Ίγκιτουρ, άρα




––– Α –––

Ίγκι­τουρ.: Δια­ψεύ­δω εκ προ­οι­μί­ου όσα πρό­κει­ται να σου πω. Και μη μου πεις ότι προ­δί­δω τον ρό­λο που υπο­δύ­ο­μαι.

Με πί­ε­σε να πα­ρα­δο­θώ η ανη­μπό­ρια, πα­ρό­τι της αντέ­τει­να ψι­χία και του επι­τη­δεύ­μα­τός μου το υστέ­ρη­μα- λί­γα πράγ­μα­τα. Και μ’ άρ­πα­ξε από το πλέγ­μα το ηλια­κό, ξη­λώ­νο­ντας μ’ ένα μου­σού­δι οξύ­τα­το κλω­στές γραμ­μά­των. Ξέ­φτι­σα, τό­σο πο­λύ ελα­φρύς προ­τού να καρ­φω­θώ ορι­στι­κά σε μια σε­λί­δα. Εί­μαι ο εκ­πρό­σω­πος των γε­νε­ών που έρ­χο­νται. Σώ­μα πλεγ­μα­τι­κό. Σύν­δρο­μο ακί­νη­το πί­σω από το πα­ρά­θυ­ρο της rue de Rome. Οι­κο­γε­νεια­κός αστε­ρι­σμός κα­νείς. Η ανα­λή­θεια, όρος ζω­ής. Κα­μία διά­κρι­ση των ου­σιών. Τα ού­ρα μου ισά­ξια με γά­λα. Σώ­μα ατε­λές. Κα­θώς πα­ρά­σι­τα στα μα­κριά μου γέ­νια.

(Πα­ρά­θε­μα από τον Μα­λαρ­μέ)

Έζη­σα πά­ντο­τε με την ψυ­χή μου προ­ση­λω­μέ­νη στο ρο­λόι. Φυ­σι­κά έκα­να τα πά­ντα ώστε η ώρα που σή­μα­νε το ρο­λόι να πα­ρα­μεί­νει πα­ρού­σα στο δω­μά­τιο, και να γί­νει για μέ­να η τρο­φή και η ζωή μου -πύ­κνω­σα τις κουρ­τί­νες, και κα­θώς ήμουν ανα­γκα­σμέ­νος για να μην αμ­φι­βάλ­λω για τον εαυ­τό μου να κά­θο­μαι απέ­να­ντι σ’ αυ­τόν τον κα­θρέ­φτη, μά­ζε­ψα σχο­λα­στι­κά τα απει­ρο­ε­λά­χι­στα μό­ρια του χρό­νου μέ­σα σε υφά­σμα­τα ολο­έ­να πιο πυ­κνά.

Δεν ήξε­ρα να πω. Δεν κρί­θη­κα ικα­νο­ποι­η­τι­κά. Δεν με συ­νε­ρί­ζο­νται. Δεν πί­στε­ψα σε τί­πο­τα, πα­ρό­τι η γλώσ­σα μου ήξε­ρε να το πει ψη­φια­κά. Εί­σαι ο μι­μη­τής του Διός. Εγώ, η γυ­ναί­κα του μί­μου. Άφη­σα πί­σω μου κλη­ρο­νο­μιά; Αυ­τα­πα­τώ­μαι. Νό­μι­ζα πως μπο­ρώ να ξα­να­ζή­σω τη ζωή της αν­θρω­πό­τη­τας κε­ντώ­ντας της ένα γκο­μπλέμ. Πως εί­ναι στο χέ­ρι μου. Αστεία πράγ­μα­τα. Τώ­ρα ο κα­θρέ­φτης βού­λε­ται για μέ­να. Με δε­μέ­να μά­τια, σαν τη Θέ­μι­δα στο βά­θος των κρυ­στάλ­λων. Πα­λαιό­τε­ρα δεν κοι­τα­ζό­μουν, τον απέ­φευ­γα αλ­λά πως να απο­φύ­γω πλέ­ον τον μό­νο συ­νο­μι­λη­τή; Θα εί­μαι το αν­θρω­πά­κι του κα­θρέ­φτη. Έτσι θα με θυ­μού­νται. Ανα­στα­τω­μέ­νο, με μα­γκω­μέ­νο πρό­σω­πο. Συ­σπά­σεις -ρυ­τί­δες μάλ­λον- σα τις χα­ρά­δρες της σε­λή­νης. Όχι θλιμ­μέ­νο, όπως η σάρ­κα μου. Έμ­φρο­ντι! Όψη με χροιά αρ­γί­λου. Πή­λι­νη μά­σκα αρ­χαϊ­κού βα­σι­λιά

(Πα­ρά­θε­μα από τον Μα­λαρ­μέ)

Εν συ­ντο­μία, σε μια πρά­ξη όπου δια­κυ­βεύ­ε­ται το τυ­χαίο, πά­ντο­τε το τυ­χαίο το ίδιο, πραγ­μα­τώ­νει την ίδια του την Ιδέα, επα­λη­θεύ­ο­ντας ή δια­ψεύ­δο­ντας τον εαυ­τό του. Κρα­τιέ­μαι σαν ιε­ρή αρά­χνη από τα νο­ή­μα­τα της σκέ­ψης μου.

Το Κε­ρά­τιο εί­ναι το Κέ­ρα­το του μο­νό­κε­ρου -το μό­νο κέ­ρα­το.

Αυ­τός εί­ναι ο γρί­φος μου προς όλους.

Ζω του λοι­πού με βια­στι­κές ανα­φο­ρές. Αγα­πή­θη­κα. Με άγ­γι­ξαν. Διείσ­δυ­σα στην ύπαρ­ξη πολ­λών. Του Βα­λε­ρί! Εγκα­τέ­λει­ψα και εγκα­τα­λεί­φθη­κα. Δέ­χθη­κα νο­μί­σμα­τα όπως οι ρω­μαϊ­κές φο­ντά­νες. Ήταν τα τυ­χε­ρά μου. Πέ­ρα­σε κά­ποιος και τα μά­ζε­ψε όταν εί­χαν απο­συρ­θεί τα νε­ρά.

Τι εί­χε μεί­νει; Οι αντι­θέ­σεις συ­ναι­ρέ­θη­καν. Το σώ­μα έγι­νε πνεύ­μα. Τώ­ρα που έμα­θα —και επει­δή έμα­θα— μπο­ρώ να επι­στρέ­ψω στην ηλι­κία της Ελευ­σί­νας, με όχη­μα ανα­πη­ρι­κό· στα χέ­ρια, φρέ­νο. Στα δό­ντια το μο­λύ­βι. Έχω κη­δέ­ψει το μο­νά­κρι­βό μου γιο.

Αλ­λά έχα­σα την εμπι­στο­σύ­νη μου στη γλώσ­σα. Με γυ­ναι­κεία ψευ­δώ­νυ­μα γρά­φω στης μό­δας τα πε­ριο­δι­κά.

Να ‘μαι λοι­πόν ο El be non της Βί­βλου. To be or not to be του Άμ­λετ. Την ίδια ερώ­τη­ση έθε­σα κι εγώ: να ή να μην;

Ξέ­ρο­ντας ποιος σχε­διά­ζει αυ­τήν την στιγ­μή να με σκο­τώ­σει και πως η κό­λα­ση ανέ­βη­κε ως εδώ μα­σκα­ρε­μέ­νη. Χρή­σι­μη τρέ­λα, εί­πα

(Ο Προ­μη­θέ­ας ανα­κούρ­κου­δα κρα­τά­ει το φλό­γι­στρο μιας οξυ­γο­νο­κόλ­λη­σης στραμ­μέ­νο προς ένα τσου­ρου­φλι­σμέ­νο μου­νί, κολ­λη­μέ­νο)

Προ­μη­θέ­ας: Θέ­λω να κολ­λή­σω με τη φω­τιά το μου­νί της μά­νας μου. Να μην έχω ξα­να­βγεί. Σύ­στη­μα πε­ρι­στρε­φό­με­νων θυ­ρών, η γέν­νη­ση και ο θά­να­τός μου. Στη γλώσ­σα μου, τί­πο­τα δεν υπάρ­χει που θα μπο­ρού­σα να το πω αλ­λιώς.
Πλη­σί­α­σε. Άγ­γι­ξε με. Φτιά­χνω τη μοί­ρα σας. Πλάι στο Σα­τα­νά του πα­ρελ­θό­ντος σου, βλέ­πω να σκιρ­τά­ει μέ­σα σου ο Σα­τα­νάς του μέλ­λο­ντός σου.

Ίγκι­τουρ: Τα γράμ­μα­τα;

(Παύ­ση)

Προ­μη­θέ­ας: Και σκέ­φτη­κες μια Ελευ­σί­να χω­ρίς απά­τες; Ένα γυ­μνό μυ­στή­ριο χω­ρίς θε­ούς; Και χω­ρίς τους πα­ρο­ξυ­σμούς της ψευ­δαί­σθη­σης;
Άκου λοι­πόν. Δεν γεν­νή­θη­κα από δι­κό μου αμάρ­τη­μα. Όμως εκεί­νη η γέν­νη­ση, αντί να με βά­λει στο δρό­μο για τον Άδη, με έκα­νε αθά­να­το. Ξέ­ρεις τι εί­ναι, αντί να πας προς το Μη­δέν, να μην πε­θαί­νεις;
Οπό­τε τους θνη­τούς όφει­λα να σκε­φτώ, αφή­νο­ντας στον αδερ­φό μου την ώρα του Αν­θρώ­που. Δεν εί­χε να του δώ­σει πα­ρά νύ­χια εύ­θραυ­στα για να αντι­με­τω­πί­σει τα θη­ρία. Εγώ θα του έδι­να κρυ­φά φω­τιά. Θα έφτια­χνε ερ­γα­λεία. Θα έφτια­χνε, το πιο φο­βε­ρό: τα γράμ­μα­τα.
Κι όταν ο Δί­ας θέ­λη­σε να πνί­ξει σε κα­τα­κλυ­σμό το σόι σου, πα­ρήγ­γει­λα στον Δευ­κα­λί­ω­να να φτιά­ξει κι­βω­τό για να τους σώ­σει, σαν τα κου­τά­κια του τσα­γιού που κρύ­βεις τα γρα­φτά σου. Έτσι και σώ­θη­κες. Και ήρ­θες ως εδώ. Πά­ντο­τε, σε κά­θε επο­χή με νέ­ες δυ­νά­μεις συ­νυ­πάρ­χει η εξου­σία. Στην επο­χή μου, οι θε­οί με τους ιε­ρείς. Σε εσάς με την αγο­ρά του κε­φα­λαί­ου. Το σύ­στη­μα υπήρ­ξε πά­ντο­τε δι­πο­λι­κό. Ο ΠΟΥ εί­ναι φε­ρέ­φω­νο των αγο­ρών. Τό­τε, ήταν ο Όλυ­μπος φε­ρέ­φω­νο πα­πά­δων.
Η μά­να μου, έφη­βη, κά­πο­τε στις τουα­λέ­τες γυ­ναι­κών, σ’ έναν τοί­χο, πά­νω από τα μη­χα­νή­μα­τα που πού­λα­γαν σερ­βιέ­τες και τα­μπόν εί­δε ζω­γρα­φι­σμέ­να τα γεν­νη­τι­κά όρ­γα­να του Διός και χυ­δαιο­λο­γί­ες γραμ­μέ­νες από εγ­γράμ­μα­τους του συ­να­φιού σου.

(Παύ­ση)

Ένα πρό­σω­πο βου­βό, η Βία, μ’ έσπρω­ξε στην άκρια της Γης. Ήμουν ο αντάρ­της των θε­ών.
Ένας αε­τός κά­θε πρωί μου τρώ­ει το συ­κώ­τι.

Ο Δί­ας ήθε­λε ολωσ­διό­λου να εξο­ντώ­σει τους θνη­τούς. Σ’ αυ­τό δε βρέ­θη­κε κα­νείς να του αντι­μι­λή­σει. Ήμου­να ο φύ­λα­κας της μα­ντι­κής, με χθό­νιους θε­ούς συν­δε­δε­μέ­νος. Πρά­κτο­ρας. Πί­σω από τον θρό­νο της Πυ­θί­ας μι­λάω εγώ, όχι ο Απόλ­λων. Αντι­λαμ­βά­νε­σαι· προ­βί­βα­σα τον χρη­σμό σε σκέ­ψη. Γι’ αυ­τό με ονο­μά­ζουν και Δο­τήρ. Μη στέ­κε­σαι λοι­πόν μπρο­στά μου, Stabat Mater.
Έλα κο­ντά λοι­πόν. Και δεν δα­γκώ­νω. Δεν έχω ενο­χές. Εξού και τα έκτα­κτα δια­τάγ­μα­τα εις βά­ρος μου.

Ίγκι­τουρ: Κι εγώ μπρο­στά στη Βε­α­τρί­κη στά­θη­κα.

Προ­μη­θέ­ας: Ση­μεί­ω­σε ότι κρα­τά­ει στα χέ­ρια της ένα άρ­ρω­στο γα­τί.

(Παύ­ση)

Έρ­χε­ται η στιγ­μή που όσοι σε πα­ρα­κο­λου­θούν δε σε δια­κρί­νουν πια. Χώ­νε­σαι σε μια φού­στα που σε κρύ­βει. Πλά­για­σες με έναν άφυ­λο. Μό­νον αυ­τό σε απο­σπά. Ανα­κα­τεύ­ε­σαι με­τά με όσους ακο­λου­θούν το ξό­δι εκτός πό­λε­ως. Πλέ­νουν ακό­μη οι γυ­ναί­κες στα κε­φα­λό­βρυ­σα. Στις μά­ντρες, οι βαλ­βο­λί­νες απ’ τα πα­ρα­τη­μέ­να αυ­το­κί­νη­τα μαυ­ρί­ζουν τη γη.

(Παύ­ση)

Με έδε­σε ο Ήφαι­στος με την καρ­διά σφιγ­μέ­νη, κάρ­φω­σε το συ­κώ­τι μου εδώ. Το Κρά­τος τον συμ­βού­λε­ψε να μη με οι­κτί­ρει και τί­πο­τα αυ­τός δεν εί­χε να του πει χτυ­πώ­ντας με τη βα­ριά το βρά­χο. Καρ­φώ­νο­ντας τα χέ­ρια μου σαν του Χρι­στού. Ύστε­ρα με ζώ­νες δέ­νει τις μα­σχά­λες. Τα σκέ­λια κρι­κε­λώ­νει για­τί έκλε­ψα το σπέρ­μα της φω­τιάς, να ‘χεις εσύ της λά­μπας σου το ωραίο δώ­ρο. Κα­λύ­τε­ρα στον Τάρ­τα­ρο να εί­χα βυ­θι­στεί για να σε συ­να­ντώ στα σκο­τει­νά σου.

Ίγκι­τουρ: Κι αν εί­χε δί­κιο ο Θε­ός;

Προ­μη­θέ­ας: Όποιος έχει το πό­δι έξω απ’ τα δει­νά, εύ­κο­λα δί­νει συμ­βου­λές (στ. 265).
Αλ­λά και ο Θε­ός, πε­πρω­μέ­νο εί­ναι κι αυ­τός. Θα γί­νει σύ­ντο­μα κα­πνός. Η στά­χτη της φω­τιάς θα μεί­νει. Αλ­λά ξέ­ρε το: άλ­λο η εξου­σία και άλ­λο η υπο­τα­γή. Ας κυ­βερ­νά λοι­πόν ο Δί­ας τον λί­γο που του από­μει­νε και­ρό. Κι εγώ, Τι να φο­βού­μαι που δεν έχω θά­να­το; (στ. 935)

Ίγκι­τουρ: Εγώ εί­μαι ολό­τε­λα θνη­τός. Πέ­θα­να ήδη. Ακούω από το εσω­τε­ρι­κό μου αφτί αλ­λά επει­δή εί­ναι τό­σο κο­ντά μου ο Θε­ός, πρέ­πει σα να ‘τα­νε μα­κριά να κά­νω. Ου­δέ­πο­τε υπήρ­ξα αφε­λής.

Τα πράγ­μα­τα υπάρ­χουν και δεν χρειά­στη­κε να τα δρο­μο­λο­γή­σω. Μου αρ­κεί που συ­νέ­λα­βα τις σχέ­σεις τους.

Μη­δέ­νι­σα εξάλ­λου το κο­ντέρ. Νοί­κια­σα αμά­ξι. Άνοι­ξα τα πα­ρά­θυ­ρα. Τη ζώ­νη έλυ­σα. Από το κα­θρε­φτά­κι έβλε­πα τις ντα­λί­κες. Πάρ­κα­ρα κά­που εδώ. Και να ‘μαι. Γι’ αυ­τό εί­μαι εδώ, αλ­λά­ζο­ντας στο λα­τι­νι­κό αλ­φά­βη­το του ονό­μα­τός μου το U της ELEUSINAS, με V: ELEVSIS. Άρα υπο­κλί­νο­μαι με θαυ­μα­σμό στο εύ­ρη­μα. Η δια­φο­ρά δύο γραμ­μά­των εί­ναι η χρο­νί­ζου­σα, ανά­με­σά μας, ανα­βο­λή.

(Παύ­ση)

Το πέ­ρα­σμα ενός Φαύ­νου το απο­με­σή­με­ρο, εί­ναι κά­τι που δε θα έπρε­πε να φο­βά­μαι. Μου έδει­ξε με με­γα­λο­πρε­πή κί­νη­ση την καρ­διά μου. Ξε­θη­λύ­κω­σε ύστε­ρα την καρ­διά μου. Τώ­ρα ζω χω­ρίς καρ­διά. Τι ήταν αυ­τό που μου πή­ρε;

Άκου τι έγι­νε λοι­πόν. Ένα βρά­δυ, κο­ντά στη θά­λασ­σα, μου χα­μο­γέ­λα­σαν τ’ άστρα. Εμ­φα­νί­στη­κε τό­τε αυ­τός με ένα ρου­χα­λά­κι στο χρώ­μα του θεια­φιού. Πέ­ρα­σε μέ­σα μου σαν μα­κρό­σχη­μο σύν­νε­φο, αφή­νο­ντας αύ­ρα από δρο­σιά, στα­γο­νί­δια που συσ­σω­ρεύ­ο­νται. Υπο­δύ­θη­κε εναλ­λάξ τον Δία και τη Δα­νάη. Άνοι­ξαν τα χέ­ρια μου στη χρυ­σή βρο­χή. Ανα­ρί­γη­σα, μού­σκε­μα από έναν με­τε­ω­ρο­λο­γι­κό ορ­γα­σμό. Στους φθόγ­γους του νε­ρού που ενώ­νο­νταν με τη λά­σπη μπερ­δεύ­τη­καν οι στί­χοι μου αλ­λά μιας γλώσ­σας ακα­τά­λη­πτης που μ’ έκα­νε να απο­ρώ. Ποιος μι­λού­σε μέ­σα μου;

Προ­μη­θέ­ας: Ίσως η απο­κά­λυ­ψη αυ­τή να μη σου εί­χε μά­θει κά­τι που να μη γνώ­ρι­ζες ήδη απ’ τα Λε­ξι­κά πα­ρ’ ότι, αυ­τό που μό­λις ονό­μα­σες στί­χους δεν επι­βε­βαιώ­νε­ται.

Ίγκι­τουρ: Τον κά­λε­σα. Αλ­λά ποιόν απ’ τους δύο; Τον Φαύ­νο ή τον Θεό; Τώ­ρα εί­ναι σαν να πιά­νω τα κρόσ­σια του ρού­χου του — ου­ρα­νο­μή­κης τρέ­σες νε­ρού, κά­θε­τες ως ένα χώ­μα που δι­ψά. Τι λέω; Τεί­χη νε­ρού που έπρε­πε να τα τρυ­πή­σω, όπως τις Άλ­πεις ο νυ­χτε­ρι­νός συρ­μός, για να κα­τέ­βω εδώ, στο Νό­το της γλώσ­σας. Τώ­ρα εί­μαι μπρο­στά σου με τον αντί­χει­ρα στο στό­μα σα μω­ρό παι­δί και το ου­ρά­νιο τό­ξο κε­ντη­μέ­νο στη σα­λιά­ρα. Και δεν εκ­πλήσ­σο­μαι που όλα στή­νο­νται απ’ την αρ­χή.

Προ­μη­θέ­ας: Άκου­σες τό­τε το όνο­μα του με­γά­λου Πα­νός. Στη πε­διά­δα ανα­ρί­γη­σαν οι ελιές. Μια τρι­ή­ρης απ’ τα πα­ρά­λια του αο­ρί­στου, σε πλη­σί­α­σε κι ένας γυ­ναι­κω­τός άντρας με βού­κρα­νο στην πλώ­ρη τρό­μα­ζε τους ναυ­τί­λους. «Θέ­λεις να δεις κά­τι το νέο;», σε ρώ­τη­σε ο Διό­νυ­σος.

Ίγκι­τουρ: «Κα­τοι­κεί Θε­ός εδώ;», εί­χα την αφέ­λεια να του πω. Με υπο­δέ­χτη­καν ιε­ρείς. Σεί­στη­καν τα σεί­στρα. Αυ­λη­τρί­δες αγαλ­λί­α­σαν και χο­ρευ­τές έσυ­ραν επι­θα­λά­μιο χο­ρό. Πέλ­μα­τα λε­πτά, αχίλ­λειοι τέ­νο­ντες, τα­χύ­τα­τες κι­νή­σεις. Γνώ­ρι­μα όλα.

Προ­μη­θέ­ας: Πό­σο όμως κρα­τά­ει ένας γά­μος; Εί­δες σώ­μα­τα που κό­βαν μάρ­μα­ρο στα λα­το­μεία. Τρο­χα­λί­ες και μο­χλούς. Έχτι­ζαν μια πο­λι­τεία, την Αθή­να.

Ίγκι­τουρ: Δεν θα ήμουν ξέ­νος εκεί; Ξάφ­νου μια νυ­χτε­ρι­νή ώθη­ση άρ­χι­σε να μ’ εκτο­πί­ζει. Έπρε­πε να επι­στρέ­ψω στον αιώ­να μου.

Προ­μη­θέ­ας: Λά­θος τα­κτι­κής.

Ίγκι­τουρ: «Με τον χρό­νο παί­ζουν τα παι­διά», μου εί­πε ο Θε­ός. «Αλ­λά εσύ εί­σαι ψευ­το­παί­δι».

Με εγκα­τέ­λει­ψε και δη­μιούρ­γη­σα πά­λι τον κό­σμο: τύ­ψεις, ικε­σί­ες, υπερ­βο­λές. Εί­χα επι­στρέ­ψει στη δι­καιο­δο­σία του κα­θρέ­φτη. Αυ­τή τη φο­ρά, διέ­σχι­σα το λε­πτό φύλ­λο του ψευ­δάρ­γυ­ρου. Έπε­σα σα στα­γό­να υδράρ­γυ­ρου στο πά­τω­μα. Πα­ρα­μέ­νω ρευ­στός και ακί­νη­τος ως τώ­ρα.
Θερ­μό­με­τρο που έσπα­σε. Το δη­λη­τή­ριο πρό­σφο­ρο για την πα­τρο­κτο­νία.

Προ­μη­θέ­ας: Με απει­λείς;

Ίγκι­τουρ: Σου θέ­τω ερω­τή­μα­τα για­τί κα­τά­λα­βα πως η ιστο­ρία μου αρ­χί­ζει με τους Έλ­λη­νες. Με τις δι­κές τους λέ­ξεις: ήπαρ, ύβρις, βία, τύ­ραν­νος, Θε­ός.
Λοι­πόν, τι εί­ναι Θε­ός, τι μη Θε­ός και τι το ανά­με­σό τους;

Προ­μη­θέ­ας: Εί­μαι Εγώ που πρό­τα­ξε το «προ» από το «μή­τις».

Ελευσίνα.
Ελευσίνα. / φωτ. Σάββας Λαζαρίδης



––– Β –––

Ίγκι­τουρ: Θέ­τω μπρο­στά στους θε­α­τές τα ερω­τή­μα­τα που υπέ­βαλ­λε η άφι­ξή μου εδώ.

—— Τ  Α     Ε  Ρ  Ω  Τ  Η  Μ  Α  Τ  Α ——

Α. Για­τί ο Αι­σχύ­λος; Διό­τι ο Μα­λαρ­μέ.

Ή

Για­τί ο Μα­λαρ­μέ; Διό­τι ο Αι­σχύ­λος.

ΚΑΙ

Β. Τι ση­μαί­νει σκέ­φτο­μαι ελ­λη­νι­κά;

ΚΑΙ

Γ. Ποιος εί­μαι εγώ που σκέ­φτο­μαι;

ΚΑΙ

Δ. Ποιο εί­ναι το ενά­ντιο στους Έλ­λη­νες;

Η Ρώ­μη; Η Ιε­ρου­σα­λήμ;

Ε. Πως άντε­ξαν οι Έλ­λη­νες τις αντι­φά­σεις της τρα­γω­δί­ας; Με τι υπο­κα­τέ­στη­σαν οι τρα­γι­κοί τα Μυ­στή­ρια; Οι ποι­η­τές τους ιε­ρείς;

ΚΑΙ

ΣΤ. Τι σή­με­ρα μπο­ρεί να γρα­φτεί, εκτός από ένα λε­ξι­λό­γιο μη ανα­λο­γι­κό; Ο Ίγκι­τουρ;

ΚΑΙ

Ο Ίγκι­τουρ πώς απα­ντά στη γλώσ­σα; Με τη σιω­πή ή με «Μια ζα­ριά πο­τέ δε θα κα­ταρ­γή­σει το τυ­χαίο;»

ΚΑΙ

Πως πα­ρι­στά­νε­ται στο θέ­α­τρο το ακραίο αυ­τό έρ­γο;

ΆΡΑ

Ζ. Υπάρ­χει τέ­λεια μί­μη­ση; «ἔστιν οὖν τραγῳδία μί­μη­σις πρά­ξε­ως σπου­δαί­ας καὶ τε­λεί­ας μέ­γε­θος ἐχού­σης, ἡδυ­σμένῳ λόγῳ χωρὶς ἑκά­στου τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μο­ρί­οις, δρώ­ντων καὶ οὐ δι᾽ ἀπαγ­γε­λί­ας, δι᾽ ἐλέ­ου καὶ φό­βου πε­ραί­νου­σα τὴν τῶν τοιού­των πα­θη­μά­των κά­θαρ­σιν;»

Ή

Ο μο­να­δι­κός τρό­πος για μας να γί­νου­με με­γά­λοι, και μά­λι­στα, αν εί­ναι δυ­να­τόν, αμί­μη­τοι, εί­ναι η μί­μη­ση των Αρ­χαί­ων. (Winckelmann)

Πρό­σε­ξε όμως: Η πρό­τα­ση αυ­τή δεν απο­τε­λεί για μας ένα γι­γά­ντιο ιστο­ρι­κό double bind, και συ­νε­πώς απει­λή ψύ­χω­σης;

Προ­μη­θέ­ας: Πας να με μπλέ­ξεις σε κα­τά­στα­ση τρε­λή όπου μου στέλ­νεις δύο εί­δη μη­νυ­μά­των που εί­ναι με­τα­ξύ τους αντι­φα­τι­κά. Και θέ­λεις σώ­νει και κα­λά να τα δια­κρί­νω και να σου απα­ντώ σε ένα από τα δυο. Όμως εγώ δεν εί­μαι ο σχι­ζο­φρε­νής. Εσύ εί­σαι που ρω­τάς. Σ’ εμέ­να όλα εί­ναι ευ­τυ­χώς μο­νά. Δί­πο­λο δεν υπάρ­χει. Για μέ­να η τέ­χνη πε­ρα­τώ­νει ό,τι η φύ­ση αδυ­να­τεί. Εσύ μι­μεί­σαι και δεν μπο­ρείς να μου επι­βά­λεις να σου απα­ντώ. Διό­τι ό,τι σου λέω τώ­ρα ο Μύ­θος μου το έχει πει. Ο Μύ­θος έκτο­τε δεν θα εμ­φα­νι­στεί ξα­νά πο­τέ. Αλ­λά κι αν εμ­φα­νι­στεί και σου μι­λή­σει θα εί­ναι μό­νον αν έχεις γί­νει άλ­λος, Ίγκι­τουρ.

Ίγκι­τουρ: Μα εί­μαι. Εί­μαι τα γράμ­μα­τα.

Προ­μη­θέ­ας: Τό­τε ποιος ονό­μα­σε νε­ρό ό,τι σβή­νει τον πό­νο;

Λέ­νε πως οι νε­κροί στέ­κουν όρ­θιοι στο βυ­θό. Κο­λυμ­βη­τές κά­θε­τοι ώσπου να ανα­παυ­θούν τα οστά. Ζευ­γά­ρω­μα ψα­ριών στον αδεια­σμέ­νο θώ­ρα­κά τους. Κο­χύ­λια στου κρα­νί­ου τη σκε­πή.

Νε­ρό ονο­μά­ζε­ται η φω­τιά.

Και ό,τι φλέ­γε­ται πά­νω στο δέρ­μα (Χ. Μ., Το­πίο, σ. 46)

Ίγκι­τουρ: Αυ­τά, δεν θα τα έλε­γαν εάν της γλώσ­σας μου οι ανα­τρο­πές δεν ακρι­βο­λο­γού­σαν. Αυ­τό έδει­ξα στους ομό­τε­χνους: ότι εί­μα­στε μια ζω­ντα­νή με­τα­φο­ρά.

Προ­μη­θέ­ας: Νε­κρή θα έπρε­πε να πεις. Κι άκου τι μου συ­νέ­βη: Με ένταλ­μα με συ­νέ­λα­βαν. Εί­χαν βρε­θεί τα ίχνη μου στο χώ­μα. Στο με­τα­ξύ τους ξέ­φευ­γα. Σαν αλε­πού με τε­ντω­μέ­να αφτιά, πα­ρα­πλα­νού­σα. Κά­πνι­ζα συ­νε­χώς. Κι ενώ βρι­σκό­μουν κα­τά τα Άγρα­φα, με τον Επι­μη­θέα σε ύπνο εγκλη­μα­τι­κό πλά­τη με πλά­τη έπε­σα. Απέ­φευ­γα τους Μά­η­δες που του­φε­κού­σαν. Και μια φο­ρά για να ξε­φύ­γω σε μο­νο­κόμ­μα­τη πλα­κο­λι­θιά κα­τρα­κυ­λώ, για να γλι­τώ­σω. Μα να γλι­τώ­σω, τι; Κρυο­πα­γή­μα­τα, πεί­να και της φω­τιάς μου τον κα­πνό προ­δό­τη στον αντί­πα­λο. Ύστε­ρα όμως «κό­πη­κα» από τους άλ­λους. Να ‘ξε­ρες τι ση­μαί­νει ένας κομ­μέ­νος. Έτσι δεν μου ήρ­θαν βο­λι­κά ή μή­πως το ´θε­λα να συλ­λη­φθώ; Μου ζή­τη­σαν να πω ό,τι ξέ­ρω στην ανά­κρι­ση. Με πί­ε­σαν για ονό­μα­τα και λού­φες. Και ποιο ήταν το δι­κό μου δρο­μο­λό­γιο προς Ναυ­πα­κτία.

«Τώ­ρα αρ­χί­ζει η αντί­στρο­φη μέ­τρη­ση», εί­πα στον εαυ­τό μου.

«Με πε­ρι­μέ­νει ο βρά­χος, ο αε­τός και τα δε­σμά».

Σου εξέ­θε­σα τους φό­βους μου και πως μέ­σα σε θρόμ­βους σκο­τα­διού γυά­λι­ζαν δυο μι­κρές χά­ντρες: ήταν το όρ­νεο που εί­χε μυ­ρι­στεί συ­κώ­τι.

Και βλέ­πω τώ­ρα τους αν­θρώ­πους μα­κριά, μ’ ένα τσε­κού­ρι να κομ­μα­τιά­ζουν άλο­γο, συ­γκε­ντρω­μέ­νοι γύ­ρω από το σφά­γιο σαν τον αρ­χαίο χο­ρό που μου τα ψάλ­λει τώ­ρα.

Πρό­σε­ξε τώ­ρα. Η μέ­ρα χαι­ρε­τά με τη ζε­στή ανά­σα της.

Τρι­γύ­ρω, τα ψη­λά βου­νά: η Κα­λια­κού­δα, αντί­κρυ η Χε­λι­δό­να και βό­ρεια το θρυ­λι­κό Βε­λού­χι.

(Παύ­ση)

Κι αν πω την ιστο­ρία μου, τα εν­διά­με­σα αν πω, τα κόλ­πα, εάν δια­πλά­σω με τα χέ­ρια μου της Ήρας και της Αφρο­δί­της τις γραμ­μές, την πο­νη­ρά­δα του Ερ­μή, τα βί­τσια ενός Δία, τα λό­για μου εί­ναι άγρια και κά­νω απο­λο­γι­σμό.

Το ανή­συ­χο των σπλά­χνων η θά­λασ­σα ζη­λεύ­ει.

Ίγκι­τουρ: Μι­λάς σ’ έναν επι­ζώ­ντα από τις στά­χτες. Ο πύρ­γος μου έγι­νε Άου­σβιτς. Αυ­τό κα­τά­φε­ραν οι πό­λε­μοί μας στην Ευ­ρώ­πη. Γι’ αυ­τό το βρί­σκου­με συ­νε­χώς μπρο­στά: το Άου­σβιτς, ακό­μα και ως μου­σείο.

Προ­μη­θέ­ας: Με­σ’ στο κε­φά­λι μου πια ο ιπ­πό­κα­μπος ησύ­χα­σε την αμυ­γδα­λή.

Ίγκι­τουρ: Λέ­νε πως σ’ ένα σύ­νταγ­μα της ανα­το­λι­κής στρα­τιάς του Σο­βιε­τι­κού στρα­τού που με­τέ­φε­ρε τα πτώ­μα­τα του Χί­τλερ και της Μπρά­ουν, τα έθα­βε και τα ξέ­θα­βε σε κά­θε με­τα­κί­νη­ση, ώσπου να ει­ση­γη­θούν στον Μπρέσ­νιεφ πως έπρε­πε να τε­λειώ­νει η ιστο­ρία αυ­τή και τα τεκ­μή­ρια πτώ­μα­τα να κα­τα­στρα­φούν για πά­ντα. Έτσι κι εγώ κα­τέ­στρε­ψα για πά­ντα τα ίχνη μιας λο­γο­τε­χνί­ας νε­κρής. Ποι­ή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και όλα τα θε­α­τρι­κά, δεν πρό­κει­ται να γρά­φο­νται ίδια στο μέλ­λον. Δεν πρό­κει­ται να παί­ζουν ρό­λους οι ηθο­ποιοί μα κα­τα­στά­σεις. Κι ας μου επι­βάλ­λου­νε φυ­σιο­λο­γι­κό ορό, να τρέ­φο­μαι πα­ρά τη θέ­λη­σή μου. Τους προει­δο­ποιώ: ζη­τάω σφρα­γι­σμέ­νο σκεύ­α­σμα μη κι έχουν βά­λει πρό­σθε­τα, απ’ έξω.

(Παύ­ση)

Και τώ­ρα, στεί­λε με. Στεί­λε μου σή­μα με μια κί­νη­ση της κε­φα­λής. Θέ­λω να ήμου­να εκεί που θα με στεί­λεις. Θυ­μά­μαι που ήμου­να. Σκο­πεύω μά­λι­στα να μην γρά­ψω πο­τέ ξα­νά. Βλέ­πω ήρε­μα να λά­μπουν τα αρ­γυ­ρά υψώ­μα­τα από πά­νω. (Χέ­ντελ, σ. 57)

Κι ακό­μα πιο ψη­λά, υπε­ρά­νω του φω­τός, δια­μέ­νει ο κα­θα­ρός, μα­κά­ριος θε­ός. (Χέ­ντελ, σ. 50)

Προ­μη­θέ­ας: Για μέ­να η πιο ση­μα­ντι­κή πρά­ξη στην
τρα­γω­δία
εί­ναι η έκτη:
η έγερ­ση των νε­κρών απ’ τα πε­δία μά­χης στη
σκη­νή.
Το συμ­μά­ζε­μα στις πε­ρού­κες, στις
(φα­ντα­χτε­ρές) εσθή­τες,
η από­σπα­ση των μα­χαι­ριών από το στέρ­νο,
η απο­μά­κρυν­ση του βρό­χου απ’ τον λαι­μό,
η πα­ρά­τα­ξη των ηθο­ποιών ανά­με­σα στους
ζω­ντα­νούς
κα­τά πρό­σω­πο στο ακρο­α­τή­ριο.

(…)

Όμως ό,τι αλη­θι­νά υψι­πε­τεί εί­ναι όταν
πέ­φτει η αυ­λαία
κι εκεί­να που προ­λα­βαί­νει να δει κα­νείς
προ­τού αγ­γί­ξει η αυ­λαία το δά­πε­δο της
σκη­νής:
εδώ ένα χέ­ρι απλώ­νε­ται βια­στι­κά
για να πιά­σει ένα λου­λού­δι
εκεί ένα δεύ­τε­ρο χέ­ρι αρ­πά­ζει
ένα αφη­μέ­νο σπα­θί.
Και μό­νο τό­τε, ένα τρί­το, αό­ρα­το χέ­ρι
κά­νει ότι πρέ­πει να κά­νει:
μ’ αδρά­χνει απ’ το λα­ρύγ­γι.
(Σι­μπρό­σκα, «Ποι­η­τι­κή δια­δρο­μή»)

Ίγκι­τουρ: Σ’ άδρα­ξα.

(Παύ­ση)

Σκέ­ψου αφα­λά­τω­ση λοι­πόν.
Ασθέ­νεια με δεί­κτες νο­ση­ρό­τη­τας.
Σκέ­ψου ένα φαν­ζίν από τα πρω­ι­νά­δι­κα.
Κλί­νες, σκέ­ψου στις εντα­τι­κές.
Το πιο εξευ­τε­λι­στι­κό, σκέ­ψου:
ανώ­νυ­μους νε­κρούς σε όλα τα δελ­τία των οκτώ.
Και Κρά­τος σκέ­ψου. Τον Χαρ­δα­λιά!
Πρό­σω­πα μα­ντη­λό­δε­τα. Δέ­ντρα κα­του­ρη­μέ­να.
Κα­τε­αγ­μέ­να κόκ­κα­λα σαν του Χρι­στού.
Ωχρά κη­λί­δα σκέ­ψου των μα­τιών.
Νό­η­μα επι­τέ­λους δώ­σε μου στην παν­δη­μία
και εφε­ξής, την πρά­ξη της γρα­φής με αί­μα.
Και τους κα­θρέ­φτες. Και τα χαρ­τιά μου στη φω­τιά
Βί­αιη εφεύ­ρε­ση του αν­θρώ­που ο Θε­ός
Ψέ­μα με­γά­λο η προ­σευ­χή.
Υπο­κρι­σία ο εκ­κλη­σια­σμός του δια­δι­κτύ­ου
Την προ­σο­χή σου απαι­τώ, τον τρό­πο για να τε­λειώ­σει η μο­να­ξιά
που οι ομο­αί­μα­τοί μου απο­κα­λούν λο­γο­τε­χνία.
Απο­χω­ρώ. Και μη δια­βά­σεις τού­τα τα γρα­πτά.
Αν τα δια­βά­σεις, με φορ­τώ­νεις
μ’ ένα ανυ­πέρ­βλη­το κα­θή­κον.
Να σω­πά­σω.

Προ­μη­θέ­ας: Να θυ­μη­θώ τη μά­να μου Κλυ­μέ­νη, ένα πρωί τον Αύ­γου­στο του 49’:

«Λοι­πόν, αυ­τός που μου χτύ­πη­σε την πόρ­τα και με βε­βαί­ω­σε πως εί­ναι ακρι­βώς αυ­τός που ανα­ζη­τού­σα μέ­σω του Ελ­λη­νι­κού Ερυ­θρού Σταυ­ρού, απ’ το ρα­διό­φω­νο, δεν μου έδω­σε τα στοι­χεία που του ζή­τη­σα και στις ερω­τή­σεις μου υπήρ­ξα σα­φής -πράγ­μα που δεν με απέ­τρε­ψε από το να τον σφί­ξω στην αγκα­λιά μου.

— Μην κλαις άλ­λο, μου εί­πε. Βλέ­πω το φως.

Μα ένιω­σα στα λό­για ξη­ρα­σία.

— Δε θες νε­ρό; Δεν θα πλυ­θείς, πε­θα­μέ­νο μου;

Ανοί­γει τό­τε το κρυ­φό ρήγ­μα κά­τω απ’ τη χλαί­νη του.

— Κοί­τα με, λέ­ει. Ξε­κορ­μι­σμέ­νος εί­μαι.

-Τι γύ­ρευ­ες στο Βί­τσι; , ρω­τώ.

-Ν’ αλ­λά­ξω τον χρό­νο γύ­ρευα.

-Δεν εί­μα­στε κι οι δυο απ’ την Ελ­λά­δα; Και πάψ­τε να με εορ­τά­ζε­ται με το πα­λαιό».

Τε­λευ­ταία, υπο­φέ­ρω πο­λύ, σε βαθ­μό ανη­συ­χη­τι­κό για όσους με αγα­πούν, αλ­λά, κυ­ρί­ως για το Έχω μου, που αυ­τή τη στιγ­μή το σχε­διά­ζω συ­νο­λι­κά, και μπο­ρεί να εί­ναι υπέ­ρο­χο, εάν ζή­σω. Η πρώ­τη φά­ση της ζω­ής μου έχει τε­λειώ­σει. Η συ­νεί­δη­ση, ξέ­χει­λη από σκιές, ξυ­πνά, πλά­θο­ντας αρ­γά έναν και­νούρ­γιο άν­θρω­πο: μό­λις τον δη­μιουρ­γή­σω, πρέ­πει να ξα­να­βρώ το Όνει­ρό μου. Θα κρα­τή­σει αρ­κε­τά χρό­νια όλο αυ­τό και σ’ αυ­τά τα χρό­νια θα χρεια­στεί να ξα­να­ζή­σω τη ζωή της αν­θρω­πό­τη­τας, ξε­κι­νώ­ντας απ’ την παι­δι­κή της ηλι­κία.

(επι­στο­λή του Στε­φάν Μα­λαρ­μέ)

Ελευσίνα.
Ελευσίνα. / φωτ. Σάββας Λαζαρίδης

Γ Ι Ω Ρ Γ Ο Σ    Β Ε Λ Τ Σ Ο Σ
______

«ΕΛΕΥ­ΣΙ­ΝΑ ΠΟ­ΛΙ­ΤΙ­ΣΤΙ­ΚΗ ΠΡΩ­ΤΕΥΟΥ­ΣΑ 2023»:
ΠΡΟ­ΤΑ­ΣΗ ΣΥΜ­ΜΕ­ΤΟ­ΧΗΣ

Igitur, άρα

Στά­χτη και φω­τιά

Ένας άν­θρω­πος από λέ­ξεις που το όνο­μά του στα λα­τι­νι­κά (Igitur)* δη­λώ­νει τον συ­μπε­ρα­σμα­τι­κό σύν­δε­σμο «άρα», ένας άν­θρω­πος εξα­ντλη­μέ­νος από τον αιώ­να, επει­δή έχει εξα­ντλή­σει το δυ­να­τό, οδεύ­ει προς Ελευ­σί­να. Θα συ­να­ντή­σει τον Αι­σχύ­λο του Ευ­φο­ρί­ω­νος —αδελ­φό του μα­ρα­θω­νο­μά­χου Κυ­ναί­γει­ρου— που σκέ­φτη­κε αυ­τό που στους Έλ­λη­νες επε­δί­ω­κε η φυ­σι­κή κα­τα­νό­η­ση του βί­ου: το μύ­θο.

Ο Στε­φάν Μα­λαρ­μέ, ο πα­τέ­ρας της νε­ο­τε­ρι­κής ποί­η­σης ανα­ζη­τά τον πα­τέ­ρα του ατ­τι­κού δρά­μα­τος στη γε­νέ­τει­ρά του, ζη­τώ­ντας του προ­ο­ρι­σμό. Θέ­λο­ντας να του απα­ντή­σει στο ερώ­τη­μα της δυ­να­τής ή αδύ­να­της σύ­ζευ­ξης «Αρ­χαί­ων και Μο­ντέρ­νων». Επα­να­το­πο­θε­τώ­ντας με το δι­κό του gestus την πε­ρί­φη­μη δια­μά­χη Αρ­χαί­ων και Μο­ντέρ­νων, που ξε­σπά στη Γαλ­λία στο τέ­λος του 17ου αιώ­να. Επί των ημε­ρών του –κυ­ρί­ως με­τά Το από­γευ­μα ενός Φαύ­νου- τη διαιω­νί­ζει (Αυ­τές τις νύμ­φες θέ­λω εγώ να διαιω­νί­σω). Ό,τι όμως πε­ρισ­σό­τε­ρο επι­θυ­μεί, που το συ­να­ντά στον Αι­σχύ­λο, εί­ναι εκεί­νος «ο αρ­κε­τά σφι­χτός χα­ρα­κτή­ρας που θα προ­σαρ­μό­ζο­νταν στην πυ­κνό­τη­τα του στί­χου» του. (Επι­στο­λή του στον Catulle Mendès, 24-4-1864).

Γνω­ρί­ζει ωστό­σο ότι το έρ­γο του συλ­λαμ­βά­νε­ται στο ση­μείο όπου εκεί­νο που εί­ναι πα­ρόν εί­ναι η απου­σία. Γι’ αυ­τό επι­λέ­γει έναν από­ντα, άυ­λο πρω­τα­γω­νι­στή, τον Ίγκι­τουρ. Και γι’ αυ­τό ομο­λο­γεί ότι σκά­βο­ντας τον στί­χο, δυ­στυ­χώς, συ­νά­ντη­σε δύο αβύσ­σους που τον απέλ­πι­σαν: το Μη­δέν και το κε­νό του ίδιου του τού στή­θους.

Από τη δυ­στυ­χία αυ­τή ο ντε­λι­κά­τος Ευ­ρω­παί­ος θα ήθε­λε να απαλ­λα­γεί και συγ­χρό­νως δεν θα ήθε­λε. Όταν ο σω­σί­ας του, Ίγκι­τουρ, συ­να­ντή­σει τον Προ­μη­θέα του Αι­σχύ­λου και του δεί­ξει τον δι­κό του βρά­χο και τα δι­κά του δε­σμά —το γρα­φείο του στη rue de Rome και την πο­λύ­τι­μη πέ­να του— ο Προ­μη­θέ­ας θα του πει ότι αυ­τός δεν πά­σχει για τη λο­γο­τε­χνία αλ­λά δια την λί­αν φι­λό­τη­τα των βρο­τών (στ. 123). Η αγά­πη για τους αν­θρώ­πους και όχι για τα γράμ­μα­τα εί­ναι ό,τι τους χω­ρί­ζει.

Στους Έλ­λη­νες, ο Θε­ός εί­ναι επι­κίν­δυ­να κο­ντά για να τον συλ­λά­βεις. Στους Μο­ντέρ­νους, ο Θε­ός εί­ναι το Μη­δέν. Οι Έλ­λη­νες ανα­γκά­ζο­νται από ιε­ρή ανά­γκη σε ένα λέ­γειν. Οι Μο­ντέρ­νοι οδη­γού­νται στη σιω­πή και την κα­τα­στρο­φή («η κα­τα­στρο­φή υπήρ­ξε η Βε­α­τρί­κη μου», ανα­φω­νεί ο Μα­λαρ­μέ). Η Επο­χή υπα­γο­ρεύ­ει πως πλέ­ον αυ­τός που έχει κά­τι να πει, κα­λύ­τε­ρα να σιω­πή­σει. Να αφή­σει το έρ­γο να πε­ρι­πλέ­ει τον εαυ­τό του αμε­τά­βα­το. Να «προ­ε­τοι­μά­ζε­ται συ­νε­χώς για κά­τι άλ­λο», όπως ομο­λο­γεί στον Βερ­λέν. Κρεῖσσον γὰρ εἰσά­παξ θα­νεῖν ἣ τὰς ἀπά­σας ἡμέ­ρας πά­σχειν κακῶς (Κάλ­λιο να βρει κα­νείς μια και κα­λή το θά­να­το πα­ρά να τυ­ραν­νιέ­ται αιώ­νια, στ. 750-751). Στην προ­τρο­πή αυ­τή του Αι­σχύ­λου στον Προ­μη­θέα Δε­σμώ­τη, ο Μα­λαρ­μέ απα­ντά στον Ίγκι­τουρ με την αυ­το­κτο­νία: Επά­νω στις τέ­φρες των άστρων, τις αδιά­σπα­στες στά­χτες της οι­κο­γέ­νειάς του, το δυ­στυ­χι­σμέ­νο πρό­σω­πο ξα­πλώ­νει αφού έχει πιει τη στα­γό­να του μη­δε­νός που λεί­πει από τη θά­λασ­σα.

Εσο­ράς μ’ ως έκ­δι­κα πά­σχω (Με βλέ­πεις πό­σο άδι­κα πά­σχω, στ. 1092). Με αυ­τόν τον στί­χο κλεί­νει ο Αι­σχύ­λος τον Προ­μη­θέα του και σ’ αυ­τόν τον στί­χο ο Ίγκι­τουρ αντι­τεί­νει: τώ­ρα που το Μη­δέν ανα­χώ­ρη­σε θα ρί­ξω τη ζα­ριά, διό­τι όπου ζα­ριά — τύ­χη χα­μέ­νη.

Τι απο­μέ­νει και στους δύο; Πα­ρα­δό­ξως και στον Αρ­χαίο και στον Μο­ντέρ­νο αυ­τό που απο­μέ­νει εί­ναι η κα­θα­ρό­τη­τα: Οι στά­χτες απ’ την φω­τιά στον Μα­λαρ­μέ πα­ρα­μέ­νουν στά­χτες. Η φω­τιά στα σπλά­χνα του Προ­μη­θέα πα­ρα­μέ­νει φω­τιά.

Στο της ανά­γκης αδή­ρι­τον σθέ­νος, στον Προ­μη­θέα Δε­σμώ­τη, αντι­στοι­χεί η ασθέ­νεια του κα­θρέ­φτη στον Ίγκι­τουρ. (Κι όταν άνοι­ξα πά­λι τα μά­τια στο βά­θος αυ­τού του κα­θρέ­φτη, εί­δα τη φρι­κτή μορ­φή, της φρί­κης το φά­ντα­σμα, να ρου­φά λί­γο λί­γο κά­θε ίχνος από αί­σθη­μα και οδύ­νη). Στη τρα­γω­δία του Αι­σχύ­λου, ει­σβάλ­λει το πε­ζό ποί­η­μα του Μα­λαρ­μέ. Στον αρ­χαίο μύ­θο ενο­φθαλ­μί­ζε­ται το «δια­κεί­με­νο». Ο διω­κό­με­νος Προ­μη­θέ­ας απο­λο­γεί­ται μέ­σω κει­μέ­νων από τους Εμ­φυ­λί­ους πο­λέ­μους, ενώ ο Ίγκι­τουρ «προ­φη­τεύ­ει» τις φρι­κα­λε­ό­τη­τες του 20ού αιώ­να: τις στά­χτες και το Άου­σβιτς.

        Έφε­ραν πόρ­νες στην Ελευ­σί­να
                     σερ­βί­ρουν πτώ­μα­τα

[Ε. Πά­ουντ, Κά­ντο ΧLl («Για την το­κο­γλυ­φία»)· από την Πέμ­πτη Δε­κά­δα των Κά­ντο, σε με­τά­φρα­ση Γ. Μπλά­να.] 

Με αυ­τήν «την ελεύ­θε­ρη χρή­ση του ιδί­ου» (όπως θέ­λει ο Χέλ­ντερ­λιν με­τα­γρά­φο­ντας τον Οι­δί­πο­δα τύ­ραν­νο), επι­χει­ρεί­ται η πα­ρα­βί­α­ση του ορί­ου με­τα­ξύ τρα­γι­κής και σύγ­χρο­νης ποί­η­σης ώστε να συ­νε­χι­στεί στις ημέ­ρες μας «το πα­νάρ­χαιο δρά­μα».

Και επει­δή η αρι­στο­τε­λι­κή κά­θαρ­σις δεν λαμ­βά­νει πλέ­ον χώ­ρα διό­τι «στον αιώ­να του Ορέ­στη και της Ηλέ­κτρας που επέρ­χε­ται, ο Οι­δί­πους θα εί­ναι κω­μω­δία», όπως γρά­φει ο Χάι­νερ Μί­λερ, ό,τι απο­μέ­νει για το «δύο φο­ρές ει­πω­μέ­νο» εί­ναι η εκ νέ­ου ανά­γνω­ση. Πα­ρέ­χει στην αι­τιό­τη­τα τη δυ­να­τό­τη­τα της με­τω­νυ­μί­ας, εφό­σον «όλα εί­ναι δι­πλά» εν ανα­μο­νή της Ιστο­ρί­ας.

Με την πρό­τα­ση αυ­τή τί­θε­νται τα ερω­τή­μα­τα που η Επο­χή μας επι­χει­ρεί να απα­ντή­σει. Διε­ρω­τώ­με­θα τί ση­μαί­νει η φρά­ση «εμείς και οι Έλ­λη­νες», ποιό εί­ναι το «ενά­ντια στους Έλ­λη­νες» και με ποιο τρό­πο η μί­μη­σις σή­με­ρα τε­λεί­ται, με τί υπο­κα­τέ­στη­σαν οι τρα­γι­κοί τα μυ­στή­ρια και οι νε­ό­τε­ροι τους τρα­γι­κούς και επι­τέ­λους, ποιά εί­ναι η απά­ντη­ση του Ευ­ρω­παί­ου Ίγκι­τουρ στους προ­γό­νους;

[ Αθήνα, 4.3.2021 ]


Για τα εμ­βό­λι­μα κεί­με­να του Μαλ­λαρ­μέ, πα­ρα­πέ­μπω στην εξαι­ρε­τι­κή δου­λειά της Μα­ρί­ας Ευ­στα­θιά­δη από τις εκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δη.


ΥΓ. Η πα­ρά­στα­ση του Ίγκι­τουρ, που εί­χε εγκρι­θεί από την Επι­τρο­πή Aξιο­λό­γη­σης του θε­σμού «Ελευ­σί­να - Πο­λι­τι­στι­κή Πρω­τεύ­ου­σα της Ευ­ρώ­πης 2021», σε σκη­νο­θε­σία Χά­ρη Φρα­γκού­λη, μα­ταιώ­θη­κε.




________________
*Η λα­τι­νι­κή λέ­ξη «Igitur» (άρα) προ­έρ­χε­ται από το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο του λα­τι­νι­κού κει­μέ­νου της Γε­νέ­σε­ως της Πα­λαιάς Δια­θή­κης (Igitur perfecti sunt coeli et terra et omnis ornatus eorum).

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: