Οι παραμυθούδες

Ντιέγκο Βελάσκεθ: «Οι υφάντρες» (1657)
Ντιέγκο Βελάσκεθ: «Οι υφάντρες» (1657)

«Πή­γαι­να πολ­λές φο­ρές να τις δω. Πού και πού έπαιρ­να την αδερ­φή μου και κά­ποιες φί­λες μας και τις κοι­τού­σα­με να υφαί­νουν. Δεν χρεια­ζό­ταν να κρυ­φτού­με, ού­τε καν να προ­σέ­χου­με να μην κά­νου­με φα­σα­ρία.
Σκυμ­μέ­νες όπως ήταν πά­νω από τον ψεύ­τη αρ­γα­λειό με τα δά­χτυ­λά τους μα­τω­μέ­να από την προ­σπά­θεια να κρα­τη­θούν στο πα­ρα­μύ­θι τους, δεν κα­τα­λά­βαι­ναν πό­τε έμπαι­νε κά­ποιος στο δω­μά­τιο.
Πα­ρα­μυ­θού­δες, τις έλε­γαν στο χω­ριό. Χή­ρες που πο­τέ δεν τόλ­μη­σαν να φο­ρέ­σουν τα μαύ­ρα, για­τί τα μαύ­ρα σή­μαι­ναν απο­δο­χή και συ­νει­δη­το­ποί­η­ση. Αλ­λά εκεί­νες —οι πέ­ντε γυ­ναί­κες που πι­στά ύφαι­ναν κά­θε μέ­ρα, χω­ρίς να βγά­λουν μι­λιά, μη τυ­χόν και κά­ποια προ­δώ­σει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα— δεν λο­γά­ρια­ζαν την λέ­ξη θά­να­το, πό­σο μάλ­λον αυ­τό που σή­μαι­νε. Δεν ακού­μπη­σαν πο­τέ μαύ­ρο ύφα­σμα, ού­τε μαύ­ρη κλω­στή.
Μό­νο κόκ­κι­νη.
Δεν ξέ­ρω πώς το έκα­ναν. Η κόκ­κι­νη κλω­στή έπαιρ­νε άλ­λα χρώ­μα­τα όταν έφευ­γε από τα χέ­ρια τους. Ο τοί­χος πί­σω από το ση­μείο που στε­κό­μα­σταν και τις κοι­τού­σα­με ήταν κα­λυμ­μέ­νος από το τα­βά­νι μέ­χρι το πά­τω­μα με μία τε­ρά­στια τα­πι­σε­ρί. Και αυ­τή κά­θε μέ­ρα άλ­λα­ζε.
Πό­τε έδει­χνε τον ήλιο να ανοί­γει, πό­τε να κλεί­νει. Άλ­λο­τε έδει­χνε τα νυ­φι­κά τους, κα­θώς στρι­φο­γύ­ρι­ζαν στον χο­ρό του Ησα­ΐα. Τα ρυ­τι­δια­σμέ­να μά­τια τού συ­ζύ­γου τους, κα­θώς άνοι­γε την πόρ­τα με­τά από πέ­ντε χρό­νια απου­σί­ας ή το χα­μό­γε­λο του γιου τους, που πο­τέ δεν άγ­γι­ξε όπλο και χα­ρα­κώ­μα­τα. Με­ρι­κές φο­ρές απει­κό­νι­ζαν το χω­ριό και μπο­ρού­σα να ανα­γνω­ρί­σω τον φούρ­νο, που πριν μή­νες εί­χαν γκρε­μί­σει οι Γερ­μα­νοί, να στέ­κε­ται αγέ­ρω­χος κα­τα­με­σής της ει­κό­νας. Πο­τέ δεν ύφα­ναν σύν­νε­φο, ού­τε βόμ­βες, ού­τε του­φέ­κια, ού­τε καν έναν τά­φο και εί­χα­με πολ­λούς από δαύ­τους.
Μό­νο μία φο­ρά τις εί­χα ακού­σει να μι­λά­νε. Εί­χα αφή­σει την πόρ­τα ανοι­χτή μπαί­νο­ντας στο υπό­γειο ερ­γα­στή­ρι και μία ρι­πή ανέ­μου πρό­λα­βε να ξε­γλι­στρή­σει μέ­σα σαν κλέ­φτης. Τα­ρά­χτη­καν, όταν τού­φες μαλ­λιών έπε­σαν στο πρό­σω­πό τους, κοί­τα­ξαν τρι­γύ­ρω αλ­λα­φια­σμέ­νες, λες και δεν εί­χαν ιδέα πού βρί­σκο­νταν.
Μέ­χρι που μία, η κα­πε­τά­νισ­σα, κοί­τα­ξε προς το μέ­ρος μας. Τα μά­τια της μας προ­σπέ­ρα­σαν, σαν να ᾽μα­σταν φα­ντά­σμα­τα, και καρ­φώ­θη­καν στην τα­πι­σε­ρί, που εκεί­νη την ημέ­ρα έδει­χνε την θά­λασ­σα και στο βά­θος τη βάρ­κα του κυρ Γιώρ­γου, του άντρα της. Ο ίδιος ήταν όρ­θιος και χαι­ρε­τού­σε όποιον κοι­τού­σε προς το υφα­ντό. Η γριά γέ­λα­σε ανα­κου­φι­σμέ­νη και κοί­τα­ξε τις άλ­λες.
«Τι κά­νε­τε έτσι κα­λέ;», ρώ­τη­σε και ξα­να­γύ­ρι­σε μπρο­στά της. «Κά­ποια ξέ­χα­σε ανοι­χτό το πα­ρά­θυ­ρο. Ο Γιώρ­γος τέ­λειω­σε για σή­με­ρα το ψά­ρε­μα φαί­νε­ται. Θα πρέ­πει να πάω σπί­τι να του σερ­βί­ρω, έρ­χε­ται και ο κα­να­κά­ρης μας σή­με­ρα από την πό­λη», εί­πε, αλ­λά κα­μία δεν απά­ντη­σε.
Ο κυρ Γιώρ­γης εί­χε πε­θά­νει από χρό­νια, ένα ακό­μα θύ­μα των άγνω­στων ορέ­ξε­ων της θά­λασ­σας. Και ο γιος της, έφη­βος ακό­μα, εί­χε χα­θεί στον πό­λε­μο πριν προ­λά­βει να δει με­γά­λη πό­λη.
Δεν ξα­να­πή­γα­με στο υπό­γειό τους. Η κόκ­κι­νη κλω­στή δεν έπλε­κε μό­νο πα­ρα­μύ­θια και πα­ρη­γο­ριά – έπλε­κε και την γλυ­κιά πα­ρά­νοια που ντύ­νει το ασή­κω­το βά­ρος του πέν­θους», τε­λεί­ω­σα την δι­ή­γη­ση και ανα­φώ­νη­σα, όταν έκο­ψα το δά­χτυ­λό μου με την κλω­στή. Το κου­βά­ρι έμοια­ζε με αί­μα πά­νω στην πο­διά μου, κα­τα­κόκ­κι­νο όπως ήταν.

Σή­κω­σα το κε­φά­λι, βά­ζο­ντας τον πλη­γω­μέ­νο αντί­χει­ρά μου ανά­με­σα στα χεί­λη μου. Έξω από το πα­ρά­θυ­ρο, εί­δα εμέ­να να φεύ­γω και να μην ξα­να­γυ­ρί­ζω.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: