What the Hell?

What the Hell?

Η Μάρ­θα λα­τρεύ­ει τα ακραία αθλή­μα­τα. Πέ­ρυ­σι κα­τέ­βη­κε με πο­δή­λα­το ένα χιο­νι­σμέ­νο βου­νό στις Άλ­πεις που εί­ναι γνω­στό πα­γκο­σμί­ως ως «Hell Mountain» — και όντως πε­ρί «Κό­λα­σης» πρό­κει­ται: εκα­το­ντά­δες πο­δη­λά­τες που συμ­με­τέ­χουν σ’ αυ­τή την ηλί­θια κα­τά­βα­ση φεύ­γουν με σπα­σμέ­να χέ­ρια και πό­δια. Εκεί­νη ευ­τυ­χώς τερ­μά­τι­σε με λί­γους μό­νο μώ­λω­πες στην πλά­τη, τη μέ­ση και τους γο­φούς. Το βρά­δυ στο ξε­νο­δο­χείο χρειά­στη­κε να την αλεί­ψω με Arnica σ’ όλα τα ση­μεία που πο­νού­σε και επί δύο εβδο­μά­δες δεν μπο­ρού­σε η κα­κο­μοί­ρα να κλεί­σει μά­τι. Δεν το έβα­λε κά­τω πά­ντως. Λί­γους μή­νες αρ­γό­τε­ρα απο­φά­σι­σε να δο­κι­μά­σει skydiving! Έπε­σε από τα 14.000 πό­δια σ’ ένα χω­ρά­φι δί­πλα στη λί­μνη της Κω­πα­ΐ­δας. Η ελεύ­θε­ρη πτώ­ση της δι­ήρ­κη­σε μό­νο έξι λε­πτά, αλ­λά μέ­χρι να τη δω να προ­σγειώ­νε­ται στο έδα­φος νό­μι­ζα ότι θα πά­θω έμ­φραγ­μα. Φέ­τος το Φθι­νό­πω­ρο πή­γε για ρά­φτινγκ στον Αχέ­ρο­ντα (εγώ έμει­να πί­σω να τα­ΐ­ζω τις γά­τες) και γε­λώ­ντας μου εί­πε ότι στη δια­δρο­μή πέ­ρα­σε απ’ ένα ση­μείο που λέ­γε­ται, «Πύ­λες του Άδη». «Αν ανα­πο­δο­γυ­ρί­σει εκεί η βάρ­κα σου θα σε πε­ρι­συλ­λέ­ξουν νε­κρό». Κι εχθές την ώρα που τρώ­γα­με μου ξε­φούρ­νι­σε ξαφ­νι­κά το επό­με­νο ρι­ψο­κίν­δυ­νο σχέ­διό της. «Μίλ­το, ξέ­ρεις τι θα κά­νω την άλ­λη Κυ­ρια­κή;» εί­πε. «Τι Μάρ­θα;» εί­πα. «Θα κά­νω Bungee Jumping στον Ισθμό της Κο­ρίν­θου», εί­πε. «Θα πη­δή­ξεις στο κε­νό από τα 70 μέ­τρα;» εί­πα. «Εί­σαι τρε­λή;» «Απε­να­ντί­ας», εί­πε. «Δεν φα­ντά­ζε­σαι το αί­σθη­μα ελευ­θε­ρί­ας που νιώ­θεις κα­θώς πέ­φτεις από τέ­τοιο ύψος». «Μπο­ρώ να φα­ντα­στώ άλ­λες δρα­στη­ριό­τη­τες εξί­σου ‘απε­λευ­θε­ρω­τι­κέ­ς’ που δεν κιν­δυ­νεύ­εις να γί­νεις χί­λια κομ­μά­τια», εί­πα. «Μα θα εί­μαι δε­μέ­νη σ’ ένα λα­στι­χέ­νιο σκοι­νί», εί­πε. «Κι αν σπά­σει;» εί­πα. «Κά­θε μέ­ρα στις ει­δή­σεις ακού­με για τέ­τοιου εί­δους ατυ­χή­μα­τα». «Πο­τέ δεν σπά­νε», εί­πε. «Για όλα υπάρ­χει μια πρώ­τη φο­ρά», εί­πα. «Θα προ­τι­μού­σες να πάω στο Βαν­κού­βερ και να δο­κι­μά­σω σκι από ελι­κό­πτε­ρο στο βου­νό Γουί­σλερ;» εί­πε. «Σκι από ελι­κό­πτε­ρο;» εί­πα. «Κα­λά τό­σο άσχε­τος εί­σαι; Δεν ξέ­ρεις το heliskiing;» εί­πε. «Πά­λι ‘hell’ ακούω και δεν μου αρέ­σει», εί­πα. «Εί­σαι ο ορι­σμός της ατολ­μί­ας», εί­πε. «Για σέ­να το πιο επι­κίν­δυ­νο σπορ εί­ναι να πας από τον κα­να­πέ στο γρα­φείο σου κά­νο­ντας σλά­λομ ανά­με­σα στα βι­βλία που εί­ναι ριγ­μέ­να στο πά­τω­μα». «Κα­λύ­τε­ρα να φάω τα μού­τρα μου πέ­φτο­ντας πά­νω σε μια στοί­βα με μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Ροθ, πα­ρά σ’ έναν βλαμ­μέ­νο, προ­γλωσ­σι­κό πο­δη­λά­τη που έχα­σε την ισορ­ρο­πία του», εί­πα. «Δεν μ’ αγα­πάς», εί­πε. «Για­τί μω­ρό μου;» εί­πα. «Επει­δή αν με αγα­πού­σες θα κά­να­με μα­ζί όλα αυ­τά τα αθλή­μα­τα», εί­πε. «Σου υπό­σχο­μαι ότι το κα­λο­καί­ρι θα φο­ρέ­σω μά­σκα και θα εξε­ρευ­νή­σου­με πα­ρέα τον βυ­θό της θά­λασ­σας», εί­πα. «Αλή­θεια;» εί­πε. «Ναι Μάρ­θα μου», εί­πα. «Θα γί­νεις για μέ­να σπη­λαιο­δύ­της;» εί­πε. «Για σέ­να θα γί­νω τα πά­ντα», εί­πα. «Ωραία», εί­πε. «Άρα με­τά τον Ισθμό σει­ρά έχει η Λί­μνη της Βου­λιαγ­μέ­νης! Μπο­ρεί να εί­μα­στε και οι πρώ­τοι που θ’ ανα­κα­λύ­ψουν το πέ­ρα­σμα από τη Λί­μνη ως το ‘Πη­γά­δι του Δια­βό­λου’», εί­πε. «Φα­ντά­ζε­σαι πό­σο γνω­στοί θα γί­νου­με με­τά;» «Το μυα­λό σου εκεί εσέ­να!» εί­πα. «Τι εν­νο­είς;» εί­πε. «Κό­λα­ση, Άδης, Διά­βο­λος!», εί­πα. «Δεν κα­τα­λα­βαί­νω», εί­πε. «Πά­ντως στη Λί­μνη έχει και εστια­τό­ριο που σερ­βί­ρει ωραίο ταρ­τάρ τό­νου», εί­πα «Και τι μ’ αυ­τό;» εί­πε. «Αν εί­ναι να πά­με στον Διά­ο­λο ας πά­με του­λά­χι­στον φα­γω­μέ­νοι», εί­πα.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: