Ο σφραγιδοποιός [Α΄]


τί­πο­τα δεν θα χώ­ρι­ζε τον Κι­νέ­ζο ζω­γρά­φο από τον ποι­η­τή
ΙΒ ΜΠΟΝΦΟΥΑ




Καντώ­να. Στην πο­λυ­σύ­χνα­στη, θο­ρυ­βώ­δη οδό Χε­πίνγκ-ξι­λού, στο κέ­ντρο της πε­ριο­χής Λι­βάν. Έχει μπει για τα κα­λά ο χει­μώ­νας. Επι­σκέ­πτο­μαι έναν εξη­ντά­χρο­νο, φη­μι­σμέ­νο σφρα­γι­δο­ποιό, από τους τε­λευ­ταί­ους που έχουν απο­μεί­νει με­τά την ει­σβο­λή της μη­χα­νής και στους χώ­ρους της χει­ρο­ποί­η­της σφρα­γί­δας. Δεν άρ­γη­σα, οι φί­λοι με βο­ή­θη­σαν να εντο­πί­σω το ερ­γα­στή­ριό του στον δεύ­τε­ρο όρο­φο ενός ετοι­μόρ­ρο­που τριώ­ρο­φου οι­κή­μα­τος. Ένας από αυ­τούς με συ­νο­δεύ­ει. Γνω­στός από πα­λιά, από τα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του ‘80, τον εί­χα συ­να­ντή­σει στην κι­νε­ζού­πο­λη της Μελ­βούρ­νης, όταν υπη­ρε­τού­σα εκεί ως Γε­νι­κός Πρό­ξε­νος. Εί­χα­με γί­νει τό­τε κολ­λη­τοί για με­γά­λο διά­στη­μα. Ανε­βαί­νου­με τη στε­νή, πα­μπά­λαια, ξύ­λι­νη σκά­λα. Το κά­θε σκα­λί της με δυ­σκο­λία χω­ρά­ει ολό­κλη­ρο το πα­πού­τσι μου. Στη­ρί­ζο­μαι στον τοί­χο και συ­νε­χί­ζω. Το φως από το νέ­ον άπλε­το, δια­κρί­νεις τα πά­ντα, τις φλέ­βες του χρό­νου που δια­τρέ­χουν την φθαρ­μέ­νη τα­πε­τσα­ρία, τις λε­πτο­μέ­ρειες της ου­ράς του επι­βλη­τι­κού πα­γω­νιού στην δε­ξιά άκρη ενός σκο­νι­σμέ­νου πί­να­κα, τα βου­νά που ξε­τυ­λί­γο­νται , που πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται σ’ ένα απροσ­διό­ρι­στο βά­θος, τα κα­τα­λύ­μα­τα των βο­σκών, που χτί­ζο­νται εκεί, στη μέ­ση του βλέμ­μα­τος και σε πει­σμα­τι­κή πα­ρά­βα­ση των κα­νό­νων της πα­ρα­δο­σια­κής προ­ο­πτι­κής, πιο πά­νω τους ατμούς των ορει­νών πη­γών, τα δέ­ντρα, χα­μη­λό­τε­ρα στα αρι­στε­ρά, πι­θα­νό­τα­τα κλαί­ου­σες, που εξα­τμί­ζο­νται στην ομί­χλη, τις κα­μπα­νού­λες του βου­δι­κού μο­να­στη­ριού, ως και τις στά­λες της πρω­ι­νής βρο­χού­λας πά­νω στις κυ­ριο­λε­κτι­κές πε­ο­νί­ες, που αν­θί­ζουν στο κά­τω μέ­ρος του υγρού το­πί­ου.
Το σφρα­γι­δά­κι με το ιδε­ό­γραμ­μα-ταυ­τό­τη­τα του καλ­λι­τέ­χνη δεν έχει σβή­σει. Εί­ναι μια πορ­φυ­ρή ρο­ζέ­τα, που μέ­σα στην υγρα­σία και την πο­λυ­και­ρία της λή­θης, που θέ­λει να την αλ­λοιώ­σει, να την αφα­νί­σει ορι­στι­κά, μαρ­τυ­ρεί την ευ­χή του ζω­γρά­φου να τον φα­ντα­στώ κά­ποια στιγ­μή άφω­νο, να πα­ρα­τη­ρεί κά­τι που δεν θα μπο­ρέ­σει πο­τέ να το απο­δώ­σει όπως ακρι­βώς το πρω­το­α­ντί­κρυ­σε. Δεν μα­ταιο­πο­νεί, συμ­βι­βά­ζε­ται στο­χα­στι­κά. Γι΄ αυ­τό όχι από μα­ταιο­δο­ξία, αλ­λά από φρό­νη­ση απαλ­λαγ­μέ­νη από ακ­κι­σμούς, ο καλ­λι­τέ­χνης δη­λώ­νει τε­λι­κά ό, τι απλώ­νε­ται κα­θη­συ­χα­στι­κά μπρο­στά μου: ένα απα­τη­λά ει­δυλ­λια­κό το­πίο, μιαν εξαί­ρε­τη για τα κρι­τή­ρια των άλ­λων καλ­λι­γρα­φία, στη θέ­ση μιας αμε­τά­βα­της από­λαυ­σης.
Η πόρ­τα εί­ναι ανοι­κτή, κά­ποιος πε­λά­της ετοι­μά­ζε­ται να φύ­γει. Πά­νω από δια­κό­σιες σφρα­γί­δες από νε­φρί­τη, φίλ­ντι­σι, ξύ­λο και όνυ­χα εί­ναι απλω­μέ­νες στα χα­μη­λά τρα­πε­ζά­κια. Και πλή­θος δω­ρά­κια για παι­διά, τζι­τζί­κια σκα­λι­σμέ­να σε ένα κομ­μα­τά­κι μπα­μπού, πε­τα­λού­δες από χρω­μα­τι­στά γυα­λιά, κομ­μά­τια ενός ανοι­ξιά­τι­κου ου­ρα­νού, μι­κρο­σκο­πι­κές βε­ντά­λιες, που κα­θώς ανοί­γουν αφή­νουν να φα­νούν λι­μπε­λού­λες έτοι­μες να πε­τά­ξουν, κα­ρύ­δια με το τσό­φλι τους γε­μά­τα από χα­ρού­με­να πρό­σω­πα μο­να­χών, αλο­γά­κια από ία­σπι, χε­λω­νί­τσες από ελε­φα­ντό­δο­ντα, σκα­ρα­βαί­οι από ξύ­λο ρο­δό­δε­ντρου, κου­τά­κια κα­λυμ­μέ­να από με­τα­ξω­τό πα­νί, τα ανοί­γεις κι ένα σκα­θά­ρι γουρ­γου­ρί­ζει απει­λη­τι­κά.
Πα­ρα­τη­ρώ τον μά­στο­ρα να δεί­χνει μια μοβ σφρα­γί­δα, ίσως εί­ναι αυ­τή που του πα­ρήγ­γει­λαν. Τα δά­χτυ­λά του πε­ριέρ­χο­νται αρ­γά τις λεί­ες επι­φά­νειες, που αντα­να­κλούν νω­χε­λι­κά το φως, κυ­λούν με προ­σο­χή στις άψο­γα επε­ξερ­γα­σμέ­νες, μα­λα­κές γω­νί­ες, στις στιλ­πνές πλευ­ρές, στους πο­λύ­πλο­κους σι­νι­κούς χα­ρα­κτή­ρες, εξη­γώ­ντας προ­φα­νώς την πε­ρί­τε­χνη ανά­δει­ξη της γρα­φής μέ­σα από τη σκλη­ρή ύλη του ημι­πο­λύ­τι­μου λί­θου. Η αναμ­φι­σβή­τη­τη από­δει­ξη της σύν­δε­σης των Κι­νέ­ζων με μια αει­θα­λή αυ­το­κρα­το­ρία σκο­τει­νών και άλ­λο τό­σο φω­τει­νών ου­σιών, αυ­τό που θα απο­κα­λού­σα­με συ­νο­πτι­κά Φύ­ση, εί­ναι εδώ, σκα­λι­σμέ­νη σ’ ένα κομ­μα­τά­κι από το ιε­ρό σώ­μα της Γης. Το ση­μαί­νον ίχνος του Προ­σώ­που στο δι­η­νε­κές, η θέ­λη­ση του σκα­λι­στού λί­θου κι η θέ­λη­ση του κα­τό­χου του εί­ναι άρ­ρη­κτα συ­νυ­φα­σμέ­νες. Σφρα­γί­ζω ση­μαί­νει εν προ­κει­μέ­νω υπάρ­χω.


Εί­ναι μια ιστο­ρία που ξε­κί­νη­σε στην Κί­να τον ει­κο­στό έβδο­μο αιώ­να π. Χ, όταν η ανά­θε­ση των υψη­λών κα­θη­κό­ντων του Κί­τρι­νου Αυ­το­κρά­το­ρα, του μυ­θι­κού Χουάνγκ-τι, έγι­νε πα­νη­γυ­ρι­κά από τον Ου­ρα­νό, με την πα­ρά­δο­ση μιας σφρα­γί­δας – συμ­βό­λου υπέρ­τα­της εξου­σί­ας επί της Γης. Αυ­τή εί­ναι και η πρώ­τη, που μνη­μο­νεύ­ουν τα σι­νι­κά αρ­χεία της σι­νι­κής φα­ντα­σί­ας. Του την επέ­δω­σε μά­λι­στα ένας φτε­ρω­τός κί­τρι­νος δρά­κος, πι­στο­ποιώ­ντας ευ­θέ­ως την υπερ­κό­σμια κα­τα­γω­γή της. Κι από τό­τε η εγ­χά­ρα­κτη ταυ­τό­τη­τα, συν­δέ­θη­κε ανα­πό­σπα­στα με το άτο­μο, έγι­νε κομ­μά­τι της εθνο­λο­γι­κής του υπό­στα­σης. Μα­ζί με τα πι­νέ­λα, το με­λά­νι και το χαρ­τί απο­τε­λεί τους πε­ριώ­νυ­μους Τέσ­σε­ρις θη­σαυ­ρούς της με­λέ­της.
Η εν­σω­μά­τω­ση του μυ­στη­ρια­κού στοι­χεί­ου του εί­ναι σ’ ένα ρη­τό σω­μα­τί­διο, σε μια μι­κρή κι­βω­τό πα­ρά­δο­σης. Ιδού η ανέκ­κλη­τη πα­ρου­σία του Ου­ρα­νού στην ονο­μα­το­ποι­ία της Γης. Κρα­τώ την σφρα­γί­δα με τ’ όνο­μά μου ση­μαί­νει συμ­με­τέ­χω κατ΄ αρ­χάς στην πα­λαιό­τη­τα των θαυ­μά­των. Η σφρα­γί­δα εί­ναι από μια άλ­λη σκο­πιά το στα­θε­ρό στοι­χείο, η ένυ­λη μαρ­τυ­ρία της αρ­χαί­ας, ζω­ο­ποιού πνευ­μα­τι­κό­τη­τας.







ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ

Βonnefoy Yves, H πα­ρου­σία και η ει­κό­να και άλ­λα δο­κί­μια για την ποί­η­ση, με­τά­φρα­ση – ση­μειώ­σεις – επί­με­τρο Θα­νά­σης Χα­τζό­που­λος, Πό­λις 2005

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: