Η λοξά ελεύθερη ηχώ του Μπέκετ

{11 λεπτά}
Η λοξά ελεύθερη ηχώ του Μπέκετ

Σάμιουελ Μπέκετ, «Οστά της Ηχούς» και «Ελευθερία», Oblik Editions 2023

___________
Και τα δυο σε πολύ εύηχη μετάφραση της Αναστασίας Δεληγιάννη
___________



Μια γκρί­ζα νο­εμ­βρια­νή μέ­ρα με ψι­λό­βρο­χο περ­πα­τού­σα στην Εγνα­τία, τη με­γα­λύ­τε­ρη οδι­κή αρ­τη­ρία της Θεσ­σα­λο­νί­κης, με διά­θε­ση ιδιαί­τε­ρα μπε­κε­τι­κή και πά­λι στο μέ­ρος όπου ο χρό­νος έχει στα­μα­τή­σει εδώ και χρό­νια, όπου, πε­ρι­μέ­νο­ντας το με­τρό, έχει συσ­σω­ρευ­τεί η αί­σθη­ση της απο­τυ­χί­ας μιας πό­λης και ενός κρά­τους ολό­κλη­ρου, με κλει­στά μα­γα­ζιά, άδεια ή πα­ρα­τη­μέ­να, με πολ­λά κα­κο­φθαρ­μέ­να, τα­λαι­πω­ρη­μέ­να κτί­ρια. Στον νου μου τρι­γυρ­νού­σαν οι λέ­ξεις του Μπέ­κετ για τη με­τά­βα­ση από απο­τυ­χία σε απο­τυ­χία και τού πώς απο­τυγ­χά­νεις κα­λύ­τε­ρα, τού τι ση­μαί­νει κα­λύ­τε­ρη απο­τυ­χία, ως πού μπο­ρεί να φτά­σει η αμεί­λι­κτη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα των απο­τυ­χη­μέ­νων προ­σπα­θειών και, όπως το δια­τυ­πώ­νει, των κα­λύ­τε­ρων απο­τυ­χιών, εί­τε με μπε­κε­τι­κούς εί­τε με του κα­θε­νός μας τους όρους. Σε όλο το μή­κος της Εγνα­τί­ας επι­κρα­τεί μια ώρι­μη και με­στή ασχή­μια που θα εί­χε αρ­χί­σει να τε­λειώ­νει, ίσως να εί­χε ήδη τε­λειώ­σει σή­με­ρα, αν τα έρ­γα στον σταθ­μό του με­τρό της Βε­νι­ζέ­λου δεν εί­χαν στα­μα­τή­σει με μια αλα­ζο­νι­κή και απάν­θρω­πη στην κυ­ριο­λε­ξία από­φα­ση που άφη­σε κα­τά­πλη­κτους πολ­λούς κα­τοί­κους της πό­λης, και στη συ­νέ­χεια και άλ­λων πό­λε­ων και πο­λι­σμά­των. Βέ­βαια, όπως τί­πο­τε δεν εί­ναι τε­λε­σί­δι­κα τε­λειω­μέ­νο στον λο­γο­τε­χνι­κό κό­σμο του Μπέ­κετ, αφού κά­τι πά­ντα συ­νε­χί­ζει να συμ­βαί­νει, όπως κά­που εκεί έξω στο Τέ­λος του παι­χνι­διού ή με τις ελά­χι­στες κι­νή­σεις και την ελά­χι­στη διά­θε­ση για κί­νη­ση στον Ακα­τα­νό­μα­στο, έτσι και στη Θεσ­σα­λο­νί­κη το με­τρό, όταν κά­πο­τε ανοί­ξει, θα εί­ναι σαν κά­τι συρ­ρι­κνω­μέ­νο στο πλυ­ντή­ριο της ηλι­θιό­τη­τας σε σχέ­ση με τις τω­ρι­νές ανά­γκες της πό­λης και αυ­τές που έρ­χο­νται καλ­πά­ζο­ντας. Και τό­τε απρό­σμε­να σε μια μι­κρή βι­τρί­να η λο­ξή μου μα­τιά έπε­σε στο όνο­μα Μπέ­κετ. Όχι σε ένα, αλ­λά σε δυο ση­μεία. Ήταν δυο βι­βλία. Σή­κω­σα το κε­φά­λι και αντι­λή­φθη­κα ότι βρι­σκό­μουν μπρο­στά σε ένα άγνω­στο για μέ­να μι­κρό βι­βλιο­πω­λείο, το Oblik. Και με χα­ρά δια­πί­στω­σα ότι τα δύο βι­βλία του Μπέ­κετ εκ­δό­θη­καν από τις εκ­δό­σεις Oblik. Στην Εγνα­τία, στην πιο μπε­κε­τι­κή οδό της Θεσ­σα­λο­νί­κης σή­με­ρα, και ίσως όλου του κό­σμου. Μπή­κα μέ­σα στον μι­κρό, ευ­χά­ρι­στο, ζε­στά και κομ­ψά άτα­κτο και γε­μά­το σκέ­ψεις και λέ­ξεις χώ­ρο, τα πή­ρα στα χέ­ρια μου, άφη­σα τα λι­τά τους, λευ­κά εξώ­φυλ­λα να με πά­νε έμπλεο νο­σταλ­γί­ας στα βι­βλία των γαλ­λι­κών εκ­δό­σε­ων του Μπέ­κετ, στις Éditions de Minuit, εκτί­μη­σα τον προ­σεγ­μέ­νο και πλού­σιο φι­λο­λο­γι­κό εμπλου­τι­σμό τους (κά­θε βι­βλίο συ­νο­δεύ­ε­ται από ένα μι­κρό, αλ­λά γεν­ναιό­δω­ρο επί­με­τρο σε μορ­φή φυλ­λα­δί­ου, τυ­πω­μέ­νο ξέ­χω­ρα, με ανα­λύ­σεις, πα­ρα­πο­μπές, ανα­φο­ρές και βι­βλιο­γρα­φι­κές πη­γές), τα αγό­ρα­σα και, σαν ακό­μη ένα δώ­ρο, γνώ­ρι­σα τη με­τα­φρά­στρια των έρ­γων, η οποία επι­πλέ­ον εί­ναι και ιδρύ­τρια και ιδιο­κτή­τρια του βι­βλιο­πω­λεί­ου και των εκ­δό­σε­ων. Αντι­στρέ­φο­ντας και πα­ρα­φρά­ζο­ντας τον Μπέ­κετ ένιω­σα κά­τι να λέ­ει στον αέ­ρα γύ­ρω μου, give again, give better. Μά­λι­στα με μια έμ­φα­ση με βρή­κε και η ηχώ αυ­τής της ανα­πά­ντε­χης φω­νής, κα­θώς το Oblik μοι­ρά­ζε­ται την ίδια πε­ριο­χή του κέ­ντρου με τα μι­κρά βι­βλιο­πω­λεία Βι­βλιο­προ­τά­σεις, Σαιξ­πη­ρι­κόν, Ακυ­βέρ­νη­τες πο­λι­τεί­ες και Κε­ντρί. Ίσως ο δή­μος να τύ­πω­νε χάρ­τη με τον πε­ρί­πα­το που κά­νει τον γύ­ρο των βι­βλιο­πω­λεί­ων αυ­τών, κά­ποια από τα οποία έχουν τις δι­κές τους ση­μα­ντι­κές εκ­δό­σεις.

Η μι­κρή (με 13.500 λέ­ξεις) ιστο­ρία Οστά της Ηχούς γρά­φτη­κε 1933 για να δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο όγκο στη συλ­λο­γή More Pricks Than Kicks, ύστε­ρα από συμ­φω­νία με τον υπεύ­θυ­νο επι­με­λη­τή στις εκ­δό­σεις Chatto & Windus. Τα Οστά της Ηχούς τε­λι­κά απορ­ρί­φθη­καν (κά­τι που «απο­θάρ­ρυ­νε βα­θιά» πο­λύ τον Μπέ­κετ, όπως ο ίδιος εί­χε τό­τε γρά­ψει), έμει­ναν σε αρ­χείο για χρό­νια και δη­μο­σιεύ­τη­καν τε­λι­κά το 2014 από τις εκ­δό­σεις Faber and Faber. Η βρε­τα­νι­κή αυ­τή έκ­δο­ση συ­νο­δεύ­ε­ται από ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να και εκτε­τα­μέ­να σχό­λια του Mark Nixon. Η ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση ακο­λου­θεί πι­στά τη βρε­τα­νι­κή, το ξέ­χω­ρο επί­με­τρο όμως συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει κεί­με­να της με­τα­φρά­στριας και άλ­λων ερευ­νη­τών του έρ­γου του Μπέ­κετ. Τα Οστά της Ηχούς, γρά­φει η Ανα­στα­σία Δε­λη­γιάν­νη στο επί­με­τρό της, «εί­ναι ένας ζω­τι­κός κρί­κος που έλει­πε από την ιστο­ρι­κή ανα­κα­τα­σκευή της δη­μιουρ­γι­κό­τη­τας του πρώ­ι­μου Μπέ­κετ και οι κρι­τι­κές ποι­κί­λουν τό­σο πο­λύ που εί­ναι όλες εν­δια­φέ­ρου­σες». Ο ήρω­ας του έρ­γου, ο γνω­στός μας ήδη Μπε­λά­κουα, κά­νει με­τα­θα­νά­τιες και γε­μά­τες χιού­μορ σκέ­ψεις για τον θά­να­το και τις απαι­τή­σεις του. Μα­θαί­νου­με ότι ο «θά­να­τος δεν φαί­νε­ται να βελ­τί­ω­σε τον Μπε­λά­κουα. Ή μή­πως υπάρ­χουν ση­μά­δια βελ­τί­ω­σης; Ναι και όχι», ενώ οι τε­λευ­ταί­ες λέ­ξεις της ιστο­ρί­ας αυ­τής εί­ναι «Έτσι εί­ν’ η ζωή». Ναι, αλ­λό­κο­τη και συ­χνά απο­λαυ­στι­κή, όπως και το ίδιο το κεί­με­νο, αν και κά­πο­τε μας βρί­σκει και μια αδέ­σπο­τη μπά­λα του γκολφ. Τα Οστά της Ηχούς εί­ναι ένα πρώ­ι­μο έρ­γο με προ­δρο­μι­κή τη δύ­να­μη της ευ­θεί­ας ηχώς που θα ακο­λου­θή­σει, διά­στι­κτο από ώρι­μες στιγ­μές που θα τις ξα­να­βρού­με με­τα­μορ­φω­μέ­νες και διά­πλα­τα κυ­ρί­αρ­χες στα όψι­μα έρ­γα του Μπέ­κετ.

Το ίδιο μπο­ρού­με να πού­με και για την Ελευ­θε­ρία, το πρώ­το ολο­κλη­ρω­μέ­νο θε­α­τρι­κό έρ­γο του Μπέ­κετ με πρω­τα­γω­νι­στή τον νε­α­ρό Βι­κτόρ Κραπ που προ­σπα­θεί να ξε­φύ­γει από τους πε­ριο­ρι­σμούς της αστι­κής οι­κο­γέ­νειάς του. Η Ελευ­θε­ρία γρά­φτη­κε στα γαλ­λι­κά το 1947, δη­μο­σιεύ­τη­κε το 1995 και παί­χτη­κε για πρώ­τη φο­ρά στο Δη­μο­τι­κό θέ­α­τρο της Τε­χε­ρά­νης το 2005. Στη συ­νο­μι­λία του Τζα­μά (ο οποί­ος ήρ­θε να αλ­λά­ξει το τζά­μι που έσπα­σε ο Βι­κτόρ πε­τώ­ντας πά­νω του το πα­πού­τσι του) με τον γιο του, τον Μι­σέλ, για πα­ρά­δειγ­μα, συ­να­ντά­με τη γνω­στή μας μπε­κε­τι­κή απρο­θυ­μία για υπαρ­ξια­κής βα­ρύ­τη­τας συμ­με­το­χή:

Τζα­μάς: Ξέ­ρεις όταν κά­τι μας ευ­χα­ρι­στεί, νιώ­θου­με κα­λά, έτσι δεν εί­ναι;
Μι­σέλ
: Ναι, μπα­μπά.
Τζα­μάς
: Ε, λοι­πόν, αυ­τό πά­νω κά­τω εί­ναι ευ­τυ­χι­σμέ­νος. (Σιω­πή). Επο­μέ­νως, εί­σαι ευ­τυ­χι­σμέ­νος;
Μι­σέλ
: Όχι, μπα­μπά.
Τζα­μάς
: Και για­τί;
Μι­σέλ
: Δεν ξέ­ρω, μπα­μπά.
Τζα­μάς
: Μή­πως επει­δή δεν πας αρ­κε­τά στο σχο­λείο;
Μι­σέλ
: Όχι, μπα­μπά, δεν μ’ αρέ­σει το σχο­λείο.
Τζα­μάς
: Θα ’θε­λες να παί­ζεις με τα φι­λα­ρά­κια σου;
Μι­σέλ
: Όχι, μπα­μπά, δεν μ’ αρέ­σει να παί­ζω.

Και όμως, στην πα­ρακ­μια­κή Θεσ­σα­λο­νί­κη τί­πο­τε δεν θα μπο­ρού­σε να εί­ναι πιο αι­σιό­δο­ξο, πιο αντι­μπε­κε­τι­κά εμ­ψυ­χω­τι­κό από την ανέλ­πι­στη ανα­κά­λυ­ψη αυ­τών των νέ­ων εκ­δό­σε­ων και βι­βλί­ων στο εξαι­ρε­τι­κά φρο­ντι­σμέ­νο μι­κρο­βι­βλιο­πω­λείο Oblik.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: