”
4. “… into this delicious fecundity, this foundation and spray of life, the fatal sterility of the male plunged itself, like a beak of brass, barren and bare…” — Woolf, To the Lighthouse
Στο Umatilla Reservation στο Όρε­γκον υπάρ­χει ένα μι­κρό νε­κρο­τα­φείο απέ­να­ντι από αυ­τό που ήταν κά­πο­τε “Σχο­λή Ιν­διά­νων.” Δεν υπάρ­χουν τα­φό­πλα­κες στους τά­φους — πα­νά­κρι­βες — και αντι­θέ­τως ση­μα­δεύ­ουν τους τά­φους των αγα­πη­μέ­νων τους με φουρ­φού­ρια. Όταν ο άνε­μος έρ­χε­ται από το λι­βά­δι, τα φουρ­φού­ρια γυρ­νά­νε μα­ζί, δι­στα­κτι­κά, ή με ζω­ντά­νια, σύμ­φω­να με τη δύ­να­μη του ανέ­μου. Όταν ο άνε­μος ηρε­μεί μέ­νουν ξα­νά ακί­νη­τα, αλ­λά άνι­σα, πε­ρί­τε­χνα, λες και ήταν ζω­ντα­νά.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: