Into the Box / 42 Μήνες μετά την Πρώτη Ώρα

{9 λεπτά}
Into the Box / 42 Μήνες μετά την Πρώτη Ώρα



Κα­βγά­δι­ζαν (υπέ­ρο­χα) για το ποιός κλαί­ει πιο γο­ε­ρά



Όπως έχει γρα­φτεί & ει­πω­θεί, άλ­λω­στε, ο μη­χα­νι­σμός της μνή­μης, όπως και ο μη­χα­νι­σμός της σάρ­κας, εί­ναι εξαι­ρε­τι­κά ακριβἠς, ωστό­σο πρέ­πει να βά­λεις κι εσύ το χε­ρά­κι σου, mon semblable,—mon frère, αλ­λά και my brother, my killer, προ­κει­μέ­νου να εί­ναι πά­ντα κα­λο­λα­δω­μέ­να τα γρα­νά­ζια του εν λό­γω μη­χα­νι­σμού της μνή­μης, γνω­ρί­ζο­ντας ότι απαι­τού­νται πε­ρί­τε­χνες τε­χνι­κές και επί­μο­νες κα­τα­γρα­φές σε ση­μειω­μα­τά­ρια κα­θώς και εγ­γρα­φές σε μα­γνη­τό­φω­να, νο­ε­ρές επα­να­λή­ψεις σκη­νών, πε­ρι­στα­τι­κών, δια­λό­γων, συμ­βά­ντων, ώστε να δύ­να­σαι να ανα­συ­στή­σεις όγκους κρί­σι­μων στιγ­μών, να εί­σαι σε θέ­ση να βιώ­σεις και να σκε­φτείς εκ νέ­ου ό,τι βί­ω­σες και σκέ­φτη­κες όταν, φέ­ρ᾽ ει­πείν, εσύ (που στο προ­κεί­με­νο κεί­με­νο εί­σαι Εκεί­νος) και η κο­πέ­λα που σε δια­πέ­ρα­σε με το γα­λά­ζιο πυρ του μπλί­τσκριγκ μυ­δρα­λιο­βό­λου βλέμ­μα­τός Της (που στο προ­κεί­με­νο κεί­με­νο εί­ναι Εκεί­νη), εσύ, λοι­πόν, την άκου­σες να ανα­λύ­ε­ται σε ανα­φι­λη­τά, να περ­νά­ει στην επι­κρά­τεια του γό­ου, να κλαί­ει, και να κλαις κι εσύ μα­ζί της, πά­νω από σα­ρά­ντα λε­πτά, Εκεί­νη από το (και στο) Βε­ρο­λί­νο, εσύ από (και στην Κυ­ψέ­λη), στις 22 Ια­νουα­ρί­ου του έτους 2020, εί­κο­σι ημέ­ρες και δύο μή­νες από την λε­γό­με­νη Πρώ­τη Ώρα, ήτοι από την 2α Νο­εμ­βρί­ου του έτους 2019—

—«Επει­δή με τη δι­κή μου γλώσ­σα / δεν μπο­ρώ να σε αγ­γί­ξω / με­τα­γλωτ­τί­ζω το πά­θος μου», εί­χε γρά­ψει η Κα­τε­ρί­να, στο βι­βλίο που το εί­χε δω­ρί­σει σ᾽ εκεί­νον, στις 27 Μα­ΐ­ου του 2004, με ιδιό­χει­ρη αφιέ­ρω­ση, πά­ντα με τον ακρι­βεί­ας γρα­φι­κό της χα­ρα­κτή­ρα, πά­ντα με το κυα­νό μαρ­κα­δο­ρά­κι, και ιδού εκεί­νος να περ­νά­ει τον Δε­κέμ­βριο του 2019, δια­βά­ζο­ντας ξα­νά και ξα­νά τα ποι­ή­μα­τα της Κα­τε­ρί­νας, ιδί­ως αυ­τά στο βι­βλίο της Με­τα­φρά­ζο­ντας σε έρω­τα της ζω­ής το τέ­λος, βουρ­κώ­νο­ντας, και ενί­ο­τε κλαί­γο­ντας ανε­ξέ­λεγ­κτα, στην κου­ζί­να Εκεί­νης, η οποία ομοί­ως βούρ­κω­νε, και ενί­ο­τε έκλαι­γε ανε­ξέ­λεγ­κτα, συ­γκι­νη­μέ­νοι αμ­φό­τε­ροι, ενώ στο πι­κάπ Της εί­χε βά­λει το Season of Glass, πα­λιό αθά­να­το βι­νύ­λιο με γρα­τζου­νιές που έκα­ναν την ακρό­α­ση και, συ­νά­μα, την ανά­γνω­ση των ποι­η­μά­των της Κα­τε­ρί­νας Αγ­γε­λά­κη-Ρουκ, ένα εί­δος αρ­νη­τι­κού με­λο­δρά­μα­τος, ένα με­λό­δρα­μα σε νε­γκα­τίφ, ώσπου, ύστε­ρα από το απροσ­δό­κη­το εκεί­νο βα­λά­ντω­μα, έβα­λαν, με λου­σμέ­να μά­γου­λα και χεί­λη στην αρ­μύ­ρα των δα­κρύ­ων, ναι, έβα­λαν τα γέ­λια κι άρ­χι­ζαν, θαρ­ρείς για να ξορ­κί­σουν τη συ­γκι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση που εί­χαν απο­φα­σί­σει ότι δεν τους ταί­ρια­ζε και δεν τους άρ­μο­ζε, να κα­βγα­δί­ζουν για το ποιος κλαί­ει πιο γο­ε­ρά—

—και στις 22 Ια­νουα­ρί­ου, επα­να­λαμ­βά­νε­ται, επί­σης με κα­τα­λύ­τες την ποί­η­ση και τη μου­σι­κή, το πέ­ρα­σμα στην επι­κρά­τεια του γό­ου, αυ­τό που εί­χε πει κά­ποιος «αμοι­βαιό­τη­τα των δα­κρύ­ων», τού­τη τη φο­ρά εξ απο­στά­σε­ως, τού­τη τη φο­ρά να τους χω­ρί­ζουν όχι με­ρι­κά χι­λιο­στά αλ­λά δύο χι­λιά­δες τρια­κό­σια εί­κο­σι εφτά χι­λιό­με­τρα —Εκεί­νη στο Βε­ρο­λί­νο για το Εγ­χεί­ρη­μα Work/Job, το οποίο υπό την απει­λή του Covid-19 δια­κό­πη­κε, εκεί­νος στην Κυ­ψέ­λη, ανα­γκα­σμέ­νος, λό­γω επι­κεί­με­νης κα­ρα­ντί­νας, να ακυ­ρώ­σει το αλε­ρε­τούρ ει­σι­τή­ριο για το Βε­ρο­λί­νο, όπου θα περ­νού­σαν μα­ζί, Εκεί­νη κι εκεί­νος, με­ρι­κές αλη­σμό­νη­τες ημέ­ρες, και νύ­χτες ασφα­λώς, και θα επέ­στρε­φαν πα­ρέα στην Αθή­να— και τώ­ρα, με μα­ταιω­μέ­νες αυ­τές τις θελ­κτι­κές προσ­δο­κί­ες να κλαί­νε γο­ε­ρά από τη­λε­φώ­νου, έχο­ντας πλη­ρο­φο­ρη­θεί το φευ­γιό της Κα­τε­ρί­νας για τους λει­μώ­νες τ᾽ ου­ρα­νού, αυ­τοί που ήταν οι δύο τε­λευ­ταί­οι άν­θρω­ποι που την συ­νά­ντη­σαν στο δια­μέ­ρι­σμα της οδού Κνωσ­σού και εί­χαν συ­νο­μι­λή­σει οι τρεις τους με τις ώρες, διαν­θί­ζο­ντας με μαρ­μα­ρυ­γές χιού­μορ και αγά­πης τη συ­νο­μι­λία, ενώ εκεί­νος άφη­νε εσκεμ­μέ­να χώ­ρο και χρό­νο σ᾽ Εκεί­νη ώστε να εκ­θέ­σει στην Κα­τε­ρί­να το πλή­ρες σχέ­διό της για μιαν επι­τέ­λε­ση/αφιέ­ρω­μα στο έρ­γο της Κα­τε­ρί­νας, και μά­λι­στα τις φω­το­γρά­φι­σε αγκα­λιά, πί­σω από το πρά­σι­νο πορ­τα­τίφ και τη βα­θυ­κόκ­κι­νη κα­λαγ­χόη που της εί­χαν φέ­ρει δώ­ρο μα­ζί με εκλε­κτά εύ­γευ­στα βου­τή­μα­τα, γε­λα­στές, λά­μπου­σες, υπέ­ρο­χες—

—κι έτσι τώ­ρα, με γρα­σω­μέ­να τ᾽ άρ­βυ­λα [ Κα­ρού­ζος/Σκύ­βα­λο αθα­να­σί­ας] για την οδοι­πο­ρία της μνή­μης, με λα­δω­μέ­να τα γρα­νά­ζια του μη­χα­νι­σμού, εξα­κο­λου­θεί να συ­ντάσ­σει εκεί­νος, σα­ρά­ντα δύο μή­νες με­τά την ει­ρη­μέ­νη Πρώ­τη Ώρα, τού­την εδώ την Εγκυ­κλο­παί­δεια των Δευ­τε­ρο­λέ­πτων που έζη­σαν, μα­ζί και χώ­ρια, ανα­συν­θέ­το­ντας ση­μειώ­σεις, ανα­τρέ­χο­ντας σε ημε­ρο­λό­για που επι­με­λώς έχει κρα­τή­σει, μο­ντά­ρο­ντας όσο πιο επί­μο­να μπο­ρεί το υλι­κό του (που δεν απαρ­τί­ζε­ται από λέ­ξεις μό­νο, αλ­λά και από φω­το­γρα­φί­ες, απο­κόμ­μα­τα από πε­ριο­δι­κά τέ­χνης, ηχο­γρα­φή­σεις), φι­λο­δο­ξώ­ντας να συ­ντά­ξει την Ιδρυ­τι­κή Συν­θή­κη ενός εξό­χως πε­ρί­πλο­κου έρω­τα, μιας εξό­χως πε­ρί­πλο­κης αγά­πης, μιας εξό­χως πε­ρί­πλο­κης συ­νά­ντη­σης, φρο­νώ­ντας ότι σύ­νο­λο το συ­ντε­θει­μέ­νο αυ­τό κεί­με­νο θα απο­τε­λεί ένα Ση­μείο Στί­ξε­ως στο Αχα­νές Χει­ρό­γρα­φο του Χρό­νου—

***

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: