Μεταξύ μας. Για τους άλλους – 8

Η επι­τυ­χη­μέ­νη με­τά­φρα­ση ενός «μη με­τα­φρά­σι­μου» μο­ντέρ­νου, αν και όχι σύγ­χρο­νου, ποι­η­τι­κού έρ­γου από τα ελ­λη­νι­κά στα ισπα­νι­κά ― η προ­σπά­θεια δη­μιουρ­γί­ας, από τον με­τα­φρα­στή, κα­τάλ­λη­λων συν­θη­κών για την πρό­σλη­ψή του από το ισπα­νό­φω­νο κοι­νό

_________________


«Αmorgós y otros poemas», Nikos Gatsos, εκδόσεις Catedra / Letras Universales, Mαδρίτη 2021. Μεταφραστής και επιμελητής (editor): Vicente Fernández González

To εξώφυλλο της έκδοσης (έργο του Γιώργου Σταθόπουλου) και ο μεταφραστής του στα ισπανικά
To εξώφυλλο της έκδοσης (έργο του Γιώργου Σταθόπουλου) και ο μεταφραστής του στα ισπανικά



Στα πλαί­σια των συ­ζη­τή­σε­ων της σει­ράς Με­τα­ξύ μας. Για τους άλ­λους, η οποία — το υπεν­θυ­μί­ζου­με σε όσους την γνω­ρί­ζουν και το επι­ση­μαί­νου­με σε όσους έρ­χο­νται για πρώ­τη φο­ρά σε επα­φή μα­ζί της — στό­χο της έχει να ανα­δεί­ξει, και να «επι­δεί­ξει» στους «εκτός των τει­χών» του με­τα­φρα­στι­κού σι­να­φιού, τις στρα­τη­γι­κές, τις τα­κτι­κές και τις τε­χνι­κές κά­ποιων κα­λών με­τα­φρά­σε­ων σε δύ­σκο­λα, για πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κούς λό­γους κά­θε φο­ρά, έρ­γα, πε­ζά ή ποι­η­τι­κά, μέ­σα από ερω­τή­σεις προς το με­τα­φρα­στή τους, το αντι­κεί­με­νό μας εί­ναι η με­τά­φρα­ση στα ισπα­νι­κά του εκτε­νούς ποι­ή­μα­τος Αμορ­γός, του Νί­κου Γκά­τσου. Επί τη ευ­και­ρία, ση­μειώ­νου­με πως στο εν λό­γω βι­βλίο πε­ριέ­χο­νται και τρία ακό­μη ποι­ή­μα­τα του Ν. Γκά­τσου: Τρα­γού­δι του πα­λιού και­ρού, Ωδή στο Φε­ντε­ρί­κο Γκαρ­θία Λόρ­κα, Μαύ­ρος ταύ­ρος μπή­κε στο χο­ρό. Ο με­τα­φρα­στής θα μας εξη­γή­σει τη σκο­πι­μό­τη­τα αυ­τής της «προ­σθή­κης». Επι­ση­μαί­νου­με στον Έλ­λη­να ανα­γνώ­στη πως έγκρι­τος ο εκ­δο­τι­κός οί­κος Cátedra, γνω­στός για τις επι­με­λώς σχο­λια­σμέ­νες για τον σπου­δα­στή, με­λε­τη­τή και… με­τα­φρα­στή εκ­δό­σεις πα­λαιών, νε­ώ­τε­ρων και σύγ­χρο­νων (!) κλα­σι­κών έρ­γων της ισπα­νό­φω­νης γραμ­μα­τεί­ας, στη σει­ρά Letras Universales, φι­λο­ξε­νεί ση­μα­ντι­κό­τα­τα έρ­γα της πα­γκό­σμιας γραμ­μα­τεί­ας.

Στη συ­ζή­τη­ση αυ­τή έχου­με χου­με τρεις πρω­τιές:

Για πρώ­τη φο­ρά στη σει­ρά αυ­τή το αντι­κεί­με­νο της συ­ζή­τη­σης εί­ναι ένα ποι­η­τι­κό έρ­γο, για πρώ­τη φο­ρά πρό­κει­ται για με­τά­φρα­ση από τα ελ­λη­νι­κά προς ξέ­νη γλώσ­σα και — ίσως μά­λι­στα, σε τε­λι­κή ανά­λυ­ση, αυ­τό να εί­ναι και το πιο ση­μα­ντι­κό — για πρώ­τη φο­ρά ο με­τα­φρα­στής (και ει­ση­γη­τής της έκ­δο­σης του έρ­γου στον εκ­δο­τι­κό οί­κο κα­θό­τι, εξ όσων γνω­ρί­ζου­με, δεν πρό­κει­ται για ανά­θε­ση με πρω­το­βου­λία του εκ­δό­τη) απο­πει­ρά­ται να προ­σφέ­ρει στον ισπα­νό­φω­νο ανα­γνώ­στη σε τέ­τοια έκτα­ση και τό­σο βά­θος, ό,τι/όσα μπο­ρεί, προ­κει­μέ­νου να διευ­κο­λύ­νει την από μέ­ρους του σφαι­ρι­κή πρό­σλη­ψη του εν πολ­λοίς, αι­νιγ­μα­τι­κού ακό­μα, και για τον Έλ­λη­να ανα­γνώ­στη σή­με­ρα, αυ­τού έρ­γου. Και εξη­γού­μαι: Ο Vicente Fernández González, νε­ο­ελ­λη­νι­στής κα­θη­γη­τής στο Παν/μιο της Μά­λα­γα, πέ­ρα από την με­τά­φρα­ση της Αμορ­γού, προί­κι­σε το μι­κρό κομ­ψό αυ­τό βι­βλίο των εκ­δό­σε­ων Cátedra με 70 σε­λί­δες πε­ρι­κει­μέ­νου, οι οποί­ες ξε­κι­νούν με ένα εξαι­ρε­τι­κό «μυ­η­τι­κό» επτα­σέ­λι­δο κεί­με­νο του Κο­λομ­βια­νού ποι­η­τή, δο­κι­μιο­γρά­φου, με­τα­φρα­στή και κα­θη­γη­τή στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Σιν­σι­νά­τι Armando Romero με τον τί­τλο Las figuras oscuras de Nikos Gatsos (Οι σκο­τει­νές μορ­φές του Νί­κου Γκά­τσου), το οποίο δί­νει μια πρό­γευ­ση στον ανα­γνώ­στη σχε­τι­κά με τη δυ­σκο­λία και τη γοη­τεία του opus magnum του Ν. Γκά­τσου, κα­θώς ο A. Romero ανα­θυ­μά­ται μια συ­νά­ντη­ση μα­ζί του το μα­κρι­νό 1987 στο εστια­τό­ριο του ξε­νο­δο­χεί­ου «Μ. Βρε­τα­νία» και, πα­ράλ­λη­λα, βλέ­πει το έρ­γο υπό το φως άλ­λων με­γά­λων και πρω­τό­τυ­πων λο­γο­τε­χνών-δια­νοη­τών του 20ού αιώ­να και, με λί­γες αδρές πι­νε­λιές, προ­σπα­θεί να πει τι εί­ναι και τι δεν εί­ναι το εκτε­νές αυ­τό ποί­η­μα. Ακο­λου­θεί, η Ει­σα­γω­γή, ένα κεί­με­νο σχε­τι­κά με την έκ­δο­ση, η βι­βλιο­γρα­φία και, τέ­λος, η Αμορ­γός και τα άλ­λα τρία ποι­ή­μα­τα που προ­α­να­φέ­ρα­με.
Η Ει­σα­γω­γή, η οποία κα­τα­λαμ­βά­νει 50 σε­λί­δες από τις 70 (!) συ­νο­λι­κά του πε­ρι­κει­μέ­νου, πέ­ρα από τα πλού­σια (ερ­γο)βιο­γρα­φι­κά του ποι­η­τή εί­ναι και μια αρ­κε­τά πλή­ρης και πο­λυ­πρι­σμα­τι­κή ερ­μη­νευ­τι­κή προ­σέγ­γι­ση στο ποί­η­μα, βα­σι­ζό­με­νη σε ελ­λη­νι­κή και ξέ­νη βι­βλιο­γρα­φία, κα­θώς και μια μα­κρά και εις βά­θος «ξε­νά­γη­ση» του ισπα­νό­φω­νου ανα­γνώ­στη στον ελ­λη­νι­κό Υπερ­ρε­α­λι­σμό –εντάσ­σο­ντάς τον στον με­τα­πο­λε­μι­κό ελ­λη­νι­κό Μο­ντερ­νι­σμό εν γέ­νει – κα­θώς και στο πνευ­μα­τι­κό και καλ­λι­τε­χνι­κό κλί­μα της επο­χής στη χώ­ρα μας. Συ­μπλη­ρώ­νε­ται από άφθο­νες ση­μειώ­σεις στα ποι­ή­μα­τα, που και αυ­τές στο­χεύ­ουν να απα­ντή­σουν σε εύ­λο­γες απο­ρί­ες του ισπα­νό­φω­νου ανα­γνώ­στη εί­τε να στη­ρί­ξουν κά­ποιες με­τα­φρα­στι­κές επι­λο­γές.
Η Ει­σα­γω­γή πε­ρι­λαμ­βά­νει τα εξής κε­φά­λαια: Ει­σα­γω­γι­κό ση­μεί­ω­μα σχε­τι­κά με την με­τα­γρα­φή των κυ­ρί­ων ονο­μά­των, Νί­κος Γκά­τσος, Ένα αί­νιγ­μα, Αμορ­γός (Η υπερ­ρε­α­λι­στι­κή μέ­θο­δος και η πα­ρά­δο­ση – Η Αμορ­γός δεν εί­ναι νη­σί — Το μο­ντέρ­νο με­γά­λο ποί­η­μα — Το όνει­ρο των ναυα­γών — Θά­να­τος — Το λά­λον ύδωρ της ζω­ής — «Ο ιπ­πό­της και ο θά­να­τος», «Ελε­γεία»), Τρα­γού­δι του πα­λιού και­ρού, Ωδή στον Φε­δε­ρί­κο Γαρ­θία Λόρ­κα, Μαύ­ρος ταύ­ρος μπή­κε στο χο­ρό (Μια χα­μπα­νέ­ρα για τον F.G. Lorca), Προ­γε­νέ­στε­ρες με­τα­φρά­σεις.
Την Ει­σα­γω­γή ακο­λου­θεί ένα κεί­με­νο με τον τί­τλο «Αυ­τή η έκ­δο­ση», Βι­βλιο­γρα­φία, το ποί­η­μα Αμορ­γός και τα άλ­λα τρία ποι­ή­μα­τα: Τρα­γού­δι του πα­λιού και­ρού, Ωδή στον Φε­δε­ρί­κο Γαρ­θία Λόρ­κα, Μαύ­ρος ταύ­ρος μπή­κε στο χο­ρό (Μια χα­μπα­νέ­ρα για τον F.G. Lorca), στα ελ­λη­νι­κά και τα ισπα­νι­κά.

Ας πε­ρά­σου­με τώ­ρα στις ερω­τή­σεις προς τον με­τα­φρα­στή Βι­θέ­ντε Φερ­νά­ντεθ Γκον­θά­λεθ:

Προ­φα­νώς, πέ­ρα από τις εγ­γε­νείς δυ­σκο­λί­ες του «αι­νιγ­μα­τι­κού», ως εί­θι­σται να λέ­γε­ται, αυ­τού ποι­ή­μα­τος, ανέ­λα­βες, ως όφει­λες (νο­μί­ζω), να προ­ε­τοι­μά­σεις τον ισπα­νό­φω­νο ανα­γνώ­στη να «υπο­δε­χθεί» το ποί­η­μα. Προ­φα­νώς, έλα­βες υπό­ψιν και την έντο­νη «ελ­λη­νι­κό­τη­τα» του ποι­ή­μα­τος (ρη­τή και υπόρ­ρη­τη), αλ­λά και το γε­γο­νός ότι ο Μο­ντερ­νι­σμός εν γέ­νει, και ο Υπερ­ρε­α­λι­σμός ει­δι­κό­τε­ρα, πα­ρά την εξά­πλω­σή τους σε όλες τις ευ­ρω­παϊ­κές και αμε­ρι­κα­νι­κές λο­γο­τε­χνί­ες, και πα­ρά τον δια­κη­ρυγ­μέ­νο και δια­πρύ­σιο «διε­θνι­σμό» του Υπερ­ρε­α­λι­σμού, ήταν ρεύ­μα­τα που εγκλι­μα­τί­στη­καν υπερ­βο­λι­κά, και υπερ­βο­λι­κά γρή­γο­ρα, στις εγ­χώ­ριες γλώσ­σες και λο­γο­τε­χνι­κές πα­ρα­δό­σεις. Ποια ήταν τα κύ­ρια στοι­χεία του ελ­λη­νι­κού Υπερ­ρε­α­λι­σμού, και Μο­ντερ­νι­σμού εν γέ­νει, κα­θώς και του λο­γο­τε­χνι­κού και πνευ­μα­τι­κού κλί­μα­τος στην Ελ­λά­δα που θέ­λη­σες να γνω­ρί­σεις στον ισπα­νό­φω­νο ανα­γνώ­στη πά­ση θυ­σία, προ­κει­μέ­νου αυ­τός να «προ­σλά­βει» το έρ­γο; Και κά­τι ακό­μη, της πα­ρού­σης ερω­τή­σε­ως, αν δε λα­θεύω: για­τί «πρό­σθε­σες» και τα συ­γκε­κρι­μέ­να τρία αυ­τά ποι­ή­μα­τα στο το­μί­διο με τη με­τά­φρα­ση της Αμορ­γού;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Πράγ­μα­τι η έκ­δο­ση δεν ήταν πρω­το­βου­λία του εκ­δό­τη. Δεν μου ανέ­θε­σε, δη­λα­δή, ο εκ­δό­της τη με­τά­φρα­ση, εγώ την πρό­τει­να στον εκ­δο­τι­κό οί­κο, και αυ­τό έγι­νε έπει­τα από σχε­τι­κή πα­ρό­τρυν­ση του Armando Romero και της Αγα­θής Δη­μη­τρού­κα. Με την Αγα­θή Δη­μη­τρού­κα συμ­φω­νή­σα­με η κα­θιε­ρω­μέ­νη Αμορ­γός με τα τρία γνω­στά ποι­ή­μα­τα ―«Αμορ­γός», «Ο ιπ­πό­της και ο θά­να­τος» και «Ελε­γείο»― να συ­μπλη­ρω­θεί στην ισπα­νι­κή έκ­δο­ση με το «Τρα­γού­δι του πα­λιού και­ρού», το μο­να­δι­κό ποί­η­μα που ο Γκά­τσος εξέ­δω­σε με­τά από την Αμορ­γό, και με δύο «λορ­κια­νά» κεί­με­να, το ατε­λές ποί­η­μα «Οδή στο Φε­δε­ρί­κο Γαρ­θία Λόρ­κα» και το τρα­γού­δι «Μαύ­ρος ταύ­ρος μπή­κε στο χο­ρό. Μια χα­μπα­νέ­ρα για τον F. G. Lorca» από το δί­σκο γραμ­μο­φώ­νου Οι μύ­θοι μί­ας γυ­ναί­κας. Όλα αυ­τά διευ­κρι­νί­ζο­νται στην ει­σα­γω­γή του βι­βλί­ου.
Τα στοι­χεία του ελ­λη­νι­κού Υπερ­ρε­α­λι­σμού, και του λο­γο­τε­χνι­κού και πνευ­μα­τι­κού κλί­μα­τος στην Ελ­λά­δα που θέ­λη­σα να γνω­ρί­σω στο ισπα­νό­φω­νο ανα­γνω­στι­κό κοι­νό, προ­κει­μέ­νου αυ­τό να «προ­σλά­βει» το έρ­γο, ήτα­νε ακρι­βώς αυ­τά που χρειά­στη­κα και εγώ ο ίδιος για να «προ­σλά­βω» το έρ­γο ώστε να μπο­ρέ­σω να το με­τα­φρά­σω, να το γρά­ψω στα ισπα­νι­κά..
Με εν­δια­φέ­ρει, όσον αφο­ρά το πε­ρι­κεί­με­νο και τη με­τά­φρα­ση, η ποι­κι­λία του ελ­λη­νι­κού Υπερ­ρε­α­λι­σμού· υπάρ­χει μια συ­ζή­τη­ση ―μια ελ­λη­νι­κή συ­ζή­τη­ση― ακό­μη και για τα μέ­λη του κι­νή­μα­τος, για το πε­ρί­γραμ­μα του υπερ­ρε­α­λι­στι­κού κι­νή­μα­τος στην Ελ­λά­δα. Υπάρ­χουν δια­φο­ρε­τι­κές αντι­λή­ψεις για την ελ­λη­νι­κό­τη­τα και για το ελ­λη­νι­κό το­πίο, οι οποί­ες δεν εί­ναι ίδιες στον Ελύ­τη, για πα­ρά­δειγ­μα, και στον Γκά­τσο. Με εν­δια­φέ­ρει η απο­σύν­δε­ση του τί­τλου, της λέ­ξης «Αμορ­γός», από την κοι­νή εμπει­ρία του νη­σιού που λέ­γε­ται Αμορ­γός.

Προ­σπά­θη­σες να δώ­σεις τα «κλει­διά» του ποι­ή­μα­τος μό­νο με βά­ση τις ελ­λη­νι­κές και τις ξέ­νες με­λέ­τες που πα­ρα­θέ­τεις στην Ει­σα­γω­γή; Έχο­ντας δια­βά­σει την με­τά­φρα­ση, εί­μαι σχε­δόν βέ­βαιος πως όχι, και ότι, ως κα­λός (Ισπα­νός) γνώ­στης της Ελ­λά­δας και του νε­ο­ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού, αλ­λά και κα­λός ανα­γνώ­στης-ερ­μη­νευ­τής, όπως οφεί­λει να εί­ναι ο με­τα­φρα­στής, σε κά­ποια ση­μεία, απο­φά­σι­σες, ορ­θό­τα­τα κα­τ’ εμέ, να εκτε­θείς εκ­θέ­το­ντας τη δι­κή σου ερ­μη­νεία. Θα ήθε­λα όμως και κά­ποια σχό­λιά σου επ’ αυ­τού του ζη­τή­μα­τος.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
H δι­κή μου ερ­μη­νεία βρί­σκε­ται στην με­τά­φρα­σή μου. Υπο­γράμ­μι­σα όμως στην ει­σα­γω­γή τους πα­ραλ­λη­λι­σμούς που μπο­ρούν να γί­νουν με διά­φο­ρους τρό­πους με­τα­ξύ της Αμορ­γού του Γκά­τσου και της Γκερ­νί­καΓκου­έρ­νι­κα, όπως ήταν γνω­στός ο πί­να­κας όταν γρά­φτη­κε το έρ­γο…) του Πι­κά­σο. Η Αμορ­γός εί­ναι μια ποι­η­τι­κή σύν­θε­ση που πε­ριέ­χει όλη την ιστο­ρία της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας, του Υπερ­ρε­α­λι­σμού συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου, της οποί­ας, όπως υπαι­νίσ­σε­ται ο Κούρ­το­βικ ―και όχι μό­νο ο Κούρ­το­βικ―, απο­τε­λεί ένα εί­δος επι­το­μής. Η πε­ρί­φη­μη τοι­χο­γρα­φία του Πι­κά­σο εί­ναι επί­σης μία επι­το­μή: στη Γκερ­νί­κα ―και στα προ­πα­ρα­σκευα­στι­κά της σκί­τσα και στο λε­γό­με­νο post scriptum― βρί­σκε­ται η ου­σία της ισπα­νι­κής πλα­στι­κής πα­ρά­δο­σης, της με­σαιω­νι­κής τοι­χο­γρα­φί­ας, της θρη­σκευ­τι­κής ει­κο­νο­γρα­φί­ας, του Ελ Γκρέ­κο, του Βε­λά­σκεθ, του Γκό­για. Και τα δύο έρ­γα ασχο­λού­νται με την δι­κή τους γλώσ­σα και τους δι­κούς τους μύ­θους. Και τα δύο αντι­στέ­κο­νται στη βαρ­βα­ρό­τη­τα. Πά­ντως, οι πιο προ­σω­πι­κές μου προ­τά­σεις προς όσους θα δια­βά­σουν το βι­βλίο, πε­ρισ­σό­τε­ρο από ερ­μη­νεί­ες, εί­ναι, υπαι­νιγμοί αντη­χή­σε­ων, πα­ράλ­λη­λων ανα­γνώ­σε­ων, ανυ­πο­ψί­α­στων ενί­ο­τε, με τον Hölderlin, τον Benjamin, τον Eliot, τον Borges, τον García Lorca, αλ­λά και με τον Ruben Darío, τον Juan Eduardo Cirlot ή την Ruth Miguel Franco...

Πά­μπλο Πι­κά­σο, «Γκερ­νί­κα», 1937 (3,49 Χ 7,77 μ.). Εθνι­κό Μου­σείο Βα­σί­λισ­σα Σο­φία, Μα­δρί­τη



    Με ποια κρι­τή­ρια επι­μέ­ρι­σες την πλη­ρο­φο­ρία σχε­τι­κά με όλα τα ανω­τέ­ρω ανά­με­σα στην Ει­σα­γω­γή και τις υπο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις στη με­τά­φρα­ση;

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ
    Η Ει­σα­γω­γή εί­ναι μια μι­κρή με­λέ­τη, μια προ­σέγ­γι­ση στο έρ­γο του Γκά­τσου, με τα στοι­χεία που μνη­μό­νευ­σες προη­γου­μέ­νως. Στις ση­μειώ­σεις προ­τεί­νω πα­ράλ­λη­λες ανα­γνώ­σεις όπως αυ­τές που μό­λις ανέ­φε­ρα, προ­τεί­νω δια­κει­με­νι­κές σχέ­σεις που αξί­ζει να λη­φθούν υπό­ψη (Ηρά­κλει­το, Χέλ­ντερ­λιν, Λόρ­κα...), στοι­χεία που προ­έρ­χο­νται από την ελ­λη­νι­κή λαϊ­κή πα­ρά­δο­ση, από τη μυ­θο­λο­γία...

    Τι σε δυ­σκό­λε­ψε πιο πο­λύ σε κα­θα­ρά με­τα­φρα­στι­κό επί­πε­δο;

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ
    H Αμορ­γός ήταν για μέ­να μά­θη­μα με­τα­φρα­στι­κής σε­μνό­τη­τας. Όλα εί­ναι δύ­σκο­λα: οι ει­κό­νες, η υφο­λο­γι­κή ποι­κι­λία, ο σύν­θε­τος χα­ρα­κτή­ρας. Η αντί­λη­ψη της λαν­θά­νου­σας δια­κει­με­νι­κό­τη­τας. Ο ρυθ­μός, ο ρυθ­μός πά­νω απ' όλα.

    Με­τα­φρά­ζο­ντας εί­χες κα­τά νου κυ­ρί­ως τον Ισπα­νό ή τον ισπα­νό­φω­νο εν γέ­νει — δηλ. και τον ισπα­νο­α­με­ρι­κα­νό —ανα­γνώ­στη; Βέ­βαια, η γλώσ­σα του ίδιου του Ν. Γκά­τσου, χω­ρίς αξιο­ση­μεί­ω­τες πα­ρα­χω­ρή­σεις σε δια­λε­κτο­λο­γι­κές πα­ραλ­λα­γές των ελ­λη­νι­κών, μάλ­λον σε κά­ποια mainstream international ισπα­νι­κά (sic) (καθ)οδη­γεί τον με­τα­φρα­στή. (Υπάρ­χει, όμως, πά­ντα ένα «αλ­λά», σε πε­ρί­πτω­ση δια­φο­ρε­τι­κών επι­λο­γών… σε­βα­στών ενί­ο­τε).

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ
    Με­τα­φρά­ζω βα­σι­σμέ­νος στην δι­κή μου εμπει­ρία της γλώσ­σας, στο προ­σω­πι­κό μου βί­ω­μα της γλώσ­σας και της ανά­γνω­σης ― μό­νο έτσι μπο­ρεί η γρα­φή μου να έχει ως γρα­φή κά­ποια αλή­θεια. Αυ­τή η εμπει­ρία προ­ϋ­πο­θέ­τει την επί­γνω­ση των γε­ω­γρα­φι­κών ―και όχι μό­νο― ποι­κι­λιών της ισπα­νι­κής και την αλ­λη­λε­πί­δρα­ση μέ­σω της ανά­γνω­σης, του κι­νη­μα­το­γρά­φου, των σχέ­σε­ων... με ποι­κι­λί­ες της γλώσ­σας δια­φο­ρε­τι­κές από την δι­κή μου. Από εκεί και πέ­ρα, με­τα­φρά­ζω ελεύ­θε­ρα, χω­ρίς φό­βο για επι­λο­γές που δεν προ­έρ­χο­νται απα­ραί­τη­τα από τη δι­κή μου ποι­κι­λία και την δι­κή μου ιδιό­λε­κτο. Με­ρι­κές φο­ρές αυ­τή η δια­δρο­μή οδη­γεί σε μια εύ­λο­γη λύ­ση.


    Μπή­κες στον πει­ρα­σμό, έστω και προς στιγ­μή, να «ισπα­νο­ποι­ή­σεις» κά­που τον Ν. Γκά­τσο, όπως αυ­τός «ελ­λη­νο­ποί­η­σε» τον Φ. Γκ. Λόρ­κα για να τον αγα­πή­σει ο Έλ­λη­νας!;

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ
    Όχι. Προ­σπά­θη­σα να μην εν­δώ­σω σε αυ­τόν τον πει­ρα­σμό. Πρέ­πει να πω όμως ότι η ανά­γνω­ση των με­τα­φρά­σε­ων του Λόρ­κα που οφεί­λου­με στον Γκά­τσο ήταν πο­λύ χρή­σι­μη για μέ­να ώστε να εμ­βα­θύ­νω στη γρα­φή του. Να πω επί­σης ότι δεν στα­μά­τη­σα να δια­βά­ζω το έρ­γο του Λόρ­κα όσο με­τέ­φρα­ζα τον Γκά­τσο, και αυ­τό με βο­ή­θη­σε πο­λύ. Δεν γύ­ρε­ψα όμως τρό­πους για να γί­νει, στα ισπα­νι­κά, ο Γκά­τσος Λόρ­κα. Ού­τε και το αντί­θε­το πά­ντως: δεν κα­τέ­βα­λα προ­σπά­θειες ώστε να μη θυ­μί­ζει Λόρ­κα ο Γκά­τσος

    Έχεις κά­ποια πλη­ρο­φό­ρη­ση για το πώς αντι­με­τω­πί­στη­κε το έρ­γο και η με­τά­φρα­ση σου στον ισπα­νό­φω­νο κό­σμο; Ανα­φέ­ρο­μαι σε κρι­τι­κές, γνώ­μες και από­ψεις φί­λων και ει­δη­μό­νων κλπ

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ
    Ποι­η­τές και ανα­γνώ­στες σα­γη­νεύ­τη­καν από την Αμορ­γό του Γκά­τσου στην Ισπα­νία και την Αρ­γε­ντι­νή. Πρέ­πει να επι­ση­μά­νω την εκτε­νή και εν­δια­φέ­ρου­σα κρι­τι­κή του ποι­η­τή και κρι­τι­κού Álvaro Valverde στο El Cuaderno και τη επι­λο­γή του βι­βλί­ου με­τα­ξύ των δέ­κα κα­λύ­τε­ρων ποι­η­τι­κών βι­βλί­ων του 2021 στο έν­θε­το El Cultural από τον κρι­τι­κό και κα­θη­γη­τή Συ­γκρι­τι­κής Λο­γο­τε­χνί­ας Túa Blesa και από τον ίδιο τον Álvaro Valverde. Από κει και πέ­ρα πι­στεύω ότι η Αμορ­γός έχει πο­λύ δρό­μο μπρο­στά της. Ευ­τυ­χώς έχει εκ­δο­θεί σε μια σπου­δαία σει­ρά έρ­γων πα­γκό­σμιας κλασ­σι­κής λο­γο­τε­χνί­ας. Και αύ­ριο και με­θαύ­ριο ο Γκά­τσος και η Αμορ­γός θα συ­νε­χί­σουν να βρί­σκο­νται στον κα­τά­λο­γο των εκ­δό­σε­ων Cátedra...

    Πού οφεί­λε­ται — κα­τ’ εσέ... — η επι­θυ­μία σου να με­τα­φρά­σεις την Αμορ­γό;

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ
    Έχω ήδη εξη­γή­σει ότι εγώ πρό­τει­να την Αμορ­γό στον εκ­δό­τη αφού η Αγα­θή Δη­μη­τρού­κα και ο Armando Romero μου μί­λη­σαν για τη δυ­να­τό­τη­τα να με­τα­φρά­σω το έρ­γο. Μπο­ρώ, λοι­πόν, να πω ότι αρ­χι­κά η επι­θυ­μία να με­τα­φρά­σω την Αμορ­γό δεν ήταν άλ­λη από την επι­θυ­μία να αντα­πο­κρι­θώ σε ένα φι­λι­κό κά­λε­σμα. Aρ­γό­τε­ρα, η δυ­σκο­λία που συ­νά­ντη­σα με έκα­νε να αρ­χί­σω να αντι­λαμ­βά­νο­μαι την με­τά­φρα­ση της Αμορ­γού ως ένα αβά­στα­χτο βά­ρος. Aντι­λαμ­βα­νό­με­νος δε την αντί­στα­ση του κει­μέ­νου να με­τα­φρα­στεί, η αντί­στα­ση αυ­τή γέν­νη­σε, τε­λι­κά, μέ­σα μου μια επι­θυ­μία που δεν πή­γα­ζε πλέ­ον από τη φι­λία, ήταν πια μια επι­θυ­μία από εκεί­νες που πη­γά­ζουν από την ίδια την υπο­ψία για τη μη με­τα­φρα­ση­μό­τη­τα του έρ­γου. Η υπο­ψία αυ­τή λοι­πόν απο­τέ­λε­σε κί­νη­τρο, υπό­σχε­ση, μια υπό­σχε­ση που δεν έπα­ψε να τρο­φο­δο­τεί την επι­θυ­μία.

      ______________
      Σημ. Την εικονογράφηση και τη μουσική επέλεξε ο Βιθέντε Φερνάντεθ Γκονθάλεθ.

      ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
       

      αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: