Επανερμηνεύοντας τον Λεόντιο Μαχαιρά στον 21ο αιώνα

Χάρτης της Λευκωσίας τoυ Giacomo Franco
Χάρτης της Λευκωσίας τoυ Giacomo Franco
Εισαγωγικά



Ο Λε­ό­ντιος Μα­χαι­ράς εί­ναι Κύ­πριος χρο­νο­γρά­φος, ο οποί­ος έζη­σε πι­θα­νό­τα­τα με­τα­ξύ του β΄ μι­σού του 14ου και του α΄ μι­σού του 15ου αιώ­να στο πα­λά­τι των Λου­ζι­νιάν, στη φρα­γκο­κρα­τού­με­νη Κύ­προ (1192-1489). Μα­ζί με τους δυο του αδελ­φούς κα­τα­φέρ­νει να μορ­φω­θεί, σε αντί­θε­ση με τους πε­ρισ­σό­τε­ρους Κύ­πριους της τό­τε επο­χής που ήταν αμόρ­φω­τοι. Η μόρ­φω­ση και ιδιαί­τε­ρα η γνώ­ση της γαλ­λι­κής γλώσ­σας του πα­ρεί­χε την ευ­και­ρία να απο­κτή­σει ση­μα­ντι­κή θέ­ση κο­ντά στους Φρά­γκους ευ­γε­νείς και να ζή­σει από κο­ντά σπου­δαία γε­γο­νό­τα της επο­χής του, τα οποία πε­ρι­γρά­φει αρ­γό­τε­ρα στα έρ­γα του. Υπη­ρε­τεί τη φρά­γκι­κη αυ­λή, όμως δεν εκλα­τι­νί­ζε­ται και δεν ασπά­ζε­ται τον κα­θο­λι­κι­σμό, αντί­θε­τα δια­τη­ρεί τις εθνι­κές του ρί­ζες και την ορ­θό­δο­ξη πί­στη του.
Ο Μα­χαι­ράς συ­νέ­γρα­ψε το έρ­γο Εξή­γη­σις της γλυ­κεί­ας χώ­ρας Κύ­πρου, η ποία λέ­γε­ται Κρό­να­κα, του­τέ­στιν Χρο­νι­κόν, ανά­με­σα στα 1423-1431. Το πρω­τό­τυ­πο έρ­γο του δεν έχει δια­σω­θεί πα­ρά μό­νο τρία χει­ρό­γρα­φα αντί­γρα­φά του, τα οποία βρί­σκο­νται στη βι­βλιο­θή­κη της Βε­νε­τί­ας, της Οξ­φόρ­δης και της Ρα­βέ­νας. Πρω­το­πό­ρος για την επο­χή του ο Μα­χαι­ράς δου­λεύ­ει σε πε­ζό λό­γο τη δη­μώ­δη γλώσ­σα, την ελ­λη­νι­κή, όπως αυ­τή ομι­λεί­ται στην Κύ­προ του με­σαί­ω­να. Γε­γο­νός που ση­μαί­νει την απο­κο­πή από την υπάρ­χου­σα κυ­πρια­κή ιστο­ριο­γρα­φι­κή πα­ρά­δο­ση, δη­μιουρ­γώ­ντας ένα εί­δος χω­ρίς προη­γού­με­νο. Το Χρο­νι­κό του Μα­χαι­ρά δεν απευ­θύ­νε­ται στη μι­κρή ελίτ των ευ­γε­νών και αυ­λι­κών που γνω­ρί­ζουν ελ­λη­νι­κά, ού­τε απο­κλει­στι­κά στους λί­γους φρα­γκο­σπου­δα­σμέ­νους Ρω­μαί­ους, αλ­λά σε όλο τον λαό της Κύ­πρου και όχι μό­νο σε αυ­τόν της επο­χής του, αλ­λά και όλους «εκεί­νους, όπου ευ­ρί­σκο­νται», που πρό­κει­ται δη­λα­δή να έρ­θουν, όπως το­νί­ζει στο προ­οί­μιό του. Για να απο­κτή­σει πει­στι­κό­τη­τα ο λό­γος του, ο Μα­χαι­ράς χρη­σι­μο­ποιεί την κα­θο­μι­λου­μέ­νη της επο­χής. Για να επι­τευ­χθεί όμως υφο­λο­γι­κή κυ­ριαρ­χία του αφη­γη­τή στο κοι­νό, αυ­τό πρέ­πει να δει και να ακού­σει όλα όσα λέ­γο­νται, να έχει την ψευ­δαί­σθη­ση όλων αυ­τών. Την ψευ­δαί­σθη­ση που δη­μιουρ­γεί­ται στο θέ­α­τρο ή στον κι­νη­μα­το­γρά­φο, ώστε να κα­τα­φέ­ρει να εμπλέ­ξει συ­ναι­σθη­μα­τι­κά το κοι­νό. Δεν θα ήταν υπερ­βο­λή να ει­πω­θεί ότι «σε ορι­σμέ­να ση­μεία η δρα­μα­τι­κή ορ­γά­νω­ση του λό­γου απο­κτά το σφρί­γος, την έντα­ση και την υψη­λή ποιό­τη­τα ενός δρα­μα­τι­κού λό­γου».[1]

Μορφή κειμένου

Το Χρο­νι­κό του Μα­χαι­ρά χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ως βα­σι­κή πη­γή πλη­ρο­φο­ριών για την ανα­σύ­στα­ση της κυ­πρια­κής ιστο­ρί­ας του με­σαί­ω­να. Το πα­ρόν με­λέ­τη­μα δεν πραγ­μα­τεύ­ε­ται το πε­ριε­χό­με­νο, αλ­λά την κει­με­νι­κή του μορ­φή. Με­λε­τώ­ντας την αφη­γη­μα­τι­κή τε­χνι­κή του κει­μέ­νου του Μα­χαι­ρά ανά­με­σα στα άλ­λα εστιά­ζου­με στον χρό­νο του κει­μέ­νου. Πα­ρα­τη­ρεί­ται πλη­θώ­ρα ασυ­νε­πειών με­τα­ξύ του χρό­νου ιστο­ρί­ας και του χρό­νου αφή­γη­σης. Στό­χος εί­ναι η ταυ­τό­χρο­νη πα­ρου­σί­α­ση πολ­λών ιστο­ριών, τις οποί­ες αρ­χί­ζει ο Μα­χαι­ράς, σε κά­ποιο ση­μείο τις εγκα­τα­λεί­πει για να δι­η­γη­θεί άλ­λες και στη συ­νέ­χεια επα­νέρ­χε­ται για να τις ολο­κλη­ρώ­σει. Η επι­στρο­φή σε προ­α­να­φερ­θέ­ντα γε­γο­νό­τα γί­νε­ται τις πλεί­στες φο­ρές με έναν άμε­σο τρό­πο, τη φω­νή του ίδιου του ποι­η­τή: «Ως γοιον σας εξη­γή­θη­κα οπί­σω την αγά­πη την εί­χε ο ρή­γας με την ρή­γαι­να…»,[2] «Ας έλ­θω­μεν πά­λιν εις τον θά­να­τον του ρη­γός […]».[3] Έτσι το κεί­με­νο ακο­λου­θεί πε­ρισ­σό­τε­ρο μια κυ­κλι­κή αφη­γη­μα­τι­κή δο­μή πα­ρά ευ­θεία. Σύμ­φω­να με την Ανα­ξα­γό­ρου, η επα­να­φο­ρά του Μα­χαι­ρά σε γε­γο­νό­τα που προ­α­να­φέρ­θη­καν πε­ρι­λη­πτι­κά στην ορ­θή χρο­νο­λο­γι­κή τους θέ­ση, συ­χνά εκτυ­λίσ­σο­νταν σε αυ­το­τε­λείς ιστο­ρί­ες υπό την έν­νοια ότι πλη­ρούν όλα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μιας ζω­ντα­νής και ολο­κλη­ρω­μέ­νης μί­νι-αφή­γη­σης,[4] όπως αυ­τά κα­θο­ρί­ζο­νται από την έρευ­να του William Labov στο θέ­μα της προ­φο­ρι­κής δι­ή­γη­σης.[5]
Αρ­χι­κά γί­νε­ται συ­νο­πτι­κή ει­σα­γω­γή στο θέ­μα με μια γε­νι­κή πε­ρι­γρα­φή της κα­τά­στα­σης (απα­ντά στην ερώ­τη­ση πε­ρί τί­νος πρό­κει­ται;) και ένα απ’ ευ­θεί­ας σχό­λιο στο κοι­νό, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν «Το λοι­πόν εί­νε και­ρός να θε­ρί­σω­μεν τα στρα­χι­δία της έχθρας, και να σας πω την κα­κία την εί­χαν ο ρή­γας με τους κα­βαλ­λά­ρι­δές του και κεί­νοι με­τά του».[6] Ακο­λού­θως, δί­νο­νται τα βα­σι­κά στοι­χεία της ιστο­ρί­ας με ανα­φο­ρά στον χρό­νο, τον τό­πο και τους βα­σι­κούς πρω­τα­γω­νι­στές (απα­ντά στην ερώ­τη­ση ποιος, πό­τε, τί, πού;) Αυ­τό το μέ­ρος θα λέ­γα­με ότι απο­τε­λεί την αρ­χή της ιστο­ρί­ας: «[Τῇ ηʹἰου­να­ρί­ου] μηνὸς ἡμέ­ρα κυ­ριακῇ, ατ­ξηʹ Χρι­στοῦ, εὑρι­σκο­μέ­νου τοῦ ρηγὸς εἰς τὸ Ἀκά­κιν, ἐπῆγεν εἰς τὸ κυ­νή­γιν, καὶ κοντὰ τοῦ Ἀκα­κί­ου ἔχει ἕναν χω­ρί­ον μι­κρόν ὀνό­μα­τι Μέ­νι­κον, καὶ ἦτο τοῦ σὶρ Χαρρὴν τε Ζι­πλέτ, ὁ ποῖος κα­βαλ­λά­ρης εἶχεν ἕναν υἱὸν μο­νο­γενὴν ὀνό­μα­τι Τζα­κέ, καὶ μί­αν κό­ρην ὀνό­μα­τι Μα­ρία, ἡ ποία ἦτον χή­ρα, καὶ μί­αν πορ­νικὴν ὀνό­μα­τι Λό­ζε· ὁ αὐτὸς κα­βαλ­λά­ρης ἦτον βι­σκού­ντης τῆς χώ­ρας, καὶ πολλὰ ἀγά­παν τὰ κυ­νη­γία, καὶ ἐπα­ράγ­γει­λεν καὶ ἐφέ­ραν του ἀπὸ τὴν Τουρ­κί­αν μί­αν ζυγὴν σκυλ­λία λα­γω­νικὰ πολλὰ ὄμορ­φα […]» (§261). Ακο­λου­θεί η δέ­ση της ιστο­ρί­ας, η οποία απο­δί­δε­ται με ευ­θύ λό­γο και διά­λο­γο. Η έκ­θε­ση της ιστο­ρί­ας μπρο­στά στο κοι­νό γί­νε­ται με τό­σο απτό και πα­ρα­στα­τι­κό τρό­πο, που δεν δια­φέ­ρει κα­θό­λου από αυ­τή στο θε­ά­τρου (απα­ντά στην ερώ­τη­ση τι έγι­νε στη συ­νέ­χεια;): «Ὁ κού­ντης τῆς Τρί­πο­λις ὁ σὶρ Πιὲρ τοῦ Λου­ζα­νία ὁ γνή­σιος υἱὸς τοῦ ρη­γός, καὶ ἔμπλα­σεν τοῦ σκυλ­λο­μάν­γκου καὶ ἀρώ­τη­σέν τον: «Τί­νος εἶνε τοῦτα τὰ λα­γω­νι­κά;» Καὶ εἶπεν του: «Ἀφέ­ντη, εἶνε τοῦ ἀφέ­ντη μου τοῦ Τζά­κου τε Ζι­πλέτ.» Καὶ ἐψη­λαφῆσεν τα καλὰ καὶ εἶδεν τα, καὶ ὡς [παι­δί­ος καὶ ἀφέ­ντης] ἐπε­θύ­μη­σέν τα, καὶ λα­λεῖ τοῦ σκυλ­λο­μάν­γκου: «Δός μου τὰ σκυλ­λία τοῦτα!» Καὶ ὁ σκυλ- λο­μάν­γκος λα­λεῖ του: «Δὲν τορμῶ, διατὶ φο­βοῦμαι τὸν ἀφέ­ντην μου· ζή­τα τα τοῦ ἀφέ­ντη μου, καὶ κεῖνος θέ­λει σοῦ τὰ δώ­σει […] Καὶ ἔπε­ψεν ὁ ρή­γας ἕναν φρό­νι­μον κα­βαλ­λά­ρην εἰς τὸν σὶρ Χαρρὴν τε Ζι­πλὲτ νὰ τοῦ ζη­τήσῃ τὰ σκυλ­λία διὰ τὸν υἱόν του τὸν κού­ντην τῆς Τρί­πο­λις καὶ νὰ τὸν πλε­ρώσῃ τὸ ξά­ζουν».[7] Τέ­λος, δί­νε­ται η λύ­ση της ιστο­ρί­ας, η οποία εμπε­ριέ­χει σε με­γά­λο βαθ­μό το στοι­χείο του σχο­λια­σμού που κά­νει ο αφη­γη­τής σε μια προ­σπά­θεια αξιο­λό­γη­σης των πε­πραγ­μέ­νων (απα­ντά στην ερώ­τη­ση και τι μ’ αυ­τό;) και η εξα­γω­γή ηθι­κού δι­δάγ­μα­τος με ευ­θεία απεύ­θυν­ση στο κοι­νό (απα­ντά στην ερώ­τη­ση και τι απέ­γι­νε τε­λι­κά;): «Ὁ κα­βαλ­λά­ρης, μω­ρα­γά­πη­τος τοῦ υἱοῦ του, καὶ άγά­παν καὶ τὰ κυ­νη­γία, καὶ νὰ φα­νε­ρώσῃ καὶ ὁ καιρὸς τὴν κα­κί­αν τὴν εἶχαν οἱ ἀφέ­ντες μὲ τὸν ρή­γαν, δὲν ἐννοιά­στην πό­ση ζη­μία καὶ κί­ντυ­νος ὅπου μέλ­λει νὰ τοῦ ἔλθῃ διὰ τό­σην μι­κρὴν ἀπο­σκό­τι­σιν, ὅτι οἱ σκύλ­λοι εἶνε ὀλλι­γό­ζω­τοι καὶ δὲν ἔχουν ζωὴν ὅσον ςʹ χρό­νους καὶ ψο­φοῦσιν, εἰ δὲ ὁ θυμὸς τοῦ ἀφέ­ντη πο­λομᾶ πολλὴν ζη­μί­αν εἰς ρέ­ντες, σπι­τία καὶ ἕτε­ρα, καὶ ἄλλους ἐμπά­ζει καὶ ἄλλους κα­τε­βά­ζει, καὶ πολ­λοὺς ξη­κλη­ρών­νει τους ἀποὺ τὰ ἀγα­θά τους […] Ὁ ρή­γας ὥρι­σεν νὰ τὴν μαρ­τυ­ρί­σουν, καὶ τό­σον τὴν ἐμαρ­τυ­ρί­σαν ὅτι ἐτη­γα­νί­σαν καὶ τὰ πό­διά της. Ἡ πτωχὴ ἡ ἀρχό­ντισ­σα δὲν ἐλά­λεν ἄλλον πα­ρού: «Θεέ, κρί­σιν!»[8]
Στο Χρο­νι­κό πα­ρεμ­βάλ­λο­νται πολ­λές τέ­τοιες αυ­το­τε­λείς ιστο­ρί­ες, των οποί­ων η πα­ρεμ­βο­λή ή η αφαί­ρε­ση δεν πα­ρα­κω­λύ­ει τη ροή του έρ­γου. Αυ­τές οι μα­κρο­σκε­λείς ιστο­ρί­ες συν­δέ­ο­νται κυ­ρί­ως με τον ευ­θύ λό­γο. Εδώ ο Μα­χαι­ράς δί­νει τον λό­γο στους ήρω­ές του να συ­νο­μι­λή­σουν, να κλεί­σουν συμ­φω­νί­ες ει­ρή­νης, να κα­τα­στρώ­σουν σχέ­δια, να καυ­γα­δί­σουν ή να λύ­σουν τις δια­φο­ρές τους με τον πιο ρε­α­λι­στι­κό τρό­πο. Εί­ναι σα­φέ­στα­τη η δια­φο­ρά ανά­με­σα στο υπό­λοι­πο Χρο­νι­κό και τις αυ­το­τε­λείς ιστο­ρί­ες, οι οποί­ες εμπε­ριέ­χουν το προ­σω­πι­κό στυλ του Μα­χαι­ρά και ίσως να συ­ντέ­θη­καν πριν το υπό­λοι­πο Χρο­νι­κό με σκο­πό να ζω­ντα­νέ­ψουν την ιστο­ρία του.
Η συ­χνή άρ­ση της αφή­γη­σης και η υιο­θέ­τη­ση του άμε­σου δρα­μα­τι­κού λό­γου παίρ­νει μορ­φή εί­τε ανταλ­λα­γής «λό­γων», εί­τε τη μορ­φή απο­στο­λής, εί­τε ανταλ­λα­γής «χαρ­τιών». Σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, με στό­χο πά­ντο­τε την αλη­θο­φά­νεια, ο Μα­χαι­ράς δρα­μα­το­ποιεί το κεί­με­νό του (ποιεί θέ­α­τρο). Ο ανα­γνώ­στης ή ο ακρο­α­τής του κει­μέ­νου θα πρέ­πει να κα­τα­στεί αυ­τό­πτης και αυ­τή­κο­ος μάρ­τυ­ρας των γε­γο­νό­των, συ­νε­πώς η μί­μη­ση των πρά­ξε­ων και των λό­γων (προ­φο­ρι­κών ή γρα­πτών) εί­ναι απα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση.
Η έλ­λει­ψη τά­ξης στη δια­δο­χι­κή σει­ρά των γε­γο­νό­των, η ύπαρ­ξη χρο­νι­κών ασυ­νε­πειών και η πε­ρι­πλεγ­μέ­νη αφη­γη­μα­τι­κή δο­μή εί­ναι βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της προ­φο­ρι­κής αφή­γη­σης ιστο­ριών σε επει­σό­δια, όπως μας δια­βε­βαιώ­νουν με­λέ­τες πά­νω στην ποι­η­τι­κή του με­σαί­ω­να.[9] Επί­σης η πλη­θώ­ρα των αυ­το­τε­λών ιστο­ριών που φέ­ρουν όλα τα συ­στα­τι­κά της προ­φο­ρι­κής δι­ή­γη­σης απο­τε­λούν ισχυ­ρό τεκ­μή­ριο της επει­σο­δια­κής μορ­φής του Χρο­νι­κού και της με­τά­δο­σης του σε πολ­λα­πλές αυ­το­τε­λείς συ­νέ­χειες.[10] Σύμ­φω­να με την Ανα­ξα­γό­ρου, η συ­χνή χρή­ση της φόρ­μου­λας «Ηξεύ­ρε­τε», «Γι­γνώ­σκε­τε» εκ­πη­γά­ζει από τις συν­θή­κες του προ­φο­ρι­κού λό­γου και εί­ναι απα­ραί­τη­τη στρα­τη­γι­κή για έναν αφη­γη­τή που νιώ­θει την ανά­γκη να κε­ντρί­σει την προ­σο­χή του κοι­νού του. Επι­πρό­σθε­τα, ο πα­ρα­τα­κτι­κός λό­γος εί­ναι στοι­χείo προ­φο­ρι­κό­τη­τας. Τα στοι­χεία της προ­φο­ρι­κό­τη­τας δια­σώ­ζο­νται στο ενε­τι­κό χει­ρό­γρα­φο, ενώ ελα­χι­στο­ποιού­νται ή εξα­φα­νί­ζο­νται τε­λεί­ως από τα χει­ρό­γρα­φα της Οξ­φόρ­δης και της Ρα­βέν­νας, που απο­τε­λούν με­τα­γε­νέ­στε­ρες επε­ξερ­γα­σί­ες του αρ­χι­κού υλι­κού, προ­ο­ρι­σμέ­νες για ένα ανα­γνω­στι­κό κοι­νό.[11]
Η δια­φο­ρο­ποί­η­ση του Μα­χαι­ρά από τη βυ­ζα­ντι­νή ιστο­ριο­γρα­φία εί­ναι εμ­φα­νής. Η αφή­γη­ση των Βυ­ζα­ντι­νών εί­ναι πλή­ρης ρη­το­ρι­κών σχη­μά­των, απο­τυ­πω­μέ­νη σε μια πε­ριο­δι­κή σύ­ντα­ξη. Μια τε­χνι­κή που ακι­νη­το­ποιεί τον αφη­γη­μα­τι­κό χρό­νο σε μια φω­το­γρα­φι­κή απει­κό­νι­ση μέ­σω λυ­ρι­κών πε­ρι­γρα­φών και μα­κρό­συρ­των δη­μη­γο­ριών. Ενώ η αφή­γη­ση του Μα­χαι­ρά σφύ­ζει από δρά­ση με τον αφη­γη­μα­τι­κό χρό­νο να τρέ­χει σε χρό­νους κι­νη­μα­το­γρα­φι­κούς. Υπάρ­χει σα­φής επί­δρα­ση από τη δυ­τι­κή τέ­χνη, τα γαλ­λι­κά χρο­νι­κά που έσφυ­ζαν από κί­νη­ση και ζω­ντα­νό διά­λο­γο. Ο Μα­χαι­ράς χρη­σι­μο­ποιεί αφη­γη­μα­τι­κές και υφο­λο­γι­κές τε­χνι­κές όμοιες με αυ­τές που χρη­σι­μο­ποιούν οι Γάλ­λοι χρο­νο­γρά­φοι Geoffroy de Villehardouin,[12] Robert de Clari,[13] Jean Froissart[14] για τη ζω­ντα­νή ανα­πα­ρά­στα­ση των ιστο­ριών τους στις γαλ­λι­κές αυ­λές.

Επανερμηνεύοντας τον Λεόντιο Μαχαιρά στον 21ο αιώνα
Σκηνοθετικές προσεγγίσεις

Ακο­λού­θως, με­λε­τά­ται κα­τά πό­σο μπο­ρεί ένα ιστο­ρι­κό κεί­με­νο να εμπνεύ­σει σή­με­ρα καλ­λι­τέ­χνες του θε­ά­τρου, μια προ­σπά­θεια επα­νερ­μη­νεί­ας του Λε­ό­ντιου Μα­χαι­ρά στον 21ο αιώ­να μέ­σω δια­φο­ρε­τι­κών σκη­νο­θε­τι­κών προ­σεγ­γί­σε­ων. Πα­ρου­σιά­ζε­ται και ανα­λύ­ε­ται, με συ­ντο­μία, η φι­λο­σο­φία τεσ­σά­ρων θε­α­τρι­κών πα­ρα­στά­σε­ων που βα­σί­ζο­νται στο Χρο­νι­κό του Μα­χαι­ρά.

1. Το Χρονικό της Κύπρου του Λεόντιου Μαχαιρά (ΘΕΠΑΚ 1998-σήμερα)

Πρό­κει­ται για πα­ρά­στα­ση του Θε­α­τρι­κού Ερ­γα­στη­ρί­ου του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου, που παι­ζό­ταν από το 1998 μέ­χρι πρό­σφα­τα στην Κύ­προ και το εξω­τε­ρι­κό. Η δρα­μα­τουρ­γι­κή προ­σαρ­μο­γή και η σκη­νο­θε­σία ανή­κει στον νε­ο­ελ­λη­νι­στή κα­θη­γη­τή του πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου Μι­χά­λη Πιε­ρή, οι μου­σι­κές γέ­φυ­ρες στον Ψα­ρα­ντώ­νη, η μου­σι­κή των χο­ρι­κών και των τρα­γου­διών στον Ευα­γό­ρα Κα­ρα­γιώρ­γη. Η πα­ρά­στα­ση ακο­λου­θεί μια ρε­α­λι­στι­κή σκη­νο­θε­τι­κή προ­σέγ­γι­ση, που στο­χεύ­ει να με­τα­φέ­ρει στο σύγ­χρο­νο κοι­νό τον κό­σμο του Λε­ό­ντιου Μα­χαι­ρά. Ο πρω­τα­γω­νι­στής στην πα­ρά­στα­ση του Πιε­ρή, εί­ναι ο ίδιος ο κυ­πρια­κός λα­ός, τη φω­νή του οποί­ου ακού­με στα χο­ρι­κά και στον λό­γο του αφη­γη­τή του Χρο­νι­κού, τον οποίο ο Μα­χαι­ράς κα­τα­σκεύ­α­σε στο μο­ντέ­λο του σο­φού λαϊ­κού πα­ρα­μυ­θά της Κύ­πρου.
Η πα­ρά­στα­ση χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε «μεί­ζον φι­λο­λο­γι­κό και θε­α­τρι­κό γε­γο­νός».[15] Ενώ, πέ­ρα από τις κρι­τι­κές στον ελ­λα­δι­κό και κυ­πρια­κό τύ­πο, τη ση­μα­σία της πα­ρά­στα­σης για την ιστο­ρι­κή αυ­το­γνω­σία του λα­ού της Κύ­πρου, επι­σή­μα­ναν και ξέ­νοι με­λε­τη­τές, όπως ο δια­κε­κρι­μέ­νος κα­θη­γη­τής της με­σαιω­νι­κής ιστο­ρί­ας στο Πα­νε­πι­στή­μιο Cardiff της Oυα­λί­ας, Peter W. Erbury[16] και ο Κα­τα­λα­νός ελ­λη­νι­στής Eusebi Ayensa Prat, ο οποί­ος ση­μειώ­νει ανά­με­σα σε άλ­λα ότι «η πα­ρά­στα­ση ανα­δει­κνύ­ει ένα από τα πιο ση­μα­ντι­κά κεί­με­να της με­σαιω­νι­κής κυ­πρια­κής γραμ­μα­τεί­ας και προ­δρο­μι­κού των κει­μέ­νων της κρη­τι­κής ανα­γέν­νη­σης».[17]


Από την παράσταση Το Χρονικό της Κύπρου του Λεόντιου Μαχαιρά (αρχείο ΘΕΠΑΚ)
Από την παράσταση Το Χρονικό της Κύπρου του Λεόντιου Μαχαιρά (αρχείο ΘΕΠΑΚ)

2. Ιστορίες …. από τη γλυκειά χώρα Κύπρο (Κέντρο Παραστατικών Τεχνών ΜΙΤΟΣ, 2011)

Η πα­ρά­στα­ση, σε σκη­νο­θε­σία του Λού­κα Βα­λέβ­σκι, βα­σί­ζε­ται σε αυ­το­τε­λείς ιστο­ρί­ες του έρ­γου του Λε­ό­ντιου Μα­χαι­ρά (δο­λο­φο­νία του βα­σι­λιά Πέ­τρου Α΄, η ζή­λια της Βα­σί­λισ­σας Ελε­ο­νώ­ρας, η διά­λυ­ση των Τε­μπλιω­τών, ο μι­κρός προ­σκυ­νη­τής Γε­ώρ­γιος κ.ά). Η πα­ρά­στα­ση λαμ­βά­νει χώ­ρα στο δω­μά­τιο του Λε­ό­ντιου Μα­χαι­ρά (υπό­γειο του Με­σαιω­νι­κού Κά­στρου της Λε­με­σού), ο οποί­ος δι­η­γεί­ται στους κα­λε­σμέ­νους του, με τη βο­ή­θεια των δύο υπη­ρε­τριών του, ιστο­ρί­ες και κου­τσο­μπο­λιά της αυ­λής. Η γλώσ­σα που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε στην πα­ρά­στα­ση εί­ναι κυ­ρί­ως η με­σαιω­νι­κή γλώσ­σα του συγ­γρα­φέα και σε μι­κρό­τε­ρη έκτα­ση ακού­στη­κε η σύγ­χρο­νη κυ­πρια­κή διά­λε­κτος. Πρό­κει­ται για μια εναλ­λα­κτι­κή πα­ρά­στα­ση, μια προ­σπά­θεια απο­δό­μη­σης της κυ­ρί­αρ­χης αφή­γη­σης του Χρο­νι­κού. Ακο­λου­θή­θη­κε μια απλή πα­ρα­στα­τι­κή φόρ­μα με συ­γκε­κρι­μέ­νες δρά­σεις και με αυ­το­σχε­δια­στι­κή διά­θε­ση.

3. Παρεξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου (AVENDRE 2013)

Επανερμηνεύοντας τον Λεόντιο Μαχαιρά στον 21ο αιώνα

Η πα­ρά­στα­ση σκη­νο­θε­τή­θη­κε από τον Κύ­ρο Πα­πα­βα­σι­λεί­ου και έλα­βε μέ­ρος στο διε­θνές φε­στι­βάλ «Κύ­πρια». Ο τί­τλος απο­τε­λεί πα­ρά­φρα­ση του Χρο­νι­κού του Λε­ό­ντιου Μα­χαι­ρά. Ο σκη­νο­θέ­της της πα­ρά­στα­σης εξη­γεί σε συ­νέ­ντευ­ξή του «ακο­λου­θού­με τον τί­τλο σαν άξο­να για να δού­με τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει αυ­τό, εκ των υστέ­ρων. Αλ­λά δεν οδη­γη­θή­κα­με σε μια κρι­τι­κή μα­τιά της ση­με­ρι­νής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, όπως τη δη­λώ­νουν οι ει­δή­σεις. Ίσως η πα­ρε­ξή­γη­ση να ανα­φέ­ρε­ται στις αντι­φά­σεις που έχου­με μέ­σα μας και που έχουν οι δι­κές μας προ­σω­πι­κές ιστο­ρί­ες με την ιστο­ρία ως αφή­γη­ση. Κα­τ’ επέ­κτα­ση μπο­ρεί να δη­μιουρ­γεί κά­ποιες αυ­τα­πά­τες και έτσι χά­νε­ται μια αντι­κει­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Δη­μιουρ­γού­νται δη­λα­δή μύ­θοι. Και κα­τα­λή­γου­με, επι­τέ­λους, σε αυ­τό που μας ζη­τή­θη­κε».[18] Με αφορ­μή τα γρα­φό­με­να του Μα­χαι­ρά για τον Βα­σι­λιά Ια­νό (βα­σι­λιάς της Κύ­πρου 1398-1432) και τα όσα εξε­λί­χθη­καν στην πο­λιορ­κία της Αμ­μο­χώ­στου και στην επα­νά­στα­ση του Ρε-Αλέ­ξη, ο σκη­νο­θέ­της οδή­γη­σε το κοι­νό στα άδυ­τα της «Ιστο­ρί­ας και του μύ­θου». Η πα­ρά­στα­ση χρη­σι­μο­ποιεί απο­σπά­σμα­τα από το Χρο­νι­κό, εντάσ­σο­ντάς τα γύ­ρω από έναν άξο­να προ­βλη­μα­τι­σμού πε­ρί μύ­θου και ιστο­ρι­κό­τη­τας. Σί­γου­ρα δεν πρό­κει­ται για μια απλή ανα­πα­ρά­στα­ση των γε­γο­νό­των του Χρο­νι­κού. Στην εξι­στό­ρη­ση της ιστο­ρί­ας της Κύ­πρου πα­ρεμ­βάλ­λο­νται άλ­λες αφη­γή­σεις, πα­ρα-αφη­γή­σεις, πα­ράλ­λη­λες ιστο­ρί­ες από το Τέ­ξας, το Λον­δί­νο, εξί­σου ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα. Στην πα­ρά­στα­ση εί­ναι έντο­νο το στοι­χείο του αυ­το­σχε­δια­σμού.
Δο­μι­κά η πα­ρά­στα­ση ήταν χω­ρι­σμέ­νη σε τρία μέ­ρη: το πρώ­το μέ­ρος ήταν αφιε­ρω­μέ­νο στην γρα­πτή ιστο­ρία, την κα­τα­γρα­φή της Ιστο­ρί­ας, όπου χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν απο­σπά­σμα­τα από το Χρο­νι­κό, στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος ανα­κρί­νε­ται ο ίδιος ο Λε­ό­ντιος Μα­χαι­ράς, κα­τά την οποία μα­θαί­νου­με ότι ο αδερ­φός του Λε­ό­ντιου ήταν σύμ­μα­χος του Ια­νού. Στο μέ­ρος αυ­τό απο­κα­λύ­πτε­ται τι αφή­νει απ’ έξω η Ιστο­ρία και τι τε­λι­κά εκλαμ­βά­νου­με εμείς σαν ιστο­ρία. Στο τρί­το και τε­λευ­ταίο μέ­ρος της πα­ρά­στα­σης η ανα­φο­ρά σε πρό­σφα­τα ιστο­ρι­κά γε­γο­νό­τα προ­κα­λεί προ­βλη­μα­τι­σμό ως προς το τι τε­λι­κά εί­ναι Ιστο­ρία και για ποιον εί­ναι ση­μα­ντι­κή ή όχι.
Έτσι, η πα­ρά­στα­ση δα­νει­ζό­με­νη κώ­δι­κες από το σω­μα­τι­κό θέ­α­τρο (physical theatre), το θέ­α­τρο της επι­νό­η­σης (devised theatre), κα­θώς και μη θε­α­τρι­κά κεί­με­να, υπε­ρα­σπί­ζε­ται ένα θέ­α­μα μα­κριά από την ασφά­λεια που πα­ρέ­χει η να­του­ρα­λι­στι­κή από­δο­ση ενός θε­α­τρι­κού κει­μέ­νου, και πέ­ρα από κλει­στά κεί­με­να, ιε­ρές αλή­θειες, αμε­τα­κί­νη­τες γω­νί­ες πρό­σλη­ψης. Σκο­πός του σκη­νο­θέ­τη ήταν η απο­δό­μη­ση και η ανα­δη­μιουρ­γία ενός κει­μέ­νου, που απο­τε­λεί σταθ­μό για την κυ­πρια­κή με­σαιω­νι­κή γραμ­μα­τεία, με νέα νοη­μα­το­δό­τη­ση.
Οι από­ψεις της κρι­τι­κής δι­ί­στα­νται για την πα­ρά­στα­ση. Η ενα­σχό­λη­ση της ομά­δας με ένα ση­μα­ντι­κό κεί­με­νο της κυ­πρια­κής με­σαιω­νι­κής γραμ­μα­τεί­ας σε ορι­σμέ­νους προ­κά­λε­σε ιδιαί­τε­ρο προ­βλη­μα­τι­σμό. Γρά­φει η Μο­λέ­σκη: «ο ενερ­γός διά­λο­γος με κά­ποιο κλα­σι­κό κεί­με­νο ως άξο­νας μιας πα­ρά­στα­σης ενο­ποι­η­μέ­νου θε­ά­τρου εί­ναι και αυ­τός ένας δρό­μος ολι­σθη­ρός που μπο­ρεί να οδη­γή­σει την ομά­δα σε μια πτή­ση ή μια πτώ­ση. […] Η υπο­κει­με­νι­κό­τη­τα των ατο­μι­κών φω­νών που συ­νη­θί­ζε­ται στο επι­νοη­μέ­νο θέ­α­τρο δεν ήταν αι­σθη­τή, κα­θώς τα κεί­με­να των «προ­σω­πι­κών αντι­δρά­σε­ων» ηχού­σαν κοι­νό­το­πα».[19] Από την άλ­λη, γρά­φει η Γε­ωρ­γί­ου στην κρι­τι­κή της, σχο­λιά­ζο­ντας τό­σο το σκη­νι­κό κεί­με­νο όσο και τη συ­μπε­ρί­λη­ψη της πα­ρά­στα­σης στα «Κύ­πρια», « […] το κεί­με­νο κα­τόρ­θω­σε κά­τι ευ­φυ­ές: να σχο­λιά­σει έμ­με­σα αλ­λά με καυ­στι­κό­τη­τα πρό­σφα­τα γε­γο­νό­τα που συ­γκλό­νι­σαν την Κύ­προ. Ήταν ένα κεί­με­νο που μας αφο­ρού­σε, κι εξέ­φρα­ζε πολ­λές από τις σκέ­ψεις και τις αντι­δρά­σεις όλων μας, όταν βιώ­να­με αυ­τά τα γε­γο­νό­τα. Πα­ρά τις ατέ­λειές του, το κεί­με­νο πέ­τυ­χε το στό­χο του που, όπως πε­ρι­γρά­φε­ται στο ει­σα­γω­γι­κό ση­μεί­ω­μα της πα­ρά­στα­σης, ήταν η «πα­ρου­σί­α­ση της ση­με­ρι­νής ψευ­δαί­σθη­σης της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας», των ση­με­ρι­νών ιστο­ρι­κών και άλ­λων συν­θη­κών που, ως βιώ­μα­τα, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται από μια δό­ση υπο­κει­με­νι­κό­τη­τας και μυ­θο­πλα­σί­ας […] Στο σύ­νο­λό της ήταν μια αξιό­λο­γη προ­σπά­θεια, και συ­νά­μα μια άρ­τια εγ­χώ­ρια πα­ρα­γω­γή».[20]


4. Ωδά κι εκειά (Κέντρο Παραστατικών Τεχνών ΜΙΤΟΣ 2017)

Πρό­κει­ται για μια εναλ­λα­κτι­κή πα­ρά­στα­ση, σκη­νο­θε­τη­μέ­νη από την Έλε­να Αγα­θο­κλέ­ους με αφορ­μή το διε­θνές φε­στι­βάλ «Κύ­πρια». Χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται από σαρ­κα­στι­κή διά­θε­ση και απο­τε­λεί ακό­μη μια προ­σπά­θεια απο­δό­μη­σης της κυ­ρί­αρ­χης αφή­γη­σης του Μα­χαι­ρά. Ο τί­τλος εί­ναι και πά­λι εν­δει­κτι­κός της σκη­νο­θε­τι­κής προ­σέγ­γι­σης που ακο­λου­θή­θη­κε (Ωδά κι εκειά (φρά­ση από το Χρο­νι­κό)= εδώ κι εκεί). Η πα­ρά­στα­ση βγαί­νει από τις θε­α­τρι­κές αί­θου­σες και συ­να­ντά το κοι­νό σε δη­μό­σιο χώ­ρο (θέ­α­τρο δρό­μου). Ένα μπου­λού­κι (ο ίδιος ο Λε­ό­ντιος Μα­χαι­ράς και τρεις υπη­ρέ­τριές του), με ένα κα­ρό­τσι και κά­ποια συ­μπρά­γκα­λα αφη­γεί­ται την ιστο­ρία του νη­σιού, δί­νο­ντας έμ­φα­ση σε διά­φο­ρα γε­γο­νό­τα της ζω­ής του Φρά­γκου βα­σι­λιά Πέ­τρου Α΄.
Οι ιστο­ρί­ες που επι­λέ­γη­καν να πα­ρου­σια­στούν απο­κα­λύ­πτουν τον ρό­λο της εξου­σί­ας. Ο φτω­χός λα­ός σχε­δόν απου­σιά­ζει από την αφή­γη­ση, για­τί άλ­λοι φρο­ντί­ζουν για αυ­τόν. Η ίδια η σκη­νο­θέ­τις σε συ­νέ­ντευ­ξή της δή­λω­σε «πα­ρ’ όλες, λοι­πόν, τις υπεν­θυ­μί­σεις του Μα­χαι­ρά, εμείς εδώ στην Κύ­προ χρό­νια με­τά, φαί­νε­ται πως πα­ρα­μέ­νου­με οι ίδιοι «απλι­κε­μέ­νοι απά­νω εις μί­αν πέ­τραν εις την θά­λασ­σαν». Απο­φα­σί­σα­με λοι­πόν να ζω­ντα­νέ­ψου­με με χιού­μορ κά­ποιες από τις ιστο­ρί­ες του και να τις πα­ρου­σιά­σου­με ως πα­ρα­δο­χή πια, ότι, ναι, δεν αλ­λά­ζει τί­πο­τα!»[21]
Η πα­ρά­στα­ση εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο μια καυ­στι­κή κρι­τι­κή, μέ­σω της σά­τι­ρας και του σαρ­κα­σμού (και αυ­το­σαρ­κα­σμού), της εξή­γη­σης των κα­τορ­θω­μά­των και των κα­μω­μά­των των αρ­χό­ντων της επο­χής, γι’ αυ­τούς που εί­χαν σκο­πό να ηγού­νται στρα­τιών και ταυ­τό­χρο­να επι­δί­δο­νταν σε έρω­τες, μοι­χεί­ες, μο­νο­μα­χί­ες, κλο­πές αλό­γων, μη­χα­νο­γρα­φί­ες, εκτε­λέ­σεις, δο­λο­φο­νί­ες ακό­μα και ευ­νου­χι­σμούς. Αφε­ντι­κά και δού­λοι, μπερ­δεύ­ουν γε­γο­νό­τα με κου­τσο­μπο­λιά, σχο­λιά­ζουν στα κυ­πρια­κά, αφη­γού­νται στη με­σαιω­νι­κή κυ­πρια­κή διά­λε­κτο, μπλέ­κουν το πα­ρόν με το πα­ρελ­θόν, θυ­μού­νται, ξε­χνούν συγ­χέ­ο­ντας τη σει­ρά των γε­γο­νό­των.
Γρά­φει η Μο­λέ­σκη για την πα­ρά­στα­ση: «η επι­λο­γή των ιστο­ριών εί­ναι, φυ­σι­κά, αυ­τή που μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει κου­τσο­μπο­λί­στι­κη διέ­γερ­ση σε μια δια­χρο­νι­κή κου­ζί­να, μια και η πο­λυ­στρω­μα­τι­κό­τη­τα του κει­μέ­νου του Μα­χαι­ρά δι­καιώ­νει και μια τέ­τοια οπτι­κή. Το κεί­με­νο επι­κε­ντρώ­νε­ται στον βίο του Πέ­τρου Α', αλ­λά οι μπρος πί­σω «ιστο­ρι­κές» προ­ε­κτά­σεις απλώ­νο­νται στην πο­λυαί­ω­νη πο­ρεία της Κύ­πρου. Η ου­σία του θε­α­τρι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος έγκει­ται στην προ­σπά­θεια να με­τα­δο­θεί ο αυ­το­σαρ­κα­σμός των δη­μιουρ­γών και στο κοι­νό τους […] Συ­μπα­θέ­στα­τη πα­ρά­στα­ση».[22]


Συ­μπε­ρά­σμα­τα

Συ­νο­ψί­ζο­ντας, θα λέ­γα­με ότι το κεί­με­νο του Λε­ό­ντιου Μα­χαι­ρά, τό­σο από άπο­ψη πε­ριε­χο­μέ­νου, όσο και από άπο­ψη δο­μής, απο­τέ­λε­σε πη­γή έμπνευ­σης για τους Κύ­πριους, και όχι μό­νο, σκη­νο­θέ­τες/τι­δες, οι οποί­οι με τις προ­σεγ­γί­σεις τους κα­τά­φε­ραν να επα­νερ­μη­νεύ­σουν αυ­τό το κεί­με­νο σταθ­μό για την κυ­πρια­κή με­σαιω­νι­κή γραμ­μα­τεία. Η προ­φο­ρι­κό­τη­τα του κει­μέ­νου και το έντο­να δρα­μα­τι­κό στοι­χείο το κα­θι­στούν ιδιαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρον για τους σκη­νο­θέ­τες και πα­ράλ­λη­λα πρό­κλη­ση να ανα­με­τρη­θούν μα­ζί του ξε­δι­πλώ­νο­ντας ο κα­θέ­νας τη φα­ντα­σία και τη δη­μιουρ­γι­κό­τη­τά του, προ­σφέ­ρο­ντάς τους τη δυ­να­τό­τη­τα να το με­τα­φέ­ρουν στη σκη­νή, κά­νο­ντας μια νέα ανά­γνω­ση. Αν προ­σέ­ξου­με τους τί­τλους των πα­ρα­στά­σε­ων (Το Χρο­νι­κό της Κύ­πρου, Ιστο­ρί­ες …. από τη γλυ­κειά χώ­ρα Κύ­προ, Πα­ρε­ξή­γη­σις της γλυ­κεί­ας χώ­ρας Κύ­πρου, Ωδά κι εκειά) θα δια­πι­στώ­σου­με ότι εί­ναι εν­δει­κτι­κοί των σκη­νο­θε­τι­κών προ­σεγ­γί­σε­ων που ακο­λου­θή­θη­καν. Ο κά­θε σκη­νο­θέ­της/τι­δα στο­χεύ­ο­ντας σε κά­τι δια­φο­ρε­τι­κό βα­σί­στη­κε στο κεί­με­νο, ώστε να εκ­φρά­σει τους προ­βλη­μα­τι­σμούς, τις δια­πι­στώ­σεις, αλ­λά και τις αγω­νί­ες του τό­σο για τον ίδιο τον άν­θρω­πο κα­θ’ αυ­τόν, όσο και για την τύ­χη και το μέλ­λον της Κύ­πρου. Πρό­κει­ται για τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις, που απο­δει­κνύ­ουν το πό­σο εν­δια­φέ­ρον, αλ­λά και ανοι­κτό σε ερ­μη­νεί­ες και νοη­μα­το­δο­τή­σεις πα­ρα­μέ­νει το κεί­με­νο του Μα­χαι­ρά.



Βιβλιογραφία

E. Ayensa Prat (1999), Erytheia, Revista de Estudios Bizantinos y Neogriegos, τ. 20, Μα­δρί­τη.
E. Faral (επιμ.) (1924), Robert de Clari: La Conqȇte de Constantinople, τ.2, Librairie Ancienne Edouard Champion, Πα­ρί­σι.
E. Faral (επιμ.) (1961), Villehardouin: La Conqȇte de Constantinople, τ. 2, Société d’ Edition «Les belles Lettres», Πα­ρί­σι.
H. J. Chaytor (1966), From Script to Print: An Introduction to Medieval Vernacular Literature, W. Heffer & Sons Ltd, Κέ­μπριτζ.
J.A.C. Buchon (επιμ.) (1835), Les Chroniques de Sire Jean Froissart, τ. 3, A. Desrez, Librairie Editeur, Πα­ρί­σι.
P.W. Erbury (1999), Journal of Medieval History, τ. 25, τχ. 1.
W. Labov (1972), Language in the Inner City: Studies in the Black English Vernacular, University of Pennsylvania Press, Φι­λα­δέλ­φεια.
W. Ryding (1971), Structure in Medieval Narrative, The Hague, Mouton, Πα­ρί­σι.
Γ. Χα­τζη­δά­κης (1998), εφ. H Kαθη­με­ρι­νή, 19 Ιου­λί­ου.
Λ. Μα­χαι­ράς (2015), Χρο­νι­κόν. Εξή­γη­σις της γλυ­κεί­ας χώ­ρας Κύ­πρου, η ποία λέ­γε­ται Κρό­να­κα του­τέ­στιν Χρο­νι­κόν, Εν­δυ­μί­ων.
Μ. Μω­υ­σέ­ως (2013), Πο­λί­της, 16 Σε­πτεμ­βρί­ου, Λευ­κω­σία.
Μ.Πιε­ρής (1996), «Γύ­ρω από τον Λε­ό­ντιο Μα­χαι­ρά. Ιστο­ρι­κή και Θρη­σκευ­τι­κή Συ­νεί­δη­ση/Γλώσ­σα και Λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα, Αφη­γη­μα­τι­κή και Δρα­μα­τι­κή Δο­μή», στο: Λ. Λο­ΐ­ζου Χα­τζη­γα­βρι­ήλ (επιμ.), Λε­ό­ντιος Μα­χαι­ράς-Γε­ώρ­γιος Βου­στρώ­νιος, Δύο Χρο­νι­κά της Με­σαιω­νι­κής Κύ­πρου, Ίδρυ­μα Ανα­στά­σιος Γ. Λε­βέ­ντης, Λευ­κω­σία, 35-54.
Ν. Ανα­ξα­γό­ρου (1996), «Αφη­γη­μα­τι­κές και Υφο­λο­γι­κές Δο­μές στο Χρο­νι­κό του Λε­ό­ντιου Μα­χαι­ρά», στο: Λ. Λο­ΐ­ζου Χα­τζη­γα­βρι­ήλ (επιμ.), Λε­ό­ντιος Μα­χαι­ράς-Γε­ώρ­γιος Βου­στρώ­νιος, Δύο Χρο­νι­κά της Με­σαιω­νι­κής Κύ­πρου, Ίδρυ­μα Ανα­στά­σιος Γ. Λε­βέ­ντης, Λευ­κω­σία, 21-33
Ν. Μο­λέ­σκη (2013), «Πα­ρε­ξή­γη­σις της Γλυ­κεί­ας χώ­ρας Κύ­πρου» του Κύ­ρου Πα­πα­βα­σι­λεί­ου, Εφτά Μέ­ρες Πο­λι­τι­σμός, 22 Σε­πτεμ­βρί­ου, 6.
Ν. Μο­λέ­σκη (2017), «Η ου­σία στον αυ­το­σαρ­κα­σμό», εφ. Ο Φι­λε­λεύ­θε­ρος, 15 Οκτω­βρί­ου.
Χ. Γε­ωρ­γί­ου (2013), «Πα­ρε­ξή­γη­σις της Γλυ­κεί­ας Χώ­ρας Κύ­πρου», περ. Άνευ, τχ. 49, σς. 67-68.