Λεηλατώντας τον Ωκεανό

Λεπτομέρεια από έργο της Ελένης Πανουκλιά 
Λεπτομέρεια από έργο της Ελένης Πανουκλιά  / φωτ. Μυρτιά Νικολακοπούλου


Τότε με τη με­γά­λη βόλ­τα στις πι­να­κο­θή­κες και στα μου­σεία, και με το χιό­νι που έπε­φτε σά­μπως σε δι­ή­γη­μα του Τζέιμς Τζόις, κι αυ­τός επέ­με­νε σκα­σμέ­νος στα γέ­λια και με σο­βα­ρό­τη­τα πά­σα ότι εί­ναι Κυ­ψε­λιώ­της Post-Influencer κι ότι σα­ρώ­νει τα δί­κτυα και μπλέ­κει στα δί­χτυα του ανα­ζη­τη­τές & ανα­ζη­τή­τριες ψαγ­μέ­νης ύλης για να κά­νουν τη φι­γού­ρα τους στα μέ­σα δι­κτύ­ω­σης, ενώ αυ­τή άρ­χι­σε πά­λι & επί­σης να επι­τρέ­πει στο γέ­λιο μιαν εκτυ­φλω­τι­κή επα­νεμ­φά­νι­ση ύστε­ρα από απα­νω­τές αντι­ξο­ό­τη­τες και απρό­σμε­νες απο­τρό­παιες κα­κου­χί­ες, και άπλω­νε τα κό­κι­να τε­τρά­δια & τα κί­τρι­να ση­μειω­μα­τά­ριά της στο γρα­φείο με τον ήλιο της στην πλά­τη, και κα­τέ­βα­ζε βι­βλία από τα υψη­λό­φρο­να πα­τά­ρια, ανέ­βα­ζε βι­βλία από τις στοι­βαγ­μέ­νες κού­τες στο υπό­γειο και ξέ­κλε­βε ώρες και διά­βα­ζε, και διά­βα­ζε, και διά­βα­ζε, ώσπου να έρ­θει η ώρα του ρα­ντε­βού, η ώρα της λη­σμο­νη­μέ­νης μες στους αλ­λε­πάλ­λη­λους εγκλει­σμούς λέ­ξης «ρα­ντε­βού», ώστε αυ­τή και αυ­τός να πά­ρουν πα­γω­τά κρέ­μα από απέ­να­ντι, και ύστε­ρα να πια­στούν αγκα­ζέ, και να γλι­στρή­σουν με ελι­κοει­δή και ελ­λει­πτι­κά βαλς εζι­τα­σιόν προς τις πι­να­κο­θή­κες και τα μου­σεία.

Και τό­τε που αυ­τή του πα­ρέ­θε­σε τη φρά­ση, Χρω­μά­τι­σέ το αυ­τό. Και να τ᾽ ονο­μά­σεις, «Η ιστο­ρία της μνή­μης», κι αυ­τός σ᾽ αυ­τήν υπο­σχέ­θη­κε / έτα­ξε /ορ­κί­στη­κε ότι τί­πο­τα δεν θα αφή­σει αχρω­μά­τι­στο και τί­πο­τα δεν θα επι­τρέ­ψει να απο­δρά­σει από την επι­κρά­τεια της μνή­μης, τί­πο­τα δεν θα αφή­σει να την κο­πα­νή­σει από το μέ­λα­θρο της μνή­μης, τί­πο­τα δεν θα στέρ­ξει να το σκά­σει από το κο­νά­κι της μνή­μης, κά­θε αν­θυ­πο­δευ­τε­ρό­λε­πτο θα μεί­νει στη μνή­μη, αφού άλ­λω­στε η μνή­μη εί­ναι το Πε­ρι­σκό­πιο του Εί­ναι, της εί­πε αυ­τός με στόμ­φο γε­λοίο και με γε­λοιω­δέ­στα­τη αν­θυ­πο­φι­λο­σο­φι­κό­τη­τα, κι αυ­τή, της μει­λί­χιας επιεί­κειας το λου­λού­δι, γύ­ρι­σε χο­ρευ­τι­κά, ενώ το χιό­νι έπε­φτε απα­λά, και του έσκα­σε ένα μνη­μειώ­δες φι­λί στο μά­γου­λο.

Τό­τε με τις φα­κές και τό­τε με το σο­λο­μό, τό­τε με το τσί­που­ρο και τό­τε με το τζιν, τό­τε με την πλα­τεία και τό­τε με την αλέα, τό­τε με την ψα­ρό­σου­πα και τό­τε με τη μαρ­με­λά­δα, τό­τε με τα πα­κο­τί­νια και τό­τε με τα δρα­κου­λί­νια, τό­τε με τους λω­τούς και τό­τε με τα μή­λα, τό­τε με την Κλέ­φτρα των Φρού­των και τό­τε με τον Κα­λά­μνιους, τό­τε με το The Other Side of Hope (αυ­τός ση­μεί­ω­σε στο τε­τρά­διο: Ilkka Koivula – Calamnius, the doorman) και τό­τε με το The Other Side of the Wind (αυ­τή ση­μεί­ω­σε στο τε­τρά­διο: Peter Bogdanovich as Brooks Otterlake), τό­τε με τις γκουρ­με­διές και τό­τε με τα «βρό­μι­κα», τό­τε με τους καρ­πούς και τό­τε με τα σπό­ρια, τό­τε με την Ελέ­νη Πα­νου­κλιά που στή­νει ένα έρ­γο με­γά­λης ση­μα­σί­ας με κου­κού­τσια και με φλού­δες από φρού­τα και τό­τε τον Κώ­στα Τσώ­λη που ζω­γρα­φί­ζει την αύ­ρα του Τσι­τσά­νη και του Έγε­λου το σύ­μπαν, τό­τε που στρω­θή­κα­τε να υπο­λο­γί­σε­τε με τη συμ­βο­λή της εφαρ­μο­γής στο κι­νη­τό τις απο­στά­σεις που δια­νύ­σα­τε μα­ζί βολ­τά­ρο­ντας & μα­σου­λώ­ντας & γε­λώ­ντας & μι­λώ­ντας τον πε­ρα­σμέ­νο μή­να (τριά­ντα δύο χι­λιό­με­τρα και τε­τρα­κό­σια μέ­τρα) και τό­τε που κα­τα­γρά­ψα­τε στο χει­ρο­ποί­η­το τε­τρά­διο που σας δώ­ρι­σε ο μαιτρ της υδα­το­γρα­φί­ας, ο φί­λος του φί­λου που έγι­νε φί­λος, ο Γιώρ­γος Μ., τους αγα­πη­μέ­νους σας σκη­νο­θέ­τες και τις αγα­πη­μέ­νες σας ται­νί­ες, και με­τά, σε άλ­λες σε­λί­δες, τις ται­νί­ες που εί­δα­τε μα­ζί μες στα με­λαγ­χο­λι­κά απο­μει­νά­ρια μιας επο­χής και μες στα ρό­δι­να ακρο­γιά­λια μιας ανα­δυό­με­νης χρο­νι­κής πε­ριό­δου που έμελ­λε να στρα­φτα­λί­σει στα μύ­χιά του και στα μύ­χιά της.

Και τό­τε που ο ου­ρα­νός ήταν και πά­λι προ­στα­τευ­τι­κός, ναι, ένας sheltering sky, και ένα φεγ­γά­ρι κα­μω­μέ­νο με λε­πτε­πί­λε­πτη χαρ­το­κο­πτι­κή στό­λι­ζε το πα­ρά­θυ­ρό του στο γρα­φείο και αυ­τός το κοί­τα­ζε ανά δύο σι­γα­ρέτ­τα και ανά πέ­ντε πα­ρα­γρά­φους ενό­σω έγρα­φε εκεί­νο το κεί­με­νο/ζό­ρι για εκεί­νο το βι­βλίο/ζό­ρι, κι αυ­τή του έστελ­νε μη­νύ­μα­τα εν­θάρ­ρυν­σης & πα­ρό­τρυν­σης, και στα δια­λείμ­μα­τα του γρα­ψί­μα­τος μι­λού­σαν στο τη­λέ­φω­νο και έκα­ναν σχέ­δια για ένα με­γά­λο τα­ξί­δι στο Ελ­σίν­κι προ­κει­μέ­νου να τι­μή­σουν τον δη­μιουρ­γό που ήταν το λού­να-παρκ τους, ο μπο­να­μάς τους ύστε­ρα από ώρες σκλη­ρής ερ­γα­σί­ας, μια όα­ση ει­κό­νων και βλεμ­μά­των, χιού­μορ και ηδύ­τη­τας, συ­γκί­νη­σης και μει­δια­μά­των, και να πιού­νε με ευ­φρό­συ­νη αφρο­σύ­νη όπως πί­νουν οι παί­κτες/ρέ­κτες του Άκι Κα­ου­ρι­σμά­κι, και αυ­τός εί­πε σ᾽ αυ­τήν ότι δεν θα το ρί­ξουν μό­νο στα τζιν και στις βότ­κες αλ­λά θα απο­λαύ­σουν και μπί­ρες, κα­θό­σον, όπως σ᾽ αυ­τήν εί­πε αυ­τός, ο Μέ­γας Μι­σέλ Κα­τσα­ρός εί­χε πει στον Θά­νο Στα­θό­που­λο και στον Ίκα­ρο Μπα­μπα­σά­κη, στο πα­τά­ρι των εκ­δό­σε­ων Αδελ­φοί Ζα­χα­ρό­που­λοι, στη στοά της Στα­δί­ου όπου δέ­σπο­ζε άλ­λο­τε το Galaxy προ­τού με­τα­φερ­θεί, και πά­λι στην Στα­δί­ου, και πά­λι σε στοά, αλ­λά απέ­να­ντι, ναι, εί­χε απο­φαν­θεί ο Μέ­γας Μι­σέλ, στους νε­α­ρούς τό­τε, μει­ρά­κια τό­τε, λί­γο με­τά τα εί­κο­σι τό­τε, «Αν δεν πί­νεις μπί­ρα δεν έχεις χό­μπι».

Τό­τε στο νη­σί του Μάρ­κου Βαμ­βα­κά­ρη και του Μά­νου Ελευ­θε­ρί­ου, που αυ­τός εί­χε κα­νο­νί­σει να πά­τε ιν­κό­γκνι­το, κρυ­φά από του Έγε­λου το σύ­μπαν, με το αδια­νό­η­το, αλ­λά πει­στι­κό εντέ­λει επι­χεί­ρη­μα, ότι η Ερ­μού­πο­λη εί­ναι προ­ά­στιο της Κυ­ψέ­λης, και τό­τε που φά­γα­τε στο μα­γέ­ρει­κο αβγά με τρα­χα­νά που αυ­τός έμα­θε κα­τό­πιν να ετοι­μά­ζει, κι αυ­τή έφα­γε πα­στουρ­μα­δό­πι­τα, και αυ­τός και αυ­τή έφα­γαν σα­γα­νά­κι γα­ρί­δες, και σου­λα­τσά­ρι­σαν στα σο­κά­κια και μί­λη­σαν για την υπε­ρά­σπι­ση της παι­δι­κής ηλι­κί­ας και εκ­θεί­α­σαν τα παι­διά που δια­βά­ζουν μα­θη­μα­τι­κά σαν να δια­βά­ζουν γαλ­λι­κά και τρώ­νε σαν πι­ράν­χας και παί­ζουν Subbuteo κι έχουν όλη τη ζωή μπρο­στά τους και ήδη από τώ­ρα, όπως ο Φαί­δων Νι­κο­λά­ου ξέ­ρουν να μα­γει­ρεύ­ουν, και αυ­τός, εκεί, στης Ερ­μού­πο­λης τα δρο­μά­κια, της έψαλ­λε βρα­χνά μπλουζ της νι­κο­τί­νης και αυ­τή του πρό­σφε­ρε με­λω­δι­κές άριες του κα­φέ, και αυ­τός την πή­γε στο μπαρ Bohème και αυ­τή διά­βα­ζε εκεί με τις ώρες το μυ­θι­στό­ρη­μα Στη γη εί­μα­στε πρό­σκαι­ρα υπέρο­χοι και του έλε­γε φρά­σεις όπως, Τι άλ­λο εί­ναι μια χώ­ρα παρά μια πρό­τα­ση ζω­ής, και Ένα όνο­μα διά­φα­νο σαν αέ­ρας μπορεί να λει­τουρ­γή­σει και σαν ασπίδα, και Κομ­μά­τια της πόλης στρο­βι­λί­ζο­νταν σαν ρού­χα μέ­σα στο πλυ­ντή­ριο, και Πί­νω φως, σκε­φτό­μουν. Γε­μί­ζω τον εαυ­τό μου με φως.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: