In principio erat verbum {Α' μέρος}

Πριν από με­ρι­κές μέ­ρες, συ­ζη­τώ­ντας τε­χνι­κά και θε­ω­ρη­τι­κά πράγ­μα­τα με την φί­λη και ομό­τε­χνο Ε.Φ., τόλ­μη­σα μια πα­ρέκ­βα­ση με θέ­μα την αρ­χι­τε­κτο­νι­κή έκ­φρα­ση θε­με­λια­κών και αιώ­νιων ιδε­ών: χω­ρίς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, όπως συ­χνά στο πα­ρελ­θόν, ισχυ­ρί­σθη­κα και εκεί­νη συμ­φώ­νη­σε, ότι ως προς αυ­τό το θέ­μα, ανά­με­σα στα ανα­ρίθ­μη­τα έρ­γα της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής, από την Νε­ο­λι­θι­κή επο­χή έως τον 21ο αιώ­να, η Με­γά­λη Πυ­ρα­μί­δα, με το απο­λύ­τως στοι­χειώ­δες σχή­μα και την συ­μπα­γή δο­μή της, κα­τέ­χει την πρώ­τη θέ­ση. Ποιο άλ­λο κτί­σμα έχει τό­σο απλή μορ­φή και αι­σθη­τι­κή δύ­να­μη; Ποιο άλ­λο συ­νά­δει τό­σο τέ­λεια με μια κε­ντρι­κή ιδέα σχε­δια­σμού και μια θε­με­λια­κή ιδέα συμ­βο­λι­κής λει­τουρ­γί­ας; Διό­λου τυ­χαία, μια αρ­χαία πα­ροι­μία λέ­ει: «…τα πά­ντα έχουν έναν ανί­κη­το εχθρό… τον Χρό­νο. Αλ­λά και αυ­τός έχει τον δι­κό του εχθρό: τη Με­γά­λη Πυ­ρα­μί­δα». 
Ενώ έλε­γα αυ­τά η σκέ­ψη μου έτρε­χε σε πο­λύ πα­λιές εμπει­ρί­ες και θε­ω­ρί­ες μου, που μό­νο απο­σπα­σμα­τι­κά εί­χα κα­τά και­ρούς κοι­νο­ποι­ή­σει. Τώ­ρα πα­ρα­τη­ρώ απο­λο­γη­τι­κά ότι αυ­τή η απο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα δεν θέ­λει να δώ­σει τη θέ­ση της σε κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νε­κτι­κό … Όμως, ακό­μη και έτσι μου φαί­νε­ται ότι αξί­ζει να εκτε­θεί … Αλ­λά από ποιο ση­μείο να ξα­να­πιά­σω το νή­μα;

Θέ­ση και στά­ση της μο­να­χι­κής πέ­τρας: Η γή­ι­νη επι­φά­νεια εύ­κο­λα απα­τά. Το χω­μά­τι­νο μέ­ρος της εί­ναι πο­λύ εκτε­νέ­στε­ρο από το πέ­τρι­νο. Βα­θύ­τε­ρα όμως, υπάρ­χει πα­ντού μό­νον συ­μπα­γής βρά­χος. Τα βου­νά απο­τε­λούν απλώς τα ορα­τά μέ­ρη του. Από αυ­τά, άλ­λω­στε, προ­έρ­χο­νται και τα κά­θε λο­γής κομ­μά­τια που σω­ρη­δόν σκε­πά­ζουν τα πό­δια των ορ­θο­πλα­γιών και μα­ζι­κά με­τα­μορ­φώ­νο­νται σε βό­τσα­λα και άμ­μο κα­τά μή­κος πο­τα­μών, λι­μνών και θα­λασ­σών. Ομοί­ως προ­έρ­χο­νται τα θραυ­στά υλι­κά των διά­στρω­των πε­τρω­μά­των και τα υλι­κά τα ανα­κα­τε­μέ­να με τα διά­φο­ρα χώ­μα­τα των κά­μπων. Γε­νι­κός νό­μος σε όλες τις πε­ρι­πτώ­σεις εί­ναι ότι όλα αυ­τά μι­κραί­νουν συ­νε­χώς κα­θώς αρ­γά ή γρή­γο­ρα απο­μα­κρύ­νο­νται από το μη­τρι­κό πέ­τρω­μα.
Ένας άλ­λος γε­νι­κός νό­μος, αυ­τός που έχει τη με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία για το θέ­μα, λέ­ει: ό,τι εί­ναι όρ­θιο αρ­γά ή γρή­γο­ρα πέ­φτει και πο­τέ δεν ξα­να­ση­κώ­νε­ται από μό­νο του. Έτσι, οι με­γά­λες μο­να­χι­κές πε­πλα­τυ­σμέ­νες ή μα­κρό­στε­νες πέ­τρες απε­χθά­νο­νται την ορ­θο­στα­σία και προ­τι­μούν να ανα­παύ­ο­νται εξα­πλω­μέ­νες. Τού­το συμ­βαί­νει πά­ντο­τε όταν μια διά­στα­ση εί­ναι δι­πλά­σια των άλ­λων και φθά­νει το ύψος αν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος. Φυ­σι­κές εξαι­ρέ­σεις δεν υπάρ­χουν – ού­τε μια στο τρι­σε­κα­τομ­μύ­ριο, οπου­δή­πο­τε στη Γη, τη Σε­λή­νη ή άλ­λο πε­τρώ­δες ου­ρά­νιο σώ­μα.
Η ανα­φο­ρά του αν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος εδώ δεν εί­ναι τυ­χαία. Αυ­τό, όπως και εκεί­νο άλ­λων ζώ­ων, έχει την δύ­να­μη να μέ­νει όρ­θιο επί ώρες ενά­ντια στο βά­ρος του. Κά­θε τό­σο όμως θέ­λει να ανα­παύ­ε­ται ξα­πλω­μέ­νο και κά­πο­τε δεν μπο­ρεί πια να ξα­να­ση­κω­θεί. Συ­νο­λι­κά ο χρό­νος της όρ­θιας στά­σης του εί­ναι ελά­χι­στος μπρο­στά σε εκεί­νον της ανά­παυ­σης, του ύπνου και του ορι­ζό­ντια εντα­φια­σμέ­νου λει­ψά­νου. Διό­λου τυ­χαία, η όρ­θια στά­ση δή­λω­νε πά­ντο­τε τη δύ­να­μη και το σφρί­γος της ζω­ής… την άρ­νη­ση της φθο­ράς και του θα­νά­του. Η ίδια κυ­ρί­ως εμπνέ­ει τις συμ­βο­λι­κές και καλ­λι­τε­χνι­κές πα­ρα­στά­σεις αυ­τών των ιδιο­τή­των.

Göbekli Tepe
Göbekli Tepe

Μια συμ­βο­λι­κή πα­ρά­στα­ση της άρ­νη­σης του θα­νά­του και έκ­φρα­ση διεκ­δί­κη­σης δύ­να­μης και ανα­γνώ­ρι­σης, κα­τ’ εμέ η πλέ­ον εμ­βλη­μα­τι­κή και εκ­φρα­στι­κή, εί­ναι ο ορ­θό­λι­θος και τα έως σή­με­ρα πα­ρά­γω­γά του, όπως ο οβε­λί­σκος, η ανα­μνη­στι­κή ή η επι­τύμ­βια στή­λη –από την Ιρ­λαν­δία και το Göbekli Tepe, έως το Αξούμ και το Πε­κί­νο–, οι κί­ο­νες του Ασό­κα, οι επι­τά­φιοι σταυ­ροί ή τα Μο­άι στο Ρα­πα­νουί, αλ­λά και τα λοι­πά τα­πει­νό­τε­ρα συ­να­φή, όπως οι ξύ­λι­νοι ιστοί, οι ξύ­λι­νοι σταυ­ροί, ή πο­λύ πα­λιό­τε­ρα το κου­πί που έστη­σε ο Οδυσ­σέ­ας στον τά­φο του Ελ­πή­νο­ρα. Όλα αυ­τά στά­θη­καν κά­πο­τε ή στέ­κουν ακό­μη όρ­θια σε πεί­σμα του πα­γκό­σμιου νό­μου των ξα­πλω­μέ­νων μο­να­χι­κών μα­κρό­στε­νων σχη­μά­των. 
Εάν σε πα­ρα­λία με με­γά­λα πλα­κε­ρά βό­τσα­λα δεις έστω ένα από αυ­τά να εί­ναι όρ­θιο, αυ­τό­μα­τα φα­ντά­ζε­σαι ότι κά­ποιος το έστη­σε. Εάν σε πα­ρα­λία με μό­νο ψι­λή άμ­μο δεις έναν ακα­τέρ­γα­στο ορ­θο­γώ­νιο λί­θο, αυ­τό­μα­τα φα­ντά­ζε­σαι ότι κά­ποιος τον έφε­ρε. Εάν σε μια αχα­νή πε­τρώ­δη έρη­μο δεις έναν μο­να­χι­κό, με­γά­λο και μα­κρό­στε­νο λί­θο σε τέ­λεια όρ­θια θέ­ση, αμέ­σως γνω­ρί­ζεις ότι κά­ποιος τον έστη­σε. Πό­σω μάλ­λον εάν σε έναν απέ­ρα­ντο κα­τα­πρά­σι­νο κά­μπο με πα­χύ αφρά­το χώ­μα, όπου δύ­σκο­λα μπο­ρείς να βρεις με­ρι­κά πε­τρα­δά­κια, δεις ξαφ­νι­κά όρ­θιο έναν γι­γά­ντιο ακα­τέρ­γα­στο λί­θο με δύο μέ­τρα πά­χος και δέ­κα μέ­τρα ύψος!
Αν συ­γκρί­νου­με τις πα­ρα­πά­νω πε­ρι­πτώ­σεις, κοι­νό ση­μείο τους εί­ναι ότι μαρ­τυ­ρούν πρό­θε­ση και δρά­ση, αν­θρώ­που μό­νον και όχι ζώ­ου. Η μαρ­τυ­ρία αυ­τή εί­ναι απο­λύ­τως σα­φής και μο­νο­σή­μα­ντη, έστω και εάν πα­ρά­γε­ται από την ελά­χι­στη δυ­να­τή δρά­ση: δεν πε­ριέ­χει κα­τερ­γα­σία, δια­μόρ­φω­ση πε­ρι­βάλ­λο­ντος, γράμ­μα­τα ή δια­κο­σμή­σεις. Απλώς συ­νί­στα­ται στο ελά­χι­στο ή το επό­με­νό του: το σή­κω­μα μιας τυ­χαί­ας μα­κρό­στε­νης πέ­τρας στον τό­πο της, ή μα­κριά από αυ­τόν. 
Για κά­ποιον υπο­θε­τι­κό νο­ή­μο­να εξε­ρευ­νη­τή της Σε­λή­νης ή άλ­λης πα­ρό­μοιας ακα­τοί­κη­της δια­στη­μι­κής ερη­μιάς, οποια­δή­πο­τε ικα­νών δια­στά­σε­ων ακα­τέρ­γα­στη πέ­τρα στη­μέ­νη όρ­θια, με με­ρι­κά λι­θά­ρια από κά­τω για στη­ρίγ­μα­τα, πρέ­πει ως από­δει­ξη εξω­γή­ι­νης δρά­σης να εί­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κό­τε­ρη από ολό­κλη­ρο κου­φά­ρι πο­λύ­πλο­κου υψη­λής τε­χνο­λο­γί­ας δια­στη­μό­πλοιου. Το στή­σι­μο της πέ­τρας προ­ϋ­πο­θέ­τει προ­σε­δά­φι­ση και εμπρό­θε­τη ενα­σχό­λη­ση, ενώ το άλ­λο εύ­ρη­μα απλώς μπο­ρεί να οφεί­λε­ται σε πτώ­ση με­τά από ατύ­χη­μα. Ει­δι­κό­τε­ρα η εμπρό­θε­τη ενα­σχό­λη­ση θέ­τει αυ­το­μά­τως ερω­τή­μα­τα για το νό­η­μα, ενώ η ακού­σια πτώ­ση δεν εμπε­ριέ­χει νο­ή­μα­τα. Πό­σω μάλ­λον εάν αυ­τά συμ­βαί­νουν στην Γη ως απο­τυ­πώ­μα­τα αν­θρώ­πι­νης δρά­σης και ως φο­ρείς νοη­μά­των που μό­νον νο­ή­μο­να όντα του αυ­τού εί­δους εί­ναι σε θέ­ση να κα­τα­νο­ή­σουν κα­λύ­τε­ρα. 
Όντα θνη­τά με φα­ντα­σία και πό­θο ζω­ής εύ­κο­λα βυ­θί­ζο­νται σε ανα­ζη­τή­σεις νοη­μά­των ή απα­ντή­σε­ων σε ανα­πά­ντη­τα –και γι’ αυ­τό αθέ­μι­τα– ερω­τή­μα­τα. Εύ­κο­λα ανα­ζη­τούν τρό­πους δια­πραγ­μά­τευ­σης της μοί­ρας τους με τον πρώ­το θεό που θα επι­νο­ή­σουν και κυ­ρί­ως εύ­κο­λα συλ­λαμ­βά­νουν την ιδέα ότι το στή­σι­μο μα­κρό­στε­νων με­γά­λων λί­θων απο­δει­κνύ­ει μό­νον αν­θρώ­πι­νη βού­λη­ση για το­πι­κή και ιστο­ρι­κή σή­μαν­ση. Κυ­ρί­ως σή­μαν­ση τό­που τα­φής ή μνή­μης ενός αρ­χη­γού και εν ταυ­τώ οριο­θέ­τη­ση της συν­δε­ό­με­νης με τη δρά­ση του επι­κρά­τειας. Ορ­θό­λι­θοι λοι­πόν, πα­κτω­μέ­νοι στη γη τους, στη­τοί και αγέ­ρω­χοι επί πέ­ντε, οκτώ ή έντε­κα χι­λιά­δες χρό­νια, σκαμ­μέ­νοι βα­θιά από και­ρούς που δεν θα άντε­χε θνη­τός ού­τε για δύο ώρες, εξα­κο­λου­θούν ακό­μη ως ακοί­μη­τοι φρου­ροί να εκτε­λούν πι­στά τις εντο­λές που έλα­βαν από τους αρ­χαί­ους δη­μιουρ­γούς τους, των οποί­ων η ταυ­τό­τη­τα έχει προ πολ­λού χα­θεί κά­τω από αμέ­τρη­τα ιστο­ρι­κά στρώ­μα­τα κα­το­χής και δρά­σης τρια­κο­σί­ων ή πε­ντα­κο­σί­ων (!) αν­θρώ­πι­νων γε­νε­ών. Μοιά­ζουν, αλ­λά σε ασυ­γκρί­τως με­γα­λύ­τε­ρη χρο­νι­κή κλί­μα­κα, με στρα­τιώ­τες που με­τά τον Β΄ Πα­γκό­σμιο πό­λε­μο εξα­κο­λου­θού­σαν επί πολ­λές τε­τρα­ε­τί­ες να φυ­λά­νε τις θέ­σεις τους σε κά­ποια ερη­μο­νή­σια του Ει­ρη­νι­κού, μιας και δεν εί­χαν φθά­σει σε αυ­τούς οι ει­δή­σεις για τη λή­ξη εκεί­νου του πο­λέ­μου.

Μο­νό­λι­θος:Ο όρος, οι­κεί­ος σε όλους, εί­ναι εύ­λο­γος μό­νον όταν ανα­φέ­ρε­ται σε ενιαία λί­θι­να αντι­κεί­με­να που λό­γω με­γέ­θους, όπως π.χ. οι με­γά­λοι κί­ο­νες, συ­νή­θως απαρ­τί­ζο­νται από πε­ρισ­σό­τε­ρους λί­θους. Η προ­τί­μη­ση της πο­λύ­λι­θης εκτέ­λε­σης συ­νή­θως απο­δί­δε­ται σε όρια των με­τα­φο­ρι­κών και ανυ­ψω­τι­κών μέ­σων. Τού­το όντως ισχύ­ει, όμως πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ίσχυαν οι απο­στά­σεις των εσω­τε­ρι­κών ασυ­νε­χειών των πε­τρω­μά­των στα διά­φο­ρα λα­το­μεία. Όταν αυ­τές ήταν αρ­κε­τά με­γά­λες η μο­νό­λι­θη εκτέ­λε­ση ήταν συ­χνά προ­τι­μό­τε­ρη – πα­ρά τις δυ­σκο­λί­ες της με­τα­φο­ράς.
Πλην του με­γέ­θους, άλ­λες δια­κρί­σεις, όπως π.χ. με­τα­ξύ κα­τερ­γα­σμέ­νων και ακα­τέρ­γα­στων λί­θι­νων όγκων, ου­δό­λως με­τα­βάλ­λουν τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό αυ­τών ως μο­νο­λί­θων. Οι ιστο­ρι­κοί μο­νό­λι­θοι (πολ­λές εκα­το­ντά­δες άνω των τριά­ντα τό­νων και χι­λιά­δες με­τα­ξύ δέ­κα και τριά­ντα τό­νων), δια­κρί­νο­νται: σε ημι­τε­λείς εντός λα­το­μεί­ων και σε χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­νους. Αυ­τοί πά­λι δια­κρί­νο­νται σε απλώς με­τα­κι­νη­μέ­νους ή σε με­τα­κι­νη­μέ­νους και ανορ­θω­μέ­νους, ή ανυ­ψω­μέ­νους. Τα αντί­στοι­χα μή­κη και βά­ρη του με­γί­στου εκά­στης κα­τη­γο­ρί­ας εί­ναι για τους προ­βιο­μη­χα­νι­κούς χρό­νους 46 μ. / 5.000 τό­νοι, 13 μ. / 1.500 τό­νοι, 33,5 μ. / 550 τό­νοι, 27 μ. / 600 τό­νοι!
Η γοη­τεία των μο­νό­λι­θων δεν εί­ναι αι­σθη­τή σε όλους, όπως ήταν π.χ. εκεί­νη της υπέ­ρο­χης Μπρι­ζίτ. Για την κα­τα­νό­η­ση και την από­λαυ­σή της απαι­τεί­ται ταυ­τό­χρο­νη εξοι­κεί­ω­ση με ζη­τή­μα­τα της φύ­σης, της φυ­σι­κής, της ιστο­ρί­ας, της κοι­νω­νί­ας της ομα­δι­κής δρά­σης και της ατο­μι­κής ύπαρ­ξης. Απαι­τεί­ται επί­σης κα­λή συ­γκρά­τη­ση ει­κό­νων μέ­σα από τις σε­λί­δες της λο­γο­τε­χνί­ας, μέ­σα από τα έρ­γα της ζω­γρα­φι­κής ή της φω­το­γρα­φί­ας και του κι­νη­μα­το­γρά­φου. Απαι­τού­νται, τέ­λος, κά­ποιες προ­σω­πι­κές εμπει­ρί­ες και όχι μό­νον: πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο κοι­νές εμπει­ρί­ες ανα­φο­ράς με­τα­ξύ όλων εκεί­νων που θέ­λουν μέ­σω της μνή­μης και της εξι­στό­ρη­σης να επι­σκε­φθούν ομα­δι­κά το κοι­νό πα­ρελ­θόν τους. Αυ­τά εί­ναι ένας ακό­μη λό­γος για τον οποίο μα­κα­ρί­ζω τους πο­δο­σφαι­ρό­φι­λους που με τό­σο πά­θος αλ­λά και κα­λή ενη­μέ­ρω­ση εξι­στο­ρούν, ανα­λύ­ουν και πλή­ρεις μέ­θε­ξης, με κα­λά δια­λεγ­μέ­νες λέ­ξεις ξα­να­ζω­ντα­νεύ­ουν στιγ­μιό­τυ­πα, ή ολό­κλη­ρα πο­δο­σφαι­ρι­κά ημί­χρο­να, χω­ρίς καν να πλη­ρώ­νο­νται για τον κό­πο και την τε­ρά­στια ευ­ρυ­μά­θειά τους – ποιος, πό­τε, σε ποια χρο­νι­κή στιγ­μή, ποιες οι πα­ρα­τά­σεις, ποιες οι πα­ρα­τη­ρή­σεις των ει­δι­κών σχο­λια­στών, σε ποια φύλ­λα, πως αντέ­δρα­σε η διοί­κη­ση, τι υπάρ­χει «πιο πί­σω» και πολ­λά άλ­λα. Δο­μη­μέ­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες και σκέ­ψεις που θα γέ­μι­ζαν πολ­λές σε­λί­δες για κά­θε έναν από τους επί μέ­ρους αγώ­νες μιας ολό­κλη­ρης δε­κα­ε­τί­ας, που συ­χνά τους κα­λύ­πτουν επαρ­κώς οι εναρ­γέ­στε­ροι ρέ­κτες του εί­δους σε εκα­το­ντά­δες εξει­δι­κευ­μέ­να στέ­κια και κα­φε­νεία της χώ­ρας.

Δεν μπο­ρώ να φα­ντα­στώ πό­σο ψη­λά θα έφθα­ναν οι ανο­ρε­κτι­κοί για τα εγκυ­κλο­παι­δι­κά της επι­στή­μης φοι­τη­τές μας, αν εί­χαν μέ­σα τους το ένα δέ­κα­το του θε­μα­τι­κού έρω­τα των προ­α­να­φερ­θέ­ντων (και πό­σο γε­λοί­οι θα ήταν οι τε­λευ­ταί­οι, αν αντί να μι­λούν από στή­θους και εκ πνευ­μα­τι­κής πε­ριου­σί­ας έπρε­πε να κοι­τά­ζουν συ­χνά πυ­κνά στο κι­νη­τό τους).
Μπο­ρώ όμως να φα­ντα­στώ πως δρού­σαν στις πα­λιές κοι­νω­νί­ες οι μο­νό­λι­θοι. Τού­το άλ­λω­στε δεν εί­ναι δύ­σκο­λο, αν έχει κα­νείς δια­βά­σει τους θρύ­λους από την ανύ­ψω­ση των οβε­λί­σκων της Ρώ­μης, ή αν έχει δει τις ει­κό­νες της πλα­τεί­ας Ομο­νοί­ας στο Πα­ρί­σι, με εκα­τό χι­λιά­δες άτο­μα να πα­ρα­κο­λου­θούν κρα­τώ­ντας την ανα­πνοή τους της ανύ­ψω­ση του οβε­λί­σκου του Λού­ξορ. Πά­μπολ­λες τέ­τοιες ιστο­ρί­ες, μι­κρό μό­νο πο­σο­στό του αρ­χι­κού απο­θέ­μα­τος, έφθα­σαν στις μέ­ρες μας μέ­σα από τη ζω­ντα­νή ανα­με­τά­δο­ση και την ιστο­ρι­κή κα­τα­γρα­φή, μέ­τρο κα­θ’ αυ­τές της τε­ρά­στιας γοη­τεί­ας των μο­νο­λί­θων και της απή­χη­σης των σχε­τι­κών με αυ­τούς ερ­γα­σιών – η χύ­τευ­ση της γι­γά­ντιας κα­μπά­νας από τον νε­α­ρό Μπο­ρί­σκα στο τε­λευ­ταίο επει­σό­διο του Andrei Rublev του Ταρ­κόφ­σκι δί­νει μια ιδέα της απή­χη­σης των ιστο­ριών των με­γά­λων έρ­γων του πα­λιού και­ρού.

Σχή­μα­τα και υλι­κά: Η ανά­γκη της ευ­στά­θειας και ακι­νη­σί­ας ενός κτί­σμα­τος ικα­νο­ποιεί­ται κα­λά όταν αυ­τό εί­ναι κυ­βοει­δές, αλ­λά ακό­μη κα­λύ­τε­ρα όταν φέρ­νει προς πυ­ρα­μί­δα. Ομοί­ως η ανά­γκη της μη­χα­νι­κής αντο­χής και διάρ­κειας ικα­νο­ποιεί­ται μάλ­λον με την δρυ (συ­να­φές το λα­τι­νι­κό dur εξ ου duration κ.λπ) πα­ρά με το πευ­κό­ξυ­λο. Ακό­μη κα­λύ­τε­ρα όμως με τον σκλη­ρό λί­θο και δη με τον ογκώ­δη. Διό­λου τυ­χαία, όπου υπάρ­χουν κα­τάλ­λη­λα δά­ση τα σπί­τια μπο­ρεί να εί­ναι ξύ­λι­να … τα­φι­κά, όμως, και ανα­μνη­στι­κά κτί­σμα­τα γί­νο­νται πά­ντο­τε λί­θι­να, έστω και εάν οι κα­τάλ­λη­λοι γι’ αυ­τά λί­θοι βρί­σκο­νται σε απα­γο­ρευ­τι­κές για κά­θε άλ­λη χρή­ση απο­στά­σεις.
Εν τού­τοις, για τους γλυ­πτούς το­τε­μι­κούς ιστούς της Haida με ξε­κου­φω­μέ­νο εσω­τε­ρι­κό, όπου ενί­ο­τε φυ­λάσ­σο­νταν οι λει­ψα­νο­θή­κες με­γά­λων προ­γό­νων, χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν τε­ρά­στια δέν­δρα πο­λύ μα­κρι­νών τό­πων – η από­κτη­ση και με­τα­φο­ρά των οποί­ων απο­τε­λού­σε αλη­θι­νή, ενί­ο­τε πο­λε­μι­κή, επο­ποι­ία. Ομοί­ως και για ορι­σμέ­νους ξύ­λι­νους τα­φι­κούς θα­λά­μους-μι­μή­σεις οι­κιών στο εσω­τε­ρι­κό κά­ποιων τύμ­βων στη Φρυ­γία. Αλ­λά αυ­τά εί­ναι απλώς εξαι­ρέ­σεις του πα­γκό­σμιου κα­νό­να της πέ­τρας.

Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο ψηλά θα έφθαναν οι ανορεκτικοί για τα εγκυκλοπαιδικά της επιστήμης φοιτητές μας, αν είχαν μέσα τους το ένα δέκατο του θεματικού έρωτα των προαναφερθέντων (και πόσο γελοίοι θα ήταν οι τελευταίοι, αν αντί να μιλούν από στήθους και εκ πνευματικής περιουσίας έπρεπε να κοιτάζουν συχνά πυκνά στο κινητό τους).

Έν­νοιες και σύμ­βο­λα: Τα σύμ­βο­λα εί­ναι μεν συμ­βά­σεις, αλ­λά πά­ντως όχι τυ­χαί­ες. Η έν­νοια της ευ­στά­θειας και ακι­νη­σί­ας συμ­βο­λί­ζε­ται κα­λά με έναν κύ­βο, αλ­λά ακό­μη κα­λύ­τε­ρα με μια πυ­ρα­μί­δα. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση τα σχή­μα­τα αυ­τά υπερ­βαί­νουν την απλή εξυ­πη­ρέ­τη­ση των πρα­κτι­κών λό­γων και γί­νο­νται σύμ­βο­λα των αντί­στοι­χων αφη­ρη­μέ­νων εν­νοιών μό­νον όταν εί­ναι απο­λύ­τως στοι­χειώ­δη, κα­νο­νι­κά και τέ­λεια, δη­λα­δή με αμ­φί­πλευ­ρη ισο­με­τρία, απο­λύ­τως επί­πε­δες επι­φά­νειες και απο­λύ­τως ευ­θεί­ες ακ­μές, ώστε να χω­ρούν στον ελά­χι­στο οπτι­κό ορι­σμό και σε με­ρι­κές μό­νο λέ­ξεις. Συ­νε­πώς, ακό­μη και οι τυ­χαί­ες φλε­βώ­σεις, ή χρω­μα­τι­κές δια­κυ­μάν­σεις του υλι­κού πρέ­πει να εξου­δε­τε­ρώ­νο­νται εί­τε με κά­ποιον τέ­λειο και αν­θε­κτι­κό επι­χρω­μα­τι­σμό ή με ανα­κλα­στι­κή λεί­αν­ση – που για να μη γί­νε­ται εκτυ­φλω­τι­κή πρέ­πει το σώ­μα να εί­ναι ενί­ο­τε σχε­δόν μαύ­ρο.

Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λό­γος: Ήταν τέ­λη Ιου­νί­ου του 1977, όταν χά­ρις στην Κα­τε­ρί­να μπο­ρού­σα επί ημέ­ρες να πε­ρι­πλα­νιέ­μαι σχε­δόν μα­γε­μέ­νος στα ιστο­ρι­κά κτή­ρια του Πα­νε­πι­στη­μί­ου της Νε­α­πό­λε­ως. Το κτη­ρια­κό συ­γκρό­τη­μα, πλά­τους εκα­τό μέ­τρων, εκτεί­νε­ται επί τρια­κό­σια πε­νή­ντα μέ­τρα κα­τά μή­κος μιας όχι τε­λεί­ως ευ­θεί­ας οδού, της οποί­ας το όνο­μα, Via Mezzocannone («με­σαίο κα­νά­λι»), εύ­κο­λα πα­ρα­πέ­μπει στο φυ­σι­κό δυ­τι­κό όριο της πά­λαι πο­τέ αρ­χαί­ας πό­λε­ως – Σε αυ­λές και υπό­γεια του πα­νε­πι­στη­μί­ου φαί­νο­νται ακό­μη λεί­ψα­να των τει­χών που κά­πο­τε εί­χαν απο­κρού­σει τη στρα­τιά του Αν­νί­βα. 
Ο τεσ­σά­ρων σχε­δόν αιώ­νων κε­ντρι­κός πυ­ρή­νας του συ­γκρο­τή­μα­τος απαρ­τί­ζε­ται από δύο με­γά­λα τε­τρά­γω­να τριώ­ρο­φα μέ­γα­ρα (ψη­λά όσο ση­με­ρι­νά οκτα­ώ­ρο­φα), που, προ­σπε­λά­σι­μα από τα ανα­το­λι­κά, υψώ­νο­νται εκα­τέ­ρω­θεν της εκ­κλη­σί­ας του Gesù Vecchio. Κά­θε ένα έχει στο μέ­σον του ευ­ρύ­τα­τη αυ­λή με πο­λυ­τε­λείς θο­λο­σκέ­πα­στες πε­ρι­με­τρι­κές στο­ές. Το βό­ρειο πε­ριέ­χει κυ­ρί­ως τη βι­βλιο­θή­κη του Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Το νό­τιο, αρ­χι­κά Κολ­λέ­γιο των Ιη­σου­η­τών, συν­δε­ό­με­νο με άλ­λες πτέ­ρυ­γες πιο δυ­τι­κά, στε­γά­ζει διά­φο­ρα ιν­στι­τού­τα των φυ­σι­κών επι­στη­μών και αντί­στοι­χα μου­σεία. Στην πλέ­ον κομ­βι­κή θέ­ση με­τα­ξύ αυ­τών των κτη­ρί­ων και των δυ­τι­κών πτε­ρύ­γων, σε χώ­ρο μή­κους ει­κο­σι­πέ­ντε μέ­τρων, ανα­πτύσ­σε­ται άκρως μνη­μεια­κό, ευ­ρύ­χω­ρο και πο­λύ­κλα­δο το κε­ντρι­κό κλι­μα­κο­στά­σιο, έρ­γο των μέ­σων του 17ου αιώ­να και άξιο δείγ­μα της με­γά­λης τέ­χνης του Cosimo Fanzago. Το με­τράω πά­ντο­τε στις με­γα­λύ­τε­ρες εμπει­ρί­ες μου. Θα μπο­ρού­σα επί ώρες να μι­λάω για την όχι αυ­το­νό­η­τη διά­τα­ξη των με­ρών του, τα με­γέ­θη και τις χα­μη­λές κλί­σεις των πλα­τύ­βαθ­μων κλι­μά­κων, την ιδιο­φυή αρ­χι­τε­κτο­νι­κή σύν­θε­ση, τις συ­ναρ­πα­στι­κές δια­βαθ­μί­σεις του φω­τι­σμού και των αντη­χή­σε­ων, την τόλ­μη της δο­μής και τις απλές καλ­λι­τε­χνι­κές λε­πτο­μέ­ρειες.
Κι­νού­με­νος αρ­γά στο τε­ρά­στιο κλι­μα­κο­στά­σιο, από το ένα επί­πε­δο στο άλ­λο, κα­τέ­γρα­φα ό,τι μπο­ρού­σα, ενώ πολ­λές φο­ρές έπρε­πε να κα­τε­βαί­νω και πά­λι να ανε­βαί­νω, μέ­χρι να έχω ολο­κλη­ρώ­σει μια πι­στή ει­κό­να του. Με­τά από ώρες και ενώ το σχέ­διο ήταν πε­ρί­που έτοι­μο, άφη­να πια τα θο­λο­σκέ­πα­στα πλα­τύ­σκα­λα και ακο­λου­θού­σα δια­δο­χι­κά τους πα­νύ­ψη­λους δια­δρό­μους σε διά­φο­ρες στάθ­μες και κα­τευ­θύν­σεις. Κά­πο­τε ανέ­βη­κα μό­νος πά­λι στον τε­λευ­ταίο όρο­φο, αλ­λά από μια άλ­λη, μάλ­λον δευ­τε­ρεύ­ου­σα σκά­λα. Κου­ρα­σμέ­νος ήδη από τό­σες εντυ­πώ­σεις και κα­θώς δεν απέ­με­ναν πια άλ­λοι αξιό­λο­γοι προς εξε­ρεύ­νη­ση διά­δρο­μοι, ήμουν έτοι­μος να πά­ρω το δρό­μο της επι­στρο­φής. 
Τό­τε ακρι­βώς πρό­σε­ξα μια όχι πο­λύ με­γά­λη πόρ­τα και χω­ρίς να το κα­λο­σκε­φθώ το χέ­ρι μου, με τον όχι σπά­νιο τρό­πο των άσκο­πων ενερ­γειών, πί­ε­ζε ήδη το πα­μπά­λαιο πό­μο­λο. Αλ­λά ενώ η μη­χα­νι­κή αυ­τή κί­νη­ση δεν θα έπρε­πε να απο­φέ­ρει τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο από μια αί­σθη­ση αντί­στα­σης και ήχου πα­λιάς κλει­δα­ριάς, ξαφ­νι­κά η πόρ­τα άνοι­ξε! Ό,τι φά­νη­κε πί­σω από το άνοιγ­μα έδει­χνε κα­θα­ρά ότι η πόρ­τα αυ­τή μό­νον κα­τά λά­θος τύ­χαι­νε να εί­ναι ξε­κλεί­δω­τη και δη επί πολ­λούς μή­νες ή μάλ­λον έτη. Η κα­θι­σμέ­νη στο πό­μο­λο σκό­νη, που κολ­λού­σε κά­πως στην πα­λά­μη μου δεν ήταν μό­νη. Πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρη κά­λυ­πτε τα δά­πε­δα έξω και πί­σω από την πόρ­τα. Ασφα­λώς, κα­νείς δεν ανέ­βαι­νε από την τε­λευ­ταία σκά­λα έως εκεί. 
Συ­νη­θι­σμέ­νος να δια­βά­ζω σχή­μα­τα, ένιω­θα ήδη πο­λύ άβο­λα, επει­δή απλώς δεν κα­τα­λά­βαι­να ακό­μη τι ήταν αυ­τός ο μα­κρό­στε­νος χώ­ρος που ανοι­γό­ταν μπρο­στά μου προς τα δυ­τι­κά. Μια σει­ρά πα­ρά­θυ­ρα αρι­στε­ρά, σκέ­τος τοί­χος δε­ξιά, και κά­πως ασα­φές το βά­θος, λό­γω του πλή­θους των σκε­πα­σμέ­νων από στρώ­μα­τα σκό­νης αντι­κει­μέ­νων. 
Κα­θώς προ­χω­ρού­σα, ακό­μη αδιά­φο­ρος για τα συ­νω­στι­ζό­με­να αντι­κεί­με­να και κά­πως ανή­συ­χος για την εί­σο­δό μου σε μη κοι­νό­χρη­στο χώ­ρο, με μό­νη ίσως επι­θυ­μία να βρω στην άλ­λη άκρη του μια ακό­μη ξε­κλεί­δω­τη θύ­ρα για να φθά­σω τα­χύ­τε­ρα στο με­γά­λο κλι­μα­κο­στά­σιο, δί­στα­σα προς στιγ­μή, κο­ντο­στά­θη­κα και στρά­φη­κα προς τα πί­σω. Τό­τε μό­νο εί­δα τις πα­τη­μα­σιές μου στη σκό­νη σχε­δόν να μοιά­ζουν με ίχνη σε χιό­νι. Τό­τε επί­σης πρό­σε­ξα ότι εκεί έξω ο ου­ρα­νός ήταν ακό­μη ανέ­φε­λος και επο­μέ­νως το λει­ψό φως στον μα­κρό­στε­νο χώ­ρο ήταν μό­νον απο­τέ­λε­σμα τις σκό­νης και άλ­λων αρα­χνια­σμέ­νων σω­ρεύ­σε­ων στα τζά­μια των πα­ρα­θύ­ρων. 
Εν τω με­τα­ξύ άρ­χι­σα να προ­σέ­χω πε­ρισ­σό­τε­ρο τα σκε­πα­σμέ­να από ένα δά­κτυ­λο σκό­νης αντι­κεί­με­να και μα­ζί να συ­μπε­ραί­νω τον σκο­πό της ύπαρ­ξής τους. Έτσι εί­δα ότι βρι­σκό­μουν μπρο­στά σε μια πα­μπά­λαια μου­σεια­κή συλ­λο­γή γε­ω­λο­γι­κών εκ­θε­μά­των και ορυ­κτο­λο­γι­κών δειγ­μά­των, χω­ρίς όμως να κα­τα­λα­βαί­νω αν το μέ­ρος αυ­τό, ακρι­βώς κά­τω από τη στέ­γη της βό­ρειας πτέ­ρυ­γας του πα­λαιού κολ­λε­γί­ου των Ιη­σουι­τών, τριά­ντα μέ­τρα ψη­λό­τε­ρα από τα αρ­χαία τεί­χη, ήταν απο­θή­κη, ή κα­νο­νι­κός εκ­θε­σια­κός χώ­ρος που επί δε­κα­ε­τί­ες πα­ρέ­με­νε εκτός λει­τουρ­γί­ας.

Εκεί­νον τον και­ρό η αγά­πη μου για την Γε­ω­λο­γία ήταν ακό­μη μέ­τρια, χω­ρίς με­γά­λες εξάρ­σεις. Όμως ό,τι πε­ρισ­σό­τε­ρο με εν­διέ­φε­ρε εκεί­νες τις ημέ­ρες ήταν η εξε­ρεύ­νη­ση της να­πο­λι­τά­νι­κης αρ­χι­τε­κτο­νι­κής και ό,τι ει­δι­κό­τε­ρα με δια­κα­τεί­χε εκεί­νη την ώρα ήταν η επι­θυ­μία για ένα έστω σύ­ντο­μο διά­λειμ­μα σε κά­ποιον από τους πλη­σί­ον κή­πους. Η επι­θυ­μία αυ­τή με­γά­λω­νε συ­νε­χώς από στιγ­μή σε στιγ­μή και γι­νό­ταν επι­τα­κτι­κή ανά­γκη φυ­γής εξ αι­τί­ας του απε­ρί­γρα­πτου χά­ους της σκό­νης. Τό­τε ακρι­βώς, τε­λεί­ως φευ­γα­λέα, το βλέμ­μα μου κόλ­λη­σε επά­νω σε ένα ορι­ζό­ντιο αντι­κεί­με­νο, τε­τρά­γω­νο πλευ­ράς κά­τω του μέ­τρου, το­πο­θε­τη­μέ­νο με το βά­θρο του κο­ντά στο βό­ρειο τοί­χο, δε­κα­πέ­ντε μέ­τρα με­τά από την ακλεί­δω­τη πόρ­τα.
Ήταν μια άμορ­φη με­τα­βλη­τού πά­χους μά­ζα με τε­λεί­ως ακα­νό­νι­στη χυ­λώ­δη επι­φά­νεια. Τα όποια ει­δι­κό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της, ποι­κί­λες εξάρ­σεις και εσο­χές, δεν φαί­νο­νταν κα­λά, όχι μό­νον εξ αι­τί­ας της σκό­νης, αλ­λά και επει­δή επά­νω της βρί­σκο­νταν τυ­χαία ακου­μπι­σμέ­να με­ρι­κά κομ­μά­τια άλ­λων εκ­θε­μά­των, εξί­σου και αυ­τά σκο­νι­σμέ­να. Ανα­γκα­στι­κά συ­γκέ­ντρω­σα την προ­σο­χή μου σε κά­ποια δυσ­διά­κρι­τα γράμ­μα­τα που μό­νο δο­κι­μά­ζο­ντας διά­φο­ρες οπτι­κές γω­νί­ες μπό­ρε­σα τε­λι­κά να συ­νται­ριά­σω: … in principiο erat verbum… μια πο­λύ γνω­στή θε­ο­λο­γι­κή ρή­ση. Αλ­λά για­τί σε αυ­τό το αντι­κεί­με­νο; Τό­τε ακρι­βώς πα­ρα­μέ­ρι­σα κά­πως τα επ’ αυ­τού άσχε­τα κομ­μά­τια και εί­δα ότι ένα διέ­φε­ρε. Αντί να εί­ναι ακου­μπι­σμέ­νο, ήταν εν­σω­μα­τω­μέ­νο στη με­γά­λη μά­ζα, από την οποία, όμως, εξεί­χε τό­σο, ώστε να εί­ναι σα­φές το απλό γε­ω­με­τρι­κό σχή­μα του: ένας τέ­λειος κύ­βος πλευ­ράς πε­ρί τα δέ­κα εκα­το­στά. Δε­δο­μέ­νης της σκό­νης –που δεν εί­χα τη διά­θε­ση να απο­μα­κρύ­νω–, η ύλη του –σκλη­ρό­τα­τος λί­θος ή μέ­ταλ­λο;– δεν ήταν ανα­γνω­ρί­σι­μη, όπως άλ­λω­στε για τον ίδιο λό­γο δεν ήταν ανα­γνω­ρί­σι­μη η ύλη του πέ­ριξ άμορ­φου σώ­μα­τος. Στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, που νο­μί­ζω πι­θα­νό­τε­ρη, πρέ­πει να ήταν αλη­θι­νή ηφαι­στεια­κή ή άλ­λου εί­δους εδα­φι­κή μά­ζα, κομ­μέ­νη πε­ρι­με­τρι­κά σε τε­τρά­γω­νο σχή­μα -στην χει­ρό­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση απλή μου­σεια­κή μί­μη­ση με γύ­ψο καλ­λι­τε­χνί­ας και ακρι­βείς χρω­μα­τι­σμούς.
Εκεί­νο λοι­πόν που κυ­ρί­ως έβλε­πα πο­λύ κα­θα­ρά ήταν μια πα­λιά υψη­λής έμπνευ­σης ιδέα για μια λί­αν ποι­η­τι­κή υλι­κή πα­ρά­στα­ση μιας μορ­φής Τά­ξης μέ­σα σε ένα απέ­ρα­ντο Χά­ος. Τα μέ­σα ακο­λου­θού­σαν: εμπνευ­σμέ­νη με­τα­τρο­πή έτοι­μου φυ­σι­κού αντι­κει­μέ­νου σε έκ­θε­μα, ή μόρ­φω­ση με τρό­πους των ει­κα­στι­κών τε­χνών. Θυ­μά­μαι επί­σης κα­λά ότι σχε­δόν αυ­το­στιγ­μεί και τε­λεί­ως αυ­θόρ­μη­τα, η κα­τα­νό­η­ση του σκο­νι­σμέ­νου αντι­κει­μέ­νου έφε­ρε μπρο­στά μου μια ει­κό­να που τό­τε, ήδη από το 1969 κ.ε., προ­κα­λού­σε έξα­ψη στη σκέ­ψη μου, όπως άλ­λω­στε εξα­κο­λου­θεί έως τώ­ρα: Ένα άδε­ντρο προϊ­στο­ρι­κό το­πίο πα­ρό­μοιο με την άμορ­φη επι­φά­νεια του εκ­θέ­μα­τος … και ένας μαύ­ρος όρ­θιος ορ­θο­γώ­νιος μο­νό­λι­θος, το ίδιο αυ­στη­ρά γε­ω­με­τρι­κός όπως ο εξέ­χων από τη μά­ζα κύ­βος.
Έχο­ντας πια κα­τα­νο­ή­σει το πα­ρά­ξε­νο έκ­θε­μα και κρα­τώ­ντας τη συ­νειρ­μι­κή ει­κό­να σε επί­πε­δο άμε­σης δια­θε­σι­μό­τη­τας για ανα­στο­χα­σμό, άφη­σα πά­ραυ­τα και σχε­δόν τρέ­χο­ντας το μέ­ρος της λα­θραί­ας επί­σκε­ψής μου και δεν θυ­μά­μαι κα­λά αν έφυ­γα από εκεί που εί­χα ει­σέλ­θει, ή αν συ­νέ­χι­σα την πο­ρεία που εί­χα αρ­χι­κά στο μυα­λό μου.

M.C. Escher, «Τάξις και Χάος»
M.C. Escher, «Τάξις και Χάος»

Στις δε­κα­ε­τί­ες που πέ­ρα­σαν η ει­κό­να του με­γά­λου κλι­μα­κο­στα­σί­ου, φυ­λαγ­μέ­νη στη μνή­μη μου ανά­με­σα σε εκα­το­ντά­δες άλ­λες συλ­λεγ­μέ­νες κα­τά και­ρούς, δια­τη­ρού­σε πά­ντο­τε την ου­σία της, έστω και εάν κά­ποιες λε­πτο­μέ­ρειές της ατό­νη­σαν. Αντι­θέ­τως, το σκο­νι­σμέ­νο εκεί­νο έκ­θε­μα, ελά­χι­στα απαι­τη­τι­κό με όρους απο­μνη­μό­νευ­σης, έχει πά­ντο­τε μια στα­θε­ρή θέ­ση στα εν­νοιο­λο­γι­κά αρ­χεία της σκέ­ψης μου. Με­ρι­κές φο­ρές νό­μι­σα ότι το ξα­να­συ­νά­ντη­σα στα όνει­ρά μου ή σε ατα­ξι­νό­μη­τες κα­θη­με­ρι­νές εντυ­πώ­σεις με δια­φο­ρε­τι­κή κά­θε φο­ρά μορ­φή, αλ­λά πά­ντο­τε με την ίδια δο­σμέ­νη ση­μα­σία, δυ­να­τό­τη­τα ανά­γνω­σης ή επι­δε­κτι­κό­τη­τα ση­μα­σιο­δό­τη­σης. Ως προς αυ­τό δεν αι­σθά­νο­μαι μό­νος. Το βλέ­πω να ενυ­πάρ­χει και να επα­νέρ­χε­ται από πο­λύ πα­λιά σε στο­χα­στι­κά έρ­γα δια­φό­ρων καλ­λι­τε­χνών, όπως π.χ. το «Τά­ξις και Χά­ος» του Escher. Όμως, η κα­τ’ εξο­χήν τέ­λεια εκ­δο­χή του, όπως εγώ του­λά­χι­στον την προ­σέ­λα­βα από την πρώ­τη φο­ρά που εί­χα την τύ­χη να την γνω­ρί­σω πριν από ακρι­βώς μι­σό αιώ­να, εί­ναι ο μο­νό­λι­θος του Κιού­μπρικ. Προ­βαί­νω δε στη διευ­κρί­νη­ση «όπως εγώ του­λά­χι­στον…» και χρη­σι­μο­ποιώ τον προσ­διο­ρι­σμό «του Κιού­μπρικ» επει­δή ως προς αυ­τό το αντι­κεί­με­νο ο έτε­ρος δη­μιουρ­γός του, o Α.  Κλαρκ, εί­χε δια­φο­ρε­τι­κές ιδέ­ες. Σή­με­ρα, έχο­ντας κα­τά και­ρούς ανα­πο­λή­σει την Οδύσ­σεια του δια­στή­μα­τος και έχο­ντας συ­ζη­τή­σει με φί­λους γι’ αυ­τήν, η σκη­νή με τον μο­νό­λι­θο κο­ντά στην ξε­ρή νε­ρο­λα­κού­βα κα­τέ­χει στη συ­νεί­δη­σή μου θέ­ση γνώ­ρι­μου εμ­βλη­μα­τι­κού τό­που και, απ’ ότι ξέ­ρω, το ίδιο συμ­βαί­νει με πολ­λούς άλ­λους φί­λους του κι­νη­μα­το­γρά­φου πα­γκο­σμί­ως. Σή­με­ρα, σ’ αυ­τόν τον τό­πο συ­χνά­ζουν δια­νοη­τι­κά χί­λιες φο­ρές πε­ρισ­σό­τε­ροι από όλους τους κα­τοί­κους του πλα­νή­τη εκεί­νης της πρώ­της εμ­φά­νι­σης του μο­νό­λι­θου.
Από την τε­λεί­ως φευ­γα­λέα, για ένα μό­νο λε­πτό συ­νά­ντη­σή μου με την σκε­πα­σμέ­νη από σκό­νη προ­δρο­μι­κή μι­κρο­γρα­φία του μο­νό­λι­θου, φτιαγ­μέ­νη ίσως γε­νε­ές πριν γεν­νη­θεί ο Κιού­μπρικ, έχουν πα­ρέλ­θει τέσ­σε­ρις δε­κα­ε­τί­ες και πλέ­ον, χω­ρίς να μειώ­σουν την ανά­μνη­ση – άλ­λω­στε βά­σει αυ­τής, αλ­λά αρ­κε­τά ελεύ­θε­ρα, ετοί­μα­σα σή­με­ρα, κα­τά προ­τρο­πή του Δ. Κ., ένα ομό­τι­τλο σχέ­διο. 

Σχέδιο Μ.Κ.
Σχέδιο Μ.Κ.

Αυ­θόρ­μη­τα, ανα­ρω­τή­θη­κα πολ­λές από τό­τε φο­ρές, που να βρί­σκε­ται σή­με­ρα αυ­τό το οιο­νεί Rosebud … στον ίδιο όπως τό­τε χώ­ρο; με ή χω­ρίς εκεί­να τα αρα­χνο­σκο­νι­σμέ­να πέ­πλα, ή αλ­λού; …εί­ναι ακό­μη σε αφά­νεια, η έχει γί­νει πά­λι προ­σι­τό και ίσως επί­και­ρο με αρ­κε­τούς νέ­ους λά­τρες;


(η συ­νέ­χεια στο επό­με­νο τεύ­χος)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: