Ανεπιτήδευτος διάλογος με όχημα την πλέον περίτεχνη εκδοχή της έμμετρης φόρμας

Charles Sorels: «The Extravagant Shepherd», 1654
Charles Sorels: «The Extravagant Shepherd», 1654

Ευριπίδης Γαραντούδης-Σοφία Κολοτούρου, «Ευτοπία», Gutenberg 2022



H λέ­ξη «ευ­το­πία», που τι­τλο­φο­ρεί την πρό­σφα­τα (τον Νο­έμ­βριο του 2022) εκ­δο­θεί­σα ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή του Ευ­ρι­πί­δη Γα­ρα­ντού­δη και της Σο­φί­ας Κο­λο­τού­ρου, πα­ρα­πέ­μπει σε έναν ιδα­νι­κά πλα­σμέ­νο κό­σμο (πά­ντως υφι­στά­με­νο σε μία, έστω μα­κρι­νή, σφαί­ρα του υπαρ­κτού και δυ­νη­τι­κά προ­σεγ­γί­σι­μο, σε αντί­θε­ση με τον κό­σμο της ου­το­πί­ας). Συ­νά­μα η ίδια λέ­ξη απο­τε­λεί ένα οπτι­κό-ηχη­τι­κό “παι­χνί­δι­σμα” που συ­ντο­μο­γρα­φεί και ενο­ποιεί τα μι­κρά ονό­μα­τα του ποι­η­τή και της ποι­ή­τριας (Ευ[ρι]πί[δης] - [Σ]ο[φ]ία) συν­δέ­ο­ντας έτσι (κα­τά τη συ­νειρ­μι­κή συλ­λο­γι­στι­κή) σε ένα αντι­κα­το­πτρι­στι­κό συ­νε­χές τους δύο δη­μιουρ­γούς ή, ακρι­βέ­στε­ρα, τα δύο ποι­η­τι­κά υπο­κεί­με­να. Η εξει­κό­νι­ση αυ­τής της συ­νέ­νω­σης συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τον κυ­βι­στι­κής τε­χνι­κής πί­να­κα του Marc Chagall Lovers in pink που κο­σμεί το εξώ­φυλ­λο του βι­βλί­ου ανα­δει­κνύ­ο­ντας ως κε­ντρι­κές μορ­φές του έναν άντρα και μια γυ­ναί­κα αγκα­λια­σμέ­νους, σε ένα αρ­ρα­γές σχή­μα συ­να­πο­τε­λού­με­νο από δύο αλ­λη­λο­ε­πι­κα­λυ­πτό­με­νες φι­γού­ρες, με δυσ­διά­κρι­τα τα όρια του πε­ρι­γράμ­μα­τος των σω­μά­των τους.

Με­τα­βαί­νο­ντας στο εσω­τε­ρι­κό του βι­βλί­ου, εύ­κο­λα δια­πι­στώ­νει κα­νείς ότι η ύλη του εί­ναι ορ­γα­νω­μέ­νη σε έναν αδιά­κο­πο διά­λο­γο ανά­με­σα στους δύο ποι­η­τές που, με την αλ­λη­λο­δια­δο­χή των σε­λί­δων και πα­ράλ­λη­λα των φω­νών τους, στή­νουν ένα κα­τά κά­ποιον τρό­πο θε­α­τρι­κό σκη­νι­κό – στην αρι­στε­ρή σε­λί­δα εί­ναι τυ­πω­μέ­να τα ποι­ή­μα­τα του Γα­ρα­ντού­δη και στη δε­ξιά σε­λί­δα βρί­σκου­με τα ποι­ή­μα­τα της Κο­λο­τού­ρου.[1] Τα ποι­η­τι­κά υπο­κεί­με­να, λοι­πόν, το­πο­θε­τού­νται το ένα απέ­να­ντι στο άλ­λο, κα­τά μέ­τω­πο θα λέ­γα­με.

Τα 120 ποι­ή­μα­τα της Ευ­το­πί­ας, 60 γραμ­μέ­να από τον Γα­ρα­ντού­δη και 60 από την Κο­λο­τού­ρου, έχουν συ­ντε­θεί, σχε­δόν στο σύ­νο­λό τους, στη στα­θε­ρή φόρ­μα του ιτα­λι­κού ή πε­τραρ­χι­κού τύ­που σο­νέ­του (συ­γκρο­τη­μέ­νου σε δύο στρο­φές τεσ­σά­ρων στί­χων και δύο στρο­φές τριών στί­χων ιαμ­βι­κού μέ­τρου με ποι­κί­λα ομοιο­κα­τα­λη­κτι­κά ανα­πτύγ­μα­τα). Το σχή­μα αυ­τό αθε­τεί­ται σε λί­γες πε­ρι­πτώ­σεις∙ συ­γκε­κρι­μέ­να στο ποί­η­μα του Γα­ρα­ντού­δη «Το σιω­πη­λό τρα­γού­δι του ου­ρα­νού» (σ. 22), στο ποί­η­μα-απά­ντη­ση της Κο­λο­τού­ρου «Του μα­θη­τή το σιω­πη­λό τρα­γού­δι» (σ. 23), κα­θώς και στο ποί­η­μα της Κο­λο­τού­ρου «Χά­λια Κου­τσου­μπο­λά­κη» (σ. 93)∙ τα δύο πρώ­τα από τα εν λό­γω ποι­η­τι­κά κεί­με­να απαρ­τί­ζο­νται από τέσ­σε­ρις στρο­φές (η τε­λευ­ταία από τις οποί­ες εί­ναι δια­χω­ρι­σμέ­νη με με­γα­λύ­τε­ρο τυ­πο­γρα­φι­κό κε­νό συ­γκρι­τι­κά με τις κε­νές σει­ρές που χω­ρί­ζουν τις υπό­λοι­πες στρο­φές) 4-3-2-2 δω­δε­κα­σύλ­λα­βων (οξύ­το­νων) και δε­κα­τρι­σύλ­λα­βων ιαμ­βι­κών στί­χων, ενώ το τρί­το ποί­η­μα ακο­λου­θεί τον σαιξ­πη­ρι­κό τύ­πο σο­νέ­του που ορ­γα­νώ­νε­ται σε τρία τε­τρά­στι­χα και ένα δί­στι­χο. Επί­σης, η τυ­πι­κή φόρ­μα του ιτα­λι­κού σο­νέ­του πα­ραλ­λάσ­σε­ται με την προ­σθή­κη (στο τέ­λος) ενός στί­χου απο­μο­νω­μέ­νου σε ξε­χω­ρι­στό στρο­φι­κό τμή­μα στα ποι­ή­μα­τα του Γα­ρα­ντού­δη «Ερ­γό­χει­ρα πα­μπά­λαιας επο­χής» (σ. 16) [ο τε­λευ­ταί­ος στί­χος επα­να­λαμ­βά­νει τον πρώ­το που εί­ναι και ο τί­τλος του ποι­ή­μα­τος], «Οι άγ­γε­λοι που μας βλέ­πουν, φο­βε­ροί, απ’ τις ρωγ­μές…» (σ. 62) [ο τε­λευ­ταί­ος στί­χος εί­ναι ανο­μοιο­κα­τά­λη­κτος] και «Χω­μα­τουρ­γι­κές ερ­γα­σί­ες υπό βρο­χή» (σ. 126), ο τε­λευ­ταί­ος στί­χος του οποί­ου [που απο­τε­λεί πα­ραλ­λα­γή του πρώ­του] ακο­λου­θεί­ται από μία σει­ρά με τε­λεί­ες, κα­θώς και στα ποι­ή­μα­τα της Κο­λο­τού­ρου «Φω­το­γρα­φί­ες πα­μπά­λαιας επο­χής» (σ. 17) [ο τε­λευ­ταί­ος στί­χος επα­να­λαμ­βά­νει τον πρώ­το που εί­ναι και ο τί­τλος του ποι­ή­μα­τος] και «Τα­ξί­δια που (δεν) έκα­να» (σ. 61), ενώ με μία επι­πρό­σθε­τη στρο­φή δύο (ομοιο­κα­τά­λη­κτων) στί­χων ολο­κλη­ρώ­νε­ται το σο­νέ­το του Γα­ρα­ντού­δη «Νι­κο­λά­κης Λα­πα­ρά­κης» (σ. 90). Το ποί­η­μα του Γα­ρα­ντού­δη «Ερ­γό­χει­ρα πα­μπά­λαιας επο­χής» (σ. 16) φέ­ρει ένα ακό­μα ιδιαί­τε­ρο μορ­φι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό: εί­ναι το μο­να­δι­κό ποι­η­τι­κό κεί­με­νο του βι­βλί­ου, το οποίο δεν πε­ριέ­χει κα­νέ­να ση­μείο στί­ξης ού­τε στο εσω­τε­ρι­κό ού­τε στο τέ­λος των στί­χων του (οι 6 στί­χοι εί­ναι οξύ­το­νοι δε­κα­σύλ­λα­βοι, οι 8 στί­χοι εί­ναι εν­δε­κα­σύλ­λα­βοι και 1 στί­χος εί­ναι οξύ­το­νος δω­δε­κα­σύλ­λα­βος, ενώ το ομοιο­κα­τα­λη­κτι­κό σχή­μα εί­ναι: αβαβ, γα­γα, γαδ, αδγ, α), με απο­τέ­λε­σμα να εντεί­νε­ται η μου­σι­κό­τη­τα του ρυθ­μού, που λει­τουρ­γεί ως υπό­κρου­ση για την πλού­σια ει­κο­νο­ποι­ία του ποι­ή­μα­τος. Πα­ρα­θέ­τω τους στ. 1-8:

ερ­γό­χει­ρα πα­μπά­λαιας επο­χής
κε­ντώ­ντας στον καμ­βά πό­ντο τον πό­ντο
πο­λύ­χρω­μες κλω­στές πη­χτής σιω­πής
που απλώ­θη­κε και βού­λια­ξε στο φό­ντο

σ’ άλ­λη ζωή όπου μεί­να­νε κλει­σμέ­να
ζευ­γά­ρια σε το­πία της εξο­χής
πε­λά­γη και κα­ρά­βια αντα­ρια­σμέ­να
απ’ τ’ άγρια κύ­μα­τα θα­λασ­σο­τα­ρα­χής

Το εί­δος του σο­νέ­του δεν εί­ναι μό­νο το μορ­φι­κό μο­νο­πά­τι πά­νω στο οποίο βα­δί­ζουν με στα­θε­ρό­τη­τα οι δύο ποι­η­τές προ­κει­μέ­νου να εκτυ­λί­ξουν τη θε­μα­τι­κή τους ύλη, αλ­λά απο­τε­λεί ταυ­τό­χρο­να και έναν από τους κε­ντρι­κούς άξο­νες της συ­νο­μι­λί­ας τους, με άλ­λα λό­για η σο­νε­το­γρα­φία θε­μα­το­ποιεί­ται πο­λύ συ­χνά και με ποι­κί­λες αφορ­μές, οι οποί­ες πά­ντως συν­δέ­ο­νται με τη φυ­σι­κή ροϊ­κό­τη­τα του δια­λό­γου που διε­νερ­γεί­ται συγ­χρο­νι­κά με τις στιγ­μές της δη­μιουρ­γί­ας, σε όλη την έκτα­ση του βι­βλί­ου, στοι­χείο που κα­θι­στά πολ­λά από τα σο­νέ­τα ποι­ή­μα­τα ποι­η­τι­κής. Εν­δει­κτι­κός εί­ναι ο αριθ­μός των προ­ερ­χό­με­νων από το ου­σια­στι­κό «σο­νέ­το» λε­κτι­κών τύ­πων που δια­σπεί­ρο­νται στη συλ­λο­γή∙ συ­γκε­κρι­μέ­να, αυ­τοί οι τύ­ποι χρη­σι­μο­ποιού­νται σε 39 ση­μεία (βρί­σκου­με 30 φο­ρές το ου­σια­στι­κό «σο­νέ­το» στην ονο­μα­στι­κή και στη γε­νι­κή ενι­κού και πλη­θυ­ντι­κού αριθ­μού, 1 φο­ρά το υπο­κο­ρι­στι­κό «σο­νε­τά­κια», 2 φο­ρές τον ιτα­λι­κό τύ­πο «sonetti», από 1 φο­ρά τις σύν­θε­τες λέ­ξεις «σο­νε­το­φι­λία» και «σο­νε­το­μα­χία», 3 φο­ρές τη σύν­θε­τη λέ­ξη «σο­νε­το­γρά­φοι» και 1 φο­ρά την ίδια λέ­ξη στη γε­νι­κή πτώ­ση, δη­λα­δή τον τύ­πο «σο­νε­το­γρά­φων»). Οι άμε­σες αυ­τές ανα­φο­ρές στο σο­νέ­το πε­ριέ­χο­νται σε 27 ποι­ή­μα­τα, 18 γραμ­μέ­να από τον Γα­ρα­ντού­δη και 9 γραμ­μέ­να από την Κο­λο­τού­ρου (ασφα­λώς συ­να­ντού­με και άλ­λα ποι­ή­μα­τα που θε­μα­το­ποιούν την ποί­η­ση χω­ρίς να ανα­φέ­ρο­νται ρη­τά στο σο­νέ­το). Από αυ­τά, στα 19 ποι­ή­μα­τα οι σχε­τι­κές λέ­ξεις απα­ντούν στο εσω­τε­ρι­κό του ποι­η­τι­κού κει­μέ­νου,[2] σε 5 πε­ρι­πτώ­σεις οι λέ­ξεις εντο­πί­ζο­νται τό­σο στον τί­τλο όσο και στο εσω­τε­ρι­κό του ποι­η­τι­κού κει­μέ­νου,[3] ενώ σε 3 ποι­ή­μα­τα οι λέ­ξεις εμ­φα­νί­ζο­νται μό­νο στον τί­τλο.[4]

Αν ανα­λο­γι­στεί κα­νείς ότι το σο­νέ­το εί­ναι η πιο πε­ρί­τε­χνη, ως προς τον βαθ­μό της απαι­τού­με­νης επε­ξερ­γα­σί­ας της, φόρ­μα της έμ­με­τρης ποι­η­τι­κής πα­ρά­δο­σης, τό­τε η χρή­ση αυ­τής της μορ­φής ως μέ­σου για τη διε­νέρ­γεια ενός γλωσ­σι­κά ανα­βλύ­ζο­ντος, οιω­νεί θε­α­τρι­κού και νοη­μα­τι­κά συ­νε­κτι­κού (όχι μό­νο στο μι­κρο­σκο­πι­κό επί­πε­δο της απεύ­θυν­σης-απά­ντη­σης αλ­λά και στο μα­κρο­σκο­πι­κό επί­πε­δο του συ­νο­λι­κού βι­βλί­ου) δια­λό­γου κα­θί­στα­ται ακό­μη πιο δύ­σκο­λο εγ­χεί­ρη­μα, το οποίο στην Ευ­το­πία επι­τυγ­χά­νε­ται και μά­λι­στα κα­τά τρό­πο που οδη­γεί σε ένα αι­σθη­τι­κά άρ­τιο απο­τέ­λε­σμα.

Μο­λο­νό­τι η συ­νο­μι­λία ανά­με­σα στους δύο ποι­η­τές εί­ναι συ­νε­χής, κα­θώς τα ποι­ή­μα­τα δεν κα­τα­νέ­μο­νται σε ενό­τη­τες και, επι­προ­σθέ­τως, υπάρ­χουν θε­μα­τι­κά μο­τί­βα, λέ­ξεις και φρά­σεις που επα­νέρ­χο­νται κα­τά την εκτύ­λι­ξη της συ­ζή­τη­σης λει­τουρ­γώ­ντας ως συν­δε­τι­κοί αρ­μοί στην έκτα­ση της συλ­λο­γής, μπο­ρού­με να εντο­πί­σου­με ορι­σμέ­νες το­μές που δη­μιουρ­γούν έξι επι­μέ­ρους συ­γκοι­νω­νού­ντες κύ­κλους ποι­η­τι­κών κει­μέ­νων, ή, δια­φο­ρε­τι­κά, έξι σκη­νές του θε­α­τρι­κής ύφαν­σης δια­λό­γου. Στην πρώ­τη από αυ­τές τις σκη­νές-ενό­τη­τες, στην οποία συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται 12 ποι­ή­μα­τα (σ. 8-19), τα δύο ποι­η­τι­κά υπο­κεί­με­να ορί­ζουν το πλαί­σιο της επι­κοι­νω­νί­ας τους μυώ­ντας, πα­ράλ­λη­λα, τον ανα­γνώ­στη στους κα­νό­νες της σο­νε­τι­κής γρα­φής. Στο εναρ­κτή­ριο ποί­η­μα του βι­βλί­ου, με τί­τλο «Σο­νε­το­φι­λία» (σ. 8), σο­νέ­το δε­κα­τρι­σύλ­λα­βων στί­χων (ως προς τον από­λυ­το αριθ­μό των με­τρι­κών συλ­λα­βών, οι στ. 9, 11 εί­ναι προ­πα­ρο­ξύ­το­νοι δε­κα­τε­τρα­σύλ­λα­βοι και οι στ. 13, 14 εί­ναι οξύ­το­νοι δω­δε­κα­σύλ­λα­βοι) με ομοιο­κα­τα­λη­κτι­κό σχή­μα αβαβ, γδ­γδ, εζε, ζηη (το ποί­η­μα αφιε­ρώ­νε­ται, κα­τά ει­ρω­νι­κά αυ­το­α­να­φο­ρι­κό τρό­πο, σε ηλε­κτρο­νι­κό σύν­δε­σμο που αντι­στοι­χεί σε δια­δι­κτυα­κή εφαρ­μο­γή εύ­ρε­σης ομοιο­κα­τά­λη­κτων λέ­ξε­ων), ο Γα­ρα­ντού­δης πε­ρι­γρά­φει τους όρους με τους οποί­ους ενερ­γο­ποιεί­ται η δια­δι­κα­σία της ποι­η­τι­κής δη­μιουρ­γί­ας. Πα­ρα­θέ­τω το ποί­η­μα:

Εκεί που λες πως δεν θα γρά­ψεις πια σο­νέ­το,
θα δώ­σεις τέρ­μα σε μιαν έξη σου υπο­ζύ­γιο
των ιδαλ­γών μιας νο­σταλ­γί­ας-πι­κρό κου­φέ­το
γά­μου που αντέ­χει μι­σό χρό­νο έως το δια­ζύ­γιο,

να σου η αφορ­μή για να ξα­νά μα­νά σκα­ρώ­σεις
το μέ­τρη­μα των συλ­λα­βών στα δά­χτυ­λά σου.
Του ιαμ­βι­κού δε­κα­τρι­σύλ­λα­βού μου οι ώσεις
οι νευ­ρι­κές με στέλ­νουν άω­ρο στα όνει­ρά σου,

Σο­φία. Το­νί­ζου­με την έκτη, τη δω­δέ­κα­τη
– ενώ μας βλέ­πει πά­νω από τα νέ­φη η Εκά­τη∙
και να προ­σέ­χου­με με­τά τον στί­χο δέ­κα τη

στρω­τή ροή της ρί­μας, μη στρα­βώ­σει κά­τι
και μα­ρα­θεί η μι­σή μας μί­σθια ζωή.
Η άλ­λη μι­σή; Με τα σο­νέ­τα ευ­δο­κι­μεί;

Σε αυ­τό το πρώ­το σο­νέ­το, λοι­πόν, η αμ­φι­τα­λά­ντευ­ση του ποι­η­τι­κού υπο­κει­μέ­νου ανά­με­σα στη διά­θε­ση πα­ραί­τη­σης από την αντι­λη­πτή (πλέ­ον) ως «έξη» σο­νε­το­γρα­φία (στ. 1-4) και τον αφορ­μώ­με­νο από την επι­κοι­νω­νία με τη συ­νο­μι­λή­τριά του δη­μιουρ­γι­κό εν­θου­σια­σμό (στ. 5-10), ο οποί­ος, όμως, με­ταλ­λάσ­σε­ται πο­λύ σύ­ντο­μα σε ει­ρω­νι­κό σκε­πτι­κι­σμό (συ­νται­ρια­σμέ­νο τό­σο με την ανά­κλη­ση, μέ­σω της χρή­σης του επι­θέ­του «μί­σθια», του Κα­ρυω­τά­κη [«Μί­σθια δου­λειά, σω­ροί χαρ­τιών, έγνοιες μι­κρές και λύ­πες», Ελε­γεία και Σά­τι­ρες], όσο και με έναν ισχυ­ρό δια­σκε­λι­σμό με­τα­ξύ της τρί­της και της τέ­ταρ­της στρο­φής) απέ­να­ντι στα ζη­τού­με­να της ίδιας της δια­δι­κα­σί­ας της σο­νε­τι­κής σύν­θε­σης (στ. 11-13), οδη­γεί στον προσ­διο­ρι­σμό του κε­ντρι­κού θέ­μα­τος του δια­λό­γου, δια­τυ­πω­μέ­νου υπό μορ­φήν ερώ­τη­σης, η οποία άλ­λω­στε δί­νει το έναυ­σμα για την ανά­πτυ­ξη της συ­ζή­τη­σης (στ. 14): «Η άλ­λη μι­σή [ζωή]; Με τα σο­νέ­τα ευ­δο­κι­μεί;». Με άλ­λα λό­για: η σύν­θε­ση σο­νέ­των και εν γέ­νει η ενα­σχό­λη­ση με την ποι­η­τι­κή γρα­φή μπο­ρεί να επα­νε­φεύ­ρει (ή έστω να δια­σώ­σει κά­τι από) την ου­σία της ζω­ής; Πιά­νο­ντας το νή­μα από τη φρά­ση του Γα­ρα­ντού­δη «η μι­σή μας μί­σθια ζωή» η Κο­λο­τού­ρου, στο δι­κό της σο­νέ­το-απά­ντη­ση με τί­τλο «Κά­τω από την προ­σω­πί­δα» (σ. 9), πε­ρι­γρά­φει την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα του συ­νο­δοι­πό­ρου της αλ­λά και την από­δρα­σή του από αυ­τήν μέ­σω της ποι­η­τι­κής γρα­φής: «Μι­σή ζωή∙ μι­σο­πνιγ­μέ­νος στου Ζω­γρά­φου / να πο­λε­μάς να τους ανοί­ξεις το κε­φά­λι» (στ. 1-2), «κι εσύ, που ανέ­λα­βες σαν χρέ­ος την ευ­θύ­νη / γλώσ­σα και ποί­η­ση να δι­δά­ξεις δεν σ’ ακού­νε. // Κι έτσι φο­ράς την προ­σω­πί­δα απ’ την Ασί­νη / και φεύ­γεις ήδη μ’ ένα πλοίο για τις Αζό­ρες / με Πορ­το­γά­λους κι Ισπα­νούς Κον­κι­στα­δό­ρες» (στ. 10-14). Η «προ­σω­πί­δα απ’ την Ασί­νη», που προ­φα­νώς πα­ρα­πέ­μπει στο γνω­στό ποί­η­μα του Σε­φέ­ρη, συν­δυα­ζό­με­νη με τον τί­τλο «Κά­τω από την προ­σω­πί­δα», φαί­νε­ται να έχει διτ­τή ση­μα­σία: εί­τε απο­τε­λεί το ίδιο το μέ­σο δια­φυ­γής από την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (και στην πε­ρί­πτω­ση αυ­τή μπο­ρεί να ταυ­τι­στεί με την ποί­η­ση) εί­τε εί­ναι ένας τρό­πος που δί­νει τη δυ­να­τό­τη­τα σε κά­ποιον (εν προ­κει­μέ­νω στο ένα από τα δύο ποι­η­τι­κά υπο­κεί­με­να) να μη φα­νε­ρώ­σει την από­δρα­σή του, κα­θώς δη­μιουρ­γεί την ψευ­δαί­σθη­ση της πα­ρου­σί­ας του στον χώ­ρο.

Με το ποί­η­μα «Σο­νε­το­μα­χία» (σ. 10), τί­τλος που πα­ρο­μοιά­ζει τη δια­δι­κα­σία της σύν­θε­σης σο­νέ­των με ένα παι­χνί­δι ανά­με­σα στους δύο δη­μιουρ­γούς, ο Γα­ρα­ντού­δης, συ­νο­μι­λώ­ντας με τους «πα­λαιούς σο­νε­το­γρά­φους» (στ. 1-4: «Μα εί­μα­στε ανή­κε­στοι, πα­λαιοί σο­νε­το­γρά­φοι, / κι ο Κα­ρυω­τά­κης κι ο Μαρ­τζώ­κης κι ο Μα­βί­λης∙ / ξε­μεί­να­με άχρη­στοι στ’ αρα­χνια­σμέ­νο ρά­φι / της καύ­σι­μης –ληγ­μέ­νης– πα­ναρ­μό­νιας ύλης») εξα­κο­λου­θεί να αμ­φι­τα­λα­ντεύ­ε­ται ανά­με­σα στην ποί­η­ση και στις ασχο­λί­ες της κα­θη­με­ρι­νής ζω­ής (στ. 9-14: «Θα σου ’γρα­φα κι άλ­λα σο­νέ­τα, μα πού χρό­νος. / Θα στα έστελ­να από την οδό της Ευ­το­πί­ας. / Θα μου απα­ντού­σες με όσα μας προ­στά­ζει ο τό­νος // του με­τρο­νό­μου της κοι­νής μας εξο­ρί­ας: / δου­λειές, ευ­θύ­νες, ρό­λοι, email πε­ρι­μέ­νουν∙ / κι όμως, τα ρά­κη των σο­νέ­των μας μάς ραί­νουν…»). Για παι­χνί­δι, και συ­γκε­κρι­μέ­να για μια παρ­τί­δα σκά­κι, κά­νει λό­γο και η Κο­λο­τού­ρου αμέ­σως με­τά, στο ποί­η­μα «Η τε­λευ­ταία παρ­τί­δα στην πλα­τεία Μα­βί­λη» (σ. 11), εκ­κι­νώ­ντας όχι μό­νο από τη «Σο­νε­το­μα­χία» αλ­λά και από το γραμ­μέ­νο για τον Λο­ρέν­τζο Μα­βί­λη πα­λαιό­τε­ρο σο­νέ­το του Γα­ρα­ντού­δη «Λα­μπε­ρό μύ­ρο»,[5] τον (ανα­φε­ρό­με­νο στην ενα­σχό­λη­ση του Μα­βί­λη με το σκά­κι) στί­χο του οποί­ου «Τώ­ρα σε βλέ­πω, παί­ζεις ματ στην τε­λευ­ταία παρ­τί­δα» χρη­σι­μο­ποιεί ως επι­γρα­φή. Ακο­λου­θεί το ποί­η­μα της Κο­λο­τού­ρου:

Δεν γί­νε­ται να γρά­ψω ένα σο­νέ­το.
Με κέρ­δι­σες μες στην πλα­τεία Μα­βί­λη,
αιώ­νες πριν – και πρό­περ­σι κι εφέ­τος.
Κα­λέ μου, κι η Μυρ­τιώ­τισ­σα θα στεί­λει

κι η κελ­νε­ρί­να που σερ­βί­ρει με τον δί­σκο.
Κι αν σι­χτι­ρί­ζεις τη γριά Φι­λο­λο­γία
και προ­τι­μάς να σκο­τω­θείς ξα­νά στο Δρί­σκο,
μα­ζί θα γρά­ψου­με μια νέα πα­ρω­δία

για να σου δώ­σου­με άλ­λο τέ­λος – το δι­κό μου.
Κά­τω απ’ τις ρό­δες του σω­φέρ της σε σκο­τώ­νω,
άσει­στο μες στο μπαρ σε πνί­γω, στο πο­τό μου∙

στο ύστε­ρο ρά­φι το βι­βλίο πα­ρα­χώ­νω.
Εγώ στο ρά­γι­σα το άλι­κο αν­θο­γυά­λι.
Παίρ­νω τα μαύ­ρα – και θα παί­ξου­με και πά­λι.

Στους εν­δε­κα­σύλ­λα­βους (της πρώ­της στρο­φής) και τους δε­κα­τρι­σύλ­λα­βους (των υπό­λοι­πων στρο­φών) του πα­ρα­πά­νω ποι­η­τι­κού κει­μέ­νου, που ομοιο­κα­τα­λη­κτούν με βά­ση το σχή­μα αβαβ (οι λέ­ξεις της ρί­μας των στ. 1-3 εμ­φα­νί­ζουν πα­ραλ­λαγ­μέ­νη κα­τά­λη­ξη), γδ­γδ, εζε, ζηη, η Κο­λο­τού­ρου, μπλέ­κο­ντας σε ένα αξε­διά­λυ­το σύ­νο­λο (με­τε­ω­ρι­ζό­με­νο ανά­με­σα στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και τη φα­ντα­σία) στοι­χεία της ζω­ής του Μα­βί­λη (τη σχέ­ση του με τη Μυρ­τιώ­τισ­σα, τον θά­να­τό του στη μά­χη του Δρί­σκου τον Νο­έμ­βριο του 1912, κα­τά τη διάρ­κεια του Πρώ­του Βαλ­κα­νι­κού Πο­λέ­μου, την ενα­σχό­λη­σή του με το σκά­κι) με ανα­φο­ρές στο ποι­η­τι­κό του έρ­γο (αρ­κε­τά ση­μεία του ποι­ή­μα­τος πα­ρα­πέ­μπουν στα σο­νέ­τα του Μα­βί­λη «Φά­λη­ρο», «Του κά­κου», «Εις τη Μίν­να»∙ η απεύ­θυν­ση «Κα­λέ μου» της Κο­λο­τού­ρου ανα­κα­λεί το ποί­η­μα της Μυρ­τιώ­τισ­σας «Τι άλ­λο κα­λέ μου»), ταυ­τί­ζει τον συ­νο­μι­λη­τή της με τον ποι­η­τι­κό πρό­γο­νο υπο­σχό­με­νη την άμε­ση έναρ­ξη μιας νέ­ας παρ­τί­δας του σκα­κι­στι­κού-σο­νε­τι­κού παι­χνι­διού, για να ακο­λου­θή­σει, στο ποί­η­μα «Με ρο­δο­πέ­τα­λα» (σ. 12), η ερώ­τη­ση του Γα­ρα­ντού­δη: «Παίρ­νεις τα μαύ­ρα για να παί­ξου­με τυ­φλό, / κλει­σμέ­νοι ταί­ρι στην ασφυ­κτι­κή μας σφαί­ρα;» (στ. 7-8).

Ο διαρ­κώς ανα­τρο­φο­δο­τού­με­νος στο­χα­σμός πε­ρί της σο­νε­το­γρα­φί­ας συ­νε­χί­ζε­ται με την πα­ρο­μοί­ω­ση που ανα­πτύσ­σε­ται στο ποί­η­μα του Γα­ρα­ντού­δη «Ποιοι εί­ναι οι τε­χνι­κοί κα­νό­νες του σο­νέ­του» (σ. 14), όπου το εν λό­γω εί­δος, αφού ορι­στεί ως προς τις απαι­τή­σεις της μορ­φι­κής κα­τα­σκευ­ής του (στους στ. 1-4), πα­ραλ­λη­λί­ζε­ται με το αν­θρώ­πι­νο σώ­μα (στ. 5-12: «Αν θα ’πρε­πε να συν­δε­θεί με εν­δει­κτι­κό / πα­ρά­δειγ­μα της δυ­σκο­λί­ας κι ευ­κο­λί­ας του / εί­ναι το σώ­μα μας: δια­φο­ρε­τι­κό / το κα­θέ­να μα κι ίδιο. Της λε­πται­σθη­σί­ας του // χνά­ρια αχνο­φαί­νο­νται στο χιό­νι οκτώ αιώ­νων. / Μα και κτε­ρί­σμα­τά του, λά­μπο­ντας στο φως, / ακό­μη σώ­ζο­νται απ’ το κρύο των πα­γε­τώ­νων. // Σαν ζέ­στη που, πα­ρά­ξε­νο, κρα­τά­ει ο νε­κρός»). Με τους δύο τε­λευ­ταί­ους στί­χους («Τα κύ­ρια θέ­μα­τά του ο άν­θρω­πος και το ίδιο. / Ή, με άλ­λα λό­για, ο πρώ­τος σ’ ασφα­λές φια­λί­διο»), ο ποι­η­τής επι­ση­μαί­νει την πε­ρί­κλει­στη φόρ­μα του σο­νέ­του, μέ­σα στην οποία οριο­θε­τεί­ται προ­στα­τευό­με­νος ο άν­θρω­πος. Με την απά­ντη­σή της, δη­λα­δή με το ποί­η­μα «Των αγί­ων ασω­μά­των» (σ. 15), η Κο­λο­τού­ρου προσ­διο­ρί­ζει τον εαυ­τό της ως μα­θή­τρια των πα­λαιό­τε­ρων ποι­η­τών (στ. 1-2: «Σι­γά σι­γά μα­θαί­νω. Ακούω τις φω­νές / πολ­λών αν­θρώ­πων. Ποι­η­τών ενός κα­νό­να») και του ποι­η­τι­κού της εταί­ρου (στ. 9-12: «Κι εγώ στην ποί­η­ση, με χάρ­τι­νες βαρ­κού­λες / όλο αρ­με­νί­ζω, μες στου ιάμ­βου το τρα­γού­δι / μέ­σα σε στρώ­μα­τα από ξέ­νες μου­ζι­κού­λες // και με κα­νό­νες που ’χω βρει στον Γα­ρα­ντού­δη»).

Οι ακρι­βείς όροι της επι­κοι­νω­νί­ας των δύο δη­μιουρ­γών (ανταλ­λάσ­σουν μη­νύ­μα­τα-σο­νέ­τα μέ­σω ηλε­κτρο­νι­κής αλ­λη­λο­γρα­φί­ας) φα­νε­ρώ­νο­νται στα δύο τε­λευ­ταία ποι­ή­μα­τα της πρώ­της ενό­τη­τας (σ. 18-19), με τί­τλους «Για­τί δεν γρά­φου­με sonetti in lingua greca» (του Γα­ρα­ντού­δη) και «Για­τί επι­μέ­νου­με να γρά­φου­με sonetti in lingua greca» (της Κο­λο­τού­ρου), όπου δια­βά­ζου­με κα­τ’ αντι­στοι­χία: «Πά­ντα απ’ τους δυο μας εί­σαι εσύ που θα δια­λέ­ξεις // τον χρό­νο και τον τό­πο για να μη βρε­θού­με» (στ. 8-9) και «Έτσι, αν ορί­ζα­με τον χρό­νο και τον τό­πο / δεν θα βρι­σκό­μα­σταν, μα θα ’με­νε κε­νό / τ’ άσπρο χαρ­τί; Μ’ όσα δεν εί­πα­με, τον τρό­πο / και πά­λι θα έβρι­σκα για να επι­κοι­νω­νώ // κι εσύ θα έγρα­φες σο­νέ­τα να μου στεί­λεις, / τό­σο εύ­κο­λα, όπως άλ­λοι στέλ­νουν SMS» (στ. 5-10).

Στη δεύ­τε­ρη θε­μα­τι­κή ενό­τη­τα του βι­βλί­ου συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται 18 ποι­ή­μα­τα (σ. 20-37), τα οποία τι­μούν τη μνή­μη των ποι­η­τι­κών προ­γό­νων, όχι απο­κλει­στι­κά σο­νε­το­γρά­φων πλέ­ον αλ­λά γε­νι­κό­τε­ρα ποι­η­τών που έχουν δια­μορ­φώ­σει την ανα­γνω­στι­κή συ­νεί­δη­ση των δύο δη­μιουρ­γών, ανα­φε­ρό­με­να σε αυ­τούς εί­τε με άμε­σο (σε ορι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις και μέ­σω των επι­γρα­φών τους) εί­τε με έμ­με­σο τρό­πο∙ στις σε­λί­δες αυ­τής της ενό­τη­τας, λοι­πόν, πε­ρι­δια­βαί­νουν, αφή­νο­ντας λι­γό­τε­ρα ή πε­ρισ­σό­τε­ρα ίχνη, ο Κω­στής Πα­λα­μάς, ο Κ. Γ. Κα­ρυω­τά­κης, ο Μή­τσος Πα­πα­νι­κο­λά­ου, ο Ηλί­ας Λά­γιος, ο Κ. Π. Κα­βά­φης, ο Γιώρ­γος Σε­φέ­ρης,[6] αλ­λά και ο Στά­τιος, ο Βιρ­γί­λιος, ο Έντ­γκαρ Άλαν Πόε, ο Σαρλ Μπω­ντλαίρ, η Σύλ­βια Πλαθ, ο Φραντς Καφ­κα (γί­νε­ται ανα­φο­ρά στο έρ­γο του Η με­τα­μόρ­φω­ση).

Ανεπιτήδευτος διάλογος με όχημα την πλέον περίτεχνη εκδοχή της έμμετρης φόρμας

Κε­ντρι­κή θέ­ση κα­τα­λαμ­βά­νει η μου­σι­κή στην επό­με­νη ενό­τη­τα 24 ποι­η­μά­των (σ. 38-61), όπου επι­γρα­φές που μνη­μο­νεύ­ουν τί­τλους ή στί­χους τρα­γου­διών του Leonard Cohen και του Nick Cave πλαι­σιώ­νουν την αγω­νία του θα­νά­του. Μά­λι­στα το πρώ­το ποί­η­μα της ενό­τη­τας, δη­λα­δή το σο­νέ­το του Γα­ρα­ντού­δη με τί­τλο «Πά­νω απ’ τους λό­φους» εί­ναι εξ ολο­κλή­ρου εμπνευ­σμέ­νο από το τρα­γού­δι του Cohen «The hills», ακρι­βέ­στε­ρα πρό­κει­ται για με­τά­φρα­ση-με­τα­σκευή του στη σο­νε­τι­κή φόρ­μα. Η σο­νε­το­γρα­φία, ως θέ­μα συ­ζή­τη­σης των δύο δη­μιουρ­γών, επα­νέρ­χε­ται στο προ­σκή­νιο. Έτσι, στο ποί­η­μα «Οι ευ­έλ­πι­δες νε­κροί του ωραί­ου μας κα­θρέ­φτη» (σ. 40) ο Γα­ρα­ντού­δης ανα­ρω­τιέ­ται ξα­νά αν ο ίδιος και η συ­νο­μι­λή­τριά του πρέ­πει να συ­νε­χί­σουν ή να εγκα­τα­λεί­ψουν τη σύν­θε­ση των σο­νέ­των (στ. 1: «Λες εί­ν’ και­ρός για από­δρα­ση πια απ’ τα σο­νέ­τα;»), κα­θώς δια­πι­στώ­νει ότι οι μά­σκες-προ­σω­πεία που προ­σφέ­ρει η ποί­η­ση σε όσους κα­τα­γί­νο­νται μα­ζί της εντέ­λει δεν τους προ­στα­τεύ­ουν (όπως ανα­με­νό­ταν), αλ­λά τους οδη­γούν στην απο­μό­νω­ση∙ πα­ρα­θέ­τω τους στ. 9-14, στους οποί­ους φαί­νε­ται να απη­χού­νται οι πρω­τό­γνω­ρες για τη σύγ­χρο­νη ιστο­ρία συν­θή­κες που βί­ω­σε η αν­θρω­πό­τη­τα κα­τά τη διάρ­κεια της παν­δη­μί­ας: «Σο­φία, μο­χθή­σα­με για να ’μα­στε οπλι­σμέ­νοι / με μά­σκες ένα με το δέρ­μα, προ­σω­πεία / της ποί­η­σης που τώ­ρα μας κοι­τά θλιμ­μέ­νη, // βου­βή και μό­νη, απ’ τον ωραίο μας κα­θρέ­φτη∙ / τον επι­τά­φιο που στο­λί­σα­με με τα ία, / ευ­έλ­πι­δες νε­κροί, κα­θώς το σκό­τος πέ­φτει». Η θε­μα­τι­κή του θα­νά­του συ­νε­χί­ζε­ται στο ποί­η­μα «Per aspera ad astra» (σ. 41) με το οποίο απα­ντά­ει η Κο­λο­τού­ρου στον Γα­ρα­ντού­δη θέ­το­ντας, πα­ράλ­λη­λα, μια σει­ρά από ερω­τή­μα­τα (στ. 9-14: «Αν εί­μα­στε από τ’ άστρα κι από ενέρ­γεια / με πνεύ­μα κα­μω­μέ­νοι αντί για ύλη; / Αν όλα τα επί­γεια και τα υπέρ­γεια // πρω­θύ­στε­ρα μη­νύ­μα­τα έχουν στεί­λει; / Από­κο­σμου βιο­λιού ο εξαί­σιος ήχος∙ / πό­ση οδύ­νη αντέ­χει ο ύστε­ρος στί­χος;»), αλ­λά και στο ποί­η­μα «Έτσι τε­λειώ­νει ο γή­ι­νος κό­σμος, με λυγ­μό» (σ. 42) του Γα­ρα­ντού­δη (στ. 10-14: «Κι αν άκου­γες το παν­δαι­μό­νιο του θο­ρύ­βου, / δεν θα ’χα­νες σχε­δόν τί­πο­τα. Δες, συρ­ρέ­ουν // εκα­τομ­μύ­ρια νε­κροί στη γή­ι­νη Κό­λα­ση / που ομοιο­κα­τα­λη­κτεί μό­νο με τον εαυ­τό της. / Δεν γρά­φου­με το εξό­διο σύν­θη­μα: αν­θρω­πό­της;»). Ένα ακό­μα θε­μα­τι­κό μο­τί­βο που συ­να­ντού­με ξα­νά εί­ναι το σκά­κι ως παι­χνί­δι που πα­ραλ­λη­λί­ζε­ται με τη δια­δι­κα­σία της σο­νε­τι­κής γρα­φής (Γα­ρα­ντού­δης, «Τα φα­ντα­στι­κά συμ­βά­ντα», σ. 44, στ. 3-6: «Κι άμα τη σκά­λα της ανέ­βω θα ’ναι εκεί­νη / που ίσως το σκά­κι του ου­ρα­νού της μας χα­ρί­σει. // Από τα πιό­νια μου θα διά­λε­γα τον πύρ­γο, / μέ­σα του να κλει­στώ, να νιώ­θω πια ασφα­λής», στ. 10-11: «Ας σβή­σω το φως. Θα ’θε­λα να ’σουν εδώ. / Κι αν παί­ζα­με σκά­κι θα ’χες σί­γου­ρα ρέ­ντα»∙ Κο­λο­τού­ρου, «Ασέ­λη­νες νύ­χτες», σ. 45, στ. 11-12: «Κι αντί για σκά­κι, εμείς παί­ζου­με σο­νέ­τα // που τα συγ­γρά­φου­με στου πύρ­γου σου το δώ­μα»). Στο ποί­η­μα του Γα­ρα­ντού­δη «Η αρ­γή ευ­θα­να­σία» (σ. 46) το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο στέ­κε­ται για άλ­λη μια φο­ρά με σκε­πτι­κι­στι­κή διά­θε­ση απέ­να­ντι στην ποι­η­τι­κή δη­μιουρ­γία αμ­φι­βάλ­λο­ντας αν αυ­τή προ­σφέ­ρει κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο από μία «αρ­γή ευ­θα­να­σία». Η Κο­λο­τού­ρου, από την άλ­λη πλευ­ρά, στο ποί­η­μα-απά­ντη­ση «Το κου­λό παι­χνί­δι» (σ. 47), πα­ρα­κι­νεί τον ποι­η­τή να συ­νε­χί­σουν το παι­χνί­δι υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι αυ­τό εί­ναι «δια­βα­τή­ριο προς την αθα­να­σία» (στ. 14).

Η υπαρ­ξια­κή αγω­νία του θα­νά­του κο­ρυ­φώ­νε­ται στο πα­ρα­κά­τω σο­νέ­το του Γα­ρα­ντού­δη, με τί­τλο «Ανε­πί­δο­το» (σ. 58):

Νύ­χτω­σε. Πά­λι τ’ άστρα. Δί­χως ου­ρα­νό.
Μέ­τρα τα αντί­στρο­φα. Αφαι­ρώ­ντας. Το μη­δέν
προ­σθέ­τει. Νού­φα­ρα στη λί­μνη. Στο κε­νό
λά­μνο­ντας. Προς μιαν ήρε­μη όχθη. Εκεί που δεν

θα φτά­σου­με. Δά­κρυα στε­γνά. Η αρ­χή το τέρ­μα μας.
Ό,τι δεν πή­ρα­με μα­ζί μας. Τις σιω­πές.
Τα χα­μέ­να μας λό­για. Αγ­γε­λι­κά στο δέρ­μα μας
χά­δια. Σκιές του ου­ρα­νού. Κι αν­θρώ­πων γρα­τζου­νιές.

Ας φτιά­ξω έναν κα­τά­λο­γο. Απο­λε­σθέ­ντων.
Των σο­νέ­των που σου άρε­σαν κι αγά­λι αγά­λι
τα έγρα­ψες μέ­σα στην καρ­διά σου τη με­γά­λη.

Μαρ­γα­ρι­τά­ρι που θα κλεί­σει. Ο τρό­μος. Φρί­κη.
Το ανά­ε­ρο φά­σμα μας. Αυ­τό θα μας ανή­κει.
Θα εκ­κρε­μεί η εγ­γρα­φή. Των νέ­ων αφι­χθέ­ντων.

Εδώ η ασφυ­κτι­κή αί­σθη­ση που προ­κα­λεί στον άν­θρω­πο το άγνω­στο φά­σμα του θα­νά­του εγκλεί­ε­ται σε μια σο­νε­τι­κή φόρ­μα σμι­λε­μέ­νη με δω­δε­κα­σύλ­λα­βους, δε­κα­τρι­σύλ­λα­βους και δε­κα­τε­τρα­σύλ­λα­βους (ο κα­τα­λη­κτι­κός τό­νος εί­ναι στα­θε­ρά αυ­τός της δω­δέ­κα­της με­τρι­κής συλ­λα­βής) ομοιο­κα­τά­λη­κτους με βά­ση το σχή­μα αβαβ, γδ­γδ, εζζ, ηηε, ο εσω­τε­ρι­κός ρυθ­μός της οποί­ας υπο­σκά­πτει τα όριά της δη­μιουρ­γώ­ντας, με την πο­λύ πυ­κνή χρή­ση της τε­λεί­ας, σύ­ντο­μες προ­τά­σεις και φρά­σεις που μά­λι­στα σε αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις με­τα­βαί­νουν στον επό­με­νο στί­χο (υπάρ­χουν έντο­νοι δια­σκε­λι­σμοί στους στ. 2-3, 3-4, 4-5, 7-8). Ο Μα­βί­λης εί­ναι για άλ­λη μια φο­ρά πα­ρών, στους μό­νους στί­χους που δεν πε­ριέ­χουν τε­λεία, δη­λα­δή στους στ. 10-11. Το ποί­η­μα-απά­ντη­ση της Κο­λο­τού­ρου, με τί­τλο «Μή­νυ­μα ελή­φθη» (σ. 59), λει­τουρ­γεί πα­ρη­γο­ρη­τι­κά λειαί­νο­ντας την αγω­νία του θα­νά­του και ανα­δει­κνύ­ο­ντας την ποί­η­ση ως μέ­σο για την υπέρ­βα­σή του (στ. 1-4: «Τ’ αδιέ­ξο­δα, τους τοί­χους, το άσπρο του κε­νού / στην ποί­η­ση κρύ­ψα­με, απο­στρέ­φο­ντας το βλέμ­μα∙ / κι ό,τι συ­ντά­ρα­ξε το νε­α­νι­κό μας αί­μα / ήσυ­χα λά­μνει, στις υπώ­ρειες τ’ ου­ρα­νού», στ. 13-14: «Μα στις υπώ­ρειες των πα­τρώ­ων στί­χων ήδη / βλα­σταί­νουν κι οι δι­κοί μας στί­χοι, Ευ­ρι­πί­δη»).

Η ενό­τη­τα ολο­κλη­ρώ­νε­ται με δύο σο­νέ­τα (Γα­ρα­ντού­δης, «Τα­ξι­δεύ­ο­ντας (δω­ρε­άν) μ’ ένα σο­νέ­το», σ. 60 και Κο­λο­τού­ρου, «Τα­ξί­δια που (δεν) έκα­να», σ. 61) που δια­φο­ρο­ποιού­νται αι­σθη­τά από την ατμό­σφαι­ρα των προη­γού­με­νων ποι­η­μά­των, κα­θώς ανα­φέ­ρο­νται σε φα­ντα­στι­κά τα­ξί­δια λει­τουρ­γώ­ντας, κα­τά κά­ποιον τρό­πο, ως γέ­φυ­ρα με­τά­βα­σης στην επό­με­νη ενό­τη­τα (άξο­νας της οποί­ας εί­ναι, όπως θα δού­με πα­ρα­κά­τω, ένα πραγ­μα­τι­κό τα­ξί­δι). Ο Γα­ρα­ντού­δης πα­ρου­σιά­ζει την ποί­η­ση ως τρό­πο δια­φυ­γής από την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (στ. 9-12: «Αιώ­νες, χρό­νια, μή­νες, μέ­ρες και στιγ­μές / δια­σχί­ζω θά­λασ­σες, ερή­μους, πα­γε­τώ­νες, / ενό­σω γρά­φω αυ­τές τις λι­γο­στές γραμ­μές, // χνά­ρια στο χιό­νι, ζε­στά χνώ­τα στους χει­μώ­νες»), ενώ η Κο­λο­τού­ρου, προ­κει­μέ­νου να τα­ξι­δέ­ψει νοη­τά, χρη­σι­μο­ποιεί τα μέ­σα που προ­σφέ­ρει η τε­χνο­λο­γία (στ. 13-14: «Με το Google Earth σ’ Ανα­το­λή και Δύ­ση / εί­ν’ όλα τους τα­ξί­δια αλη­θι­νά μου»).

Η τέ­ταρ­τη ενό­τη­τα (σ. 62-73) πε­ριέ­χει 12 ποι­ή­μα­τα, τα 6 από τα οποία, δη­λα­δή τα σο­νέ­τα του Γα­ρα­ντού­δη, φέ­ρουν στο τέ­λος τους την το­πο­χρο­νι­κή έν­δει­ξη «New York, Οκτώ­βριος 2019» μαρ­τυ­ρώ­ντας ότι γρά­φτη­καν κα­τά τη διάρ­κεια ενός τα­ξι­διού του ποι­η­τή. Αν σκε­φτεί κα­νείς το χρο­νι­κό ση­μείο αυ­τού του τα­ξι­διού, θα δια­πι­στώ­σει ότι βρι­σκό­μα­στε λί­γους μή­νες πριν από την έναρ­ξη της παν­δη­μί­ας και τη με­τέ­πει­τα πλή­ρη απα­γό­ρευ­ση των με­τα­κι­νή­σε­ων εκτός της χώ­ρας.

Η ενό­τη­τα αρ­χί­ζει με μία λυ­ρι­κή ενα­τέ­νι­ση του θα­νά­του. Συ­γκε­κρι­μέ­να, ο Γα­ρα­ντού­δης, επι­γρά­φο­ντας το ποί­η­μά του «Οι άγ­γε­λοι που μας βλέ­πουν, φο­βε­ροί, απ’ τις ρωγ­μές…» (σ. 62) με στί­χους από τρα­γού­δι του Cohen, και αφού ανα­φερ­θεί ξα­νά στον τρό­πο επι­κοι­νω­νί­ας (μέ­σω ηλε­κτρο­νι­κής αλ­λη­λο­γρα­φί­ας) με τη συ­νο­μι­λή­τριά του (στ. 1: «Νύ­χτω­σε τό­σο πια που δεν θα λά­βω μή­νυ­μά σου»), ανα­λο­γί­ζε­ται: «Ό,τι ρι­μά­ρει πια με τα λου­λού­δια εί­ναι πρε­λού­δια / λει­ψά πα­ρά­φω­νων, αρ­γό­συρ­των, επι­τα­φί­ων / αγ­γέ­λων∙ βλέ­πουν πί­σω απ’ τις ρωγ­μές των εγκο­σμί­ων» (στ. 12-14) – εδώ εί­ναι πρό­δη­λες οι απη­χή­σεις από τις Ελε­γεί­ες του Ντουί­νο του Ρίλ­κε. Στον επι­πρό­σθε­το, δέ­κα­το πέμ­πτο, στί­χο ο ποι­η­τής, με μία πα­ρο­μοί­ω­ση, συ­μπυ­κνώ­νει ανά­γλυ­φα (ει­κο­νι­στι­κά) και σπα­ρα­κτι­κά (ακου­στι­κά) την ασφυ­ξία του θα­νά­του: «Κι εμείς, ψά­ρια έξω απ’ το νε­ρό, που εκ­πνέ­ου­με οι­μω­γές». Στον ίδιο τό­νο συ­νε­χί­ζει η Κο­λο­τού­ρου με το ποί­η­μα «Τα μυ­στι­κά των άστρων» (σ. 63) (στ. 5-11: «Σο­πέν πα­σχί­ζου­με να παί­ξου­με στο πιά­νο / και προ­σπα­θείς να μου δι­δά­ξεις τα πρε­λού­δια, / με τη δι­κή σου τε­χνι­κή, τη Γα­ρα­ντού­δεια. / Από ψη­λά μας δια­κό­πτει έν’ αε­ρο­πλά­νο. // Βλέ­που­με πί­σω απ’ τις ρωγ­μές των εγκο­σμί­ων, / όπως μπο­ρούν οι ποι­η­τές και τα παι­διά, / κι εί­ναι μια πύ­λη, μπρος στο τεί­χος των Δα­κρύ­ων»).

Στη συ­νέ­χεια, ο Γα­ρα­ντού­δης με­τα­στοι­χειώ­νει σε ποι­η­τι­κό λό­γο την εμπει­ρία του τα­ξι­διού του στην πο­λύ­βουη και πο­λύ­φω­τη Νέα Υόρ­κη, χω­ρίς πά­ντως να απο­σπά τη σκέ­ψη του από την αλ­λη­λο­γρα­φία που ενερ­γο­ποιεί τη σο­νε­τι­κή δη­μιουρ­γία (π.χ. «Το εκ­κρε­μές», σ. 68, στ. 1, 13-14: «Δυο μέ­ρες που δεν έχω λά­βει μή­νυ­μά σου», «Πριν κοι­μη­θώ, ας ανα­ζη­τή­σω μή­νυ­μά σου. / Το αι­θέ­ριο εκ­κρε­μές, κο­ντά μα και μα­κριά σου»), ενώ η Κο­λο­τού­ρου, στην ει­κό­να της γέ­φυ­ρας του Brooklyn (Γα­ρα­ντού­δης, «Άτι­τλο», σ. 64), αντι­πα­ρα­θέ­τει (στο ποί­η­μά της «Δυο πε­ζο­γέ­φυ­ρες», σ. 65, με την το­πο­χρο­νι­κή έν­δει­ξη «Πα­λαιό Φά­λη­ρο, Οκτώ­βριος 2021») την ει­κό­να δύο πρό­σφα­τα κα­τα­σκευα­σμέ­νων πε­ζο­γε­φυ­ρών του Πα­λαιού Φα­λή­ρου, την οποία συν­δέ­ει με τη σχέ­ση που έχει ανα­πτύ­ξει με τον συ­νο­μι­λη­τή της (στ. 9-14: «Κι εί­ναι σαν να ’χου­με μια γέ­φυ­ρα ο κα­θείς μας / και περ­πα­τά­με και μα­ζί κι αντι­κρι­στά. / Τις ιστο­ρί­ες δεν θα πού­με, της ζω­ής μας // μα θα τις γρά­ψου­με μες στα λευ­κά χαρ­τιά / και τις δυο γέ­φυ­ρες θα ενώ­σου­με. Και όμως! / Σε μας δεν πιά­νει της από­στα­σης ο νό­μος»).

Το λυ­ρι­κό ύφος της ενό­τη­τας υπο­νο­μεύ­ε­ται με τα δύο τε­λευ­ταία ποι­ή­μα­τά της, τα οποία μας ει­σά­γουν στη σα­τι­ρι­κή ποι­η­τι­κή. Στο ποί­η­μα του Γα­ρα­ντού­δη «Μή­νυ­μα απ’ τη λε­γό­με­νη γη­ραιά ήπει­ρο» (σ. 72) τί­θε­νται στο στό­χα­στρο τα πρό­τυ­πα του αμε­ρι­κα­νι­κού τρό­που ζω­ής και το ποί­η­μα της Κο­λο­τού­ρου «Ceci n’est pas une pipe» (σ. 73), στο οποίο το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο εν­δύ­ε­ται το προ­σω­πείο του έκ­πλη­κτου συ­ντη­ρη­τι­κού ανα­γνώ­στη, σχο­λιά­ζει πε­ρι­παι­κτι­κά την τολ­μη­ρά σαρ­κα­στι­κή γλώσ­σα του προη­γη­θέ­ντος ποι­η­τι­κού κει­μέ­νου.

Τα 20 ποι­ή­μα­τα που ακο­λου­θούν (σ. 74-93) σα­τι­ρί­ζουν τις κοι­νω­νι­κές συμ­βά­σεις που ανα­πτύσ­σο­νται στον χώ­ρο της φι­λο­λο­γί­ας, της ποί­η­σης, της κρι­τι­κής, αλ­λά και στον ια­τρι­κό χώ­ρο και θί­γουν ζη­τή­μα­τα όπως η μα­ταιο­δο­ξία, ο αντα­γω­νι­σμός, η ευ­ρεία χρή­ση των σύγ­χρο­νων ηλε­κτρο­νι­κών μέ­σων από τους κρι­τι­κούς. Στό­χος της σά­τι­ρας εί­ναι, όμως, και το έρ­γο των ίδιων των ποι­η­τι­κών υπο­κει­μέ­νων. Για πα­ρά­δειγ­μα, αυ­το­σα­τι­ρι­κά εί­ναι το ποι­ή­μα­τα του Γα­ρα­ντού­δη «Ποι­η­τής και φι­λό­λο­γος (sic: φι­λό­λο­γος και ποι­η­τής)» (σ. 74), «Η μπα­λω­δή» (σ. 80) και «Οι νε­οσ­σοί του σο­νέ­του» (σ. 84)∙ πα­ρα­θέ­τω το εν λό­γω ποί­η­μα, το οποίο εί­ναι συ­ντε­θει­μέ­νο σε οξύ­το­νους δω­δε­κα­σύλ­λα­βους, δε­κα­τρι­σύλ­λα­βους, προ­πα­ρο­ξύ­το­νους δε­κα­τε­τρα­σύλ­λα­βους στί­χους και έναν εν­δε­κα­σύλ­λα­βο:

Κά­τι Γιαν­νού­δης, Γα­λα­νά­κης και Βολ­κώφ,
Μή­τας, Σολ­δά­τος, Βαρ­θα­λί­της, Κου­τσου­ρέ­λης,
Ψαρ­ράς, παί­ζου­νε στα ρη­χά με στί­χους∙ οφ
–α, ναι, κι ο Γιάν­νης Δού­κας–, κου­τα­βά­κια αγέ­λης

ρου­φούν απ’ τους μα­στούς του άδο­λου λυ­ρι­σμού
το γά­λα τους, ν’ ανα­τρα­φούν τα νή­πια.
Σο­φία, μη μου χρε­ώ­νεις τά­ση σνο­μπι­σμού.
Η κρι­τι­κή μου για τα χά­λια τους εί­ναι ήπια.

Σο­νε­το­γρά­φοι με… –μην πω– εί­μα­στε… εγώ.
Ποιος απ’ αυ­τούς, Σο­φία μου, θα ’φτια­χνε το δί­στι­χο:
«Αχ, οι μο­ντερ­νι­στές και­ρό εί­ναι πε­θα­μέ­νοι.

Να ’χουν να γρά­φου­νε πως εί­μα­στε βλαμ­μέ­νοι»;
Δεν λέω, λί­γοι εί­ν’ κα­λά παι­διά, αλ­λά το δύ­στυ­χο
στι­χά­κι τους μου­τρά­κι με σπυ­ρά­κια ακ­μής.

Στο τε­λευ­ταίο αυ­τό σο­νέ­το ο Γα­ρα­ντού­δης επαί­ρε­ται απα­ξιώ­νο­ντας ηλι­κια­κά νε­ό­τε­ρούς του σο­νε­το­γρά­φους, με πρό­δη­λα αυ­το­σα­τι­ρι­κή και σκω­πτι­κή διά­θε­ση. Έχει ση­μα­σία να προ­σέ­ξου­με τον στ. 9, όπου η εσκεμ­μέ­νη ασυ­ντα­ξία και η αθέ­τη­ση της ομοιο­κα­τα­λη­ξί­ας (η ανα­με­νό­με­νη λέ­ξη της ρί­μας «εμείς», η οποία θα υπο­στή­ρι­ζε το σχή­μα αβαβ, γδ­γδ, εζη, ηζε, αντι­κα­θί­στα­ται με την αντω­νυ­μία «εγώ») κο­ρυ­φώ­νουν την αυ­το­σά­τι­ρα. Ει­δι­κό­τε­ρα το σο­νέ­το του Γα­ρα­ντού­δη «Sophia Kritikara» (σ. 92) εξα­πο­λύ­ει τα βέ­λη της σά­τι­ρας όχι μό­νο εις εαυ­τόν αλ­λά και προς τη συ­νο­μι­λή­τριά του, μέ­σα από ένα δε­ξιο­τε­χνι­κό παι­χνί­δι υπό­δυ­σης και ανα­τρο­πής ρό­λων. Αντι­στοί­χως, αυ­το­σα­τι­ρι­κά εί­ναι τα ποι­ή­μα­τα της Κο­λο­τού­ρου «Α, κύ­ριε κύ­ριε Γα­ρα­ντού­δη» (σ. 81∙ πα­ρα­θέ­τω τους στ. 13-14: «Εί­μα­στε, αλή­θεια, λί­γο βα­ρε­μέ­νοι. / Και­ρός να δια­δο­θεί στην οι­κου­μέ­νη») και «Τον Τει­ρε­σία μου μέ­σα» (σ. 83).

Η τε­λευ­ταία ενό­τη­τα του βι­βλί­ου πε­ρι­λαμ­βά­νει 34 ποι­ή­μα­τα (σ. 94-127), 2 από τα οποία έχουν συ­ντε­θεί από τον Γα­ρα­ντού­δη κα­τά τη διάρ­κεια του τα­ξι­διού του στη Νέα Υόρ­κη τον Οκτώ­βριο του 2019 (φέ­ρουν τη σχε­τι­κή έν­δει­ξη). Εδώ ο τό­νος του δια­λό­γου γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­σω­πι­κός, τρυ­φε­ρός και οι­κεί­ος, ενώ πε­ρι­γρά­φε­ται και η συ­νά­ντη­ση των ποι­η­τι­κών υπο­κει­μέ­νων με­τά από μία ατέρ­μο­νη εξ απο­στά­σε­ως συ­νο­μι­λία (πα­ρα­θέ­τω τους στ. 1-8 του ποι­ή­μα­τος «Αφιέ­ρω­σις», το οποίο ο Γα­ρα­ντού­δης απευ­θύ­νει στην Κο­λο­τού­ρου επαι­νώ­ντας τρυ­φε­ρά τις ποι­η­τι­κές της ικα­νό­τη­τες και εκ­φρά­ζο­ντάς της, και με ει­ρω­νι­κά πε­ρι­παι­κτι­κή διά­θε­ση, την ευ­γνω­μο­σύ­νη του, συ­νυ­φαί­νο­ντας τη σο­βα­ρό­τη­τα με την αστειό­τη­τα: «Άρι­στη από­φοι­τη του πιο αυ­στη­ρού ωδεί­ου, / τα που­λιά τα έκα­νες να φτά­σουν ως τ’ αστέ­ρια / μες στα σο­νέ­τα μου. Ας πλέ­ξου­με τα χέ­ρια, / κά­τω απ’ την τέ­ντα υπαί­θριου ζα­χα­ρο­πλα­στεί­ου… // Εσύ με την πυγ­μή που μό­νο σι­δη­ρές / κυ­ρί­ες δεί­χνουν μου με­τράς –οχ, απαι­σί­ων / χα­σμω­διών ανα­κο­πές– τις συλ­λα­βές. / Σε ευ­γνω­μο­νώ. Αν­θό­σπαρ­τον περ­νού­με βί­ον», σ. 94∙ επί­σης, πα­ρα­θέ­τω τους στ. 1-4 του ποι­ή­μα­τος της Κο­λο­τού­ρου «Σ’ ένα κα­φέ-ζα­χα­ρο­πλα­στείο», όπου εκεί­νη απα­ντά, με στα­θε­ρά σο­βα­ρό­τε­ρο τό­νο: «Έλα, ας κα­θί­σου­με. Θαρ­ρώ θα ξα­να­βρέ­ξει. / Πί­σω απ’ το τζά­μι∙ θα ’τα­νε πιο συ­νε­τό. / Τα χέ­ρια μου στα χέ­ρια σου έχω πλέ­ξει / και τη ζωή μου απ’ την αρ­χή σου εξι­στο­ρώ», σ. 95).[7]

Οι ανα­φο­ρές στη δια­δι­κα­σία της ποι­η­τι­κής δη­μιουρ­γί­ας απο­τε­λούν και στην τε­λευ­ταία (όπως και στην πρώ­τη) ενό­τη­τα της συλ­λο­γής τον κε­ντρι­κό άξο­να της συ­ζή­τη­σης, με τη ζυ­γα­ριά να γέρ­νει πλέ­ον υπέρ του οφέ­λους που απο­κο­μί­ζουν οι δύο δη­μιουρ­γοί από αυ­τή. Πα­ρα­θέ­τω στί­χους εν­δει­κτι­κούς αυ­τών των ανα­φο­ρών: «Πή­ρα­με φό­ρα πια και ποιος μας στα­μα­τά / απ’ το να γρά­ψου­με σχε­δόν χί­λια σο­νέ­τα… / Μπρο­στά μου εσύ και πί­σω εγώ, μα από κο­ντά, / πι­στός ακό­λου­θος, που όλο μου λες: με­λέ­τα!» (Γα­ρα­ντού­δης, «Ο βέ­βη­λος αντι­γρα­φέ­ας προς την παρ(άβυσ­σο)», σ. 96, στ. 1-4)∙ «Αρ­χί­σα­με από τ’ άλι­κο αν­θο­γυά­λι, / τη σκό­νη μες στο σκρί­νιο και το ρά­φι / – κει κα­τοι­κούν πα­λιοί σο­νε­το­γρά­φοι. / Λι­βά­νι καί­ει, σε­πτό στο μα­νουά­λι» (Κο­λο­τού­ρου, «Τα γη­ραιό­τε­ρα σο­νέ­τα», σ. 97, στ. 1-4)∙ «“Αν στα­μα­τή­σω ν’ ανα­πνέω θα πε­θά­νω”∙ / κα­λά, πα­ρα­φρα­στή του Ρίλ­κε – τι φρι­χτό! / Αν θέ­λεις προ­βο­λή πή­δη­ξε προς τα πά­νω. // Θα πά­ρεις bonus στις ει­δή­σεις των οκτώ / μνεία; Θα σε νε­κρο­λο­γή­σου­νε σαν άγιο; / Μπο­ρεί να σε συν­δέ­σουν, κά­πως, με τον Λά­γιο» (Γα­ρα­ντού­δης, «Η ποί­η­ση έχει τε­λειώ­σει. Θα επι­μέ­νω», σ. 98, στ. 9-14∙ ο ποι­η­τής εδώ ει­ρω­νεύ­ε­ται ξα­νά τον εαυ­τό του)∙ «Όταν σου γρά­φω, εξα­φα­νί­ζο­νται η ανία, / η ορ­γή, ο θυ­μός και το κε­νό, που με­γα­λώ­νει / και με τυ­λί­γει κά­ποιαν άνοι­ξη∙ κι η ευ­δία / ας μοιά­ζει επί­πλα­στη, στου κό­σμου την οθό­νη» (Κο­λο­τού­ρου, «Της ποί­η­σής μας η πιο υπέ­ρο­χη αυ­τα­πά­τη», σ. 99, στ. 5-8)∙ «Τα πιο κα­λά σο­νέ­τα χά­νο­νται στους δρό­μους. / Μας ψά­χνου­νε, πι­στά σκυ­λιά, μα έχου­με φύ­γει. / Λι­γνοί αρ­σι­βα­ρί­στες σύν­νε­φων, στους ώμους / έχου­με το άδειο μας δι­σά­κι, στο κυ­νή­γι // για όλα τα πε­ριτ­τά που πράτ­του­με, Σο­φία» (Γα­ρα­ντού­δης, «Ο λυ­ρι­σμός κι ο κυ­νι­σμός», σ. 102, στ. 1-5)∙ «Αυ­τά που γρά­φου­με, ο άλ­λος μας θα δια­βά­σει. / Στεί­λε μου. Έχω ανά­γκη το σε­νά­ριο / για να συν­θέ­σω το δι­κό μου το τρο­πά­ριο» (Κο­λο­τού­ρου, «Lyrica-Cynical», σ. 103, στ. 12-14).

Στα ποι­ή­μα­τα του Γα­ρα­ντού­δη «Η από­στα­ση» (σ. 104, στ. 1-4: «Η από­στα­σή μας εί­ν’ που τρέ­φει τα σο­νέ­τα. / Και τα ανα­τρέ­φει σαν υπά­κουα παι­διά. / Τ’ αγέν­νη­τα έμ­βρυα, τα ωραία μας πορ­τραί­τα / σε μια ανοι­χτή πι­να­κο­θή­κη ή σι­νε­μά», στ. 9-11: «Απ’ την αρ­χή. Η σκο­τει­νιά∙ κι η σιω­πή. / Κι έπε­σε η νύ­χτα μες στον λάκ­κο των ει­δή­σε­ων. / Νε­κροί, νε­κροί, νε­κροί, νε­κροί κι άλ­λοι νε­κροί») και «Η απά­ντη­ση-“συ­νά­ντη­ση”» (σ. 118, στ. 1-2: «Εδώ και δύο χρό­νια γρά­φου­με σο­νέ­τα, / σαν να ’μα­στε σε δύο εξω­πλα­νή­τες»)[8] απη­χεί­ται και πά­λι το δυ­στο­πι­κό κλί­μα των ημε­ρών της παν­δη­μί­ας.

Λί­γο πριν από το τέ­λος της συλ­λο­γής βρί­σκου­με δύο ποι­ή­μα­τα του Γα­ρα­ντού­δη, με τί­τλους «Ω μη­τέ­ρα, ω των πρώ­των μου χρό­νων…» (σ. 120) και «Μα­ζί» (σ. 122), που απο­τε­λούν συ­νέ­χεια της πα­λαιό­τε­ρης, γραμ­μέ­νης (από τον Μάρ­τιο έως τον Ιού­νιο του 2018) για τον θά­να­το της μη­τέ­ρας του, ενό­τη­τας σο­νέ­των «Mater Terra», η οποία πε­ριέ­χε­ται στο βι­βλίο του ποι­η­τή Το δι­πλό δί­γαμ­μα.[9] Τα δύο αυ­τά ποι­ή­μα­τα μνη­μο­νεύ­ουν λα­τρευ­τι­κά το αγα­πη­μέ­νο πρό­σω­πο και λει­τουρ­γούν, εντέ­λει, πα­ρη­γο­ρη­τι­κά απα­λύ­νο­ντας, ως προς την έκ­φρα­σή του και όχι ασφα­λώς ως προς τη βί­ω­σή του, το ού­τως ή άλ­λως ανυ­πέρ­βλη­το άλ­γος, κα­θώς, όπως πα­ρα­τη­ρεί η Κα­τε­ρί­να Κω­στί­ου ανα­φε­ρό­με­νη στην πα­λαιό­τε­ρη ενό­τη­τα «Mater Terra», «η αυ­στη­ρό­τη­τα της φόρ­μας οριο­θε­τεί και συ­γκρα­τεί το συ­ναί­σθη­μα που ως άφα­τος πό­νος δεν δια­τυ­πώ­νε­ται αλ­λά ση­μαί­νε­ται μέ­σα από ει­κό­νες και με­τα­φο­ρές».[10]

Η ένω­ση των δύο ποι­η­τι­κών υπο­κει­μέ­νων σε μία φω­νή επι­σφρα­γί­ζε­ται με την υιο­θέ­τη­ση από την Κο­λο­τού­ρου του ρό­λου του ποι­η­τή στο (γραμ­μέ­νο σε δε­κα­τρι­σύλ­λα­βους στί­χους που ομοιο­κα­τα­λη­κτούν ακο­λου­θώ­ντας το σχή­μα αβαβ, γδ­γδ, εζε, ζηη) ποί­η­μα «Μό­νος από­ψε» (σ. 123), το οποίο επι­γρά­φε­ται με στί­χο του Γα­ρα­ντού­δη από πα­λαιό­τε­ρο σο­νέ­το του (πρό­κει­ται για τον στί­χο «Μου έκα­νες τα σο­νέ­τα μου παρ­τί­δα σκά­κι» του ποι­ή­μα­τος «Ερα­τει­νό κέ­ρα­το»).[11] Πα­ρα­θέ­τω το ποί­η­μα:

Μό­νος από­ψε. Μα πο­τέ δεν εί­μαι μό­νος.
Εί­ναι όλοι τους εδώ κο­ντά, με πα­ρα­στέ­κουν.
Με τη Σο­φία κυ­λά­ει αλ­λιώ­τι­κα ο χρό­νος
κα­θώς οι σκέ­ψεις μας συ­χνά πυ­κνά τα μπλέ­κουν.

«Άω­ρος μπαί­νω στα όνει­ρά σου» εί­χα γρά­ψει
κι εκεί­νη μου άνοι­ξε σι­γά σι­γά την πύ­λη
κι εί­ν’ από τό­τε σαν να μου ’χει υπο­γρά­ψει:
των λέ­ξε­ων θα ’μα­στε ερα­στές, μα­ζί και φί­λοι

μες στα με­γά­λα του μυα­λού μας τα τα­ξί­δια…
Μό­νος από­ψε. Κι έχει ολό­γιο­μο φεγ­γά­ρι.
Σε μια σκα­κιέ­ρα Σο­φια­κή, μα κι Ευ­ρι­πί­δεια

πά­ντα χο­ρεύ­ου­με με στί­χους, σαν ζευ­γά­ρι.
(Πή­ρε τα μαύ­ρα και μου ντύ­θη­κε σαν ντά­μα∙
παί­ζου­με ανά­κα­τα και σά­τι­ρα και δρά­μα.)

Το βι­βλίο ολο­κλη­ρώ­νε­ται με δύο σο­νέ­τα που απο­κα­λύ­πτουν αυ­τό που κα­τέ­κτη­σαν οι δύο ποι­η­τές μέ­σω της δια­δι­κα­σί­ας της συν-δη­μιουρ­γί­ας: την απε­λευ­θέ­ρω­ση από κά­θε εί­δους φό­βο, αί­σθη­μα που κυ­ριάρ­χη­σε στην αν­θρω­πό­τη­τα κα­τά τη διάρ­κεια της παν­δη­μί­ας, δη­λα­δή της πε­ριό­δου κα­τά την οποία προ­φα­νώς γρά­φτη­κε το με­γα­λύ­τε­ρο τμή­μα του βι­βλί­ου. Ο Γα­ρα­ντού­δης, στο ποί­η­μα «Χω­μα­τουρ­γι­κές ερ­γα­σί­ες υπό βρο­χή» (σ. 126), συμ­βου­λεύ­ει ή πα­ρα­κι­νεί-εν­θαρ­ρύ­νει τη συ­νο­μι­λή­τριά του και ταυ­τό­χρο­να τον ανα­γνώ­στη:

Βρέ­χει και τη βρο­χή δεν πρέ­πει να φο­βά­σαι.
Να βρα­χείς για να γί­νεις σάρ­κα του νε­ρού.
Υγρός να ρέ­εις και να πνέ­εις ενώ κοι­μά­σαι
σ’ όνει­ρο μπλε βαμ­μέ­νο λά­φυ­ρα ου­ρα­νού.

Μάλ­λον ο κό­σμος πλά­στη­κε από σω­στό λά­θος∙
γι’ αυ­τό τε­λειώ­νει το με­λά­νι στο στυ­λό;
Κι όποιος πα­σχί­ζει δί­χως, χά­νε­ται στο βά­θος
που θα τον βγά­λει κά­τω απ’ τ’ άστρα, στο λευ­κό άπει­ρο.

Το φως, οι αυ­γές, τα δει­λι­νά που επι­νο­ή­σα­με,
η μου­σι­κή, που την ακού­με, της σιω­πής,
τα υπέ­ρο­χα που ζού­με, αυ­τά μας φέρ­νουν ίσα­με

το τέρ­μα, μ’ ανοι­χτό ει­σι­τή­ριο επι­στρο­φής.
Εί­μα­στε ζω­ντα­νοί, θαμ­μέ­νοι, ευ­τυ­χι­σμέ­νοι.
Κι αν κά­τι λεί­πει, θα το βρουν οι πε­θα­μέ­νοι.

Βρέ­χει και πρέ­πει τη βρο­χή να μην φο­βά­σαι
……………………………………………...

Το πα­ρα­πά­νω ποί­η­μα πε­ριέ­χει οξύ­το­νους δω­δε­κα­σύλ­λα­βους, δε­κα­τρι­σύλ­λα­βους και προ­πα­ρο­ξύ­το­νους δε­κα­τε­τρα­σύλ­λα­βους στί­χους, ομοιο­κα­τά­λη­κτους με βά­ση το σχή­μα αβαβ, γδ­γδ, εζε, ζηη, α∙ έχει νό­η­μα να προ­σε­χθεί η ομοιο­κα­τα­λη­ξία των στ. 6-8, με το ου­σια­στι­κό «στυ­λό» και τις ενω­μέ­νες με εξω­τε­ρι­κή συ­νί­ζη­ση λέ­ξεις «λευ­κό άπει­ρο»∙ η συ­νί­ζη­ση με­τα­ξύ των δύο το­νι­σμέ­νων φω­νηέ­ντων απο­δυ­να­μώ­νει τον τό­νο της λέ­ξης «άπει­ρο» και έτσι ακού­γε­ται, ως κα­τα­λη­κτι­κός τό­νος του στί­χου, αυ­τός της λέ­ξης «λευ­κό». Η βρο­χή (απο­τυ­πω­μέ­νη μέ­σω μιας μου­σι­κής ρυθ­μι­κό­τη­τας) γί­νε­ται λυ­τρω­μός και το τέρ­μα, δη­λα­δή το τέ­λος της δια­δρο­μής που διέ­νυ­σαν οι δύο ποι­η­τές συν­θέ­το­ντας τη σο­νε­τι­κή συλ­λο­γή, ή το όποιο τέ­λος στη ζωή του αν­θρώ­που (ή και το τέ­λος της ζω­ής), οδη­γεί σε μια νέα αρ­χή, η οποία φαί­νε­ται να οπτι­κο­ποιεί­ται με τα συ­νε­χή απο­σιω­πη­τι­κά που ολο­κλη­ρώ­νουν το ποί­η­μα δη­λώ­νο­ντας, όμως, ότι ο δρό­μος εί­ναι ανοι­χτός για τη συ­νέ­χεια και θα πρέ­πει να τον βα­δί­ζει κα­νείς απαλ­λαγ­μέ­νος από το αί­σθη­μα του φό­βου, επι­λέ­γο­ντας τη θε­τι­κή πλευ­ρά της ζω­ής (επι­λέ­γο­ντας να επι­νο­εί το φως, τις αυ­γές, τα δει­λι­νά, ακό­μα κι όταν αυ­τά δεν υπάρ­χουν) και την κρι­τι­κή θε­ώ­ρη­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας (να ακού­ει τη μου­σι­κή της σιω­πής), αλ­λά και δια­τη­ρώ­ντας την ψυ­χι­κή του ακε­ραιό­τη­τα μέ­σα στον πολ­λα­πλά αντι­φα­τι­κό και πο­λυ­δια­σπα­σμέ­νο (που απο­τυ­πώ­νε­ται και στις αντι­θέ­σεις του ποι­ή­μα­τος «σω­στό λά­θος», «ζω­ντα­νοί, θαμ­μέ­νοι, ευ­τυ­χι­σμέ­νοι») ση­με­ρι­νό κό­σμο.

Και η Κο­λο­τού­ρου, τέ­λος, απα­ντά με το ποί­η­μα «Στον ονει­ρό­κο­σμο» (σ. 127). Ακο­λου­θεί το ποί­η­μα, το οποίο εί­ναι γραμ­μέ­νο σε δε­κα­τρι­σύλ­λα­βους στί­χους με σχή­μα ομοιο­κα­τα­λη­ξί­ας αβαβ, γδ­γδ, εζε, ζηη:

Μου έμα­θες τη βρο­χή να μην φο­βά­μαι
και να πε­τάω πού και πού στον ου­ρα­νό∙
να έρ­χο­μαι να σε βρί­σκω, ενώ κοι­μά­μαι.
Τον ονει­ρό­κο­σμο τον λες αλη­θι­νό;

Το παι­χνι­δά­κι αυ­τό, που επι­νο­ή­σα­με
δεν έχει αρ­χή, πο­τέ δεν θα τε­λειώ­σει.
Τον πύρ­γο μας γε­ρό πο­λύ τον χτί­σα­με
μ’ αφή­σα­με μια χα­ρα­μά­δα – τό­ση

όση να μπει λι­γά­κι ποί­η­ση κι αστρό­φως.
Έξω άγρια έχει ξε­σπά­σει μπό­ρα
(αυ­τή που φέρ­νει ο θά­να­τος κι ο ζό­φος

σε τού­τη την επί­γεια κι έρ­μη χώ­ρα).
Μα έρ­χο­μαι και σε βρί­σκω, όταν κοι­μά­σαι∙
στον ονει­ρό­κο­σμό μας λέω: μη φο­βά­σαι.

Επι­λο­γή μου στο πα­ρα­πά­νω κεί­με­νο ήταν να δια­τρέ­ξω τα σο­νέ­τα της Ευ­το­πί­ας προ­κει­μέ­νου να πε­ρι­γρα­φούν, να σχο­λια­στούν και εντέ­λει να ανα­δει­χθούν οι θε­μα­τι­κοί κύ­κλοι γύ­ρω από τους οποί­ους ανα­πτύσ­σε­ται ο συ­στη­μα­τι­κός διά­λο­γος δύο δό­κι­μων ποι­η­τών. Άλ­λες εν­δια­φέ­ρου­σες σκο­πιές θε­ώ­ρη­σης του βι­βλί­ου, όπως η ποι­η­τι­κή εκ­φρα­στι­κό­τη­τα που αυ­τός ο διά­λο­γος ανα­πτύσ­σει μέ­σα από μία σχέ­ση έλ­ξης και απώ­θη­σης προς την τε­ρά­στια ποι­η­τι­κή πα­ρά­δο­ση που το σο­νέ­το αρ­μο­λό­γη­σε μέ­σα στους αιώ­νες ή η δια­λο­γι­κή σχέ­ση των σο­νέ­των των δύο δια­λε­γό­με­νων ποι­η­τών με τη δι­κή τους πα­λαιό­τε­ρη ποί­η­ση σχο­λιά­στη­καν κα­τ’ ανά­γκη ελά­χι­στα, αλ­λά δια­τυ­πώ­νο­νται εδώ ως υπο­θή­κες για άλ­λες πε­ρι­στά­σεις.

Η Ευ­το­πία, όσο κι αν μοιά­ζει να εί­ναι φτιαγ­μέ­νη από υλι­κά του ονεί­ρου, ανή­κει στον αλη­θι­νό κό­σμο∙ όχι ασφα­λώς αυ­τόν της άγριας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας της επο­χής, την οποία βιώ­νου­με συλ­λο­γι­κά, αλ­λά αυ­τόν που πλά­θουν οι δύο ποι­η­τές μέ­σα από μία δη­μιουρ­γι­κή διερ­γα­σία στο­χα­σμού, κι­νού­με­νη (όπως ορί­ζε­ται και από τους ίδιους στα ποι­ή­μα­τα «Ο λυ­ρι­σμός κι ο κυ­νι­σμός» και «Lyrica-Cynical» του Γα­ρα­ντού­δη και της Κο­λο­τού­ρου αντί­στοι­χα) ανά­με­σα στον λυ­ρι­σμό και τον κυ­νι­σμό, δη­λα­δή ανά­με­σα σε δύο αντι­φα­τι­κούς υφο­λο­γι­κούς δεί­κτες που συλ­λει­τουρ­γούν και ταυ­τό­χρο­να αλ­λη­λο­ϋ­πο­νο­μεύ­ο­νται∙ αλ­λά η συ­νύ­παρ­ξή τους οδη­γεί και στην υπο­νό­μευ­ση της λυ­ρι­κής πα­ρά­δο­σης του σο­νέ­του. Η ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή εντέ­λει, με όχη­μα τη σο­νε­τι­κή μορ­φή και με στα­θε­ρό θε­μα­τι­κό άξο­να τους όρους της σο­νε­το­γρα­φί­ας, ορ­γα­νω­μέ­νη στη βά­ση ενός ρέ­ο­ντος δια­λό­γου, δια­πνέ­ε­ται, πα­ρά τους κα­τά τό­πους σκο­τει­νούς τό­νους της, από μία λυ­τρω­τι­κή αι­σιο­δο­ξία, κα­θώς οι δύο δη­μιουρ­γοί κα­τορ­θώ­νουν, μέ­σω της ενα­σχό­λη­σής τους με την τέ­χνη αλ­λά και μέ­σω της αλ­λη­λε­πι­δρα­στι­κής σχέ­σης που ανα­πτύσ­σουν (ο Γα­ρα­ντού­δης μα­θαί­νει τους κα­νό­νες του σο­νέ­του στην Κο­λο­τού­ρου και εκεί­νη με τη σει­ρά της τον πα­ρα­κι­νεί στη γρα­φή σο­νέ­των), να υπερ­βούν μια σει­ρά από εμπό­δια που θα μπο­ρού­σαν να τους οδη­γή­σουν στην αδρά­νεια, όπως η διά­θε­ση πα­ραί­τη­σης από την ποι­η­τι­κή δη­μιουρ­γία, το αί­σθη­μα της απο­μό­νω­σης, η υπαρ­ξια­κή αγω­νία του θα­νά­του (στοι­χεία, αν όχι πυ­ρο­δο­τη­μέ­να, οπωσ­δή­πο­τε ενι­σχυ­μέ­να από τις συν­θή­κες της παν­δη­μί­ας) και να επι­λέ­ξουν συ­νει­δη­τά (προ­τεί­νο­ντάς τον και στον ανα­γνώ­στη) τον δρό­μο της ενερ­γη­τι­κής στά­σης.


 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: