Λογοτεχνία & Μαθηματικά

Σχάμα ἄειδε θεά

Συν­δυά­ζο­ντας το προ­οί­μιο της Ιλιά­δας με το από­φθεγ­μα του Πυ­θα­γό­ρα «Σχά­μα και βά­μα» που σε ελεύ­θε­ρη με­τά­φρα­ση ση­μαί­νει «κά­θε νέο σχή­μα εί­ναι ένα βή­μα προς τη γνώ­ση» η στή­λη φι­λο­δο­ξεί να ασχο­λη­θεί με τους τρό­πους που οι τέ­χνες ανα­ζη­τούν την έμπνευ­ση στους δαι­δά­λους των μα­θη­μα­τι­κών

Λογοτεχνία & Μαθηματικά

Ιστορίες απ’ τον καιρό που ήλιος εκτόπισε τη γη

Δη­μο­σιεύ­ο­ντας το 1543, λί­γες μέ­ρες πριν πε­θά­νει, το εξά­το­μο σύγ­γραμ­μα, De Revolutionibus Orbium Celestium (Πε­ρί της πε­ρι­στρο­φής των ου­ρα­νί­ων σφαι­ρών) ο Νι­κό­λα­ος Κο­πέρ­νι­κος πυ­ρο­δό­τη­σε τη θρυαλ­λί­δα της επι­στη­μο­νι­κής επα­νά­στα­σης. Μέ­σα σε με­ρι­κές δε­κα­ε­τί­ες, η γη εξο­βε­λί­στη­κε από το κέ­ντρο του σύ­μπα­ντος κα­τα­δι­κα­σμέ­νη να πε­ρι­φέ­ρε­ται σε μια απλή κυ­κλι­κή τρο­χιά γύ­ρω από το νέο κέ­ντρο, τον ήλιο. Με τη σει­ρά του ο ήλιος υπο­βαθ­μί­στη­κε: από κέ­ντρο του σύ­μπα­ντος κα­τά­ντη­σε κέ­ντρο ενός μι­κρού, τα­πει­νού πλα­νη­τι­κού συ­στή­μα­τος γύ­ρω από το οποίο διέ­γρα­φαν τις κυ­κλι­κές τρο­χιές τους η Γη, ο Άρης, η Αφρο­δί­τη και οι άλ­λοι πλα­νή­τες. Το νέο κο­σμο­εί­δω­λο αντι­λαμ­βα­νό­ταν το σύ­μπαν ως άκε­ντρο, διά­σπαρ­το με ανα­ρίθ­μη­τους ήλιους που ο κα­θέ­νας τους πε­ρι­στοι­χι­ζό­ταν από το δι­κό του πλα­νη­τι­κό σύ­στη­μα. Η χα­ρι­στι­κή βο­λή στο Πλα­τω­νι­κό πρό­τυ­πο δό­θη­κε από τον Κέ­πλερ: οι τρο­χιές των πλα­νη­τών δεν εί­ναι καν κυ­κλι­κές! Το σχή­μα τους εί­ναι μια έλ­λει­ψη και ο ήλιος αντί να βρί­σκε­ται στο κέ­ντρο της κα­τοι­κεί σε μια από τις εστί­ες της. Τέ­λος, το 1687, δη­μο­σιεύ­ο­ντας το Philosophiae Naturalis Principia Mathematica (Μα­θη­μα­τι­κές αρ­χές της φυ­σι­κής φι­λο­σο­φί­ας) ο Νεύ­των ενέ­τα­ξε τις πα­ρα­τη­ρη­σια­κές δια­πι­στώ­σεις και τους εμπει­ρι­κούς νό­μους του Κέ­πλερ σ’ ένα ενιαίο μα­θη­μα­τι­κά τεκ­μη­ριω­μέ­νο πλαί­σιο, βα­σι­σμέ­νο σ’ έναν θε­με­λιώ­δη νό­μο, το νό­μο της πα­γκό­σμιας έλ­ξης.

Νικόλαος Κοπέρνικος, 1473-1543
Νικόλαος Κοπέρνικος, 1473-1543

Εί­ναι συ­νε­πώς εύ­λο­γο να επι­λέ­ξου­με τη δη­μο­σί­ευ­ση του De Revolutionibus και την έκ­δο­ση των Principia ως ορό­ση­μα της απαρ­χής και την ολο­κλή­ρω­σης της επι­στη­μο­νι­κής επα­νά­στα­σης κα­τά την οποία η Αστρο­νο­μία έθε­σε σε κί­νη­ση μια δια­δι­κα­σία που προ­κά­λε­σε αλυ­σι­δω­τές ανα­τρο­πές στη Μη­χα­νι­κή, την Οπτι­κή, τη Χη­μεία, την Ανα­το­μία, τη Φυ­σιο­λο­γία, ενώ στο υπό­βα­θρο όλων αυ­τών των ανα­κα­τα­τά­ξε­ων χτι­ζό­ταν στα­δια­κά μια νέα μα­θη­μα­τι­κή θε­ω­ρία, η πρώ­τη ρι­ζι­κά νέα μα­θη­μα­τι­κή δη­μιουρ­γία ύστε­ρα από τη Γε­ω­με­τρία των αρ­χαί­ων Ελ­λή­νων: ο Απει­ρο­στι­κός Λο­γι­σμός.
Ποια ήταν όμως η υπο­δο­χή που επε­φύ­λα­ξαν οι μη ει­δι­κοί στα πο­ρί­σμα­τα και τις συ­νέ­πειες αυ­τής της εντυ­πω­σια­κής ανα­τρο­πής ενός κο­σμοει­δώ­λου που ήταν λί­γο πο­λύ απο­δε­κτό για πά­νω από δυο χι­λιε­τί­ες; Ένας τρό­πος να απο­κτή­σου­με κά­ποια αί­σθη­ση γι’ αυ­τό, εί­ναι να εξε­τά­σου­με την επί­δρα­ση που εί­χε η επι­στη­μο­νι­κή επα­νά­στα­ση πά­νω στη λο­γο­τε­χνία της επο­χής της. Θα επι­χει­ρή­σου­με λοι­πόν μια πε­ρι­διά­βα­ση σε τέσ­σε­ρα ση­μα­ντι­κά λο­γο­τε­χνι­κά πο­νή­μα­τα που κα­λύ­πτουν την πε­ρί­ο­δο από το 1630 μέ­χρι το 1750, από τα μέ­σα δη­λα­δή της επι­στη­μο­νι­κής επα­νά­στα­σης, όταν τα συ­μπε­ρά­σμα­τά της εί­χαν αρ­χί­σει να δη­μο­σιο­ποιού­νται και να γί­νο­νται ευ­ρύ­τε­ρα κα­τα­νοη­τά, μέ­χρι τα μέ­σα του Δια­φω­τι­σμού όταν οι δογ­μα­τι­κού του­λά­χι­στον χα­ρα­κτή­ρα αντι­δρά­σεις στις και­νο­το­μί­ες της εί­χαν πια κο­πά­σει. Η επι­λο­γή μας, που δεν εί­ναι σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση εξα­ντλη­τι­κή –η επο­χή βρί­θει από «επι­στη­μο­νι­κό­τρο­πη» μυ­θο­πλα­σία– εί­ναι ωστό­σο αντι­προ­σω­πευ­τι­κή. Πε­ρι­λαμ­βά­νει τη νου­βέ­λα του Κέ­πλερ Somnium (άρ­χι­σε να γρά­φε­ται το 1593 και κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τά θά­να­τον, το 1634), την  Πε­ρι­γρα­φή ενός και­νούρ­γιου κό­σμου που απο­κα­λεί­ται λα­μπρός κό­σμος, μια ου­το­πία της Μάρ­γκα­ρετ Κά­βε­ντις που εκ­δό­θη­κε το 1666, το πα­σί­γνω­στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Τζό­να­θαν Σουίφτ Τα τα­ξί­δια του Γκιού­λι­βερ (1726) και το φι­λο­σο­φι­κό αφή­γη­μα Μι­κρο­μέ­γας του Βολ­ταί­ρου (γρά­φτη­κε το 1739 και κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1752).

Γιοχάνες Κέπλερ, 1571-1630
Γιοχάνες Κέπλερ, 1571-1630
800Px Gonzales Coques 2 1

Το 1593 ο Κέ­πλερ (1571-1630), φοι­τη­τής ακό­μα στο Τύ­μπιν­γκεν, συ­νέ­τα­ξε μια ερ­γα­σία που διε­ρευ­νού­σε πώς ένα ου­ρά­νιο φαι­νό­με­νο θα γι­νό­ταν αντι­λη­πτό από κά­ποιον πα­ρα­τη­ρη­τή στη Σε­λή­νη. Το έρ­γο απο­δε­χό­ταν το ηλιο­κε­ντρι­κό μο­ντέ­λο και την «ισο­τι­μία» όλων των ου­ρα­νί­ων σω­μά­των όσον αφο­ρά στη δυ­να­τό­τη­τα να «πα­τή­σει» κα­νείς πά­νω σε αυ­τά και να κά­νει πα­ρα­τη­ρή­σεις. Φυ­σι­κά προ­ϋ­πέ­θε­τε βα­θιά γνώ­ση της Γε­ω­με­τρί­ας και ει­δι­κό­τε­ρα την ικα­νό­τη­τα διά­κρι­σης ανά­με­σα σε φαι­νό­με­νη και πραγ­μα­τι­κή κί­νη­ση. Οι κα­θη­γη­τές του Τί­μπιν­γκεν, προ­ση­λω­μέ­νοι στο γε­ω­κε­ντρι­κό μο­ντέ­λο, απέρ­ρι­ψαν τη δια­τρι­βή που έμει­νε στο αρ­χείο του.
Δε­κα­έ­ξι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1609, ο Κέ­πλερ, Αυ­το­κρα­το­ρι­κός Μα­θη­μα­τι­κός πια στην Πρά­γα, πρω­τεύ­ου­σα της Αγί­ας Ρω­μαϊ­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας του Γερ­μα­νι­κού Έθνους εν­σω­μά­τω­σε το πε­ριε­χό­με­νο της δια­τρι­βής σε μια νου­βέ­λα που την τι­τλο­φό­ρη­σε Somnium, δα­νει­ζό­με­νος τον τί­τλο από τον Κι­κέ­ρω­να. Η αφή­γη­ση πε­ρι­γρά­φει τις πε­ρι­πέ­τειες ενός νε­α­ρού τα­ξι­διώ­τη που αφού σπού­δα­σε Αστρο­νο­μία κο­ντά στον Τύ­χο Μπρά­χε (που εί­ναι πραγ­μα­τι­κό πρό­σω­πο, αστρο­νό­μος και προ­κά­το­χος του Κέ­πλερ στη θέ­ση του μα­θη­μα­τι­κού της αυ­λής) μπό­ρε­σε χά­ρη στις μα­γι­κές ικα­νό­τη­τες της μη­τέ­ρας του (ας μην ξε­χνά­με ότι και η μη­τέ­ρα του Κέ­πλερ δι­κά­στη­κε με την κα­τη­γο­ρία της μα­γεί­ας και αθω­ώ­θη­κε χά­ρη στις προ­σπά­θειες και την επιρ­ροή του γιου της) να τα­ξι­δέ­ψει στη Σε­λή­νη και να πε­ρι­γρά­ψει τον κό­σμο όπως τον έβλε­πε από εκεί. Έχου­με δη­λα­δή ένα δείγ­μα προ­σχη­μα­τι­κής μυ­θο­πλα­σί­ας, όπου ο μύ­θος χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως προ­κά­λυμ­μα για τη δια­τύ­πω­ση μιας επι­στη­μο­νι­κής θε­ω­ρί­ας που αν πα­ρου­σια­ζό­ταν με αυ­τή τη μορ­φή θα προ­κα­λού­σε προ­βλή­μα­τα στον δη­μιουρ­γό της.
Η Μάρ­γκα­ρετ Κά­βε­ντις, δού­κισ­σα του Νιού­κα­στλ (1623-1673), ήταν η πρώ­τη γυ­ναί­κα που δη­μο­σί­ευ­σε επώ­νυ­μα έρ­γα με θέ­μα τη φι­λο­σο­φία, την πο­λι­τι­κή και την κοι­νω­νία. Απο­τολ­μώ­ντας κά­τι τέ­τοιο, εί­χε πλή­ρη συ­νεί­δη­ση των αντι­δρά­σε­ων που θα προ­κα­λού­σε. «Φα­ντά­ζο­μαι», έγρα­ψε, «ότι θα κα­τη­γο­ρη­θώ από το ίδιο μου το φύ­λο. Όσο για τους άν­δρες, αυ­τοί θα υπο­δε­χθούν το βι­βλίο μου με πε­ρι­φρο­νη­τι­κά χα­μό­γε­λα, αφού θα θε­ω­ρή­σουν ότι σφε­τε­ρί­ζε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό τα προ­νό­μιά τους. Για­τί αντι­με­τω­πί­ζουν τα βι­βλία σαν το στέμ­μα και το σπα­θί σαν το σκή­πτρο με τα οποία κυ­ριαρ­χούν και κυ­βερ­νούν».

Οι στρόβιλοι (ή δίνες) του Καρτέσιου σε χαρακτικό του 18ου αιώνα.
Οι στρόβιλοι (ή δίνες) του Καρτέσιου σε χαρακτικό του 18ου αιώνα.

Η Πε­ρι­γρα­φή ενός και­νούρ­γιου κό­σμου που απο­κα­λεί­ται λα­μπρός κό­σμος κυ­κλο­φό­ρη­σε στην Αγ­γλία 32 χρό­νια με­τά το Somnium. Εί­ναι η ιστο­ρία μιας νε­α­ρής αρι­στο­κρά­τισ­σας που χά­ρη σε μια ...αστρο­νο­μι­κή συ­γκυ­ρία εγκα­τα­λεί­πει τη Γη και μέ­σω ενός στρο­βί­λου με­τα­φέ­ρε­ται σ’ έναν μα­κρι­νό, άγνω­στο πλα­νή­τη. Εδώ εί­ναι εμ­φα­νής η  επιρ­ροή του Καρ­τε­σια­νού μο­ντέ­λου του Σύ­μπα­ντος. Ο Καρ­τέ­σιος, που απέ­κλειε πλή­ρως την ύπαρ­ξη κε­νού, φα­ντα­ζό­ταν το Σύ­μπαν πλή­ρες από ένα μυ­στη­ριώ­δες και αδιευ­κρί­νι­στο υλι­κό, φο­ρέα της κί­νη­σης που έχει χο­ρη­γη­θεί άπαξ και δια­πα­ντός από το δη­μιουρ­γό. Αυ­τή η πο­σό­τη­τα της κί­νη­σης ού­τε δη­μιουρ­γεί­ται ού­τε χά­νε­ται, με­τα­δί­δε­ται όμως από το ένα σώ­μα στο άλ­λο μέ­σω στρο­βί­λων.  Ο κά­θε πλα­νή­της βρί­σκε­ται στο μέ­σον ενός στρο­βί­λου ο οποί­ος κα­θο­ρί­ζει και την τρο­χιά του. Οι διά­φο­ροι στρό­βι­λοι εί­ναι σε επα­φή με­τα­ξύ τους και με­τα­βι­βά­ζουν την κί­νη­ση ο ένας στον άλ­λο. Επι­χει­ρεί­ται έτσι η εξή­γη­ση των πλα­νη­τι­κών κι­νή­σε­ων χω­ρίς να γί­νει ανα­φο­ρά σε δυ­νά­μεις εξ απο­στά­σε­ως, όπως η vis motrix του Κε­πλερ ή η βα­ρυ­τι­κή δύ­να­μη που πε­ρι­γρά­φε­ται με το νό­μο της πα­γκό­σμιας έλ­ξης του Νεύ­τω­να.
Σύ­ντο­μα η  ηρω­ί­δα της Κά­βε­ντις στέ­φε­ται βα­σί­λισ­σα αυ­τού του άγνω­στου κό­σμου και κα­λεί τους επι­στή­μο­νες που, ανά­λο­γα με την ει­δι­κό­τη­τά τους, έχουν το όνο­μα και τη μορ­φή δια­φό­ρων ζώ­ων για να της πα­ρου­σιά­σουν τα νέα επι­στη­μο­νι­κά επι­τεύγ­μα­τα. Συ­να­ντιέ­ται με τους, τους αστρο­νό­μους-που­λιά, τους χη­μι­κούς- πι­θή­κους, τους ανα­τό­μους-σα­τύ­ρους, τους μα­θη­μα­τι­κούς-αρά­χνες και τους γε­ω­μέ­τρες-ψεί­ρες. Αμ­φι­σβη­τεί την εγκυ­ρό­τη­τα του τη­λε­σκο­πί­ου, ρω­τά αν τε­τρα­γω­νί­στη­κε επι­τέ­λους ο κύ­κλος, ενη­με­ρώ­νε­ται για τους φα­ντα­στι­κούς αριθ­μούς (τις τε­τρα­γω­νι­κές ρί­ζες των αρ­νη­τι­κών αριθ­μών) και εκ­φρά­ζει απο­ρί­ες σχε­τι­κά με τον πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο απει­ρο­στι­κό λο­γι­σμό τον οποίο αδυ­να­τεί να κα­τα­νο­ή­σει.
Το Όνει­ρο του Κέ­πλερ εί­ναι έρ­γο ενός κο­ρυ­φαί­ου μα­θη­μα­τι­κού που κα­τέ­χει πλή­ρως το αντι­κεί­με­νό του –αφού άλ­λω­στε εί­ναι ένας από τους κύ­ριους δη­μιουρ­γούς του– και που ανα­ζη­τεί έναν εύ­λη­πτο τρό­πο να το δη­μο­σιο­ποι­ή­σει. Αντί­θε­τα, η Κά­βε­ντις, πα­ρά το δε­δο­μέ­νο εν­δια­φέ­ρον της για τις θε­τι­κές επι­στή­μες –τα χρο­νι­κά ανα­φέ­ρουν πο­λυά­ριθ­μες συ­ζη­τή­σεις της με πολ­λούς φυ­σι­κούς φι­λο­σό­φους κα­θώς και μία του­λά­χι­στον επί­σκε­ψή της στη Βα­σι­λι­κή Εται­ρεία του Λον­δί­νου– πα­ρα­μέ­νει ένας εξω­τε­ρι­κός πα­ρά­γο­ντας, ένα τρί­το μά­τι. Δια­βά­ζο­ντας τον Λα­μπρό Κό­σμο δια­πι­στώ­νου­με ότι άλ­λα θέ­μα­τα τα έχει μό­νο επι­φα­νεια­κά κα­τα­νο­ή­σει και άλ­λα τα έχει πλή­ρως πα­ρα­νο­ή­σει. Από αυ­τή την άπο­ψη το έρ­γο της απο­τε­λεί μια εξαι­ρε­τι­κά αξιό­πι­στη μαρ­τυ­ρία για το πώς «πέ­ρα­σαν» και τι αντι­δρά­σεις προ­κά­λε­σαν τα επι­τεύγ­μα­τα της επι­στη­μο­νι­κής επα­νά­στα­σης στο ευ­ρύ κοι­νό. Άλ­λω­στε η Κά­βε­ντις δε δεί­χνει να συμ­με­ρί­ζε­ται το εν­δια­φέ­ρον του Κέ­πλερ για την εκλα­ΐ­κευ­ση των νέ­ων επι­στη­μο­νι­κών επι­τευγ­μά­των. Το έρ­γο της στο­χεύ­ει στην κοι­νω­νι­κή κρι­τι­κή, τη σά­τι­ρα και την ενί­σχυ­ση της κοι­νω­νι­κής θέ­σης της γυ­ναί­κας. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, και επει­δή βρί­σκο­νται στο επί­κε­ντρο της επι­και­ρό­τη­τας, ασχο­λεί­ται με τις θε­τι­κές επι­στή­μες.

Κάτοικοι της Λαπούτα με τους κοπανιστές τους βαδίζουν παρατηρώντας τον ουρανό κινδυνεύοντας σαν τον Θαλή να πέσουν μέσα στο νερό.
Κάτοικοι της Λαπούτα με τους κοπανιστές τους βαδίζουν παρατηρώντας τον ουρανό κινδυνεύοντας σαν τον Θαλή να πέσουν μέσα στο νερό.

Το ίδιο μπο­ρού­με να πού­με και για τα Τα­ξί­δια του Γκιού­λι­βερ του Τζό­να­θαν Σουίφτ. Ενώ ο Λα­μπρός κό­σμος γρά­φτη­κε την επο­χή που ο Νεύ­των διε­ξή­γα­γε τις έρευ­νές του, το βι­βλίο του Σουίφτ κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1726, ένα χρό­νο πριν από το θά­να­το του Νεύ­τω­να, όταν πια το έρ­γο του εί­χε γί­νει πλή­ρως απο­δε­κτό στην Αγ­γλία και εί­χε απο­κτή­σει αρ­κε­τούς υπο­στη­ρι­κτές στην ηπει­ρω­τι­κή Ευ­ρώ­πη.
Ο Σουίφτ υιο­θε­τεί και ανα­πτύσ­σει στο έπα­κρο το μο­ντέ­λο του «αφη­ρη­μέ­νου μα­θη­μα­τι­κού». Στο τρί­το του τα­ξί­δι, ο Γκιού­λι­βερ επι­σκέ­πτε­ται τη Λα­πού­τα, ένα ιπτά­με­νο νη­σί που διοι­κεί­ται από μα­θη­μα­τι­κούς. Οι άν­θρω­ποι αυ­τοί εί­ναι τό­σο απορ­ρο­φη­μέ­νοι από τις φι­λο­σο­φι­κές τους ενα­τε­νί­σεις που ξε­χνούν πό­τε πρέ­πει να μι­λή­σουν ή να ακού­σουν το συ­νο­μι­λη­τή τους. Έτσι εί­ναι ανα­γκα­σμέ­νοι να δια­τη­ρούν ένα «κο­πα­νι­στή» που έχει ως κα­θή­κον να τους χτυ­πά ελα­φρά στο στό­μα όταν πρέ­πει να μι­λή­σουν και στο αυ­τί όταν πρέ­πει να ακού­σουν. Οι υπη­ρέ­τες αυ­τοί εί­ναι επι­προ­σθέ­τως επι­φορ­τι­σμέ­νοι να οδη­γούν τους ερ­γο­δό­τες τους στο δρό­μο για να τους εμπο­δί­ζουν από του να πέ­φτουν μέ­σα στις τρύ­πες ή να τρα­κά­ρουν στις κο­λώ­νες. Ο Σουίφτ ανα­πα­ρά­γει εδώ το ανά­λο­γο ανέκ­δο­το που αφη­γεί­ται ο Πλά­των στο Θε­αί­τη­το σχε­τι­κά με το Θα­λή.
Με παι­γνιώ­δη διά­θε­ση, χω­ρίς να απο­φεύ­γει το γκρο­τέ­σκο, ο συγ­γρα­φέ­ας πε­ρι­γρά­φει τα ρού­χα των Λα­που­τια­νών που εί­ναι δια­κο­σμη­μέ­να με αστρο­νο­μι­κά και μου­σι­κά σύμ­βο­λα και τα φα­γη­τά τους που σερ­βί­ρο­νται κομ­μέ­να σε γε­ω­με­τρι­κά σχή­μα­τα. Οι ρά­φτες παίρ­νουν μέ­τρα χρη­σι­μο­ποιώ­ντας εξά­ντες και σχε­διά­ζουν τα πα­τρόν τους χρη­σι­μο­ποιώ­ντας απο­κλει­στι­κά κα­νό­να και δια­βή­τη. Τα συ­χνά όμως λά­θη στους μα­θη­μα­τι­κούς υπο­λο­γι­σμούς έχουν ως απο­τέ­λε­σμα κα­κο­ραμ­μέ­να και δύ­σχρη­στα ρού­χα. Τα σπί­τια εί­ναι κα­κο­χτι­σμέ­να, με στρα­βούς τοί­χους για­τί οι αρ­χι­τέ­κτο­νες πε­ρι­φρο­νούν την πρα­κτι­κή γε­ω­με­τρία και αρ­νού­νται να θέ­σουν σε εφαρ­μο­γή τις θε­ω­ρη­τι­κές τους γνώ­σεις στην υπη­ρε­σία χυ­δαί­ων ανα­γκών όπως η σω­στή κα­τα­σκευή μιας ορ­θής γω­νί­ας. Η σα­τι­ρι­κή διά­θε­ση του συγ­γρα­φέα στρέ­φε­ται εδώ κα­τά του Πλά­τω­να και των οπα­δών του που όπως ανα­φέ­ρει και ο Πλού­ταρ­χος κα­τέ­κρι­νε όσους «...εξευ­τέ­λι­ζαν το αγα­θό της Γε­ω­με­τρί­ας φεύ­γο­ντας από τα ασώ­μα­τα και νοη­τά και στρε­φό­με­νοι προς τα υλι­κά...».
Σε πιο αυ­στη­ρό στυλ ο Σουίφτ ανα­φέ­ρει ότι ορι­σμέ­νοι από τους μα­θη­μα­τι­κούς της Λα­πού­τα ασχο­λού­νται κρυ­φά με την αστρο­λο­γία και την αλ­χη­μεία. Ο υπαι­νιγ­μός στρέ­φε­ται σα­φώς ενα­ντί­ον του Νεύ­τω­να που επι­κρί­νε­ται ακό­μη –χω­ρίς να κα­το­νο­μά­ζε­ται– για την ανά­μει­ξή του με τα πο­λι­τι­κά. Ανα­φέ­ρει ει­δι­κό­τε­ρα, ότι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι μα­θη­μα­τι­κοί που έχει γνω­ρί­σει θε­ω­ρούν τους εαυ­τούς τους ει­δή­μο­νες στα πο­λι­τι­κά, «...ίσως να νο­μί­ζουν πως επει­δή τό­σο οι μι­κροί όσο και οι με­γά­λοι κύ­κλοι έχουν τον ίδιο αριθ­μό μοι­ρών η δια­χεί­ρι­ση και η διοί­κη­ση του κό­σμου δεν απαι­τεί πε­ρισ­σό­τε­ρες ικα­νό­τη­τες από το χει­ρι­σμό και την πε­ρι­στρο­φή μιας σφαί­ρας».
Εξί­σου σαρ­κα­στι­κός εί­ναι ο Σουίφτ στα θέ­μα­τα κλο­πής πνευ­μα­τι­κής ιδιο­κτη­σί­ας, σα­φώς επη­ρε­α­σμέ­νος από τη δια­μά­χη της πα­τρό­τη­τας για τον Απει­ρο­στι­κό Λο­γι­σμό που έφε­ρε αντι­μέ­τω­πους το Νεύ­τω­να και το Λάι­μπνιτς, κα­θώς και από τις άλ­λες σχε­τι­κές κα­τη­γο­ρί­ες κλο­πής που βά­ρυ­ναν το Νεύ­τω­να σε σχέ­ση με τον Χουκ, το Χά­λεϊ και άλ­λους συγ­χρό­νους του.
Αν το άπει­ρο και το απει­ρο­στό εί­ναι ακό­μα και σή­με­ρα έν­νοιες δυσ­νό­η­τες μπο­ρεί κα­νείς να φα­ντα­στεί πό­σο με­γα­λύ­τε­ρη σύγ­χυ­ση προ­κα­λού­σαν την επο­χή που ήταν ακό­μα στα σπάρ­γα­νά τους. Εν­δει­κτι­κά ο Τζωρτζ Μπέρ­κλεϋ, στο έρ­γο του ο Ανα­λύ­στας (1734) χα­ρα­κτη­ρί­ζει τις έν­νοιες του Απει­ρο­στι­κού λο­γι­σμού ως φα­ντά­σμα­τα νε­κρών όρων. Δεν εί­ναι πα­ρά­ξε­νο λοι­πόν που ο Βολ­ταί­ρος, ένας φι­λό­σο­φος με με­γά­λο εν­δια­φέ­ρον αλ­λά με πο­λύ φτω­χές γνώ­σεις για τα Μα­θη­μα­τι­κά, δυ­σκο­λεύ­ε­ται, πα­ρά το θαυ­μα­σμό του, να κα­τα­νο­ή­σει το έρ­γο του Νεύ­τω­να. Στον Μι­κρο­μέ­γα ο Βολ­ταί­ρος αφη­γεί­ται την ιστο­ρία ενός γί­γα­ντα από τον Σεί­ριο, 24.000 φο­ρές με­γα­λύ­τε­ρο από τους κα­τοί­κους της Γης που επι­σκέ­πτε­ται τον πλα­νή­τη μας. Καί­τοι φα­να­τι­κός οπα­δός του Νεύ­τω­να, ο Βολ­ταί­ρος ανα­γκά­ζε­ται, για τη με­τα­κί­νη­ση με­τα­ξύ των πλα­νη­τών, να υιο­θε­τή­σει ένα μει­κτό μο­ντέ­λο, όπου οι νό­μοι της βα­ρύ­τη­τας συν­δυά­ζο­νται με την υλι­κό­τη­τα των ηλια­κών ακτί­νων (Κέ­πλερ) αλ­λά και των καρ­τε­σια­νών ιδε­ών πε­ρί του plenum: «...Ο τα­ξι­διώ­της μας γνώ­ρι­ζε στην εντέ­λεια τους νό­μους της βα­ρύ­τη­τας κα­θώς και όλες τις ελ­κτι­κές και απω­στι­κές δυ­νά­μεις. Ήξε­ρε να τις χει­ρί­ζε­ται τό­σο επι­δέ­ξια που πό­τε με τη βο­ή­θεια μιας ηλια­χτί­δας, πό­τε χρη­σι­μο­ποιώ­ντας έναν κο­μή­τη, κα­τά­φερ­νε, αυ­τός κι οι δι­κοί του, να με­τα­κι­νεί­ται από πλα­νή­τη σε πλα­νή­τη, σαν τα που­λιά που φτε­ρο­κο­πούν από το ένα κλα­δί στο άλ­λο...»

Από το βιβλίο του Βολταίρου «Στοιχεία της φιλοσοφίας του Νεύτωνα». Ο Νεύτων φωτίζει με τη σοφία του την Εμιλί ντυ Σατλέ και αυτή αντικατοπτρίζει τη σοφία στον Βολταίρο που την περιγράφει με την πέννα του.
Από το βιβλίο του Βολταίρου «Στοιχεία της φιλοσοφίας του Νεύτωνα». Ο Νεύτων φωτίζει με τη σοφία του την Εμιλί ντυ Σατλέ και αυτή αντικατοπτρίζει τη σοφία στον Βολταίρο που την περιγράφει με την πέννα του.

Η ιδέα της ύπαρ­ξης όμοιων αν­θρώ­πι­νων όντων σε δια­φο­ρε­τι­κά με­γέ­θη εί­ναι σα­φώς «δα­νει­σμέ­νη» από τον Σουίφτ. Όμως ο Βολ­ταί­ρος την εμπλου­τί­ζει, επε­κτεί­νο­ντάς την κα στα φυ­σι­κά με­γέ­θη: Τα με­γα­λύ­τε­ρα όντα εί­ναι και μα­κρο­βιό­τε­ρα, έχουν πε­ρισ­σό­τε­ρες αι­σθή­σεις, το φω­τει­νό φά­σμα τους έχει πε­ρισ­σό­τε­ρα χρώ­μα­τα. Η ανα­φο­ρά στα πει­ρά­μα­τα του Νεύ­τω­να με το λευ­κό φως εί­ναι άμε­ση και δια­τυ­πώ­νε­ται η άπο­ψη ότι η φύ­ση του φω­τός εί­ναι πα­ντού η ίδια (το λευ­κό φως εί­ναι σύν­θε­το και ανα­λύ­ε­ται σε στοι­χειώ­δη χρώ­μα­τα) αλ­λά το φως του Σεί­ριου απο­τε­λεί­ται από 39 στοι­χειώ­δη χρώ­μα­τα αντί των επτά του δι­κού μας Ήλιου.
Πα­ρά το έντο­νο εν­δια­φέ­ρον και το θαυ­μα­σμό του για τα Μα­θη­μα­τι­κά ο Βολ­ταί­ρος δεν πα­ρα­λεί­πει να σα­τι­ρί­σει τους μα­θη­μα­τι­κούς της επο­χής του κα­τευ­θύ­νο­ντας τα βέ­λη του ει­δι­κό­τε­ρα κα­τά του Πα­σκάλ και του πά­λαι πο­τέ φί­λου του Μο­περ­τουί. Γί­νε­ται εκτε­νής ανα­φο­ρά στην απο­στο­λή του Μο­περ­τουί στη Λα­πω­νία και το πραγ­μα­τι­κό πε­ρι­στα­τι­κό του ναυα­γί­ου του εντάσ­σε­ται έντε­χνα στο μύ­θο του Μι­κρο­μέ­γα: Ένα από τα πολ­λά θέ­μα­τα που έφε­ραν αντι­μέ­τω­πους τους Άγ­γλους επι­στή­μο­νες με τους συ­να­δέλ­φους τους της ηπει­ρω­τι­κής Ευ­ρώ­πης ήταν το σχή­μα της Γης. Ο Νεύ­των υπο­στή­ρι­ζε ότι εί­ναι πε­πλα­τυ­σμέ­νη στους πό­λους και διο­γκω­μέ­νη στον ιση­με­ρι­νό, οι καρ­τε­σια­νοί το αντί­θε­το. Η απο­στο­λή στη Λα­πω­νία, κα­θώς και μια ανά­λο­γη απο­στο­λή στο Πε­ρού εί­χαν σκο­πό τη μέ­τρη­ση –με τη μέ­θο­δο του γε­ω­δαι­τι­κού τρι­γω­νι­σμού– του μή­κους μιας μοί­ρας, σε διά­φο­ρα γε­ω­με­τρι­κά πλά­τη, έτσι ώστε να εξα­κρι­βω­θεί ποιος έχει δί­κιο. Ο Βολ­ταί­ρος βά­ζει τους εκ­προ­σώ­πους της Ακα­δη­μί­ας που επι­στρέ­φουν από τον πό­λο φέρ­νο­ντας μα­ζί τους και δυο λα­πω­νί­δες για πε­ραι­τέ­ρω επι­στη­μο­νι­κή έρευ­να, να γί­νο­νται και οι ίδιοι αξιο­πε­ρί­ερ­γα ζω­ύ­φια στα χέ­ρια και το μι­κρο­σκό­πιο του γί­γα­ντα από τον Σεί­ριο.
Δια­βά­ζο­ντας κα­νείς τον Μι­κρο­μέ­γα, έχει την αί­σθη­ση ότι ο συγ­γρα­φέ­ας δια­κα­τέ­χε­ται από την αγω­νία να πα­ρα­θέ­σει, όλες τις γνώ­σεις που έχει απο­κτή­σει σχε­τι­κά με τις εξε­λί­ξεις στη Φυ­σι­κή Φι­λο­σο­φία πα­ρό­λο που ο κύ­ριος στό­χος του έρ­γου εί­ναι τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κός: Να κρί­νει και να καυ­τη­ριά­σει τη μα­ταιο­δο­ξία και την άσκο­πη επι­θε­τι­κό­τη­τα των αν­θρώ­πων.
Συ­νο­ψί­ζο­ντας θα λέ­γα­με ότι –τη­ρου­μέ­νων των ανα­λο­γιών– η μα­θη­μα­τι­κή λο­γο­τε­χνία της επι­στη­μο­νι­κής επα­νά­στα­σης έχει πολ­λά κοι­νά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά με την αντί­στοι­χη μυ­θο­πλα­σία της επο­χής μας: Το προ­φίλ του μα­θη­μα­τι­κού ανα­δει­κνύ­ε­ται σ’ ένα ιδιαί­τε­ρα δη­μο­φι­λές θέ­μα και γί­νε­ται στό­χος της σα­τι­ρι­κής διά­θε­σης των συγ­γρα­φέ­ων. Οι συγ­γρα­φείς που εί­ναι ταυ­τό­χρο­να και μα­θη­μα­τι­κοί επω­φε­λού­νται από την ευ­ρύ­τε­ρη ανα­γνω­σι­μό­τη­τα της λο­γο­τε­χνί­ας σε σχέ­ση με τα αμι­γώς επι­στη­μο­νι­κά συγ­γράμ­μα­τα για να προ­ω­θή­σουν και να εκλαϊ­κεύ­σουν κά­ποιες μα­θη­μα­τι­κές γνώ­σεις. Από την άλ­λη, στα λο­γο­τε­χνή­μα­τα των «μη ει­δι­κών» μπο­ρού­με να εντο­πί­σου­με τον τρό­πο με τον οποίο οι νέ­ες μα­θη­μα­τι­κές εξε­λί­ξεις γί­νο­νται κα­τα­νοη­τές στο ευ­ρύ κοι­νό.
Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, η πα­ρου­σία των μα­θη­μα­τι­κών σε με­γά­λο αριθ­μό έρ­γων μιας επο­χής απο­τε­λεί από μό­νη της  μια έν­δει­ξη της απή­χη­σης που έχουν τα μα­θη­μα­τι­κά σ’ εκεί­νη τη συ­γκε­κρι­μέ­νη ιστο­ρι­κή στιγ­μή. Ακό­μα ο τρό­πος με τον οποίο τα μα­θη­μα­τι­κά πα­ρου­σιά­ζο­νται και σχο­λιά­ζο­νται στα λο­γο­τε­χνι­κά έρ­γα, μας βοη­θά να κα­τα­νο­ή­σου­με πώς και για­τί έν­νοιες που σε μας σή­με­ρα φαί­νο­νται αυ­το­νό­η­τες χρειά­στη­καν αγώ­νες και σε κά­ποιες πε­ρι­πτώ­σεις ακό­μα και θυ­σί­ες για να επι­βλη­θούν.

Πλη­ρο­φο­ρί­ες
Cavendish Margaret, The Blazing World & Other Writings, Penguin Classics
Gossin Pamela, λήμ­μα Literature, in Encyclopaedia of the Scientific Revolution: From Copernicus to Newton (επιμ. Wilbur Applebaum)
Kepler, Somnium, Dover
Swift Jonathan, Gulliver’s Travels, Penguin Popular Classics
Voltaire, Micromegas, Classiques Larousse
Voltaire, Lettres Philosophiques
Whitaker Kathie, Mad Madge, Perseus Book Group 2002

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: