Αποσπάσματα από τη συλλογή πεζών «La Pagerie»

Μετάφραση: Μαριάννα Χάλαρη
Αποσπάσματα από τη συλλογή πεζών «La Pagerie»

Η συγ­γρα­φέ­ας

Η Ζά­ρα Κιρς (Sarah Kirsch) θε­ω­ρεί­ται μία από τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες ποι­η­τι­κές φω­νές της με­τα­πο­λε­μι­κής Γερ­μα­νί­ας. Γεν­νή­θη­κε το 1935 στο πρε­σβυ­τέ­ριο μιας κω­μό­πο­λης της Θου­ριγ­γί­ας. Από νω­ρίς έδει­ξε με­γά­λο εν­δια­φέ­ρον για τη φύ­ση και πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δές βιο­λο­γί­ας αλ­λά και λο­γο­τε­χνί­ας. Το 1960 άρ­χι­σε να δη­μο­σιεύ­ει ποι­ή­μα­τά της σε λο­γο­τε­χνι­κά έντυ­πα χρη­σι­μο­ποιώ­ντας για ψευ­δώ­νυ­μο το εβραϊ­κό όνο­μα Σά­ρα (προ­φέ­ρε­ται «Ζά­ρα» στα γερ­μα­νι­κά), το οποίο επέ­λε­ξε ένα­ντι του βα­φτι­στι­κού της ονό­μα­τος Ίν­γκριντ Χέλ­λα Ιρ­με­λί­ντε ως έν­δει­ξη δια­μαρ­τυ­ρί­ας για την εξό­ντω­ση των Εβραί­ων από το να­ζι­στι­κό κα­θε­στώς, εκ­φρά­ζο­ντας ταυ­τό­χρο­να και την αντί­θε­σή της στα αντι­ση­μι­τι­κά φρο­νή­μα­τα του πε­ρι­βάλ­λο­ντός της. Μέ­χρι τo 1977 ζού­σε στο Ανα­το­λι­κό Βε­ρο­λί­νο, όπου ερ­γα­ζό­ταν ως δη­μο­σιο­γρά­φος και με­τα­φρά­στρια, και ήταν ενερ­γό μέ­λος της Ένω­σης Συγ­γρα­φέ­ων της Ανα­το­λι­κής Γερ­μα­νί­ας, ενώ στη συ­νέ­χεια, για λό­γους δια­φω­νί­ας με το κα­θε­στώς, πέ­ρα­σε με τον γιο της στη Δυ­τι­κή Γερ­μα­νία. Από το 1983 ζού­σε σε μια μι­κρή κοι­νό­τη­τα στο Σλέ­σβιχ-Χόλ­σταϊν της βό­ρειας Γερ­μα­νί­ας, όπου έγρα­φε και ζω­γρά­φι­ζε μέ­χρι τον θά­να­τό της το 2013. Έγρα­ψε ποί­η­ση και πρό­ζα και τι­μή­θη­κε με πολ­λά και ση­μα­ντι­κά βρα­βεία για το έρ­γο της, στο οποίο πο­λύ συ­χνά εί­ναι έντο­νη η πα­ρου­σία της φύ­σης, αλ­λά και διά­φο­ρες όψεις του προ­σω­πι­κού, σε συ­νο­μι­λία με το κοι­νω­νι­κό και το πο­λι­τι­κό. Στα ελ­λη­νι­κά έχουν δη­μο­σιευ­τεί με­τα­φρα­σμέ­να ποι­ή­μα­τά της σε αν­θο­λο­γί­ες γερ­μα­νό­φω­νης ποί­η­σης (εν­δει­κτι­κά: Με­τά το Άου­σβιτς, επι­λο­γή-με­τά­φρα­ση Γιώρ­γος Καρ­τά­κης, Ρο­ές 2019) κα­θώς και σε λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά και ιστο­σε­λί­δες.

Giuseppe Arcimboldo: «Άνοιξη», 1573
Giuseppe Arcimboldo: «Άνοιξη», 1573
Αποσπάσματα από τη συλλογή πεζών «La Pagerie»


Η συλ­λο­γή La Pagerie (1980) απο­τε­λεί­ται από 54 εξαι­ρε­τι­κά σύ­ντο­μα πε­ζά, από τα οποία το μι­κρό­τε­ρο εξα­ντλεί­ται σε μό­λις μία σει­ρά και το εκτε­νέ­στε­ρο σε μιά­μι­ση σε­λί­δα. Πρό­κει­ται για μια ποι­η­τι­κή από­δο­ση των εντυ­πώ­σε­ων της ποι­ή­τριας από ένα τα­ξί­δι που έκα­νε στην Προ­βη­γκία με τον σύ­ντρο­φό της, ο οποί­ος ανα­φέ­ρε­ται ως «ο φί­λος» ή «εκεί­νος». Τα κεί­με­να της συλ­λο­γής εί­ναι άλ­λο­τε στιγ­μιό­τυ­πα που μοιά­ζουν με κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά πλά­να και άλ­λο­τε πά­λι ονει­ρο­πο­λή­σεις, σχε­δόν υπερ­ρε­α­λι­στι­κού ύφους και πε­ριε­χο­μέ­νου. Πε­ρι­θώ­ρια δια­φο­ρε­τι­κών ερ­μη­νειών αφή­νει επι­πλέ­ον και η πε­ρι­στα­σια­κή απου­σία του ανα­με­νό­με­νου ση­μεί­ου στί­ξης. Ο τί­τλος, τέ­λος, προ­έρ­χε­ται από το όνο­μα του αρ­χο­ντι­κού στο οποίο φι­λο­ξε­νού­νταν κα­τά τη διάρ­κεια του τα­ξι­διού, ενώ ο «με­σιέ», για τον οποίο επί­σης γί­νε­ται λό­γος στα επι­λεγ­μέ­να απο­σπά­σμα­τα, δεν εί­ναι άλ­λος από τον ιδιο­κτή­τη του κτή­μα­τος.


(Wie haben Sie das Haus hier gefunden, Monsieur… / Gesammelte Prosa, DVA 2006, S. 94)

Και πώς το βρή­κα­τε εδώ το σπί­τι, με­σιέ, εβδο­μή­ντα χρό­νια τώ­ρα εγκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο μες στους θα­μνό­το­πους, ένα ερεί­πιο απρό­σι­το; Κι αν το εί­χα­τε προ­σπε­ρά­σει με το αυ­το­κί­νη­τό σας εκεί­νη την ημέ­ρα που εί­χα­τε πο­νο­κέ­φα­λο και δεν εί­χα­τε πά­ρει την πέ­τρα να χτυ­πή­σε­τε την πόρ­τα – πώς θα εί­χε εξε­λι­χθεί η βιο­γρα­φία σας; Κι αν δεν υπήρ­χαν χρή­μα­τα για την απο­πε­ρά­τω­σή του – και υπάρ­χουν άρα­γε τώ­ρα; Από εμάς μια φο­ρά δεν θα βγά­λε­τε και τί­πο­τα, αυ­τό εί­ναι βέ­βαιο.

——— ≈ ———

(Das ist kein Hotel / Gesammelte Prosa, DVA 2006, S. 95)

Δεν πρό­κει­ται πε­ρί ξε­νο­δο­χεί­ου. Μό­νο ο πά­τρω­νάς μας και ο Τι­μπάλντ, ο σκύ­λος, ζουν εδώ. Ο με­σιέ φέρ­νει κρουα­σάν γά­λα και βού­τυ­ρο με το αυ­το­κί­νη­το, στρώ­νει το τρα­πέ­ζι του πρω­ι­νού όταν εμείς ακό­μη κοι­μό­μα­στε. Φρο­ντί­ζει μό­νος του το σπί­τι, μα­γει­ρεύ­ει ρα­τα­τού­ιγ και τα βρά­δια μάς ρί­χνει φως στη χορ­τα­ρια­σμέ­νη αυ­λή, αν τυ­χόν το ξε­χά­σου­με. Μας έχει πά­ντα κρα­σί. Ο ίδιος δεν πί­νει. Έχου­με τα ωραιό­τε­ρα δω­μά­τια.

——— ≈ ———

(Heute ist der Himmel voll weißer Wolken… / Gesammelte Prosa, DVA 2006, S. 108)

Σή­με­ρα ο ου­ρα­νός εί­ναι γε­μά­τος άσπρα σύν­νε­φα και ένας βα­ρύς υγρός αέ­ρας περ­νά­ει από πά­νω μας ένας λυ­πη­μέ­νος βο­σκός που δη­μιουρ­γεί μπε­λά­δες για τί­πο­τα δεν μπο­ρεί να τσα­κω­θεί κα­νείς, για­τί εί­ναι της Πα­να­γί­ας και όλα τα κα­πνο­πω­λεία εί­ναι κλει­στά.

Τα φύλ­λα κρο­τα­λί­ζουν νευ­ρι­κά τα τζι­τζί­κια εί­ναι άλα­λα. Μα τι έγι­νε ο χαρ­μό­συ­νος μα­ΐ­στρος, ο αέ­ρας των αγρο­τών, που σου σκί­ζει το που­κά­μι­σο, που μπο­ρείς να τον φας.     


——— ≈ ———

(Monsieur hat ein Gewehr… / Gesammelte Prosa, DVA 2006, S. 122)

Ο με­σιέ έχει ένα όπλο δί­πλα στο τη­λέ­φω­νο. Σε πε­ρί­πτω­ση που απο­κλει­στεί από το χιό­νι τον χει­μώ­να και ανα­τι­νά­ξουν την πύ­λη τί­πο­τε αλή­τες, γι­γα­ντιαί­ες νυ­χτε­ρί­δες, ακα­τα­μά­χη­τες κυ­ρί­ες. Εξάλ­λου χρειά­ζε­ται ένα όπλο σε ένα υπο­στα­τι­κό που μες στο χω­ρίς σκά­λες πε­ρι­στύ­λιό του κα­τοι­κούν κου­κου­βά­γιες, Ισπα­νοί σχοι­νο­βά­τες σφά­ζο­νται την ώρα που περ­νούν μέ­σα από τις βρα­γιές με τους πυ­ξούς, κι η υπη­ρε­σία απο­κο­μι­δής απορ­ριμ­μά­των μπαί­νει μια μέ­ρα στην αυ­λή μ’ ένα σκυ­λί­σιο Citroën για να πα­ρα­λά­βει τον γε­ρο-Τι­μπάλντ.

——— ≈ ———

(Er geht ins Meer… / Gesammelte Prosa, DVA 2006, S. 125)

Εκεί­νος μπαί­νει στη θά­λασ­σα, εγώ φυ­λάω τα ρού­χα. Ο άνε­μος θέ­λει να με θά­ψει στην άμ­μο. Τα κύ­μα­τα τον χαϊ­δεύ­ουν τού πε­τά­νε φύ­κια μες στα γέ­νια, αν μπο­ρού­σαν θα τον κρα­τού­σαν δι­κό τους. Του τά­ζουν από τις τρεις Μα­ρί­ες τη μία. Στον ορί­ζο­ντα τα αιω­νί­ως συ­γκρουό­με­να πε­τρε­λαιο­φό­ρα και τα σβέλ­τα πο­λε­μι­κά πλοία της μιας ή της άλ­λης χώ­ρας.

——— ≈ ———

(Im Licht des Mondes hat uns Monsieur… / Gesammelte Prosa, DVA 2006, S. 130)

Στο φως του φεγ­γα­ριού ο με­σιέ μάς έδει­ξε ένα πα­λιό επί­χρυ­σο δι­σκο­πό­τη­ρο και φω­το­γρα­φί­ες από την La Pagerie, θα ήταν σί­γου­ρα ει­κο­σα­ε­τί­ας. Το θερ­μο­κή­πιο έμοια­ζε με αί­θου­σα του θρό­νου, οι πο­λυ­έ­λαιοι σαν να άστρα­φταν, στα τζά­κια ακού­γο­νταν οι φω­τιές που έσκα­ζαν, οι νε­κρές φύ­σεις κα­θρε­φτί­ζο­νταν σε βε­νε­τσιά­νι­κο γυα­λί. Ού­τε ψυ­γεία υπήρ­χαν εκεί ού­τε κα­σό­νια με μπου­κά­λια με­ταλ­λι­κό νε­ρό ού­τε πο­δή­λα­το ού­τε κα­λά­θια για τα άπλυ­τα, τα τζά­μια στα πα­ρά­θυ­ρα δεν εί­χαν σπά­σει που­θε­νά και επέ­τρε­παν τη θέα σε ένα φω­τει­νό, ηλιό­λου­στο πάρ­κο. Δύο κη­που­ροί ασχο­λού­νταν με το τσου­γκρά­νι­σμα των μο­νο­πα­τιών, κλά­δευαν τους θά­μνους που σχη­μά­τι­ζαν φρά­χτη, απα­γό­ρευαν στον κισ­σό να πνί­ξει τα δέ­ντρα. Και ο με­σιέ, κα­τα­ξιω­μέ­νος έμπο­ρος έρ­γων τέ­χνης, όρ­γω­νε με το άνε­το αμά­ξι του όλη την Ιτα­λία και πή­γαι­νε από τη μια δη­μο­πρα­σία στην άλ­λη. Διορ­γά­νω­νε εγκαί­νια εκ­θέ­σε­ων δυο φο­ρές τον χρό­νο, έστη­νε πλου­σιο­πά­ρο­χα γλέ­ντια, εί­χε πολ­λούς φί­λους και κα­τα­θλί­ψεις με ολο­έ­να αυ­ξα­νό­με­νη συ­χνό­τη­τα. Απέ­λυ­σε το προ­σω­πι­κό, απέ­μει­νε με τον Τι­μπάλντ να ζού­νε συ­ντρο­φιά με κου­κου­βά­γιες.

——— ≈ ———

(Von Politik scheint er nichts zu halten / Gesammelte Prosa, DVA 2006, S. 135)

Για την πο­λι­τι­κή δεν πρέ­πει να τρέ­φει κα­μία εκτί­μη­ση. Μό­λις πιά­σου­με τέ­τοια κου­βέ­ντα, αμέ­σως στρα­βώ­νει το στό­μα και πη­γαί­νει αλ­λού τη συ­ζή­τη­ση. Το πο­λύ πο­λύ να δι­η­γη­θεί πως πριν από δε­κα­πέ­ντε χρό­νια εί­χε πά­ει στη Γερ­μα­νία, στο Ανα­το­λι­κό Βε­ρο­λί­νο μά­λι­στα. Εί­χε τρε­χά­μα­τα τό­τε με το έγκυ­ρο δια­βα­τή­ριό του επει­δή στη φω­το­γρα­φία φαι­νό­ταν ένα γέ­νι το οποίο δεν εί­χε, και θα προ­τι­μού­σε, λέ­ει, να αυ­το­κτο­νή­σει πα­ρά να ζή­σει εκεί.

——— ≈ ———

(In Bellegarde, einem Bergdorf… Gesammelte Prosa, DVA 2006, S. 138)

Στο Μπελ­γκάρντ, ένα ορει­νό χω­ριό από το οποίο περ­νά­με κα­θη­με­ρι­νά, υπάρ­χει ένα σι­ντρι­βά­νι από αμ­μό­λι­θο, με λιο­ντά­ρια που από το στό­μα τους πε­τά­γε­ται το νε­ρό. Ένα για κά­θε ση­μείο του ορί­ζο­ντα. Εν­διά­με­σα, με τα ζώα αγκα­λιά, κά­θο­νται Άρα­βες, ερ­γά­τες στους αμπε­λώ­νες, κά­θε βρά­δυ ανελ­λι­πώς. Δεν έχουν Γαλ­λί­δες φι­λε­νά­δες. Ποιος πα­τέ­ρας θα το επέ­τρε­πε στην κό­ρη του, που μέ­χρι χτες εί­χα­νε αποι­κί­ες. Και οι κο­πέ­λες εί­ναι τυ­φλές.

——— ≈ ———

(Der Wind hat die Tür zugeschlagen / Gesammelte Prosa, DVA 2006, S. 139)

Ο αέ­ρας βρό­ντη­ξε την πόρ­τα. Χτυ­πάω τα τζά­μια, ο φί­λος μου κά­τω από τα δέ­ντρα δεν με ακού­ει. Πρέ­πει λοι­πόν να μπω από το απα­τη­λό δω­μά­τιο με το μπαλ­κό­νι του Ρω­μαί­ου και της Ιου­λιέ­τας. Δεν έχει σα­νί­δια, πέ­ντε δο­κά­ρια κι από πά­νω έχουν στε­ρε­ώ­σει αχρη­στε­μέ­νες πόρ­τες. Μια ψά­θι­νη σκού­πα γκρε­μί­ζε­ται, κι εγώ δρα­σκε­λί­ζω μια σκά­λα χω­ρίς τε­λειω­μό. Σκο­τά­δι. Ιστοί αρά­χνης μού χαϊ­δεύ­ουν το στό­μα.

——— ≈ ———

(Wir haben nichts mehr zu rauchen…/ Gesammelte Prosa, DVA 2006, S. 144)

Δεν έχου­με τι να κα­πνί­σου­με πια, λέ­ει εκεί­νος, θα περ­πα­τή­σου­με μέ­χρι το χω­ριό. Το χω­ριό έχει μια boulangerie, μια alimentation, μια boucherie, δε­κα­τέσ­σε­ρα σπί­τια, το Café Europe. Ένα αξιό­λο­γο νε­κρο­τα­φείο εδώ και τρια­κό­σια χρό­νια.

 

Η μετάφραση έγινε από τη συγκεντρωτική έκδοση των πεζών της ποιήτριας (Gesammelte Prosa, Deutsche Verlags-Anstalt, 2006), στην οποία έχει συμπεριληφθεί ολόκληρη η συλλογή La Pagerie.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: