Από το χαρτί στην οθόνη — και αντιστρόφως

(Η σκόνη του χρόνου)

Το 1915, έχοντας ήδη κάνει 40 ταινίες, ο Τσάρλι Τσάπλιν έγινε ο πρώτος ηθοποιός που μεταφέρθηκε στα κόμικς από τον Αμερικανό σχεδιαστή Εντ Κάρεϊ, ταυτόχρονα με μια αντίστοιχη αγγλική έκδοση.

Το 1915, έχοντας ήδη κάνει 40 ταινίες, ο Τσάρλι Τσάπλιν έγινε ο πρώτος ηθοποιός που μεταφέρθηκε στα κόμικς από τον Αμερικανό σχεδιαστή Εντ Κάρεϊ, ταυτόχρονα με μια αντίστοιχη αγγλική έκδοση.

Το 1915, έχοντας ήδη κάνει 40 ταινίες, ο Τσάρλι Τσάπλιν έγινε ο πρώτος ηθοποιός που μεταφέρθηκε στα κόμικς από τον Αμερικανό σχεδιαστή Εντ Κάρεϊ, ταυτόχρονα με μια αντίστοιχη αγγλική έκδοση.



Το 1895 ήταν μια ση­μα­ντι­κή χρο­νιά για τις τέ­χνες. Με­τα­ξύ άλ­λων, εγκαι­νιά­στη­κε η πρώ­τη Μπιε­νά­λε της Βε­νε­τί­ας. Στο Λον­δί­νο δό­θη­κε η πρε­μιέ­ρα του τε­λευ­ταί­ου θε­α­τρι­κού έρ­γου του Όσκαρ Ουάιλντ «Ο σο­βα­ρός κύ­ριος Ερ­νέ­στος», λί­γο πριν τη σύλ­λη­ψη και κα­τα­δί­κη του συγ­γρα­φέα για «διά­πρα­ξη βα­ριάς ασέ­βειας με άρ­ρε­νες». Ο Πολ Σε­ζάν πα­ρου­σί­α­σε την πρώ­τη ατο­μι­κή έκ­θε­ση σε πα­ρι­σι­νή γκα­λε­ρί, ενώ ο συ­νο­νό­μα­τος συ­μπα­τριώ­της του, Γκο­γκέν, εγκα­τέ­λει­ψε τη Γαλ­λία για να εγκα­τα­στα­θεί μό­νι­μα στην Πο­λυ­νη­σία, δη­μιουρ­γώ­ντας εκεί τα πιο διά­ση­μα έρ­γα του. Τέ­λος, τη χρο­νιά εκεί­νη γεν­νή­θη­καν δύο και­νού­ριες τέ­χνες που προ­στέ­θη­καν στο πάν­θεο των προ­γε­νε­στέ­ρων.

Πρώ­τα, χρο­νι­κά, εμ­φα­νί­στη­καν τα κό­μικς. Συ­νέ­βη στην Αμε­ρι­κή, με το Κί­τρι­νο Παι­δί (Yellow Kid) να ση­μα­το­δο­τεί την επί­ση­μη έναρ­ξη της ιστο­ρία των κό­μικς. Άρ­χι­σε να δη­μο­σιεύ­ε­ται από τις 17 Φε­βρουα­ρί­ου του 1895, στις σε­λί­δες της New York’s World που εξέ­δι­δε ο «νο­νός» του επί­ζη­λου δη­μο­σιο­γρα­φι­κού βρα­βεί­ου, Τζό­ζεφ Πού­λι­τζερ. Δύο, μό­λις, μέ­ρες πριν εκ­πνεύ­σει εκεί­νη η χρο­νιά, εμ­φα­νί­στη­κε και ο κι­νη­μα­το­γρά­φος. Η δι­κή του έναρ­ξη ση­μειώ­θη­κε στις 28 Δε­κεμ­βρί­ου 1895, με τη δη­μό­σια προ­βο­λή από τους αδελ­φούς Λι­μιέρ των πρώ­των βου­βών ται­νιών τους.

Στην πο­ρεία του χρό­νου, κό­μικς και κι­νη­μα­το­γρά­φος κα­τα­ξιώ­θη­καν ως οπτι­κές τέ­χνες. Πα­ρα­δό­ξως, η νε­ό­τε­ρη εκ των δύο ξε­πέ­ρα­σε το μειο­νέ­κτη­μα της ύστε­ρης άφι­ξης και ονο­μά­στη­κε 7η τέ­χνη. Αντι­θέ­τως, η προ­πο­ρευό­με­νη, έστω κα­τά δέ­κα μή­νες, τέ­χνη των κό­μικς κα­τέ­λα­βε την 9η θέ­ση (με «σφή­να» στην 8η τη φω­το­γρα­φία). Μια εξή­γη­ση για την πα­ρα­βί­α­ση της άτυ­πης επε­τη­ρί­δας ίσως βρί­σκε­ται στις κα­λύ­τε­ρες δη­μό­σιες σχέ­σεις που ανέ­πτυ­ξε ο κι­νη­μα­το­γρά­φος συ­γκρι­τι­κά με τα κό­μικς. Αυ­τό όμως εί­ναι κά­τι που μέ­νει να απο­δει­χθεί.

Όπως και αν έχει το πράγ­μα, οι δύο συ­νο­μή­λι­κες τέ­χνες έχουν αρ­κε­τά κοι­νά στοι­χεία. Αμ­φό­τε­ρες αφη­γού­νται ιστο­ρί­ες με ει­κό­νες. Η μία στο πα­νί, η άλ­λη στο χαρ­τί. Τα κό­μικς απο­τε­λού­νται από κα­ρέ σε ακί­νη­τη ακο­λου­θία, οι ται­νί­ες από κα­ρέ σε ροή προ­βο­λής. Η στε­νή συγ­γέ­νεια προ­κύ­πτει από τους τρό­πους αφή­γη­σης, τις σκη­νές, τα κά­δρα, το μο­ντάζ (στη μεν) και ντε­κου­πάζ (στη δε), τις φω­το­σκιά­σεις κ.λπ. Οι συ­νε­χείς ανταλ­λα­γές υπο­γραμ­μί­ζουν τους βα­θύ­τε­ρους δε­σμούς που τις συν­δέ­ουν. Διά­ση­μοι ηθο­ποιοί και γνω­στές ται­νί­ες παίρ­νουν με­τά­θε­ση από τη με­γά­λη οθό­νη στις μι­κρές, τα κα­ρε­δά­κια των κό­μικς. Ακο­λου­θώ­ντας αντί­στρο­φη δια­δρο­μή, οι χάρ­τι­νες φι­γού­ρες με­τα­φέ­ρο­νται στον κι­νη­μα­το­γρά­φο και εν­σαρ­κώ­νο­νται από ηθο­ποιούς, όταν δεν γί­νο­νται κι­νού­με­να σχέ­δια.

Οι δύο τέ­χνες γο­νι­μο­ποί­η­σαν η μία την άλ­λη από την αρ­χή της πα­ράλ­λη­λης εξέ­λι­ξής τους. Τα κό­μικς με­τέ­φε­ραν στις σε­λί­δες τους δη­μο­φι­λείς πρω­τα­γω­νι­στές από τις βου­βές κω­μω­δί­ες, με πρώ­το τον Τσάρ­λι Τσά­πλιν. Δια­τη­ρώ­ντας την περ­σό­να του πε­ρι­πλα­νώ­με­νου αλή­τη, εμ­φα­νί­στη­κε σε δύο πε­ριο­δι­κά που κυ­κλο­φό­ρη­σαν ταυ­τό­χρο­να, το 1915. Ήταν το αμε­ρι­κα­νι­κό Comic Capers (Κω­μι­κές Πε­ρι­πέ­τειες) και το αγ­γλι­κό Funny Wonder (Αστείο Θαύ­μα). Το μα­κρο­βιό­τε­ρο έντυ­πο του εί­δους ήταν το αγ­γλι­κό Film Fun, η εβδο­μα­διαία έκ­δο­ση του οποί­ου ξε­κί­νη­σε την πε­ρί­ο­δο του βου­βού (1920) και ολο­κλη­ρώ­θη­κε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, στα χρό­νια του ηχη­τι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου (1962), με 2.225 τεύ­χη συ­νο­λι­κά. Ο Μπί­λι Γου­έικ­φιλντ ήταν βα­σι­κός ενορ­χη­στρω­τής των ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νων σε­λί­δων. Οπλι­σμέ­νος με ένα μο­λύ­βι και μπλοκ σχε­δί­α­σης, πή­γαι­νε να δει κά­θε και­νού­ρια ται­νία των κω­μι­κών ηθο­ποιών της επο­χής, για να τους με­τα­τρέ­ψει σε φι­γού­ρες των κό­μικς Τα βια­στι­κά σκα­ρι­φή­μα­τά του κα­τά τη διάρ­κεια της προ­βο­λής, απο­τε­λού­σαν τη βά­ση για την με­τέ­πει­τα ει­κο­νο­γρά­φη­ση. Ολό­κλη­ρο σχε­δόν το κω­μι­κό επι­τε­λείο του Χό­λι­γουντ πρω­τα­γω­νί­στη­σε στις σε­λί­δες του Film Fun: Τσάρ­λι Τσά­πλιν, Μπά­στερ Κί­τον, Χά­ρολντ Λόιντ, Φά­τι Άρ­μπακλ, Χά­ρι Λάνγ­κτον, Μπεν Τέρ­πιν κ.ά. Τις πε­ρισ­σό­τε­ρες εμ­φα­νί­σεις πά­ντως, έκα­νε το δί­δυ­μο Όλι­βερ Χάρ­ντι - Σταν Λό­ρελ, γνω­στοί στα κα­θ’ ημάς με τα προ­σω­νύ­μια Χο­ντρός – Λι­γνός. Το κω­μι­κό ζευ­γά­ρι ήταν τό­σο δη­μο­φι­λές, ώστε εγκα­τέ­λει­ψε τις εσω­τε­ρι­κές σε­λί­δες και με­τα­κό­μι­σε στο εξώ­φυλ­λο του Film Fun, από τις 10 Μαρ­τί­ου 1921. Οι δυο τους έμει­ναν εκεί μέ­χρι τις 15 Νο­εμ­βρί­ου 1957, εί­τε σε ολο­σέ­λι­δα κό­μικς, εί­τε πλαι­σιω­μέ­νοι από άλ­λους κω­μι­κούς. Αξιο­ση­μεί­ω­το εί­ναι το γε­γο­νός ότι τα 36 χρό­νια ανελ­λι­πούς πα­ρου­σί­ας τους σε αυ­τό το πε­ριο­δι­κό, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρα από τα 30 χρό­νια που δι­ήρ­κε­σε η πραγ­μα­τι­κή συ­νερ­γα­σία τους στην οθό­νη (1921-1951). Η επι­τυ­χία που γνώ­ρι­σαν στα χρό­νια της κι­νη­μα­το­γρα­φι­κής πα­ντο­δυ­να­μί­ας τους πα­ρα­κί­νη­σε πολ­λούς άλ­λους εκ­δό­τες, από διά­φο­ρες χώ­ρες (της Ελ­λά­δας συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης), να κυ­κλο­φο­ρή­σουν κό­μικς με το αχώ­ρι­στο ζευ­γά­ρι. Η Αμε­ρι­κή, όπως εί­ναι ευ­νό­η­το, τί­μη­σε τους δύο κω­μι­κούς με πλη­θώ­ρα κό­μικς, από διά­φο­ρους εκ­δό­τες και σε δια­φο­ρε­τι­κές χρο­νι­κές πε­ριό­δους. Η λάμ­ψη τους έφτα­σε μέ­χρι το 2008, σε μια εντε­λώς ασυ­νή­θι­στη εμ­φά­νι­ση για τα δι­κά τους μέ­τρα. Στην πε­ρι­πέ­τεια της Marvel «Θορ: Η Αλή­θεια της Ιστο­ρί­ας», που έγρα­ψε και σχε­δί­α­σε ο Άλαν Ντέι­βις, ο Σταν και ο Όλι παί­ζουν το ρό­λο δύο Αι­γυ­πτιο­λό­γων με συ­γκρουό­με­νες θε­ω­ρί­ες ανα­φο­ρι­κά με τη Σφίγ­γα.

Η ταύ­τι­ση κό­μικς και κι­νη­μα­το­γρά­φου υπήρ­ξε ολο­κλη­ρω­τι­κή σε ένα αμε­ρι­κα­νι­κό πε­ριο­δι­κό. Το Movie Comics κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1946 και δια­φη­μί­στη­κε ως «Η νε­ό­τε­ρη ιδέα στα κό­μικς και τις ται­νί­ες, ένας συν­δυα­σμός χω­ρίς προη­γού­με­νο». Δεν υπε­ρέ­βα­λε. Μια πο­λυά­ριθ­μη ομά­δα σχε­δια­στών με­τέ­τρε­πε τις ται­νί­ες σε κό­μικς, αντι­γρά­φο­ντας χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά κα­ρέ από το φιλμ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα το πεί­ρα­μα θα επα­να­λαμ­βα­νό­ταν στην Ελ­λά­δα, με τη θαυ­μα­στή ευ­ρε­σι­τε­χνία και το δη­μιουρ­γι­κό αυ­το­σχε­δια­σμό να υπο­κα­θι­στούν τις δυ­να­τό­τη­τες ενός ατε­λιέ με­γά­λου εκ­δο­τι­κού οί­κου. Το 1950, ο εκ­δό­της και σχε­δια­στής Θέ­μος Αν­δρε­ό­που­λος κυ­κλο­φό­ρη­σε το πε­ριο­δι­κό Ταμ-Ταμ. Κά­θε τεύ­χος πε­ριεί­χε μία αυ­το­τε­λή πε­ρι­πέ­τεια «απο­δο­μέ­νη κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά σε 94 ει­κό­νες», όπως έγρα­φε στο εξώ­φυλ­λο. Μπο­ρεί τα 94 κα­ρέ να διαρ­κούν κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο από τρία δευ­τε­ρό­λε­πτα σε κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή προ­βο­λή, όμως στις σε­λί­δες του Ταμ-Ταμ διαρ­κού­σαν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ο Θέ­μος Αν­δρε­ό­που­λος με τους συ­νερ­γά­τες του σχε­δια­στές Στέ­φα­νο Απο­στό­λου, Βύ­ρω­να Απτό­σο­γλου (τον με­τέ­πει­τα Byron στον Μι­κρό Ήρωα), Κώ­στα Ρα­μπα­τζή, Ζωή Σκια­δα­ρέ­ση, και με τη συμ­με­το­χή της ποι­ή­τριας Σο­φί­ας Μαυ­ροει­δή-Πα­πα­δά­κη (δι­κός της ο «Ύμνος του Ε.Λ.Α.Σ.») που έγρα­ψε τα σε­νά­ρια και των 18 τευ­χών, πέ­τυ­χαν κά­τι εντυ­πω­σια­κό για τα ελ­λη­νι­κά δε­δο­μέ­να. Πρώ­τοι εκεί­νοι μπό­ρε­σαν να βρουν το πέ­ρα­σμα από τη με­γά­λη οθό­νη στις ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νες σε­λί­δες, εκ­δί­δο­ντας σε κό­μικς γνω­στές ται­νί­ες της επο­χής. Πρό­κει­ται για μια σπά­νια, αν όχι μο­να­δι­κή πε­ρί­πτω­ση στα ελ­λη­νι­κά χρο­νι­κά, με δια­κρι­τή εξαί­ρε­ση το «Τρέ­νο της με­γά­λης φυ­γής», από την ομώ­νυ­μη ται­νία του Αντρέι Κον­τσα­λόφ­σκι. που δια­σκεύ­α­σε σε κό­μικς ο Σπύ­ρος Δερ­βε­νιώ­της και δη­μο­σιεύ­τη­κε σε συ­νέ­χειες στο πε­ριο­δι­κό Γα­λέ­ρα. Ο Θέ­μος Αν­δρε­ό­που­λος με τον Κώ­στα Ρα­μπα­τζή επα­νέ­λα­βαν την επι­τυ­χη­μέ­νη συ­ντα­γή του Ταμ-Ταμ λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με το Πάν­θε­ον Αρι­στουρ­γη­μά­των. Ο τί­τλος ανα­φε­ρό­ταν στα αρι­στουρ­γή­μα­τα της κλα­σι­κής λο­γο­τε­χνί­ας, αλ­λά βα­σι­κά αφο­ρού­σε τις ται­νί­ες που βα­σί­στη­καν σε αυ­τά. Πα­ρό­τι δεν ακο­λου­θού­σαν κα­τά γράμ­μα τα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά σε­νά­ρια, δια­τη­ρού­σαν το βα­σι­κό αφη­γη­μα­τι­κό ιστό και απέ­δι­δαν, κα­τά το δυ­να­τόν, την ατμό­σφαι­ρα κά­θε ται­νί­ας.

Ακο­λου­θώ­ντας αντί­στρο­φη δια­δρο­μή, δη­μο­φι­λείς σει­ρές κό­μικς με­ταγ­γί­στη­καν στον κι­νη­μα­το­γρά­φο. Τα πα­ρα­δείγ­μα­τα πολ­λά, ιδιαί­τε­ρα στις πρό­σφα­τες χο­λι­γου­ντια­νές υπέρ-πα­ρα­γω­γές (ασορ­τί με τους υπέρ-ήρω­ες που πα­ρου­σιά­ζουν). Η με­τά­βα­ση δεν ήταν πά­ντα επι­τυ­χη­μέ­νη. Από τις δύο δια­στά­σεις των σκί­τσων στην τρισ­διά­στα­τη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ο δρό­μος έχει πα­γί­δες. Ένα από τα πιο επι­τυ­χη­μέ­να «συ­νοι­κέ­σια» με­τα­ξύ των δύο τε­χνών θε­ω­ρεί­ται το «Πο­πάυ ο ναύ­της» του Ρό­μπερτ Όλ­τμαν (1980). Ο τρό­πος κι­νη­μα­το­γρά­φη­σης, οι ερ­μη­νεί­ες των ηθο­ποιών (Ρό­μπιν Ουί­λιαμς - Πο­πάυ, Σέ­λεϊ Ντι­βάλ – Όλιβ Όιλ), τα σκη­νι­κά, τα κο­στού­μια και το προ­σθε­τι­κό μα­κι­γιάζ, απο­πνέ­ουν την ατμό­σφαι­ρα του αντί­στοι­χου κό­μικς του Έλ­ζι Σί­γκαρ. Η κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή τρι­λο­γία του Μπά­τμαν, από τον Κρί­στο­φερ Νό­λαν, κα­τά­φε­ρε επί­σης να ανα­πλά­σει πει­στι­κά και να εμπλου­τί­σει οπτι­κά τη γοτ­θι­κή ατμό­σφαι­ρα του Γκό­θαμ Σί­τι. Στο «Ντικ Τρέι­σι» (1990), που σχε­δί­α­ζε ο Τσέ­στερ Γουλντ από τη δε­κα­ε­τία του ’30, ο σκη­νο­θέ­της και πρω­τα­γω­νι­στής Γουό­ρεν Μπί­τι οπτι­κο­ποί­η­σε τη συγ­γέ­νεια της ται­νί­ας του με τα κό­μικς χρη­σι­μο­ποιώ­ντας την ίδια χρω­μα­τι­κή πα­λέ­τα. Βα­σι­κά χρώ­μα­τα της ται­νί­ας εί­ναι τα έξι που χρη­σι­μο­ποιού­νται στην εκτύ­πω­ση: κόκ­κι­νο, μπλε, κί­τρι­νο, πρά­σι­νο, πορ­το­κα­λί, μοβ, συν το μαύ­ρο και το άσπρο. Με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­μοί­ω­ση πέ­τυ­χε ο σχε­δια­στής και σκη­νο­θέ­της Φρανκ Μί­λερ στην ται­νία του «Αμαρ­τω­λή πό­λη» (Sin City, 2005), βα­σι­σμέ­νη σε μια τρι­λο­γία κό­μικς του ίδιου δη­μιουρ­γού. Οι γρα­φι­στι­κές επεμ­βά­σεις πά­νω στην κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ει­κό­να με τη βο­ή­θεια υπο­λο­γι­στών, προ­σέ­δι­δαν σε πολ­λά πλά­να ή και ολό­κλη­ρες σκη­νές της ται­νί­ας την αί­σθη­ση του τυ­πω­μέ­νου κό­μικς.

Ο κα­τά­λο­γος του έντυ­που «δού­ναι» και του κι­νη­μα­το­γρα­φι­κού «λα­βείν» εί­ναι με­γά­λος: από τους Ευ­ρω­παί­ους Αστε­ρίξ και Λού­κι Λουκ, μέ­χρι τις αμε­ρι­κα­νι­κές στρα­τιές των υπε­ρη­ρώ­ων, πολ­λοί ήταν εκεί­νοι και εκεί­νες που με­τα­πή­δη­σαν από το χαρ­τί στο πα­νί. Κά­ποιες ται­νί­ες έκα­ναν ένα βή­μα πα­ρα­πέ­ρα. Έδει­ξαν την πί­σω πλευ­ρά των ει­κό­νων, όλο τον κό­σμο που πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω από τα κό­μικς: τους σε­να­ριο­γρά­φους, τους σχε­δια­στές, τους εκ­δό­τες, αλ­λά και το ανα­γνω­στι­κό κοι­νό που εντρυ­φεί σε αυ­τά. Το 1955, ο Φρανκ Τά­σλιν, με προ­γε­νέ­στε­ρη κα­ριέ­ρα στο εν­διά­με­σο εί­δος των κι­νου­μέ­νων σχε­δί­ων, σκη­νο­θέ­τη­σε μια ται­νία που θε­ω­ρεί­ται ορό­ση­μο κι­νη­μα­το­γρα­φι­κής σά­τι­ρας προς τα συγ­γε­νή κό­μικς. Το «Artists and Models» (ελ­λη­νι­κός –άσχε­τος– τί­τλος «Λόρ­δοι, λόρ­δα και φι­λό­τι­μο», 1955), με το δί­δυ­μο Ντιν Μάρ­τιν-Τζέ­ρι Λού­ις, εί­χε ως στό­χο τους εκ­δό­τες πε­ριο­δι­κών κό­μικς με υπε­ρή­ρω­ες, κα­θώς και τους θο­ρυ­βη­μέ­νους για την… ψυ­χι­κή υγεία των παι­διών τους γο­νείς. Μια σκη­νή της ται­νί­ας ιδιαί­τε­ρα, σα­τι­ρί­ζει τις δη­μό­σιες ακρο­ά­σεις της επι­τρο­πής Κε­φά­ου­βερ (από το επί­θε­το του προ­ε­δρεύ­ο­ντος, γε­ρου­σια­στή Εστές Κε­φά­ου­βερ) που εί­χαν γί­νει ένα χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, με σκο­πό να ελεγ­χθεί η επί­δρα­ση των «βί­αιων» κό­μικς και ο πι­θα­νός αντί­κτυ­πός τους στην εγκλη­μα­τι­κό­τη­τα των ανη­λί­κων.

Δέ­κα χρό­νια με­τά, τα κό­μικς εί­χαν πο­λύ κα­λύ­τε­ρη απο­δο­χή. Από οθό­νης, του­λά­χι­στον. Στην κω­μω­δία «Πώς να δο­λο­φο­νή­σε­τε τη γυ­ναί­κα σας» (1965), ο Τζακ Λέ­μον υπο­δύ­ε­ται το σχε­δια­στή ενός κό­μικς που δια­βά­ζε­ται κα­θη­με­ρι­νά από εκα­τομ­μύ­ρια ανα­γνώ­στες μιας νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζι­κης εφη­με­ρί­δας. Η ται­νία ει­σχω­ρεί στα άδυ­τα του σχε­δια­στη­ρί­ου, πα­ρου­σιά­ζο­ντας τη δη­μιουρ­γία των ει­κό­νων στο χαρ­τί δια χει­ρός Τζακ Λέ­μον. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τα κα­λο­σχε­δια­σμέ­να πά­νελ του κό­μικς εί­χε ανα­λά­βει ο Μελ Κί­φερ (δη­μιουρ­γός πολ­λών κό­μικς όπως τα Perry Mason και Rick O’Shay), ενώ ο κα­τα­ξιω­μέ­νος Άλεξ Τοθ (Flash, Green Lantern, Johnny Thunder κ.ά.) σχε­δί­α­σε ένα χιου­μο­ρι­στι­κό κό­μικς με πρω­τα­γω­νι­στές τους βα­σι­κούς χα­ρα­κτή­ρες, για την προ­ώ­θη­ση της ται­νί­ας.

Εκτός από τους κα­τά (κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή) φα­ντα­σία δη­μιουρ­γούς κό­μικς, αρ­κε­τοί… πραγ­μα­τι­κοί σχε­δια­στές πέ­ρα­σαν πρό­σκαι­ρα ή πα­ρέ­μει­ναν στην πα­ρα­γω­γή ται­νιών, δου­λεύ­ο­ντας σε διά­φο­ρα πό­στα: σχε­δια­στές storyboards (ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νων σε­να­ρί­ων), σε­να­ριο­γρά­φοι, σκη­νο­θέ­τες, ακό­μα και ηθο­ποιοί. Με­τα­ξύ πολ­λών άλ­λων, οι Γάλ­λοι Ζε­ράρ Λο­ζιέ και Πα­τρίς Λε­κόντ (σχε­δια­στές και σε­να­ριο­γρά­φοι, σκη­νο­θέ­τες), ο Αμε­ρι­κα­νός Τζουλ Φάι­φερ (σχε­δια­στής και σε­να­ριο­γρά­φος, σκη­νο­θέ­της) και ο συ­μπα­τριώ­της του Φρανκ Μί­λερ (σε­να­ριο­γρά­φος, σχε­δια­στής και σε­να­ριο­γρά­φος, σκη­νο­θέ­της, πα­ρα­γω­γός), ο Χι­λια­νός-Γάλ­λος Αλε­χά­ντρο Χο­δο­ρόφ­σκι (σε­να­ριο­γρά­φος και σκη­νο­θέ­της, ηθο­ποιός), ο Σερ­βο­κρο­ά­της-Γάλ­λος Εν­κί Μπι­λάλ (σχε­δια­στής και σκη­νο­θέ­της), η Ιρα­νή Μαρ­γιάν Σα­τρα­πί (σχε­διά­στρια και σκη­νο­θέ­τρια) κ.ά. Αν από όσους γε­φύ­ρω­σαν με επι­τυ­χία τις δύο τέ­χνες, κά­ποιος αξί­ζει ιδιαί­τε­ρης μνεί­ας, αυ­τός σί­γου­ρα εί­ναι ο Φε­ντε­ρί­κο Φε­λί­νι. Πριν γρά­ψει ιστο­ρία στον κι­νη­μα­το­γρά­φο, εί­χε προ­λά­βει να γρά­ψει (ή μάλ­λον, να σχε­διά­σει) μια συ­ντο­μό­τε­ρη ιστο­ρία στα κό­μικς. Έχο­ντας δεί­ξει από νε­α­ρή ηλι­κία μια ιδιαί­τε­ρη κλί­ση στη γε­λοιο­γρα­φία και στον σχε­δια­σμό κό­μικς, αφο­σιώ­θη­κε σε αυ­τά πριν τον κερ­δί­σει η σκη­νο­θε­σία. Από το 1938 έως το 1942 συ­νερ­γά­στη­κε ως σκι­τσο­γρά­φος σε διά­φο­ρα χιου­μο­ρι­στι­κά πε­ριο­δι­κά, ανά­με­σά τους και το Marc’ Aurelio στο οποίο δη­μο­σί­ευ­σε τα κό­μικς «Giacomino», «Cico e Pallina» και «Geppi la Bimba Atomica». Η αγά­πη που έτρε­φε για τα κό­μικς δεν έσβη­σε όταν πέ­ρα­σε πί­σω από την κά­με­ρα. Συ­χνά, εύ­ρι­σκε τη ευ­και­ρία να ανα­φέ­ρε­ται σε αυ­τά και στους χάρ­τι­νους ήρω­ες που θαύ­μα­ζε ιδιαί­τε­ρα. Στο «8 ½», για πα­ρά­δειγ­μα, πρω­τα­γω­νι­στής εί­ναι ο Γκουί­ντο Αν­σέλ­μι, τον οποίο υπο­δύ­ε­ται ο Μαρ­τσέ­λο Μα­στρο­γιά­νι. Του­λά­χι­στον δύο χα­ρα­κτή­ρες της ται­νί­ας τον απο­κα­λούν «Σνά­πο­ραζ», ένα όνο­μα που ο Αν­σέλ­μι φαί­νε­ται να ανα­γνω­ρί­ζει. Σε μια σκη­νή ένας κρι­τι­κός κι­νη­μα­το­γρά­φου τον απο­κα­λεί με αυ­τό το πα­ρά­ξε­νο όνο­μα του­λά­χι­στον δύο φο­ρές. Αρ­γό­τε­ρα, ένας γη­ραιός σκη­νο­θέ­της τον λέ­ει επί­σης Σνά­πο­ραζ. Το προ­σω­νύ­μιο αυ­τό, εφεύ­ρη­μα του Φε­λί­νι, εί­ναι μια σύ­ντμη­ση του «t-ci snà un puràz» που στη διά­λε­κτο της Ρώ­μης ση­μαί­νει «εί­σαι απλώς ένας φτω­χός τύ­πος». Η πα­ρα­πο­μπή του φε­λι­νι­κού Σνά­πο­ραζ σε έναν αγα­πη­μέ­νο για τον σκη­νο­θέ­τη ήρωα των κό­μικς, το μά­γο Μα­ντρέικ, ήταν ευ­θεία. Στη σκη­νή της φα­ντα­σί­ω­σης του πρω­τα­γω­νι­στή, ο Μα­στρο­γιά­νι έχει ίδια εμ­φά­νι­ση με τον ήρωα που σχε­δί­α­ζε ο Αμε­ρι­κα­νός Λι Φολκ: ημί­ψη­λο κα­πέ­λο, μπέρ­τα, πα­πι­γιόν και το μα­γι­κό μπα­στου­νά­κι στο γα­ντο­φο­ρε­μέ­νο χέ­ρι. Ο Φε­λί­νι, μά­λι­στα, σκι­τσά­ρι­σε τη φι­γού­ρα του Μα­στρο­γιά­νι με αυ­τό το εν­δυ­μα­το­λο­γι­κό στιλ, ση­μειώ­νο­ντας στο πε­ρι­θώ­ριο της ει­κό­νας: «Ο γε­ρο-Σνά­πο­ραζ ως Μα­ντρέικ». Ο ίδιος, πε­ρι­γρά­φο­ντας κά­πο­τε τη σχέ­ση των κό­μικς με τον κι­νη­μα­το­γρά­φο, εί­χε πει: «Ο κό­σμος των κό­μικς δα­νεί­ζει γεν­ναιό­δω­ρα στο σι­νε­μά τις σκη­νο­γρα­φί­ες του, τους χα­ρα­κτή­ρες του, τις ιστο­ρί­ες του, αλ­λά όχι την πιο μυ­στι­κή και απε­ρί­γρα­πτη γοη­τεία του, που εί­ναι η στα­θε­ρό­τη­τα και η ακι­νη­σία των καρ­φι­τσω­μέ­νων πε­τα­λού­δων».

Οι «καρ­φι­τσω­μέ­νες πε­τα­λού­δες», ποι­η­τι­κό σχή­μα λό­γου του Φε­λί­νι, για τις ει­κό­νες των κό­μικς, έμελ­λε να υπο­δε­χθούν τον Ιτα­λό σκη­νο­θέ­τη στο δισ­διά­στα­το κό­σμο τους. Όλα ξε­κί­νη­σαν το 1986, όταν, πα­ράλ­λη­λα με τα γυ­ρί­σμα­τα της ται­νί­ας «Τζίν­τζερ και Φρεντ», ο Φε­ντε­ρί­κο Φε­λί­νι άρ­χι­σε να δη­μο­σιεύ­ει σε συ­νέ­χειες στην Corriere della Sera μια ιστο­ρία με τί­τλο «Τα­ξί­δι στην Του­λούμ». Η εφη­με­ρί­δα συ­μπλή­ρω­νε, δί­κην υπο­τί­τλου: «Για πρώ­τη φο­ρά ο με­γά­λος σκη­νο­θέ­της δι­η­γεί­ται την επό­με­νη ται­νία του». Η επό­με­νη ται­νία δεν έγι­νε τε­λι­κά σε φιλμ, αλ­λά στο σχε­δια­στή­ριο ενός θαυ­μα­στή και κα­λού φί­λου του σκη­νο­θέ­τη. Ο Μί­λο Μα­νά­ρα ζή­τη­σε από τον Φε­λί­νι την άδεια να με­τα­φέ­ρει αυ­τή την ιστο­ρία σε κό­μικς. Έτσι, η «εν δυ­νά­μει» ται­νία που δεν έγι­νε τε­λι­κά, με­τα­σχη­μα­τί­στη­κε σε κό­μικς. Το «Τα­ξί­δι στην Του­λούμ. Από ένα σε­νά­ριο του Φε­ντε­ρί­κο Φε­λί­νι για μια ται­νία» όπως τι­τλο­φο­ρή­θη­κε, άρ­χι­σε να δη­μο­σιεύ­ε­ται σε συ­νέ­χειες από τον Ιού­λιο του 1989 στο πε­ριο­δι­κό Corto Maltese και ένα χρό­νο αρ­γό­τε­ρα κυ­κλο­φό­ρη­σε σε άλ­μπουμ (στα ελ­λη­νι­κά από τις εκ­δό­σεις Νέα Σύ­νο­ρα – Α. Α. Λι­βά­νης).

Το pas des deux της 7ης με την 9η τέ­χνη δεν στα­μα­τά εδώ. Ένα νέο υβρί­διο έχει προ­κύ­ψει τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Ισορ­ρο­πώ­ντας ανά­με­σα στον κι­νη­μα­το­γρά­φο και τα κό­μικς, δα­νεί­ζε­ται στοι­χεία και από τις δύο τέ­χνες για τις δι­κές του δη­μιουρ­γί­ες. Τα Φω­το­γρα­φι­κά Κό­μικς, όπως ονο­μά­ζο­νται, απο­τε­λούν μια μορ­φή αφή­γη­σης που χρη­σι­μο­ποιεί φω­το­γρα­φί­ες αντί σχε­δί­ων, δια­τη­ρώ­ντας τις συ­νή­θεις συμ­βά­σεις των κό­μικς: «μπα­λο­νά­κια» που πε­ριέ­χουν τους δια­λό­γους και «συν­νε­φά­κια» για τις σκέ­ψεις των ει­κο­νι­ζό­με­νων. Συγ­γε­νή με αυ­τά εί­ναι τα Κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά Μάν­γκα. Πρό­κει­ται για ια­πω­νι­κά κό­μικς που χρη­σι­μο­ποιούν κα­ρέ από ται­νί­ες ή βί­ντεο, επε­ξερ­γα­σμέ­να σε υπο­λο­γι­στή και προ­σαρ­μο­σμέ­να στους κα­νό­νες των κό­μικς.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: