Χάρης Καμπουρίδης, η σημειολογία της νοσταλγίας για το μέλλον

O Μάνος Στεφανίδης και ο Χάρης Καμπουρίδης στην εκπομπή «Φανταστικό Μουσείο» (1997) της ΕΡΤ
O Μάνος Στεφανίδης και ο Χάρης Καμπουρίδης στην εκπομπή «Φανταστικό Μουσείο» (1997) της ΕΡΤ




«Χα­ρού­με­νοι στο πέν­θος μας... Ένας, πι­θα­νός, ορι­σμός της τέ­χνης. Έτσι δεν εί­ναι Χα­ρού­λη;»


Ο φί­λος και μο­να­δι­κός συ­νά­δελ­φος Χά­ρης Κα­μπου­ρί­δης υπήρ­ξε πά­ντα ένας νο­σταλ­γός. Όχι όμως του πα­ρελ­θό­ντος αλ­λά του μέλ­λο­ντος. Γεν­νή­θη­κε στην με­τεμ­φυ­λια­κή Κο­μο­τη­νή σε αυ­στη­ρό, οι­κο­γε­νεια­κό πε­ρι­βάλ­λον. Ο πα­τέ­ρας του ήταν αστυ­νο­μι­κός. Σπού­δα­σε κα­τά την πε­ρί­ο­δο της δι­κτα­το­ρί­ας στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ιω­αν­νί­νων και υπήρ­ξε συμ­φοι­τη­τής και φί­λος του με­τέ­πει­τα υπουρ­γού Παι­δεί­ας του ΠΑ­ΣΟΚ Πέ­τρου Ευ­θυ­μί­ου. Με­τεκ­παι­δεύ­τη­κε στο Αρι­στο­τέ­λειο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης πλάι στον Δη­μή­τρη Μα­ρω­νί­τη ο οποί­ος τον εκτι­μού­σε ιδιαί­τε­ρα ως ση­μειο­λό­γο, κα­θώς και στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Άα­χεν. Από το 1981 που κα­τέ­βη­κε στην Αθή­να, ενερ­γο­ποι­ή­θη­κε δυ­να­μι­κά στον ει­κα­στι­κό χώ­ρο συ­νερ­γα­ζό­με­νος με καλ­λι­τέ­χνες όπως ο Σπύ­ρος Βα­σι­λεί­ου, ο Νί­κος Κεσ­σαν­λής, ο Παύ­λος, ο Αλέ­κος Φα­σια­νός δη­μο­σιεύ­ο­ντας πλη­θώ­ρα δο­κι­μί­ων και με­λε­τών σε ελ­λη­νό­γλωσ­σα και ξε­νό­γλωσ­σα πε­ριο­δι­κά και σε συλ­λο­γι­κούς τό­μους και, κυ­ρί­ως, ανα­λαμ­βά­νο­ντας τη στή­λη της τε­χνο­κρα­τι­κής στην εφη­με­ρί­δα Τα Νέα. Εκεί πραγ­μα­τι­κά κα­το­χύ­ρω­σε έναν εντε­λώς και­νούρ­γιο τρό­πο προ­σέγ­γι­σης και ερ­μη­νεί­ας του έρ­γου τέ­χνης, της λει­τουρ­γί­ας της αγο­ράς τέ­χνης, της πρό­σλη­ψης του καλ­λι­τε­χνι­κού έρ­γου από το ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, του ορί­ζο­ντα προσ­δο­κί­ας που το συ­γκε­κρι­μέ­νο κοι­νό δη­μιουρ­γεί για τον καλ­λι­τέ­χνη, τις αι­σθη­τι­κές όσο και κοι­νω­νιο­λο­γι­κές πα­ρα­μέ­τρους που το έρ­γο τέ­χνης προ­ϋ­πο­θέ­τει αλ­λά και απαι­τεί ως με­θο­δο­λο­γι­κά ερ­γα­λεία από τον με­λε­τη­τή του κ.α. Επί­σης δη­μο­σί­ευ­σε τε­χνο­κρι­τι­κά, μα­χό­με­να άρ­θρα και στον πε­ριο­δι­κό τύ­πο —δι­ηύ­θυ­νε το πρω­το­πο­ρια­κό πε­ριο­δι­κό Art Magazine, στη δε­κα­ε­τία του '90— υπήρ­ξε μέ­λος ερευ­νη­τι­κών ομά­δων, επι­στη­μο­νι­κών και καλ­λι­τε­χνι­κών επι­τρο­πών στην Ελ­λά­δα και στο εξω­τε­ρι­κό, διοι­κη­τι­κών συμ­βου­λί­ων της Διε­θνούς Ενώ­σε­ως Ση­μειω­τι­κών Σπου­δών, της Εται­ρεί­ας Ελ­λή­νων Τε­χνο­κρι­τών, της «Τέ­χνης» Θεσ­σα­λο­νί­κης, κ.ά. Συ­νερ­γά­στη­κε στο Μό­να­χο με τον με­γά­λο ιστο­ρι­κό τέ­χνης Wieland Schmidt και στο Μι­λά­νο με τον Umberto Eco. Έλα­βε μέ­ρος σε επι­στη­μο­νι­κά συ­μπό­σια, όπως στο Άα­χεν, στη Βιέν­νη, στο Βε­ρο­λί­νο, στη Βου­δα­πέ­στη, στη Γάν­δη, στην Αθή­να, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, στο Ηρά­κλειο. Ήταν διευ­θυ­ντής από το 1975 έως το 1982 του διε­θνούς πε­ριο­δι­κού για τη Ση­μειω­τι­κή Κώ­δι­κας/Code και σει­ράς συ­να­φών το­μών που εκ­δό­θη­καν στη Γερ­μα­νία. Το 1983 εξε­λέ­γη εθνι­κός επί­τρο­πος ζω­γρα­φι­κής για την Μπιε­νά­λε Σάο Πά­ο­λο. Δρα­στη­ριο­ποι­ή­θη­κε από άπο­ψη στον ιδιω­τι­κό το­μέα ιδρύ­ο­ντας και ορ­γα­νώ­νο­ντας ομά­δες με­λέ­της της νε­ο­ελ­λη­νι­κής τέ­χνης και απο­φεύ­γο­ντας όπως ο διά­βο­λος το λι­βά­νι τις δη­μό­σιες θέ­σεις, τα θε­σμι­κά αξιώ­μα­τα ή την ακα­δη­μαϊ­κή εξα­σφά­λι­ση. Εί­ναι πο­λύ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πως τον αντι­με­τώ­πι­σαν οι επαγ­γελ­μα­τί­ες ιστο­ρι­κοί της τέ­χνης, κα­θη­γη­τές, αν­θυ­πο­δι­δά­σκο­ντες στα ΑΕΙ, μέ­λη των ανά­λο­γων συλ­λό­γων ή εται­ριών κ.λπ. Άν­θρω­ποι δη­λα­δή που όπως λέ­γα­με συ­χνά με τον Χά­ρη, φο­βή­θη­καν να βά­ψουν τα χέ­ρια τους στο αί­μα, δη­λα­δή να πά­ρουν θέ­ση. Να εκ­θέ­σουν και να εκτε­θούν.
Ο Κα­μπου­ρί­δης υπήρ­ξε συγ­χρό­νως άν­θρω­πος της δρά­σης αλ­λά και της πιο εν­δε­λε­χούς θε­ω­ρί­ας. Γι' αυ­τό και τα, ανα­πό­φευ­κτα, λά­θη του αξί­ζουν σε­βα­σμού.
Θέ­λω εδώ να πω πως πριν ακό­μα τον γνω­ρί­σω εί­χα δια­βά­σει για αυ­τόν στο Λε­ξι­κό Ελ­λή­νων Καλ­λι­τε­χνών του Στέ­λιου Λι­δά­κη από τις εκ­δό­σεις Μέ­λισ­σα! Ανα­φε­ρό­ταν εκεί ως ομπ­ζε­κτουα­λί­στας! Επει­δή ο Χά­ρης εκτός από εκ­δό­της, βι­βλιο­πώ­λης, επι­χει­ρη­μα­τί­ας, συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σιο­γρά­φος, ση­μειο­λό­γος, κα­θη­γη­τής υπήρ­ξε και...ζω­γρά­φος!
Πο­λυ­πράγ­μων όσο και ανα­βλη­τι­κός, πά­ντα με ένα νέο πρό­τζεκτ στο μυα­λό του, μα­χό­με­νος μια ζωή και εκτι­θέ­με­νος διαρ­κώς, οπα­δός και συν­δια­μορ­φω­τής αρ­χι­κά της εγ­χώ­ριας πρω­το­πο­ρί­ας γρή­γο­ρα κα­τά­λα­βε πό­σο ανέ­φι­κτο αί­τη­μα εί­ναι μια avant-garde στην πε­ρι­φέ­ρεια. Έτσι στρά­φη­κε ευ­φυώς προς εκεί­νους τους δη­μιουρ­γούς που δεν αρ­χί­ζουν το έρ­γο τους από ένα a priori ιδε­ο­λό­γη­μα αλ­λά από αυ­τό που θέ­λει το ευ­ρύ κοι­νό. Χω­ρίς ενο­χές. Μο­ντέρ­νο και με­τα­μο­ντέρ­νο σε κα­ταλ­λα­γή. Αλά ελ­λη­νι­κά!
Με τον Χά­ρη να δια­βά­ζει στα έρ­γα με χά­ρη και με πρω­το­τυ­πία όσα οι άλ­λοι λό­γω αρ­τη­ριο­σκλή­ρυν­σης αρ­νού­νταν να δουν. Το γε­γο­νός αυ­τό δη­μιούρ­γη­σε αγά­πες αλ­λά και έντο­να μί­ση στο γα­λα­τι­κό χω­ριό μας με τον πο­λυ­πράγ­μο­να Κα­μπου­ρί­δη να ανοί­γει το ένα μέ­τω­πο με­τά το άλ­λο.

Ως έρ­γα ζω­ής του θε­ω­ρώ στην Δη­μο­τι­κή Πι­να­κο­θή­κη Ρό­δου και βέ­βαια το Αρ­χείο της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Τέ­χνης το οποίο δι­ηύ­θυ­νε ως το τέ­λος. Οφεί­λω εδώ να πω πό­σο χα­ρού­με­νο τον έκα­νε η επα­νεμ­φά­νι­ση του πε­ριο­δι­κού Χάρ­της σε ηλε­κτρο­νι­κή μορ­φή στο οποίο συμ­με­τεί­χε με εν­θου­σια­σμό. Ο Χά­ρης υπήρ­ξε γκα­τζε­τά­κιας και μη­χα­νό­βιος· τον θυ­μά­μαι να γρά­φει φα­να­τι­κά στο ει­δι­κό, τε­χνο­λο­γι­κό πε­ριο­δι­κό Ram των εκ­δό­σε­ων Λα­μπρά­κη ενώ με την αιώ­νια, φω­το­γρα­φι­κή μη­χα­νή του φω­το­γρά­φι­ζε συ­νε­χώς τις πιο απρό­βλε­πτες σκη­νές ή τις πιο εξα­ντρίκ φά­τσες από το Πόρ­το Ρά­φτη ως την Πα­νε­πι­στη­μιού­πο­λη Ζω­γρά­φου. Χι­λιά­δες πό­ζες στις οποί­ες συ­χνά επέ­στρε­φε για να την σχο­λιά­σει με μι­κρά κεί­με­να. Συν­δέ­ο­ντας τις με το σι­νε­μά, την αγιο­γρα­φία, τα κό­μικ, το λαϊ­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, τον Μι­κρό Ήρωα, τον Χο­ντρό-Λι­γνό, τα πε­ριο­δι­κά Βε­ντέ­τα, Ρο­μάν­τζο και Φα­ντά­ζιο.
Υπήρ­ξε, επί­σης, καλ­λι­τε­χνι­κός διευ­θυ­ντής του Μου­σεί­ου Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Τέ­χνης (Ρό­δος), σύμ­βου­λος της Εθνι­κής Πι­να­κο­θή­κης (1990-94), επί­κου­ρος κα­θη­γη­τής Επι­κοι­νω­νιο­λο­γί­ας (1992-95) στο ΑΠΘ, μέ­λος της Academia Europaea, υπο­ψή­φιος δι­δά­κτωρ Ιστο­ρί­ας της Τέ­χνης στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Αθη­νών, με θέ­μα του την λαϊ­κή ει­κο­νο­ποι­ία και το έρ­γο του Σπύ­ρου Βα­σι­λεί­ου. Με­λέ­τη την οποία δεν ολο­κλή­ρω­σε πο­τέ, πα­ρά τον μό­χθο που κα­τέ­βα­λε και την πρω­το­τυ­πία των συ­μπε­ρα­σμά­των, επει­δή συ­νει­δη­το­ποί­η­σε τι ση­μαί­νει στην Ελ­λά­δα η φά­μπρι­κα των δι­δα­κτο­ρι­κών δια­τρι­βών και τί­τλων.

Ορ­γα­νω­τής / επι­με­λη­τής πολ­λών μου­σεια­κών εκ­θέ­σε­ων και συγ­γρα­φέ­ας βι­βλί­ων για την ελ­λη­νι­κή ζω­γρα­φι­κή ως ιστο­ρι­κό και κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο, με ιδιαί­τε­ρη ενα­σχό­λη­ση στο έρ­γο του Παύ­λου Σά­μιου, του Χρό­νη Μπό­τσο­γλου, του Μά­κη Θε­ο­φυ­λα­κτό­που­λου, του Σω­τή­ρη Σό­ρο­γκα, του Μι­χά­λη Μα­κρου­λά­κη, του Αχιλ­λέα Δρού­γκα, του Χρή­στου Αντω­να­ρό­που­λου, του Πά­νου Χα­ρα­λά­μπους, του Άγ­γε­λου Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, του Άγ­γε­λου Σπάρ­τα­λη κ.ά. Προ­σω­πι­κά πί­στευα και πι­στεύω ότι υπάρ­χουν καλ­λι­τέ­χνες που δια­κο­σμούν την ιστο­ρία. Υπάρ­χουν όμως κι άλ­λοι που την αλ­λά­ζουν... Εκεί ο Χά­ρης δια­φω­νού­σε θε­ω­ρώ­ντας το πο­λι­τι­στι­κό πε­ρι­βάλ­λον ως έχον τον πιο βα­ρυ­σή­μα­ντο ρό­λο. Και βέ­βαια οι μαγ­γα­νεί­ες και η δε­σπο­τεία της αγο­ράς. Ως συ­νε­πής φι­λε­λεύ­θε­ρος προ­ερ­χό­με­νος όμως από την πιο ου­το­πι­κή αρι­στε­ρά, την εί­χε πά­ντα κα­ρα­μέ­λα.

Η τέ­χνη πά­ντως δεν εί­ναι δη­μο­σιο­ϋ­παλ­λη­λία, ού­τε κι η ζω­γρα­φι­κή εί­ναι απλή δια­κό­σμη­ση, με δε­δο­μέ­νους τους κα­νό­νες. Ο όποιος κα­νό­νας στην αλη­θι­νή δη­μιουρ­γία προ­κύ­πτει με την ολο­κλή­ρω­ση του έρ­γου. Πο­τέ πριν. Κι ο φί­λος Κα­μπου­ρί­δης σι­χαι­νό­ταν τις ασφά­λειες, τις ασφα­λι­στι­κές δι­κλεί­δες και προ­σερ­χό­ταν στο έρ­γο τέ­χνης απρο­ϋ­πό­θε­τα. Σχε­δόν αθώα. Με τα χέ­ρια γυ­μνά... Και με λο­ξή μα­τιά. Έτσι θα τον θυ­μά­μαι.



Χάρης Καμπουρίδης, η σημειολογία της νοσταλγίας για το μέλλον
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: