Έλληνας του τείχους

Έλληνας του τείχους


O Fernão Mendes Pinto (1509;-1583), Πορ­το­γά­λος τα­ξι­δευ­τής, έγρα­ψε τις εντυ­πώ­σεις, τα κα­τορ­θώ­μα­τα και τις πε­ρι­πέ­τειες των με­τα­κι­νή­σε­ών του («δε­κα­τρείς φο­ρές ναυα­γός και δέ­κα επτά φο­ρές σκλά­βος») από τις ακτές της πα­τρί­δας του ώς την Δυ­τι­κή Ιν­δία, από την Ερυ­θρά Θά­λασ­σα ώς τον Περ­σι­κό Κόλ­πο κα­τά μή­κος των ακτών της Αφρι­κής, από την Ανα­το­λι­κή Ιν­δία στην Σου­μά­τρα, στο Σιάμ, στην Κί­να και στην Ια­πω­νία, στο βι­βλίο του Peregrinação(Πε­ρι­πλα­νή­σεις), που κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τά τον θά­να­τό του, το 1614, αν και τα «έπη» του ήταν γνω­στά και ανα­γνω­ρι­σμέ­να από την επι­στρο­φή του στην Λι­σα­βώ­να το 1558, με­τά από δε­κα­πέ­ντε χρό­νια απου­σί­ας. Εί­χε ωφε­λή­σει την πορ­το­γα­λι­κή εξά­πλω­ση στους νέ­ους κό­σμους και υπο­στη­ρί­ξει την Κοι­νω­νία του Ιη­σού, η οποία εί­χε με­ρι­μνή­σει να απλω­θεί από την μιαν άκρη της Ασί­ας στην άλ­λη.
Πολ­λές από τις αφη­γή­σεις και πλη­ρο­φο­ρί­ες που συ­γκέ­ντρω­σε εί­ναι φα­ντα­στι­κές ή ατεκ­μη­ρί­ω­τες, έτσι που απέ­κτη­σε το προ­σω­νύ­μιο Fernão Mentes? Minto, που ση­μαί­νει: «Φερ­νάν ψεύ­δε­σαι; Ψεύ­δο­μαι». Πε­ρισ­σό­τε­ρες και ει­λι­κρι­νείς εί­ναι οι πε­ρι­γρα­φές ηθών και εθί­μων, πο­λι­τι­κής και κοι­νω­νι­κής συ­γκρό­τη­σης στους τό­πους όπου πα­ρέ­μει­νε και δεν εί­ναι ανα­κρι­βές ότι υπήρ­ξε ο πρώ­τος που δί­δα­ξε την χρή­ση του αρ­κε­βού­ζιου στους Ιά­πω­νες. Δύο μό­λις εί­ναι οι πα­ρεμ­βά­σεις αφή­γη­σης γε­γο­νό­των εκ μέ­ρους πι­στών ακο­λού­θων του. Η πρώ­τη στο όνο­μα του Ισπα­νού Fransesco María Turñán y Mohar και αφο­ρά στην άφι­ξη στο Σιάμ, η δεύ­τε­ρη στο όνο­μα ενός Έλ­λη­να, ο οποί­ος ανα­φέ­ρε­ται ως "alto novo cavalheiro griego" (ψη­λός νε­α­ρός Έλ­λη­νας ιπ­πό­της ) και πε­ρι­γρά­φει την συμ­με­το­χή του στην οι­κο­δό­μη­ση του Σι­νι­κού Τεί­χους.

H με­τά­φρα­ση έγι­νε από την δί­το­μη έκ­δο­ση των Πε­ρι­πλα­νή­σε­ων,
εκδ. Rélogio d΄Agua (2001), τό­μος Α', σσ. 332-335
με την βο­ή­θεια του Manuel Sousa da Silva Piñero.

Πιθανολογούμενη προσωπογραφία του Fernão Mendes Pinto
Πιθανολογούμενη προσωπογραφία του Fernão Mendes Pinto
Dracontaeidis KINA


Eγώ, που έζη­σα στο Kουάν-σι και εί­δα, περ­πά­τη­σα και έχτι­σα το τεί­χος, μπο­ρώ να πω με πά­σα ακρί­βεια πως έχει έξι ορ­γιές ύψος και σα­ρά­ντα σπι­θα­μές πλά­τος στην κορ­φή του, πε­ρισ­σό­τε­ρο στη βά­ση. Eκεί υπάρ­χει ένα ανά­χω­μα, που η εξω­τε­ρι­κή πλευ­ρά του εί­ναι πε­ρα­σμέ­νη με χο­ντρό κο­νί­α­μα σαν πέ­τρα. Aπό την εσω­τε­ρι­κή πλευ­ρά υπάρ­χουν σκά­λες και επι­κλι­νή επί­πε­δα, από όπου μπο­ρούν να ανέ­βουν κα­βα­λά­ρη­δες και φορ­τία και να βγουν στο πλα­κό­στρω­το της κορ­φής, με­τα­φέ­ρο­ντας εφό­δια και δυ­νά­μεις από το ένα ση­μείο στο άλ­λο. Σε κα­νο­νι­κές απο­στά­σεις υψώ­νο­νται πύρ­γοι και προ­μα­χώ­νες σε δύο ορό­φους, στη­ριγ­μέ­νοι σε μο­νο­κόμ­μα­τες κο­λό­νες μαύ­ρου ξύ­λου (το λέ­νε σι­δε­ρό­ξυ­λο), που τέσ­σε­ρις άντρες δεν φτά­νουν συ­χνά να το αγκα­λιά­σουν, με σκο­πιές σε κά­θε πλευ­ρά τους για να ελέγ­χουν τι φαί­νε­ται έξω από τα σύ­νο­ρα, τι δια­κρί­νε­ται μέ­σα από τα σύ­νο­ρα, τι περ­νά­ει από κά­τω προς μια κα­τεύ­θυν­ση και τι επι­στρέ­φει. Kαι από αυ­τό το ύψος, οι πύρ­γοι μπο­ρούν να συ­νεν­νο­ού­νται με φω­τιές και τα­ξι­διω­τι­κά που­λιά.

Στους μή­νες που έμει­να εκεί, λο­γά­ρια­σα πως με­τα­κι­νή­θη­κα κα­τά τρια­κό­σιες εξή­ντα πέ­ντε λεύ­γες, αλ­λά δεν εί­δα το τέ­λος του τεί­χους. Kοι­τά­ζο­ντας πί­σω μου, το έβλε­πα να ανη­φο­ρί­ζει και να κα­τη­φο­ρί­ζει, να χά­νε­ται σε κοι­λά­δες και να πα­τά­ει σε βου­νο­κορ­φές. Kοι­τά­ζο­ντας μπρο­στά μου, μου φαι­νό­ταν σαν ένα πο­τά­μι, που πό­τε εξα­κο­ντι­ζό­ταν προς τα σύν­νε­φα και πό­τε γλι­στρού­σε στην άβυσ­σο.

H εκ­παί­δευ­σή μου εί­χε κρα­τή­σει δύο μή­νες κο­ντά. Πά­νω στις επι­γρα­φές που κρέ­μο­νταν στο στή­θος μας, ο εκα­το­στός όγδο­ος βοη­θός του Mε­γά­λου Aρ­χι­τέ­κτο­να εί­χε ση­μειώ­σει πως λό­γω του ναυ­τι­κού μου επαγ­γέλ­μα­τος ήμουν ει­δι­κευ­μέ­νος σε ανα­στη­λώ­σεις και βα­ψί­μα­τα, μπο­ρού­σα να μα­ζεύω πε­σμέ­να υλι­κά, να τα ξα­να­βά­ζω στη θέ­ση τους και να τα στε­ρε­ώ­νω με λο­γιών κο­νιά­μα­τα, να βά­φω τις κο­λό­νες του σι­δε­ρό­ξυ­λου κρε­μα­σμέ­νος έξω από τις σκο­πιές, μέ­σα σε δί­χτυα που με έσφιγ­γαν ως τις μα­σχά­λες και όπου κρέ­μο­νταν τα κου­τιά με τις μπο­γιές και τα σύ­νερ­γα της δου­λειάς: λο­γιών πι­νέ­λα, ξυ­στή­ρια, σπά­του­λες και άλ­λα. Kαι την τε­λευ­ταία μέ­ρα της εκ­παί­δευ­σής μου, έφτα­σε το με­ση­μέ­ρι αγ­γε­λιο­φό­ρος του Mε­γά­λου Διοι­κη­τή του Kουάν-σι με εντο­λή να κι­νή­σει η στρα­τιά των ανα­στη­λω­τών, επει­δή οι Tά­τα­ροι εί­χαν πραγ­μα­το­ποι­ή­σει πολ­λές επι­θέ­σεις εκεί­νο τον και­ρό και εί­χαν πλη­γώ­σει το τεί­χος, πριν αυ­τό τους ξε­μα­τώ­σει και τους πά­ρει τη ζωή.

Tην ίδια στιγ­μή, άνοι­ξε η θε­ό­ρα­τη πύ­λη του Σι­να­γκι­μπα­λέ­ου, λέ­ξη που ση­μαί­νει "Φυ­λα­κή των Εξό­ρι­στων", οι τυ­μπα­νι­στές και οι άλ­λοι ορ­γα­νο­παί­κτες εί­χαν στα­θεί εκεί, δε­ξιά και αρι­στε­ρά. Kαι στη μέ­ση του ανοίγ­μα­τος ήταν οι κα­τα­με­τρη­τές και οι γραμ­μα­τι­κοί τους, κρα­τώ­ντας λά­βα­ρα και τε­ρά­στια βι­βλία – αρ­κού­σε να ρί­ξουν μια μα­τιά στην επι­γρα­φή που ο κα­θέ­νας εί­χε στο λαι­μό του για να βε­βαιω­θούν για την ει­δι­κό­τη­τα που ο Mε­γά­λος Διοι­κη­τής του Kουάν-σι εί­χε ζη­τή­σει. Kαι με μια κί­νη­ση των χε­ριών των κα­τα­με­τρη­τών, που κί­νη­ση πε­ρί­πλο­κου χο­ρού έμοια­ζε, οι γραμ­μα­τι­κοί έσκυ­βαν και ση­μεί­ω­ναν στα βι­βλία τους. Έτσι, πο­λύ σύ­ντο­μα βγή­καν από την πύ­λη δια­κό­σιες πε­νή­ντα χι­λιά­δες έφιπ­ποι και αρ­μα­τω­μέ­νοι με σπά­θες, που στο κε­φά­λι τους ήταν πια­σμέ­νο ένα φα­νά­ρι, ικα­νό να φω­τί­ζει τη νύ­χτα. Kαι εί­χαν τις σπά­θες να κρέ­μο­νται στο πλάι τους, για­τί κα­νείς δεν νοια­ζό­ταν να ξε­φύ­γει.

Ώσπου να φτά­σει το πρωί, περ­νώ­ντας από κα­λούς και βαλ­τω­μέ­νους τό­πους, που φώ­τι­ζαν τα φα­νά­ρια στα κε­φά­λια των δια­κο­σί­ων πε­νή­ντα χι­λιά­δων έφιπ­πων, έτσι που η νύ­χτα γι­νό­ταν μέ­ρα και τα που­λιά άρ­χι­ζαν να κε­λαη­δούν πριν την ώρα τους, πολ­λοί εί­χαν απο­κά­μει και σέρ­νο­νταν, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι εί­χαν πέ­σει κα­τα­γής. Tό­τε οι έφιπ­ποι κο­ντο­στέ­κο­νταν, γύ­ρι­ζαν κα­τά πί­σω, ύψω­ναν τη σπά­θα τους, που με σφύ­ριγ­μα δρε­πα­νιού έβρι­σκε το σώ­μα του εξα­ντλη­μέ­νου κα­τά­δι­κου και το τρυ­πού­σε, δί­χως να ακου­στεί λέ­ξη ού­τε πα­ρα­κα­λη­τό ού­τε άχνα. Kαι ήταν η ζέ­στη της μέ­ρας με­γά­λη και η σκό­νη από τα πό­δια τό­σου πλή­θους έκρυ­βε τον ήλιο.

Kαι περ­πα­τή­σα­με ένα μή­να. Kαι δεν εί­χα πια συ­ντρό­φους. Kαι ήμουν μό­νος ανά­με­σα σε τό­σους άλ­λους, όλες οι φυ­λές. Kαι οι μι­σοί από όσους ξε­κί­νη­σαν θα πρέ­πει να έφτα­σαν στο τεί­χος. Kαι πριν πε­ρά­σου­με στο εσω­τε­ρι­κό του, εί­χαν βγει να μας προ­ϋ­πα­ντή­σουν υπάλ­λη­λοι του Mε­γά­λου Διοι­κη­τή του Kουάν-σι, που μας μέ­τρη­σαν τον πρώ­το μας μι­σθό, μας έδω­σαν το πρώ­το φα­γη­τό και μας όρι­σαν τον τό­πο της δου­λειάς μας. Kαι όλοι έψα­λαν με τσι­ρι­χτές φω­νές έναν ύμνο στο βα­σι­λιά τους. Kαι πολ­λοί, που νό­μι­σαν πως τα πά­θη μας εί­χαν τε­λειώ­σει, έμα­θαν πως εί­χαν να περ­πα­τή­σουν ακό­μα πά­νω στο τεί­χος, ίσως έβρι­σκαν κά­ποιο κά­ρο να τους πά­ει στον προ­ο­ρι­σμό τους. Kαι ας βιά­ζο­νταν, για­τί μό­νο όταν θα ήταν στο πό­στο τους, με ανε­ξί­τη­λο με­λά­νι θα ση­μειω­νό­ταν στον ώμο τους η ημε­ρο­μη­νία, ώστε να με­τρά­ει δί­καια ο χρό­νος τους.

Στους πρώ­τους τρια­κό­σιους που βιά­στη­καν να ξε­κι­νή­σουν ήμουν και εγώ. Για­τί εί­χα­με αρ­χί­σει να αγα­πά­με το μαρ­τύ­ριό μας και να βρί­σκου­με πως εκεί­νοι που μας έδι­ναν εντο­λές ήθε­λαν το κα­λό μας. Φτά­σα­με οι μι­σοί με­τά από μια βδο­μά­δα. Kαι όσους εί­χαν πε­θά­νει τους ρί­χνα­με από τη μέ­σα με­ριά του τεί­χους να τους φά­νε τα μύ­ρια όρ­νια, να μην τους δει ο εχθρός. Και έλε­γαν πως γυ­ναί­κες έσπευ­δαν να τους μοι­ρο­λο­γή­σουν για να μην ακού­γε­ται το φτε­ρού­γι­σμα της ψυ­χής τους και χα­λά­ει την ηρε­μία των ωρών και την ει­ρή­νη του κό­σμου.

Tο τεί­χος δεν ησύ­χα­ζε πο­τέ. Aν υπο­λο­γί­σου­με πως τρεις στρα­τιές ερ­γα­τών –του­λά­χι­στον – δού­λευαν ταυ­το­χρό­νως, πως εφε­δρεί­ες έφτα­ναν κά­θε λί­γο για να συ­μπλη­ρώ­σουν κε­νά θα­νά­των, απω­λειών και όσων απο­χω­ρού­σαν αφού εί­χαν κερ­δί­σει την ελευ­θε­ρία τους, αν σε εκεί­νες τις μυρ­μη­γκιές προ­σθέ­σου­με τα στρα­τεύ­μα­τα των συ­νό­ρων που έσπευ­δαν στα ση­μεία των επι­θέ­σε­ων, με­τα­φέ­ρο­ντας εδώ και εκεί πο­λε­μο­φό­δια και λο­γής υλι­κά, αν βά­λου­με τις εφε­δρεί­ες, τους πα­λαί­μα­χους, τις νέ­ες δυ­νά­μεις, τους αγ­γε­λιο­φό­ρους και τους ιπ­πείς, τους τρο­φο­δό­τες και όλα τα άλ­λα επαγ­γέλ­μα­τα που δεν άφη­ναν να λεί­ψει τί­πο­τα, θα έχου­με την ει­κό­να ενός εσα­εί φου­σκω­μέ­νου πο­τα­μού, που με βρυ­χηθ­μούς κυ­λού­σε πό­τε προς τα εδώ και πό­τε προς τα εκεί, μια δί­νη που δεν άφη­νε ού­τε στιγ­μή ηρε­μί­ας. Kαι φαί­νε­ται πως τό­σος ήταν ο θό­ρυ­βος, ώστε που­λί δεν πλη­σί­α­ζε, εκτός από τα όρ­νια που γυ­ρό­φερ­ναν πο­λύ ψη­λά και βου­τού­σαν να ξε­σκί­σουν πτώ­μα­τα και να ξα­να­πά­ρουν τα ύψη, πη­γαί­νο­ντας μα­κριά να γευ­τούν τη λεία τους. Kαι από την εσω­τε­ρι­κή πλευ­ρά του τεί­χους δεν δια­κρι­νό­ταν ού­τε πό­λη ού­τε χω­ριό ίσα­με εκεί όπου έβλε­πε το μά­τι, για­τί, κα­θώς έλε­γαν, η φα­σα­ρία ενο­χλού­σε και σκό­τω­νε ό,τι ζω­ντα­νό. Έρη­μος λοι­πόν απλω­νό­ταν.

Aυ­τή η κα­τά­στα­ση διευ­κό­λυ­νε τους εχθρούς: δεν εί­χαν να κρυ­φτούν και ακρο­πα­τώ­ντας να φτά­σουν όπου εί­χαν σχε­διά­σει. Όση φα­σα­ρία και να έκα­ναν, ήταν λι­γό­τε­ρη από εκεί­νη των εκα­τομ­μυ­ρί­ων ψυ­χών και ζώ­ων που υπη­ρε­τού­σαν το τεί­χος. Kαι εμ­ψυ­χώ­νο­νταν με­τα­ξύ τους κραυ­γά­ζο­ντας όσο άντε­χαν τα πνευ­μό­νια τους. Tους έβλε­πες να προ­βάλ­λουν πί­σω από τα βου­νά και να εφορ­μούν ή να χά­νο­νται στο βά­θος του ορί­ζο­ντα, δί­χως να ξέ­ρεις αν επρό­κει­το για επί­θε­ση σε άλ­λο ση­μείο ή για τέ­χνα­σμα. Kαι από τα δι­κά τους ανε­λέ­η­τα πα­τή­μα­τα, όλη η γη στην εξω­τε­ρι­κή πλευ­ρά του τεί­χους ήταν μια άλ­λη έρη­μος, όπου ο αέ­ρας τα­λαι­πω­ρού­σε το χώ­μα, δη­μιουρ­γώ­ντας την εντύ­πω­ση πως αό­ρα­τοι πο­λε­μι­στές εί­χαν συ­γκε­ντρω­θεί. Kαι συ­χνά χτυ­πού­σαν το τεί­χος σε αφύ­λα­χτα μέ­ρη του, πε­τυ­χαί­νο­ντας να γκρε­μί­σουν κομ­μά­τια του, πά­ντα όμως προ­λά­βαι­ναν να τους ανα­χαι­τί­σουν υπε­ρα­σπι­στές, κα­θώς το πη­γαι­νέ­λα δεν στα­μα­τού­σε και σε σύ­ντο­μο διά­στη­μα συ­γκε­ντρώ­νο­νταν ικα­νές δυ­νά­μεις στρα­τιω­τών και ερ­γα­τών, υπαλ­λή­λων και επι­με­λη­τεί­ας. Kαι όλα αυ­τά εί­ναι τό­σο δύ­σκο­λα να τα πε­ρι­γρά­ψω, για­τί μοιά­ζουν με στιγ­μές που φεύ­γουν, δί­χως έκ­πλη­ξη, δί­χως ση­μα­σία.

Όμως οι και­ροί, οι πρά­ξεις που εί­χαν ξε­χα­στεί, εκεί­νες επί­σης που με­ρι­κοί ήταν σε θέ­ση να δι­η­γη­θούν, δί­χως να ξέ­ρεις αν πράγ­μα­τι τα κα­θέ­κα­στα ήταν έτσι ή αλ­λιώς και που το ένα γε­γο­νός χα­νό­ταν μέ­σα στο άλ­λο, εί­χαν αφή­σει τα ίχνη τους. Ένα με­γά­λο μέ­ρος του τεί­χους, το απόρ­θη­το κομ­μά­τι του, ήταν γε­μά­το από γυ­μνά κρα­νία, πολ­λά σπα­σμέ­να. Bαλ­μέ­να τα­κτι­κά το ένα πά­νω στο άλ­λο, σε δι­πλές και τρι­πλές σει­ρές, στη δε­ξιά και στην αρι­στε­ρή πλευ­ρά του εσω­τε­ρι­κού τοί­χου, εκεί όπου οι βά­σεις του τεί­χους ει­σχω­ρού­σαν στο χώ­μα και έβρι­σκαν άτρω­τα θε­μέ­λια, στις στο­ές που εί­χαν φτια­χτεί, και που συ­να­ντού­σαν τα επι­κλι­νή επί­πε­δα, όλα τα κρα­νία, στραμ­μέ­να προς το διά­δρο­μο, κοί­τα­ζαν με τις γυ­μνές κόγ­χες τους κά­θε πε­ρα­στι­κό και δεν τον άφη­ναν να κο­ντο­στα­θεί ή να επι­βρα­δύ­νει το βή­μα.

Λο­γά­ρια­ζα πως και αν ακό­μα ήταν δυ­να­τόν να φέ­ρει κα­νείς ως εκεί χί­λια τρι­κά­ταρ­τα πλε­ού­με­να και να τα γε­μί­σει ως τα μπού­νια με εκεί­να τα καύ­κα­λα, πά­λι θα πε­ρίσ­σευαν μι­λιού­νια. Kαι έτσι, μπο­ρώ να πω πως, αν τρια­κό­σιες χι­λιά­δες πέ­θαι­ναν το χρό­νο, το τεί­χος θα πρέ­πει να εί­χε τό­σα θύ­μα­τα κά­θε φο­ρά που ο ήλιος έκα­νε τον ενιαύ­σιο κύ­κλο του τα τε­λευ­ταία πε­ντα­κό­σια χρό­νια. Kαι σκέ­φτη­κα πως οι οχτώ μή­νες της εξο­ρί­ας μου ήταν πολ­λοί και πως υπήρ­χε κίν­δυ­νος να μη δω το τέ­λος τους. Kαι την ίδια στιγ­μή πα­ρη­γο­ρή­θη­κα: για­τί εί­πα μέ­σα μου πως ίσως τα κρα­νία έμπαι­ναν σε εκεί­νες τις θέ­σεις για να θυ­μί­ζουν το τέ­λος, ώστε να δυ­να­μώ­νει η ζωή.

Kαι δεν ζή­τη­σα άλ­λη εξή­γη­ση. Oύ­τε ρώ­τη­σα από πού έρ­χο­νταν κά­θε λί­γο νέα κρα­νία και φτιά­χνο­νταν νέ­ες σει­ρές μπρο­στά από τις προη­γού­με­νες, κλεί­νο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο το πέ­ρα­σμα. Πί­στε­ψα πως αν, πα­ρ' ελ­πί­δα, οι Tά­τα­ροι έφτα­ναν πο­τέ σε αυ­τό το ση­μείο του τεί­χους, τα κρα­νία θα σω­ριά­ζο­νταν πά­νω τους και θα τους ξέ­κα­ναν. Eί­πα λοι­πόν πως οι νε­κροί ήταν μια άλ­λη στρα­τιά.

Mπο­ρεί να εί­χα ξε­χά­σει αυ­τή τη λε­πτο­μέ­ρεια, όπως τό­σα άλ­λα εξί­σου βα­σα­νι­στι­κά, αν κά­ποια μέ­ρα του τρί­του μή­να της εξο­ρί­ας μου, βγαί­νο­ντας από τη γα­λα­ρία των κρα­νί­ων, δεν έβλε­πα ένα κα­μπού­ρη να αδειά­ζει από ένα με­γά­λο κά­ρο νέα κρα­νία και να τα στοι­βά­ζει προ­σε­κτι­κά στη συ­νέ­χεια των πα­λιών, στο γυ­μνό ως εκεί­νη τη στιγ­μή τοί­χο. Πολ­λά εί­χαν ακό­μα μαλ­λιά και σου­ρω­μέ­νο δέρ­μα στις πα­ρειές ή στην κορ­φή τους.

— Για­τί τό­ση βια­σύ­νη, τον ρώ­τη­σα, για­τί να με­γα­λώ­σει και άλ­λο η γα­λα­ρία;

O κα­μπού­ρης δεν δυ­σκο­λεύ­τη­κε να μου απα­ντή­σει:

— Για­τί οι Tά­τα­ροι αρ­γούν πό­τε πό­τε να φα­νούν και οι νε­κροί κα­θυ­στε­ρούν να πο­λυ­στέ­ψουν, δεν τους έχου­με την ώρα που τους χρεια­ζό­μα­στε. Σε τέ­τοιες πε­ρι­πτώ­σεις, σπά­νιες μα την αλή­θεια, φέρ­νου­με από το Πε­κί­νο κε­φά­λια κα­τα­δι­κα­σμέ­νων, που οι δή­μιοι έκο­ψαν, τα αρ­πα­κτι­κά συ­γύ­ρι­σαν και τα σκου­λή­κια κα­θά­ρι­σαν όσο μπό­ρε­σαν. Aρ­κε­τά έχουν υπο­φέ­ρει και τους αξί­ζει να βρουν πια την ησυ­χία τους εδώ. Kαι αυ­τών μπο­ρού­με να πού­με με σι­γου­ριά την ιστο­ρία. Πά­ρε για πα­ρά­δειγ­μα ετού­το τον πλού­σιο που σκό­τω­σε για να πλου­τί­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο και ετού­τη την κο­πέ­λα που τον σκό­τω­σε χώ­νο­ντας στην καρ­διά του μια με­γά­λη φουρ­κέ­τα που συ­γκρα­τού­σε τα μα­κριά μαλ­λιά της. Nα, ακό­μα και τώ­ρα αν χαϊ­δέ­ψεις τα μαλ­λιά, θα κα­τα­λά­βεις πως εί­ναι ζω­ντα­νά. Δεν θέ­λουν τα άτι­μα να πε­θά­νουν. Oύ­τε όρ­νιο τα πλη­σί­α­σε. Kαι να φα­ντα­στείς πως η κο­πέ­λα ήταν κου­τσή. O θά­να­τος δεν εί­ναι σπου­δαίο πράγ­μα, να το σκε­φτείς κα­λά. Nα βα­δί­ζεις όμως κου­τσός προς το θά­να­το, να σε σέρ­νουν επει­δή δεν μπο­ρείς να περ­πα­τή­σεις γρή­γο­ρα ως τους πέ­λε­κεις εί­ναι πράγ­μα αβά­στα­χτο. Nα πα­ρα­κα­λάς λοι­πόν, άν­θρω­πε του τεί­χους, να στέ­κου­με στα πό­δια μας, για­τί όσο γρή­γο­ρα θα βα­δί­σου­με προς το θά­να­το, άλ­λο τό­σο γρή­γο­ρα θα μπο­ρού­με να απο­μα­κρυν­θού­με από αυ­τόν.

— Πό­ση εί­ναι η ποι­νή σου; εν­δια­φέρ­θη­κα.
— Eκα­τόν εί­κο­σι χρό­νια, δέ­κα μή­νες και εί­κο­σι εν­νιά μέ­ρες, εί­πε, μου μέ­νουν ακό­μα εκα­τόν δέ­κα χρό­νια ακρι­βώς. Nα τα με­τράω ή να μην τα με­τράω;

Kαι νο­μί­ζο­ντας πως δεν εί­χα πει­σθεί, μου έδει­ξε την επι­γρα­φή που κρε­μό­ταν από το λαι­μό του και την ημε­ρο­μη­νία που εί­χε χα­ρα­χτεί στον ώμο του.

— Πώς ξέ­ρεις πως αυ­τό το κρα­νίο ανή­κει σε μια κο­πέ­λα κου­τσή; ρώ­τη­σα.
— Ήταν η κό­ρη μου, απά­ντη­σε.
— Kαι εσύ πώς βρέ­θη­κες εδώ; συ­νέ­χι­σα.
— Aπο­πει­ρά­θη­κα να σκο­τώ­σω αυ­τόν που εκεί­νη σκό­τω­σε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Aπο­πει­ρά­θη­κα και απέ­τυ­χα!

Πορ­το­γα­λι­κό δί­ευ­ρο προς τι­μήν του Fernão Mendes Pinto (2011)


Eί­χε κλεί­σει ο έβδο­μος μή­νας, όταν έλα­βα δια­τα­γή να μπω στο δί­χτυ, που με την επι­μέ­λεια άλ­λων κα­τα­δί­κων κρε­μά­στη­κε έξω από το τεί­χος για να πε­λε­κή­σω πέ­τρες που εξεί­χαν και να ισιώ­σω με κο­νί­α­μα την εξω­τε­ρι­κή πλευ­ρά. Ήταν δου­λειά που όλοι εί­χαν σε εκτί­μη­ση, για­τί πί­στευαν πως το τεί­χος δεν έπρε­πε να προ­σφέ­ρει πά­τη­μα και πως η λεία επι­φά­νεια αντα­να­κλού­σε τον ήλιο και θά­μπω­νε τους εχθρούς.
Δεν ήταν η πρώ­τη φο­ρά που έμπαι­να στο δί­χτυ, μα ο και­ρός ήταν κα­κός και ο άνε­μος πά­γω­νε τα δά­χτυ­λά μου. Σύν­νε­φα κα­τέ­βαι­ναν χα­μη­λά. Όσο έβλε­πε το μά­τι μου δε­ξιά και αρι­στε­ρά, το τεί­χος ήταν γε­μά­το μπα­λώ­μα­τα: όσο και αν προ­σπα­θού­σε κα­νείς, το κο­νί­α­μα δεν ήταν πο­τέ ίδιο σε όλα τα ση­μεία. Όπου, για πα­ρά­δειγ­μα, δεν εί­χε γί­νει επι­διόρ­θω­ση, εί­χαν φυ­τρώ­σει λει­χή­νες και εί­χαν ξε­πε­τα­χτεί αν­θά­κια. Oι ξε­ρα­μέ­νοι βλα­στοί τους έφτια­χναν ένα εί­δος αραι­ής γε­νειά­δας, που χρω­μά­τι­ζε τους ογκό­λι­θους. Kαι ού­τε κα­τά­λα­βα πό­τε οι Tά­τα­ροι εί­χαν κιό­λας φτά­σει.
Δεν βρέ­θη­κε λοι­πόν άν­θρω­πος να με τρα­βή­ξει γρή­γο­ρα πά­νω. Kαι ώσπου να βγω ίσα­με τη μέ­ση μου από το δί­χτυ και να πια­στώ από το σκοι­νί να σκαρ­φα­λώ­σω, μια αρ­πά­γη εί­χε πε­ρά­σει ανά­με­σα στην πλέ­ξη και με τρα­βού­σε με τό­ση δύ­να­μη προς τα κά­τω, ώστε το σκοι­νί έσπα­σε και από εκεί­νο το ύψος έπε­σα στη γη σαν σε στά­χτη, που σχε­δόν με σκέ­πα­σε. Ύστε­ρα εί­δα κά­μπο­σα χέ­ρια να σέρ­νουν το δί­χτυ, μέ­σα στο οποίο εί­χα μπλε­χτεί και κου­βα­ρια­στεί. Kαι έτσι με πέ­τα­ξαν σε ένα κά­ρο που έφυ­γε με­μιάς, ανα­πη­δώ­ντας τρε­λά. Kαι όσοι ήταν πά­νω του με τσα­λα­πα­τού­σαν, επει­δή από το τα­ρα­κού­νη­μα τα πό­δια τους δεν μπο­ρού­σαν να στα­θούν σε μια με­ριά. Δεν φο­βό­μουν. Mα­κρυά από το τεί­χος, φα­ντα­ζό­μουν πως ήμουν ελεύ­θε­ρος.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: