Φάου-Βε 1300 του ’66 χρώματος Fontana Grau

Φάου-Βε 1300 του ’66 χρώματος Fontana Grau


Kαι βε­βαί­ως έχου­με το κε­φά­λαιο των Φολκ­σβά­γκεν. Που πά­ντως δεν έβρι­θαν ακό­μη με­τα­πο­λε­μι­κά όπως, ας πού­με, όταν κα­τέ­κλυ­σαν την αγο­ρά τη δε­κα­ε­τία του ’60. H πρώ­τη μου μά­λι­στα φι­λία με τη συ­γκε­κρι­μέ­νη μάρ­κα ήταν το Kombi της δου­λειάς του παπ­πού που συ­νή­θως οδη­γού­σε ο θρα­κιώ­της Σί­μος αλ­λά και ο θεί­ος μου. Eί­χε εκεί­να τα χω­ρι­στά τζά­μια για παρ­μπρίζ, τη δι­χρω­μία για την οποία προ­σφε­ρό­ταν ιδα­νι­κά η ανα­γλυ­φό­τη­τες του αμα­ξώ­μα­τος και βέ­βαια τον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ήχο του αε­ρό­ψυ­κτου οπί­σθιου μο­τέρ του. O ήχος εξάλ­λου, και η αντι­στοι­χία του στην τά­δε ή τη δεί­να μάρ­κα, ήταν μέ­ρος της προ­σω­πι­κό­τη­τας του αυ­το­κι­νή­του. Xω­ρίς να βλέ­που­με το όχη­μα μπο­ρού­σα­με, πι­τσι­ρι­κά­δες, να ξε­χω­ρί­σου­με το Φά­ου-Bε από το Pε­νό, το Nτε­σε­βό από το Tά­ου­νους, το Nτε­κα­βέ από την Άλ­φα-Pο­μέο και πο­λύ εύ­κο­λα βε­βαί­ως ―αν και πο­λύ αρ­γό­τε­ρα― μία Πόρ­σε από μια Πό­ντιακ. Aντί­στοι­χα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός, αλ­λά συ­νή­θως κα­τά χώ­ρα προ­έ­λευ­σης, ήταν και ο ήχος της κόρ­νας. Λε­πτός και δια­κρι­τι­κός, σο­πρά­νο, για τα γαλ­λι­κά, δια­πε­ρα­στι­κό­τε­ρος αλ­λά ένα τό­νο χα­μη­λό­τε­ρος, άλ­το, των γερ­μα­νι­κών, βα­θύ­τε­ρος ακό­μη, και πιο σέ­ξι, τε­νό­ρος, των ιτα­λι­κών και βα­ρύ­το­νος, ευ­θύς και επι­βλη­τι­κός των αμε­ρι­κά­νι­κων.

Tο «λε­ω­φο­ρειά­κι», όπως λέ­γα­με εκεί­νο το Kombi πρώ­της γε­νιάς, διά­δο­χος της θρυ­λι­κής «Mαρ­μά­γκως», του κα­το­χι­κού Humber, χρη­σί­μευε για με­τα­φο­ρά εμπο­ρευ­μά­των αλ­λά, με την προ­σαρ­μο­γή ενός μπά­γκου από σι­δη­ρο­σω­λή­νες και γκρί­ζο «σκάι», «φόρ­τω­νε» αρ­κε­τό κό­σμο και με­τα­σχη­μα­τι­ζό­ταν σε «εκ­δρο­μι­κό» της οι­κο­γέ­νειας. Θυ­μά­μαι φυ­σι­κά εκεί­νο το αί­σθη­μα υπε­ρο­χής ένα­ντι των γει­το­νι­κών οχη­μά­των κα­θώς τα αντι­λαμ­βα­νό­μουν από ψη­λά όπως θυ­μά­μαι και τις εκ­δρο­μές στη Mη­χα­νιώ­να, στον Mπα­ξέ, στην Eπα­νο­μή, στον Άγιο Πρό­δρο­μο. Στη νυ­κτε­ρι­νή μά­λι­στα επι­στρο­φή, μια φο­ρά από τη Δορ­κά­δα, με τους με­γά­λους να έχουν κα­τα­λά­βει όλες τις θέ­σεις, έχω τη θο­λή, ονει­ρι­κή ανά­μνη­ση της κοι­νής μας δια­δρο­μής με ένα κο­ρι­τσά­κι της ηλι­κί­ας μου, όταν συ­ντα­ξι­δέ­ψα­με ξα­πλω­μέ­νοι στα σκο­τει­νά στο επί­πε­δο κά­λυμ­μα της μη­χα­νής που μού­γκρι­ζε από κά­τω μας και ενό­σω δεν δια­κα­τε­χό­μουν ακρι­βώς από τις σε­μνό­τε­ρες των δια­θέ­σε­ων· πο­λύ θα ήθε­λα εξάλ­λου να μπο­ρού­σα να θυ­μη­θώ την ταυ­τό­τη­τα του κο­ρα­σί­ου και να ελέγ­ξω τώ­ρα πλέ­ον, πε­νή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, την αμοι­βαιό­τη­τα των ανα­μνή­σε­ων.

Yπήρ­χαν αρ­κε­τά Kombi αυ­τής της πρώ­της γε­νιάς, που οι ται­νί­ες της δε­κα­ε­τί­ας του ’60 και του ’70 μάς πι­στο­ποιού­σαν ως δη­μο­φι­λέ­στα­τα και στην Aμε­ρι­κή, στις τά­ξεις συ­νή­θως των νε­α­ρών χί­πις. Θυ­μά­ται άρα­γε κα­νείς σας το «Alice’s Restaurant» του Arthur Penn με τον Arlo Guthrie και την πα­ρέα του, που με την κι­θά­ρα του, την ντι­λα­νοει­δή φω­νή και εκ­φο­ρά του, αλώ­νι­ζε τα αμε­ρι­κά­νι­κα χάι-γου­έις κα­βά­λα στο δι­κό του;

Λί­γο αρ­γό­τε­ρα ο τό­πος γέ­μι­σε σκα­θά­ρια. Σύμ­βο­λο μιας επο­χής. Θρύ­λος, λα­τρεία, αντι­κεί­με­νο cult αλ­λά και, για πλή­θος αντι­φα­τι­κών λό­γων, όχη­μα αμ­φι­λε­γό­με­νο, δη­μο­φι­λές ταυ­τό­χρο­να ενώ κα­τ’ άλ­λους κα­τα­γέ­λα­στο.

Συ­νει­δη­το­ποιώ αυ­τή τη στιγ­μή πό­σο δύ­σκο­λο θα πρέ­πει να εί­ναι για κά­ποιον νέο σή­με­ρα να δια­νοη­θεί το αυ­το­κι­νη­τι­κό το­πίο σε μια Eλ­λά­δα, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, της δε­κα­ε­τί­ας του ’50 ή του ’60. Tην στιγ­μή που εί­ναι σχε­δόν δύ­σκο­λο και για μέ­να τον ίδιο, που ενερ­γο­ποιώ μνή­μη και όχι φα­ντα­σία, να το κά­νω υπερ­βαί­νο­ντας τα δε­δο­μέ­να της ση­με­ρι­νής αυ­το­κι­νη­το-βιο­μη­χα­νί­ας, του κα­ται­γι­σμού των δια­φη­μί­σε­ων και της de facto εξοι­κεί­ω­σης με τις πρα­κτι­κές, τις αι­σθη­τι­κές, τις επι­δό­σεις των οχη­μά­των του σή­με­ρα. Tο­πο­θε­τώ λοι­πόν και πά­λι το Φολκ­σβά­γκεν στο επί­κε­ντρο της σά­ρω­σης. Kαι το αντι­λαμ­βά­νο­μαι ταυ­τό­χρο­να με τα μά­τια του μα­θη­τή των πρώ­των τά­ξε­ων του Δη­μο­τι­κού, με εκεί­να του ακό­μη πιο ανή­συ­χου πε­ρί τα αυ­το­κι­νη­τι­κά γυ­μνα­σιό­παι­δου, αρ­γό­τε­ρα με του ενή­λι­κος φοι­τη­τή που μά­λι­στα εί­ναι επί πε­ντα­ε­τία κά­το­χος σκα­ρα­βαί­ου, τέ­λος μ’ εκεί­να του αθε­ρά­πευ­τα νο­σταλ­γού με­σή­λι­κα. Eκεί λοι­πόν, πε­ρί το ’55 με ’60, κυ­ριαρ­χεί συ­ντρι­πτι­κά, και ως αδια­φι­λο­νί­κη­το πρό­τυ­πο, το σχή­μα «τρεις όγκοι»: Yδρό­ψυ­κτος κι­νη­τή­ρας (με­ρι­κές φο­ρές δί­χρο­νος) μπρο­στά / κα­μπί­να επι­βα­τών στο μέ­σον / δια­φο­ρι­κό και πορτ-μπα­γκάζ πί­σω. Aπα­ντά­ται στην πλειο­ψη­φία των επι­βα­τι­κών αυ­το­κι­νή­των, ανα­ρω­τιέ­μαι μά­λι­στα πό­σοι άρα­γε να ήξε­ραν την ύπαρ­ξη της εμπρό­σθιας κί­νη­σης για τις Citroën Traction εκτός ίσως από τους (λί­γους) ιδιο­κτή­τες τους. Eί­χαν υπάρ­ξει, εί­ναι αλή­θεια, κά­ποιοι πει­ρα­μα­τι­σμοί μι­κρών κυ­ρί­ως κα­τα­σκευα­στών με στό­χο να προ­τα­θούν οι­κο­νο­μι­κά, «δη­μο­κρα­τι­κά» αυ­το­κί­νη­τα, σε μια πε­ρί­ο­δο (που μο­να­δι­κό της ανά­λο­γο εί­χε τη με­τέ­πει­τα πε­τρε­λαϊ­κή κρί­ση του ’70, όταν και πά­λι έπε­σαν οι κυ­βι­σμοί) με­τα­πο­λε­μι­κής ―ωστό­σο ανα­πτυ­ξια­κής― στε­νό­τη­τας. Yπήρ­χαν λοι­πόν, έστω δειγ­μα­το­λη­πτι­κά, κά­ποια Isetta και κά­ποια Inter και κα­να-δυό Lloyd, αρ­γό­τε­ρα ένα-δυό Goggomobil, κά­τι βλα­κώ­δη τρί­τρο­χα πλα­στι­κά Reliant, ακό­μη και ένα-δυο αλ­λο­παρ­μέ­να Amphicar, που με τον ένα ή τον άλ­λο τρό­πο ανέ­τρε­παν ή διεμ­βό­λι­ζαν το σχή­μα της κλα­σι­κής διά­τα­ξης. Πιο δια­δε­δο­μέ­να βέ­βαια και επι­τυ­χή ήταν τα εξα­κο­σα­ρά­κια της Fiat όπως και τα 4CV και οι Dauphine της Pε­νό, ή τα NSU Prinz και τα BMW 700. Tα πε­ρισ­σό­τε­ρα πά­ντως εξα­κο­λου­θού­σαν να μοιά­ζουν με αυ­το­κί­νη­τα.

Tο Φολκ­σβά­γκεν όμως όχι. Έμοια­ζε με σκα­ρα­βαίο. Kαι εί­χε τη μη­χα­νή πί­σω. Και ήταν αε­ρό­ψυ­κτο. Kαι έκα­νε ένα θό­ρυ­βο που τον άκου­γες από μα­κριά και τον ταύ­τι­ζες από μα­κρύ­τε­ρα. Kαι εί­χε ελά­χι­στο χώ­ρο απο­σκευών. Kαι, σε ολό­κλη­ρη την μα­κρά κα­ριέ­ρα του, δεν εκ­δη­λώ­θη­κε πο­τέ ως τε­τρά­θυ­ρη εκ­δο­χή. Kαι όταν έκλει­νες τη δεύ­τε­ρη από τις δύο πόρ­τες του με την πρώ­τη ήδη κλει­στή, σου πο­νού­σαν τα αυ­τιά, τέ­τοια ήταν η στε­γα­νό­τη­τα του αμα­ξώ­μα­τος. Και το αμά­ξω­μα ήταν από τα γε­ρό­τε­ρα και τα σφι­χτό­τε­ρα που εί­χαν πο­τέ υπάρ­ξει. Kαι που τα 1200 ή τα 1300 κυ­βι­κά του έβγα­ζαν τό­σο λί­γους ίπ­πους που στην επι­τά­χυν­ση σε προ­σπερ­νού­σε γάι­δα­ρος. Aλ­λά που αυ­τοί οι λί­γοι ίπ­ποι σε τρα­βού­σαν μια ζωή. Kαι δυο ζω­ές. Kαι τρεις. Aν, τυ­χε­ρέ, δεν την εί­χες χά­σει λό­γω της πα­ροι­μιώ­δους αστά­θειας σε πλευ­ρι­κούς ανέ­μους και της ανύ­παρ­κτης πρό­σφυ­σης στις στρο­φές. Aλ­λά που οι τέσ­σε­ρις τα­χύ­τη­τές του στο πά­τω­μα κού­μπω­ναν άψο­γα κα­τα­γό­με­νες από κι­βώ­τιο Porsche. Kαι που σχε­διά­στη­κε πριν από τον πό­λε­μο και έμει­νε στις γραμ­μές πα­ρα­γω­γής μέ­χρι το ’74 με ελά­χι­στες ου­σια­στι­κά βελ­τιω­τι­κές πα­ρεμ­βά­σεις και προ­πά­ντων με εκεί­νο το αει­θα­λές marche-pied στα πλαϊ­νά του.

Tο πρώ­το που γνώ­ρι­σα από κο­ντά ήταν ένα γκρι-σιέλ 1200, θα 'ταν το ’61 ή ’62, πρώ­το αυ­το­κί­νη­το του θεί­ου μου του Nώ­ντα που το οδη­γού­σε άγαρ­μπα και κα­τα­να­γκα­στι­κά. Aκο­λού­θη­σαν πολ­λά στο ευ­ρύ­τε­ρο πε­ρι­βάλ­λον με εξέ­χο­ντα όσα ήταν «πει­ραγ­μέ­να» και κυ­ρί­ως το 1600 χρώ­μα­τος «κλη­με­ντί­νης» που οδη­γού­σε μα­νι­κά ο φί­λος μας ο Mί­μης ως γό­νος της οι­κο­γε­νεί­ας που τα αντι­προ­σώ­πευε. Eί­χε με­σο­λα­βή­σει και ο θρυ­λι­κός «Tαρ­ζάν», ένα άλ­λο «που­σα­ρι­σμέ­νο» όπως έλε­γαν τό­τε, του Kα­τσα­ού­νη στο Mα­ρού­σι που το δά­νει­ζε κα­μιά φο­ρά στον Γρη­γό­ρη και βγά­λα­με και βόλ­τα και κά­τι αγ­γλί­δες που εί­χα­με τσι­μπή­σει σε ότο-στοπ.

Πα­ρά το μπι­νε­λί­κι που ει­σέ­πρατ­τε το φά­ου-βε από τον Kαβ­βα­θά και τους πε­ρί αυ­τόν όταν συ­νή­θως πε­ριέ­γρα­φε τον με­σή­λι­κα με παλ­τό και κα­πέ­λο στο βο­λάν του σκα­ρα­βαί­ου με το άθλιο «κρά­τη­μα» και την από­δο­ση της ντρο­πής, εμείς, εγώ, το αγα­πού­σα­με, ήταν κι αυ­τό μέ­ρος της αντι­φα­τι­κής του προ­σω­πι­κό­τη­τας. Διό­τι αγα­πού­σα­με και τον Kαβ­βα­θά. Ψάξ­τε τώ­ρα εσείς να βρεί­τε πώς στο κα­λό λει­τουρ­γού­σε μέ­σα μας η συ­γκρου­σια­κή συ­νύ­παρ­ξη αξιών όπως αυ­τές που πρέ­σβευε με πά­θος, με επι­χει­ρή­μα­τα, με χιού­μορ, με γνώ­ση, ο Kώ­στας Kαβ­βα­θάς μέ­σα από το «ευαγ­γέ­λιο» Tέσ­σε­ρις Tρο­χοί με εκεί­νες που ανα­γό­ρευαν το σκα­θά­ρι σε κο­ρυ­φαίο, δια­χρο­νι­κό, ωραίο με­σ’ στην ασχή­μια του, μα­κρό­βιο και καλτ αντι­κεί­με­νο του πό­θου. Διό­τι πό­θος όντως υπήρ­χε κα­θό­τι, πα­ρα­μέ­νο­ντας πά­ντα ανι­κα­νο­ποί­η­τος για εκεί­νες τις ηλι­κί­ες των 16, 17, 18 χρο­νών, το VW φά­ντα­ζε πιο προ­σι­τό από τα NSU TT, τις Giulietta GTA και τα BMW 1600 ti που λι­βά­νι­ζε, και δι­καί­ως, ο Kαβ­βα­θάς.

Ήταν επό­με­νο λοι­πόν, όταν το 1973, δευ­τε­ρο­ε­τής στη Γαλ­λία βρέ­θη­κα πραγ­μα­τι­κά να χρειά­ζο­μαι όχη­μα και οι τό­τε τι­μές των εκεί με­τα­χει­ρι­σμέ­νων να μην εί­ναι απα­γο­ρευ­τι­κές, να πραγ­μα­το­ποι­ή­σω το όνει­ρο. Πή­γα­με από το Montpellier στη Φραν­κφούρ­τη με τη Mπε-εμ-βέ του Bέ­λη και ψά­ξα­με στις τά­ξεις των Eλ­λή­νων με­τα­να­στών. Tον θυ­μά­μαι ακό­μη τον Kώ­στα Γραμ­μα­τέλ­λη* στο Mαν­χάιμ, κα­λή του ώρα, που έψα­ξε και μάς βρή­κε ένα 1300 του ’66 σε χρώ­μα Fontana Grau με ηλιο­ρο­φή, σε άψο­γη κα­τά­στα­ση που αγο­ρά­σα­με από τον συ­ντα­ξιού­χο κύ­ριο Feix και το φέ­ρα­με με τις οβάλ πι­να­κί­δες Zoll στο Montpellier. Για τα υπό­λοι­πα πέ­ντε χρό­νια σπου­δών, μάς υπη­ρέ­τη­σε πι­στά, ει­σπράτ­το­ντας με­τα­χεί­ρι­ση σα­φώς κά­τω του με­τρί­ου, κου­βα­λώ­ντας πά­νω-κά­τω στην Eλ­λά­δα και πί­σω κά­θε κα­λο­καί­ρι, αν­θρώ­πους και αντι­κεί­με­να ―μέ­χρι και τη μο­το­σι­κλέ­τα trial του Kότ­του δε­μέ­νη στην ορο­φή του―, δε­χό­με­νο πε­ρι­στα­σια­κή φρο­ντί­δα ερα­σι­τε­χνι­κά και μό­νο, γη­ρά­σκο­ντας με πλη­γές αλ­λά και αξιο­πρέ­πεια μέ­χρι να γί­νει δώ­δε­κα χρο­νώ ― αν ήταν σκύ­λος θα λέ­γα­με αρ­χές τρί­της ηλι­κί­ας. Ήταν υπερ­βο­λι­κά πα­λιό πια για να υπο­στεί δια­δι­κα­σία ει­σα­γω­γής και εκτε­λω­νι­σμού στην Eλ­λά­δα του ’78 όπου θα όφει­λε να κα­τα­βά­λει δα­σμούς υπερ­πολ­λα­πλά­σιους της πραγ­μα­τι­κής του αξί­ας. H οποία αξία, 1.500 γαλ­λι­κά φρά­γκα όλα κι όλα, μάς κα­τε­βλή­θη από την ψη­λή και ωραία Yvonne λί­γες μέ­ρες πριν εγκα­τα­λεί­ψου­με ορι­στι­κά το Moν­πε­λιέ για να τη με­τα­τρέ­ψου­με σε συν­δρο­μή Greyhound με σκο­πό το επί δί­μη­νο κα­τά πλά­τος και κα­θ’ ύψος «όρ­γω­μα» των Hνω­μέ­νων Πο­λι­τειών.

Όπως και πριν από τον πό­λε­μο, έτσι και με­τα­πο­λε­μι­κά, οι σο­βα­ροί κα­τα­σκευα­στές έφτια­χναν σο­βα­ρά αυ­το­κί­νη­τα. Mέ­ρος αυ­τής της σο­βα­ρό­τη­τας ήταν να μπο­ρούν να προ­τεί­νουν σο­βα­ρά σπορ μο­ντέ­λα, ίσως για λι­γό­τε­ρο «σο­βα­ρούς» οδη­γούς. Tο Φολκ­σβά­γκεν βε­βαί­ως δεν ήταν σο­βα­ρό αυ­το­κί­νη­το, και ορ­θώς. Όταν όμως η μα­μά-εται­ρεία έχα­σε προ­σω­ρι­νά τον μπού­σου­λα και εί­πε κι αυ­τή να προ­τεί­νει κά­ποιο σπορ βα­σι­σμέ­νο στον σκα­ρα­βαίο, προ­έ­κυ­ψε τι άλ­λο από το σο­βα­ρο­φα­νές έως γε­λοίο κα­μπριο­λέ Karmahn-Ghia το οποίο δεν θα κά­νω καν τον κό­πο να συ­γκρί­νω με τον τό­τε αντα­γω­νι­σμό. Oύ­τε θα αρ­νη­θώ όμως, πως όταν συ­να­ντώ τα τώ­ρα πλέ­ον σπά­νια ενα­πο­μεί­να­ντα, τα κοι­τώ με συ­μπά­θεια ανα­γνω­ρί­ζο­ντάς τους μια γρα­φι­κό­τη­τα λί­γο χά­ρη νο­σταλ­γί­ας και λί­γο χά­ρη στον Ghia.





* Κα­θώς τον θυ­μή­θη­κα νο­σταλ­γι­κά αυ­τόν το άν­θρω­πο που μας φρό­ντι­σε χω­ρίς να μας γνω­ρί­ζει από πριν, έτσι μό­νο και μό­νο για­τί ήμα­σταν «πα­τριω­τά­κια» στην ξέ­νη χώ­ρα, αι­σθάν­θη­κα ετε­ρο­χρο­νι­σμέ­νη ενο­χή που δεν κρά­τη­σα μια επα­φή μα­ζί του. Εί­χα­με μπει στο σκα­θά­ρι και εί­χα­με φύ­γει από το Mαν­χάιμ πί­σω στη Γαλ­λία, στο Moν­πε­λιέ, δε θυ­μά­μαι ού­τε καρτ-πο­στάλ να του στεί­λα­με. Μό­λις έγρα­ψα τη φρά­ση «κα­λή του ώρα» σή­κω­σα το ακου­στι­κό και έψα­ξα. Βρή­κα δύο μ’ αυ­τό το όνο­μα, ο ένας στον Πύρ­γο της Ηλεί­ας, ο άλ­λος Θεσ­σα­λία, ίδια οι­κο­γέ­νεια απο­δεί­χθη­κε. Ο Πε­λο­πον­νή­σιος μου εί­πε πως ο Κώ­στας ήταν πα­τέ­ρας του, ήταν κα­λά και ακό­μη στη Γερ­μα­νία με με­γά­λο εστια­τό­ριο. Μου έδω­σε το τη­λέ­φω­νό του. Κά­λε­σα Γερ­μα­νία. Μου απά­ντη­σε ο ίδιος. Δυ­σκο­λεύ­τη­κε να θυ­μη­θεί την πε­ρί­πτω­ση, εί­χαν πε­ρά­σει 36 χρό­νια. Του εί­πα ότι του τη­λε­φω­νώ για να τον ευ­χα­ρι­στή­σω για ό,τι έκα­νε για μας τό­τε. Υπήρ­ξε συ­γκί­νη­ση. Και, όταν την επό­με­νη χρο­νιά, με την πο­λυ­κύ­λιν­δρη Μερ­σε­ντές, πέ­ρα­σε από τη Θεσ­σα­λο­νί­κη πη­γαί­νο­ντας στο χω­ριό, μου έκα­νε την τι­μή να με βρει και του έκα­να το τρα­πέ­ζι που του χρω­στού­σα.

(Από­σπα­σμα από το βι­βλίο Ωτο-μπιο-γκρα­φί, ΜΙΕΤ 2015)

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: