«Mapplethorpe» της Ondi Timoner

R. Mapplethorpe: αυτοπροσωπογραφία
R. Mapplethorpe: αυτοπροσωπογραφία

Αμη­χα­νία και αμ­φι­θυ­μία εί­ναι τα αι­σθή­μα­τα που μου προ­κα­λού­σε ανέ­κα­θεν το όνο­μα Maplethorpe. Που μό­νο του, χω­ρίς το Robert ή έναν υπό­τι­τλο, όπως π.χ. «ο φω­το­γρά­φος», απο­τε­λεί και τον τί­τλο της ται­νί­ας της Ondi Timoner. Έχει ση­μα­σία αυ­τή η εστί­α­ση στο όνο­μα και μό­νο και ερ­μη­νεύ­ει εν πολ­λοίς το πε­ριε­χό­με­νο και την πρό­θε­ση της σκη­νο­θέ­τι­δας.
Σπο­ρα­δι­κά ήξε­ρα τη δου­λειά του Μ. (από πε­ριο­δι­κά ή και εκ­θέ­σεις σε μου­σεία) από τη επο­χή που ήμουν φοι­τη­τής και νε­ο­φώ­τι­στος στη φω­το­γρα­φία. Ανε­παρ­κώς βέ­βαια, άναρ­χα, σχε­δόν ατά­κτως ερ­ριμ­μέ­νη ανά­με­σα στις δου­λειές τό­σων άλ­λων φω­το­γρά­φων που συ­νω­στί­ζο­νταν στον ορί­ζο­ντα συ­νι­στώ­ντας αυ­τή την έστω θο­λού­ρι­κη φω­το­γρα­φι­κή μου παι­δεία. Οι τά­σεις μου να προ­τι­μώ κά­ποιους φω­το­γρά­φους, ή να απορ­ρί­πτω άλ­λους, φυ­σι­κά εί­χαν να κά­νουν με τις ίδιες τις δι­κές μου κα­τα­βο­λές, με τον τρό­πο που εγώ ο ίδιος εί­χα δια­μορ­φω­θεί. Ή και ακό­μη δια­μορ­φω­νό­μουν.
Οι ει­κό­νες μέ­σω των οποί­ων ο Maplethorpe γί­νε­ται γνω­στός εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο όσες πραγ­μα­τεύ­ο­νται το «σεξ» και δη το ομο­φυ­λο­φι­λι­κό, ακό­μη δε πε­ρισ­σό­τε­ρο εκεί­νο της δια­στρο­φής, από όσο οι ποι­η­τι­κές του νε­κρές φύ­σεις ή τα εμπνευ­σμέ­να του πορ­τρέ­τα. Φυ­σι­κά και πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο από έρ­γα του ει­κα­στι­κά, εί­τε κο­λάζ, εί­τε σχέ­δια, εί­τε κα­τα­σκευ­ές. Ως μέ­σος θε­α­τής ή μέ­σος φι­λό­τε­χνος, ει­σέ­πρατ­τα ει­κό­νες που, σε πρώ­το επί­πε­δο (αλ­λά και σε δεύ­τε­ρο ή τρί­το) επι­χει­ρού­σαν και κα­τά­φερ­ναν να προ­κα­λέ­σουν. Αυ­τή τους η διά­στα­ση υπο­σκέ­λι­ζε στα μά­τια μου αδιαμ­φι­σβή­τη­τα προ­σό­ντα τους, όπως η σύν­θε­ση, ο φω­τι­σμός, η πλα­στι­κό­τη­τα, η υφή ή η ίδια η ομορ­φιά, η «beauty», όπως ο ίδιος ο Μ. την επι­κα­λεί­ται κα­τ' επα­νά­λη­ψη στην ται­νία. Τα υπο­σκέ­λι­ζε όλα αυ­τά κυ­ρί­ως διό­τι εγώ ο ίδιος δεν τυ­χαί­νει να ανή­κω στην κα­τη­γο­ρία εκεί­νη της κοι­νω­νί­ας που θα ήταν ανα­με­νό­με­νο και φυ­σιο­λο­γι­κό­τε­ρο να εί­ναι επιρ­ρε­πής και επι­δε­κτι­κή προς τις ει­κό­νες αυ­τού του τύ­που. Για ποιον κα­τα­σκευά­στη­καν τό­τε αυ­τές οι ει­κό­νες; Η ται­νία μας δί­νει απα­ντή­σεις, ικα­νο­ποι­η­τι­κές έως συ­ναρ­πα­στι­κές. Και μά­λι­στα, πα­ρό­λη τη συ­μπά­θεια που κα­τορ­θώ­νει να οι­κο­δο­μή­σει εντός μου για την προ­σω­πι­κό­τη­τα του Μ., χω­ρίς να κα­τορ­θώ­σει ωστό­σο να μου κλο­νί­σει την αμ­φι­θυ­μία απέ­να­ντι στο έρ­γο του.

Mapplethorpe: Louise Bourgeois 1982
Mapplethorpe: Louise Bourgeois 1982

Ο Μapplethorpe, πε­θαί­νο­ντας απο aids to 1989 σε ηλι­κία 42 χρο­νών, έχο­ντας προ­λά­βει να τα ζή­σει και να τα κά­νει όλα, σε μια επο­χή της σε­ξουα­λι­κής και πο­λι­τι­κής επα­νά­στα­σης, σε μια Νέα Υόρ­κη του Γουόρ­χολ, του Μό­ρι­συ, του Τζοε Ντ’ Αλε­σά­ντρο­Joe, του Μπά­ρο­ουζ, του Γκίν­σμπεργκ, σε μια επο­χή ποστ-Mάλ­κολμ-Χ, ποστ-Μίλ­λερ ή πόστ-Μπου­κόφ­σκυ, όταν ο Joel Peter Witkin ήδη έχει κα­τα­θέ­σει τους freaks του, τα τέ­ρα­τα γυ­μνά και ακρω­τη­ρια­σμέ­να, και ο Leslie Krims έχει σκη­νο­θε­τή­σει γυ­μνή την ηλι­κιω­μέ­νη μη­τέ­ρα του με κολ­λη­μέ­νες φω­το­γρα­φί­ες σε όλο της το σώ­μα, ή δυο φί­λους του θε­ό­γυ­μνους συν­δε­δε­μέ­νους διά του πέ­ους με ηλε­κτρι­κή σκού­πα, σε μια επο­χή κα­τά την οποία ακρι­βώς ΔΕΝ έπρε­πε να τα ζή­σεις όλα για­τί κιν­δύ­νευ­ες σο­βα­ρά, εκεί­νος, φθί­νο­ντας, λειώ­νο­ντας και τε­λειώ­νο­ντας από το aids, ει­σήλ­θε στο Πάν­θε­ον των ηρώ­ων της Τέ­χνης και έτσι εγκα­τα­στά­θη­κε μέ­σα μας μέ­χρι να γί­νει αντι­κεί­με­νο υστε­ρό­φη­μων με­λε­τών, επι­με­λειών, ανα­δρο­μών, απο­θε­ώ­σε­ων που έκτο­τε πλη­θαί­νουν. Οπό­τε, ποιος εί­μαι εγώ που θα τολ­μή­σω να δια­τη­ρή­σω την αμ­φι­θυ­μία μου απέ­να­ντι στο έρ­γο του;
Βρέ­θη­κα συμ­πτω­μα­τι­κά σε μια με­γά­λη του ρε­τρο­σπε­κτί­βα στο μου­σείο Kiasma στο Ελ­σίν­κι το 2015. Από­λαυ­σα την έκ­θε­ση, κα­θη­λώ­θη­κα από τις ει­κό­νες του. Όλες. Και τα πορ­τρέ­τα και τα λου­λού­δια και τις δια­στρο­φές. Κα­τόρ­θω­σα να εντο­πί­σω το «ωραίο», το «beauty» που επι­κα­λεί­ται ως ύψι­στη αξία, ημι­θα­νής σχε­δόν ο ίδιος, στο τέ­λος της ται­νί­ας, ακό­μη και στις αμ­φι­λε­γό­με­νες ει­κό­νες του. Πιο ώρι­μος θε­α­τής πια από τό­τε, πα­λιά, που τις πρω­το­γνώ­ρι­σα. Αλ­λά επι­βε­βαί­ω­σα και την αμ­φι­θυ­μία μου. Διό­τι ανα­πό­φευ­κτα συ­νέ­κρι­να την επι­κοι­νω­νια­κή επί­πτω­ση του έρ­γου του Μapplethorpe με εκεί­νη ισο­δυ­νά­μων του ή και κα­λυ­τέ­ρων του, σύγ­χρο­νων ή προ­γε­νέ­στε­ρων. Πώς μπο­ρού­σα να μην θυ­μη­θώ και να συ­γκρί­νω τις νε­κρές φύ­σεις του Edward Weston από τη δε­κα­ε­τία του ’30, εκεί­νες του Irving Penn, όπως και τα απα­ρά­μι­λα πορ­τρέ­τα του κά­πως αρ­γό­τε­ρα, τα συ­γκλο­νι­στι­κά πρό­σω­πα του Avedon, να μη θυ­μη­θώ για τις νε­κρές φύ­σεις τον Blosfeld, τον Hans Finsler από τους πα­λιούς ή τον Jean Dieuzaide και τον Denis Brihat από πιο σύγ­χρο­νους. Κα­νέ­νας τους δεν συ­νε­πι­στρά­τευ­σε, στην πο­ρεία του για επι­κοι­νω­νια­κή κυ­ριαρ­χία, κά­ποιο από­κρυ­φο πά­θος ή δη­μο­σιο­ποί­η­σε κά­ποια δια­στρο­φή, δεν προ­κά­λε­σε το κοι­νό αί­σθη­μα ή τη δί­ω­ξη της γκα­λε­ρί που τον εξέ­θε­τε. Εξα­κο­λου­θεί να μου εί­ναι δύ­σκο­λο (όχι αδύ­να­το) να απαλ­λα­γώ από επι­φυ­λά­ξεις.

«Mapplethorpe» της Ondi Timoner

Ίσως όμως σφάλ­λω. Η ται­νία της Timoner ―την εί­δα με προ­σο­χή και ομο­λο­γώ την από­λαυ­σα― τεί­νει να με κα­τα­στή­σει αμ­φί­θυ­μο απέ­να­ντι στην αμ­φι­θυ­μία μου. Διό­τι έσκυ­ψε πά­νω στον άν­θρω­πο-Mapplethrorpe πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο από ό,τι στον φω­το­γρά­φο, το όνο­μά του και μό­νο της άρ­κε­σε ως τί­τλος. Η Timoner συ­ναρ­θρώ­νει (και την εξαρ­τά) την «πε­ρί­πτω­ση» Mapplethrorpe με την επο­χή της, την οποία ανα­τέ­μνει με με­γά­λη μα­στο­ριά. Της φω­το­γρα­φί­ας πρώ­τα, φό­ρος τι­μής στον κε­ντρι­κό της ήρωα, αλ­λά και της σκια­γρά­φη­σης των πε­ρί αυ­τόν χα­ρα­κτή­ρων. Όπως και της οι­κο­δό­μη­σης και της κλι­μά­κω­σης του μύ­θου. Οι αξί­ες της οι­κο­γέ­νειας, της πα­τρί­δας, της εκ­κλη­σί­ας υπάρ­χουν κά­που στα με­τό­πι­σθεν ή στα υπο­συ­νεί­δη­τα αλ­λά με τα­χύ­τη­τα απο­σα­θρώ­νο­νται κα­θώς το έδα­φος της Νέ­ας Υόρ­κης της δε­κα­ε­τί­ας του ’60 και του ’70 εί­ναι ήδη για τα κα­λά ορ­γω­μέ­νο. Τα κι­νή­μα­τα έχουν δια­δε­χθεί το ένα το άλ­λο, τα ναρ­κω­τι­κά έχουν ήδη απο­δε­κα­τί­σει άση­μους και διά­ση­μους, τα ήθη έχουν δια­σα­λευ­θεί, οι φραγ­μοί και οι ανα­στο­λές έχουν κα­ταρ­ρεύ­σει. Δεί­χνει να θριαμ­βεύ­ει ακλό­νη­τη η αξία της επι­τυ­χί­ας και του χρή­μα­τος. Κά­που, υφέρ­που­σα και συ­νω­θού­με­νη με­τα­ξύ αι­σθή­μα­τος και εν­στί­κτου, δεί­χνει να μη έχει πε­θά­νει και η «αγά­πη». Κο­ντά στη θλί­ψη πά­ντως.
Ρω­τά­ει η Πά­τι Σμιθ τον Mapplethorpe στην αρ­χή της σχέ­σης τους, σε μια σπά­νια ρο­μα­ντι­κή στιγ­μή του: «What will become of the world when no trace of you remains?». Απα­ντά­ει ο Robert Mapplethorpe: «I think there will be some traces». Αυ­τή την ερώ­τη­ση και αυ­τή την απά­ντη­ση ακρι­βώς επι­χεί­ρη­σε να πραγ­μα­τευ­τεί η ται­νία της Timoner  

Και του­λά­χι­στον, κα­θό­σον με αφο­ρά, χω­ρίς να εί­μαι ού­τε ιστο­ρι­κός της φω­το­γρα­φί­ας ού­τε αφι­σιο­νά­δο του κι­νη­μα­το­γρά­φου, να μου δια­τα­ρά­ξει την αμ­φι­θυ­μία απέ­να­ντι σε ένα ση­μα­ντι­κό καλ­λι­τέ­χνη και σε ένα ση­μαί­νο­ντα άν­θρω­πο.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: