Η πεντάμορφη και το τέρας

Η πεντάμορφη και το τέρας


Παρά­ξε­νο το κα­τοι­κί­διο μου.
Έχει δύο κε­φά­λια ενω­μέ­να, το ένα τής πε­ντά­μορ­φης και το άλ­λο του τέ­ρα­τος, κα­τα­λή­γουν σε σώ­μα πύ­θω­να και αντί για πό­δια έχει μια ου­ρά γορ­γό­νας. Εί­ναι υδρό­βιο και ζει στην μπα­νιέ­ρα μου.
Το έφε­ρε ένα όνει­ρο, το βρά­δυ που έφυ­γες για πά­ντα.
Στην αρ­χή με τρό­μα­ξε πο­λύ, σι­γά σι­γά όμως το συ­νή­θι­σα.
Όταν κά­νω μπά­νιο, εκεί­νο κου­λου­ριά­ζε­ται σε μια γω­νιά.
Η πε­ντά­μορ­φη μου τρα­γου­δά και μου τρί­βει την πλά­τη.Το τέ­ρας ακο­νί­ζει τα κο­φτε­ρά του δό­ντια και εί­ναι έτοι­μο να τα μπή­ξει στην σάρ­κα μου. Τό­τε η ου­ρά της γορ­γό­νας ση­κώ­νε­ται και το χτυ­πά με δύ­να­μη στο κε­φά­λι. Ζα­λι­σμέ­νο το τέ­ρας γρυ­λί­ζει σαν άκα­κο σκυ­λά­κι και κά­νει τον ψό­φιο κο­ριό στην πε­ντά­μορ­φη που το κοι­τά δί­χως να κα­τα­λα­βαί­νει τι συμ­βαί­νει.
Έχει αλ­λά­ξει το σπί­τι μου από τό­τε που αυ­τό το ζώο έφθα­σε.
Η κου­ζί­να μου έγι­νε μα­γι­κή και τα σερ­βί­τσια βα­ριού­νται να μου σερ­βί­ρουν, και όλη την μέ­ρα τρα­γου­δούν και μπε­κρο­πί­νουν.
Έτσι στα­μά­τη­σα να τρώω.
Μό­νο πί­νω πα­ρέα τους.
Πλέ­ον στα­μά­τη­σα να βγαί­νω και από το σπί­τι.
Ευ­τυ­χώς, εσύ, λεί­πεις όλο και λι­γό­τε­ρο.
Έχει λί­γες μέ­ρες που η πε­ντά­μορ­φη με το τέ­ρας μα­λώ­νουν συ­νέ­χεια. Η ου­ρά της γορ­γό­νας δεν ξέ­ρει ποιον από τους δυο να επα­να­φέ­ρει στην τά­ξη.
Έχω αδυ­να­τί­σει πο­λύ και δεν βλέ­πω κα­θα­ρά πλέ­ον, έτσι τους μπερ­δεύω και εκεί­νοι με­τά μα­λώ­νουν με­τα­ξύ τους.
Δυ­σκο­λεύ­ο­μαι να περ­πα­τή­σω και το σώ­μα πύ­θω­να κου­λου­ριά­ζε­ται πά­νω μου και με στη­ρί­ζει για να μπο­ρέ­σω να κά­νω μπά­νιο.
Το τέ­ρας δεν με ορέ­γε­ται πλέ­ον, έχω μεί­νει μό­νο κό­κα­λα.
Σή­με­ρα το πρωί πη­γαί­νο­ντας στο μπά­νιο λι­πο­θύ­μι­σα. Εί­δα στα δύο κε­φά­λια του κα­τοι­κί­διου μου, το δι­κό μου πρό­σω­πο. Δεν ξα­να­ση­κώ­θη­κα.

 

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: