Παραστατική ζωγραφική

Μάκης Θεοφυλακτόπουλος και Χρόνης Μπότσογλου από το φιλμ του Φ.Βιανέλλη
Μάκης Θεοφυλακτόπουλος και Χρόνης Μπότσογλου από το φιλμ του Φ.Βιανέλλη

[ ut pictura poesis ]

Απέ­ρα­ντη ζω­γρα­φι­κή προ­ο­πτι­κή. Πο­λυ­χρό­νια και πο­λυ­χρο­νε­μέ­νη.[1]

1: όλοι μια πα­ρά­στα­ση κυ­νη­γά­με. Όλοι πί­σω από μια πα­ρά­στα­ση τρέ­χου­με. Και τα σκυ­λιά που χυ­μούν κο­πά­δι στο φθι­νο­πω­ρι­νό δά­σος ση­κώ­νο­ντας ανε­μο­σού­ρια χρυ­σών φύλ­λων μέ­σα στις ζω­ντα­νές μυ­ρω­διές των που­λιών. Θη­ρά­μα­τα.

2: όλη η ζω­γρα­φι­κή εί­ναι πα­ρα­στα­τι­κή.

3: δεν υπάρ­χου­με χω­ρίς το φως.

4: η ζω­γρα­φι­κή εί­ναι μια στά­ση σω­μα­τι­κή. Ρυθ­μι­κή. Γυ­μνα­στι­κή. Θέ­μα χρό­νου.

5: και η ποί­η­ση το ίδιο.

6: τυ­φλοί γεν­νη­θή­κα­με. Μια ζωή προ­σπα­θού­με να δού­με. Με­ρι­κοί, όχι.

7: η μορ­φή εί­ναι δύ­σκο­λη, προ­δο­τι­κή, δι­κέ­ρα­τη, δί­φο­ρη, επι­κίν­δυ­νη, χα­μαι­λε­ό­ντεια, σαν πάν­θη­ρας, σαν τη σε­λή­νη. Τυ­φλή στο χρό­νο. Ολό­σω­μη αφή. Δεν πε­θαί­νει. Με­τα-μορ­φώ­νε­ται. Άμορ­φο δεν υπάρ­χει. Όλα εί­ναι ανα­μο­νή μορ­φής. Μι­σο­πε­θα­μέ­νες μορ­φές.

8: το όπλο του χρώ­μα­τος εκ­πυρ­σο­κρο­τεί. Λο­γι­κή εφαρ­μο­γή κο­σμο­λο­γί­ας.

9: τα πε­ρι­γράμ­μα­τα εκρή­γνυ­νται από μέ­σα. Πε­ρι­γρά­φουν την ύλη. Αυ­τή εξα­χνώ­νε­ται. Οι­κο­νο­μι­κή πε­ρι­φρό­νη­ση. Φρα­γή στις κλή­σεις από­ξω. Φα­ντα­στι­κή φω­τει­νή ει­σα­γω­γή. Πό­λε­μος προς όλες τις κα­τευ­θύν­σεις. Συ-ζη­τή­σεις της ωραί­ας και του κτή­νους.

10: κά­μα χρό­νου κε­καμ­μέ­νου, δια­κε­καυ­μέ­νου κα­μπύ­λη της κά­μα­ρης, χω­ρο­χρο­νο­κα­μπύ­λη. Κάμ­πτε­ται και λια­νή γλι­στρά­ει σαν χέ­λι μέ­σα από το «ης». Κί­τρι­νος γκρε­μός. Πέ­φτει. Ψη­λά ο ου­ρα­νός Χει­ρο­νο­μο­θε­σία. Στα­μά­τα την εκ­πυρ­σο­κρό­τη­ση του μπλε. ΣΤΟΠ.

0: Ω άτα­χτο φλο­γο­βό­λο συ­ντα­χτι­κό. Άστο­χο μα τον βρί­σκει. Προ­χω­ρά­με προς τα πί­σω. Άτα­χτη μου­σι­κή επι­κο­νί­α­ση. Των ονο­μά­των. — Αρι­στο­μέ­νης. —Αρι­στό­δη­μος. — Μέ­νης. —Μά­κης. — Πο­λυ­χρό­νιος. Πο­λυ­χρο­νία. Πο­λυ­χρο­νού­λα. Χρό­νη. —Θε­ο­φύ­λα­κτος με πολ­λά λα­μπιό­νια χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα και πε­ρι­σπω­μέ­νες.—Ξε­σκλί­δι ει­κό­νας. —Κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο. —Θε­ο­φυ­λα­κτό­που­λος. —Πο­λυ­χρό­νιος Θε­ο­φυ­λα­κτό­που­λος. — Πο­λυ­χρο­νε­μέ­νος. Χρό­νης. —Μπό­τσο­γλου. —Τα ονό­μα­τα βρί­σκο­νται. —Μοι­ρά­ζο­νται λί­γο λί­γο στά­ζουν ρυθ­μι­κά βρο­χή χρό­νϊα νε­ρου­λό μαυ­ρό­α­σπρο απ’ το φεγ­γά­ρι που λά­μπει εκεί ως συ­νή­θως δι­κέ­ρα­το ακό­μα. —Μπας και ασθέ­νη­σε το χέ­ρι μου και δεν μπο­ρώ καν να λυ­τρω­θώ καν να λυ­τρώ­σω; Ή πά­ει η δύ­να­μή μου και δεν μπο­ρώ να ελευ­θε­ρώ­σω; Του ρύ­σα­σθαι – γα­λά­ζιο, του εξε­λέ­σθαι – κόκ­κι­νο. Με τις απει­λές μου ερή­μω­σα τη θά­λασ­σα και τα πο­τά­μια. Ξέ­ρα­να τα ψά­ρια. Στράγ­γι­ξαν τα νε­ρά. Έντυ­σα τον ου­ρα­νό με τα σκο­τά­δια, κι έφ­κια­σα σα­κί λι­νά­τσας απ’ το ντύ­μα του. Σή­κω­σα το βλέμ­μα μου στον ου­ρα­νό και κα­τώ­βλε­ψα στη γη και ο ου­ρα­νός χά­θη­κε σαν κα­πνός και η γη θα πα­λιώ­σει και θα τρι­φτεί σα ρού­χο και όλοι πά­νω της θα πε­θά­νουν. Αλ­λά ακού­στε με, από τα έγκα­τά μου θα βγει ο νό­μος και η δι­καιο­σύ­νη που θα φω­τί­σει, θα με πε­ρι­μέ­νουν τα νη­σιά και θα ελ­πί­σουν στο χέ­ρι μου.


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: