Φόβος

Φόβος

Φό­βος ότι θα δεις το πε­ρι­πο­λι­κό να στα­μα­τά­ει στον δρό­μο σου.
Φό­βος μή­πως τη νύ­χτα κοι­μη­θείς.
Φό­βος μή­πως και μεί­νεις άγρυ­πνος.
Ο φό­βος μη ξε­ση­κω­θεί το πα­ρελ­θόν.
Φό­βος μη δρα­πε­τεύ­σει το πα­ρόν.
Φό­βος μή­πως χτυ­πή­σει το τη­λέ­φω­νο μες στη σιω­πή της νύ­χτας.
Ο φό­βος της κα­ται­γί­δας.
Ο φό­βος για την κα­θα­ρί­στρια με το ση­μά­δι στο μά­γου­λο!
Φό­βος για τα σκυ­λιά που σου ’χουν πει πως δεν δα­γκώ­νουν.
Ο φό­βος της αγω­νί­ας!
Φό­βος μην υπο­χρε­ω­θείς ν’ ανα­γνω­ρί­σεις πτώ­μα φί­λου.
Ο φό­βος μη σου τε­λειώ­σουν τα λε­φτά.
Φό­βος να έχεις πολ­λά, αν και οι άλ­λοι δεν θα το πι­στέ­ψουν.
Ο φό­βος των ψυ­χο­λο­γι­κών πε­ρι­γρα­φών.
Φό­βος να μην αρ­γή­σεις κι ο φό­βος μην φτά­σεις πριν απ’ όλους.
Φό­βος μη δω τον γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα των παι­διών μου σε φα­κέ­λους.
Φό­βος πως θα πε­θά­νουν πριν από μέ­να κι η αί­σθη­ση της ενο­χής.
Φό­βος να πρέ­πει να συ­γκα­τοι­κώ με τη γριά μά­να μου, γέ­ρος κι εγώ.
Ο φό­βος της σύγ­χυ­σης.
Φό­βος ότι η μέ­ρα θα τε­λειώ­σει άσχη­μα.
Φό­βος πως θα ξυ­πνή­σω κι εσύ θα έχεις φύ­γει.
Φό­βος ότι δεν αγα­πώ κι ο φό­βος πως δεν αγα­πώ αρ­κε­τά.
Φό­βος ότι αυ­τό που αγα­πώ θα θα­να­τώ­σει αυ­τούς που αγα­πώ.
Ο φό­βος του θα­νά­του.
Ο φό­βος πως θα ζή­σω πο­λύ.
Ο φό­βος του θα­νά­του.
Το ξα­να­εί­πα αυ­τό.

*

Ο Ρέι­μοντ Κάρ­βερ, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος και ποι­η­τής, γεν­νή­θη­κε το 1938 στο Όρε­γκον των ΗΠΑ. Θε­ω­ρεί­ται από τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους Αμε­ρι­κα­νούς συγ­γρα­φείς της δε­κα­ε­τί­ας του 1980. Τα δι­η­γή­μα­τά του, κο­ρυ­φαία στην αμε­ρι­κα­νι­κή δι­η­γη­μα­το­γρα­φία, εί­ναι ωμά και ρε­α­λι­στι­κά, απο­δο­μούν το αμε­ρι­κα­νι­κό όνει­ρο και ανα­φέ­ρο­νται σε θέ­μα­τα κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Εί­ναι πολ­λές οι φο­ρές που ο Κάρ­βερ αντλεί την πρώ­τη ύλη της θε­μα­το­λο­γί­ας του από την ίδια του τη ζωή. Γι­oς αλ­κο­ο­λι­κού, αλ­κο­ο­λι­κός κι ο ίδιος, πα­ντρεύ­τη­κε δε­κα­εν­νέα ετών, έζη­σε σε συν­θή­κες ανέ­χειας και απέ­κτη­σε δύο παι­διά, τα οποία πά­λευε να συ­ντη­ρή­σει κά­νο­ντας διά­φο­ρες δου­λειές, σε βά­ρος της λο­γο­τε­χνί­ας που ανα­γκα­στι­κά ερ­χό­ταν σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα. Το 1976 εκ­δί­δει τη συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Λοι­πόν, θα πά­ψεις σε πα­ρα­κα­λώ; (Will You Please Be Quiet, Please?) και θέ­τει υπο­ψη­φιό­τη­τα για το Εθνι­κό Βρα­βείο Βι­βλί­ου. Στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του 1980 κα­τορ­θώ­νει να κερ­δί­σει υπο­τρο­φία από την Αμε­ρι­κα­νι­κή Ακα­δη­μία Τε­χνών και Γραμ­μά­των και αφο­σιώ­νε­ται απο­κλει­στι­κά στο γρά­ψι­μο. Η συλ­λο­γή του Κα­θε­δρι­κός να­ός (Cathedral), που κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1983, ήταν υπο­ψή­φια για βρα­βείο Πού­λι­τζερ. Πέ­θα­νε σε ηλι­κία 50 ετών στην Ουά­σινγ­κτον από καρ­κί­νο των πνευ­μό­νων.

ΒΡΕΙ­ΤΕ ΤΑ ΒΙ­ΒΛΙΑ ΤΟΥ Ρέι­μοντ Κάρ­βερ ΣΤΟΝ ΙΑ­ΝΟ.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: