[ Μέρες αφότου σ’ έχασα ] ...

[ Μέρες αφότου σ’ έχασα ] ...

[ Μέ­ρες αφό­του σ’ έχα­σα ]

Σ’ έχα­σα.

Και τι νό­η­μα έχουν τα που­λιά, η πό­λη εί­ναι στε­νή σαν ου­ρα­νί­σκος, οι άν­θρω­ποι με­γά­φω­να, δυο μι­κρά φύλ­λα στον μί­σχο της γης. Καί­γο­μαι ξαφ­νι­κά από κά­τι που μοιά­ζει με φω­τιά, αλ­λά δεν εί­ναι φω­τιά, ανα­ση­κώ­νο­μαι, η πλά­τη μου μι­κρά ση­μά­δια από πέ­τρες, τα πό­δια μου πά­ντα ανοι­χτά και πολ­λά (σί­γου­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρα από δύο), οι Κυ­ρια­κές κε­ραί­ες που λαμ­βά­νουν από μα­κριά κά­τι από­κο­σμα σή­μα­τα, κά­τι κσ, κσ, κσ, κσ, γραμ­μέ­να στους τοί­χους, θες δε θες πί­στε­ψε το, υπάρ­χουν, όταν τα βλέ­πω, υπάρ­χουν. Έλα όμως που φυ­σά­ει, η πό­λη πλα­ταί­νει ξαφ­νι­κά, τα ση­μά­δια κοκ­κι­νί­ζουν, οι σκύ­λοι αυ­ξά­νουν τα λου­ριά κι όλα λιώ­νουν, όπως λιώ­νει κα­νείς, μια σο­κο­λά­τα στην γλώσ­σα την βου­λι­μι­κή, την στε­ρη­μέ­νη, από δέρ­μα προ­σγεί­ω­σης. Τώ­ρα πια, έχεις φυ­τέ­ψει μια ελιά, έχεις κρε­μά­σει τα κε­ριά στο τα­βά­νι, οι πα­πα­γά­λοι ζευ­γα­ρώ­νουν, γεν­νώ­ντας μό­νο φτε­ρά, πά­ντα φτε­ρά. Τώ­ρα πια, η όρα­ση θά­μπος κι εσύ κου­κί­δα, αρ­πά­ζεις τον αφα­νι­σμό και τον κλώ­θεις κι ο αφα­νι­σμός αλ­λά­ζει και τό­τε τέ­μνο­μαι και σκορ­πάω σε όλα τα ση­μεία που

Σ’ έχα­σα.


[ Κι έπει­τα, σε βρή­κα πά­λι ]

Με το ίδιο ισχνό σου σώ­μα, έκα­νες ένα πέ­ρα­σμα. Το ακο­λού­θη­σα για­τί έμοια­ζε η μό­νη επα­να­στα­τι­κή πρά­ξη με ικα­νό­τη­τες. Η πό­λη δεν ήταν πια στε­νή σαν ου­ρα­νί­σκος, αλ­λά πλα­τιά, σαν κά­μπος, με σπί­τια και αν­θρώ­πους και σπί­τια και αν­θρώ­πους. Τί­πο­τα το από­κο­σμο στον ου­ρα­νό, τί­πο­τα το ανυ­πέρ­βλη­το στη στέ­γη. Σε βρή­κα πά­λι. Να σκορ­πάς μέ­σα μου βόμ­βες και δα­κρυ­γό­να. Να αλέ­θεις αγκά­θια και να τα κά­νεις πέ­τα­λα. Αλ­λά δεν μπό­ρε­σα να σ’ ακού­σω. Δεν κα­τά­φε­ρα σαν άλ­λο­τε να δω την ψυ­χή στα μά­τια σου, τα χέ­ρια μου με το μα­χαί­ρι να τραυ­μα­τί­ζουν τον θά­να­το. Τό­σο δεν μπό­ρε­σα που πια δεν άντε­χα δεν ήθε­λα δεν σχι­ζό­μουν στα δύο. Δεν σε εί­χα - δεν με ένοια­ζε. Σαν απλά από πά­ντα, με αυ­τό το κε­νό στο λαι­μό τυ­λιγ­μέ­νο, πό­σο μου ταί­ρια­ξε, κα­νέ­να, κα­νέ­να σου χλω­μό πρό­σω­πο, δεν ήταν ικα­νό να με λα­χτα­ρή­σει. Με τα ίδια εκεί­να λα­κτί­σμα­τα, προ­σπά­θη­σες, ωστό­σο έμει­να λευ­κή, ένα σώ­μα απλή­γω­το μέ­σα στους κε­ραυ­νούς, μέ­σα στην ηρε­μία της νύ­χτας. Έκα­να πως κοι­μά­μαι για να φύ­γεις.

Και έφυ­γες.

[ Στο σπίτι του κρεμασμένου ... ]

Στο σπίτι του κρεμασμένου
δεν μιλάνε για σχοινί.
Παίρνουν απλώς μια καρέκλα
την τοποθετούν στο κέντρο
και μαζεύονται γύρω της.
Τεθλιμμένοι συγγενείς, γείτονες
φίλοι, εραστές και ερωμένες
μέχρι και το κράτος
διά των εκπροσώπων του φυσικά.

Όλοι όσοι —τέλος πάντων—
κράτησαν το σχοινί

Τώρα κλαίνε.


[ Aπόντες ]

Έχω μια επιθυμία να σε δω, ν’ ακούσω
την αύρα των λέξεων
απ’ το τόσο δικό σου στόμα.
Αλλά εγκαταλείπω την ιδέα γρήγορα·
ξαπλώνω λοιπόν και παρατηρώ τον ουρανό
άλλοτε με βλέμμα γυμνό και άλλοτε
μέσα απ’ τις αντανακλάσεις στο παράθυρο·
Σκέφτομαι τότε
πως το φως φτάνει στα μάτια μου
με την ίδια ταχύτητα που προσεγγίζει τα δικά σου
χωρίς να μπορώ να εξηγήσω
αν κι εσύ το γεύεσαι
αν προσπαθείς
απ’ την επιμονή του να υπάρχει
μια κάποια κατανόηση της ύπαρξης
μέσα στο άπειρο σύμπαν των αισθήσεων·
Ίσως βέβαια η παρουσία σου να φόνευε
αυτή εδώ την ενατένιση
και η φωνή σου, ίσως, να σκορπούσε στον άνεμο
κάθε πολυμορφικό ήχο
(ο ουρανός θα εξακολουθούσε κρεμασμένος
από πάνω μας – ο ουρανός συμβαίνει
είτε τον κοιτούν δύο
είτε άπειρα μάτια)
μα έπειτα ρίχνω μια ματιά στα θύματα του δρόμου
και στους δείχτες του ρολογιού

κι αυτό είναι
μια θλιβερή διαπίστωση της απουσίας σου.


[ Μετά ]*

Έτσι μεγάλωσε.
Μετά φόβων και λοιπών δαιμονίων.
Είχε μάθει να χρησιμοποιεί τα χέρια της
με πολλούς τρόπους.

Για να χτενίζει τα μαλλιά της
για να βγάζει τα μάτια της
(και να τα φυλά σε θήκη)
για να παίρνει τον σφυγμό της.

Μέχρι που ένα βράδυ
καθρεφτίστηκε στο νερό.

Δεν είχε πια
μαλλιά να χτενίσει
ούτε μάτια να βγάλει
(άλλωστε θήκη δεν υπήρχε
που να χωρά δυο μάτια)
ο σφυγμός της σώπαινε.

Ανασκευάζω την Σελήνη, είπε
δίνω στα χέρια
ένα νέο νόημα να υπάρχουν.

Αλλά αυτή είμαι εγώ.

*Μια συζήτηση με το ποίημα «Η Ασπροντυμένη» της Ελένης Βακαλό.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: